434/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated434/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου, ανέγνωσε την από 10-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 434 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 434/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ-σωματείου, με την επωνυμία "...", με έδρα το..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Λαζαράτο.
Του αναιρεσίβλητου: Υπουργού Οικονομικών, ως ασκούντος την εποπτεία επί των υπέρ των κοινωφελών σκοπών και ιδρυμάτων, καταλειπομένων περιουσιών, που κατοικοεδρεύει στην ... και εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που ανακάλεσε την από 16-11-2015 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-9-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών δικάζον κατά τις διατάξεις του άρθρου 825 ΚΠολΔ.
Εκδόθηκε η απόφαση 4835/2014 του ιδίου Δικαστηρίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 15-10-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου, ανέγνωσε την από 10-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 4835/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας συνεκδικάζοντας αίτηση του αναιρεσείοντος για την ερμηνεία κωδίκελλου, με τον οποίο καταλήφθηκε περιουσία υπέρ κοινωφελούς σκοπού, ώστε να κριθεί ότι (ο σκοπός αυτός) στερείται ειδικότητας σε σχέση με τον καταστατικό σκοπό του τελευταίου και δεν αποτελεί για το λόγο αυτό κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης η καταληφθείσα με τον κωδίκελλο περιουσία, με την αυτοτελή παρέμβαση που άσκησε ο Υπουργός των Οικονομικών, ως εποπτεύων τις καταλειπόμενες περιουσίες υπέρ κοινωφελών σκοπών και ιδρυμάτων με την οποία ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και με την οποία (προσβαλλομένη απόφαση) απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν η αίτηση και έγινε δεκτή η παρέμβαση.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης.
Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 50 του νόμου 4182/2013, που επανέλαβε τις διατάξεις του άρθρου 96 του Α.Ν.2039/1939 1. Περιουσία, η οποία διατίθεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του παρόντος αποτελεί ίδρυμα που διοικείται σύμφωνα με όσα προβλέπονται στη συστατική πράξη, όταν η εκτέλεση του κοινωφελούς σκοπού ανατίθεται σε φυσικά πρόσωπα ή σε νομικά πρόσωπα που συνιστώνται με αυτήν.
Ομοίως αποτελεί αυτοτελές ίδρυμα η διάθεση περιουσίας σε υφιστάμενα νομικά πρόσωπα για κοινωφελείς σκοπούς, όταν ορίζεται ιδιαίτερος τρόπος διοίκησης της. 2. Περιουσία, η οποία καταλείπεται σε υφιστάμενα ιδρύματα, σωματεία, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και λοιπά νομικά πρόσωπα, με επιδιωκόμενο σκοπό που προσδιορίζεται επαρκώς και είναι διαφορετικός από αυτόν που επιδιώκει το υφιστάμενο νομικό πρόσωπο, χωρίς να καθορίζεται ιδιαίτερος τρόπος διοίκησης, αποτελεί ομάδα περιουσίας διακεκριμένη από την περιουσία του νομικού προσώπου ως κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης. 3.
Αν δεν προσδιορίζεται ειδικότερα ή δεν συνάγεται επαρκώς από τη συστατική πράξη ο επιδιωκόμενος σκοπός, θεωρείται ότι η περιουσία έχει καταλειφθεί για την εξυπηρέτηση του σκοπού, που επιδιώκει κατά τον προορισμό του το νομικό πρόσωπο και εντάσσεται στην υπόλοιπη περιουσία του. Αν ο σκοπός είναι όμοιος, ο δε οριζόμενος ιδιαίτερος τρόπος διοίκησης διαφέρει μόνο σε επουσιώδη σημεία από τον τρόπο διοίκησης του υφιστάμενου νομικού προσώπου που προσδιορίζεται από το καταστατικό ή τον οργανισμό του, τότε εφαρμόζεται το προηγούμενο εδάφιο, ο δε κατά τα ανωτέρω ιδιαίτερος τρόπος διοίκησης τηρείται κατά το δυνατόν.
Περαιτέρω με τις διατάξεις του άρθρου 82 παρ. 8 και 9 του ίδιου νόμου η ισχύς του οποίου (άρθρου 82) άρχισε την 11-11-2013, σύμφωνα με το άρθρο 102 αυτού, καταργήθηκε ο ΑΝ 2039/1939 και ορίζεται ότι οι διατάξεις του εφαρμόζονται και στις κοινωφελείς περιουσίες, που υφίστανται κατά την έναρξη της ισχύος του, ανεξάρτητα από τον τρόπο σύστασής τους.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων ανελέγκτως τα ακόλουθα περιστατικά: "Την 13-02-1899 απεβίωσε στην Αθήνα ο Α. Σ. , ο οποίος αφού δια της από 12-02-1896 διαθήκης του όρισε ως μόνην κληρονόμον του την σύζυγον του Ι. συζ. Α. Σ., δια του από 09-05-1897 ιδιογράφου κωδικέλλου του, ο οποίος δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών κατά την συνεδρίαση της 13-02-1899 και εκηρύχθη κύριος δια της υπ’ αριθμ. 360/1899 αποφάσεως του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, όρισε μεταξύ άλλων τα εξής σημαντικά για την κρινόμενη υπόθεση: "Το δε κτήμα Ωρωπού , καθ’ όλην αυτού την έκτασιν περιέχουσα τα χωρία Σκάλας Ωρωπού, Μήλεσι, Χαλκούτζι, χωρίον Ωρωπού, Μαρκόπουλον και Μαλακάσαν μετά των ορίων των , όπως είχον αγοράσει από των κληρονόμων Ι.Π.
και επηύξησα δια μεταγενεστέρων αγορών, το εν λόγω κτήμα κληροδοτώ εις το ... Ορφανοτροφείον, εντέλλομαι δε αυτώ να εγκαταστήσει εκεί θεραπευτήριον προς νοσηλείαν αναρρωνυόντων ορφανών ή και φύσει χοιραδικής κράσεως κορασιών και αρρένων μη υπερβαινόντων τούτων την ηλικία των δώδεκα ετών, κατ’ απομίμηση του εν Τεργέστη λειτουργούντος τοιούτου καλουμένου νομίζω "...".
Εν τω εν λόγω θεραπευτήριο θέλουσι εισαγάγεσθαι κατά προτίμησιν τα ορφανά του ... Ορφανοτροφείου , και χώρου υπάρχοντος ως και μέσων, θέλουσι εισάγεσθαι και αλλαχόθεν προερχόμενα κοράσια ή άρρενα παιδία".
Συνεπώς, κατά τα ανωτέρω , ο διαθέτης με τον από 09-05-1897 κωδίκελλο του , κληροδότησε το κτήμα Ωρωπού ,στα όρια που ευρίσκεται σήμερα, στο αιτούν Σωματείο, υπό τρόπο, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1715 και 2011 του ΑΚ, δηλαδή με την υποχρέωση του κληροδόχου σωματείου να εγκαταστήσει στο κτήμα αυτό το ως άνω θεραπευτήριο.
Το αιτούν Σωματείο με την κρινόμενη αίτηση του διατείνεται, ότι ο ανωτέρω με τον κωδίκελλο τεθείς κοινωφελής σκοπός στερείται ειδικότητος έναντι των σκοπών που επιδιώκει και συνεπώς η ως άνω καταληφθείσα περιουσία σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 96 παρ 2 του ΑΝ 2039/1939 ήδη 50 παρ 3 του Ν.4182/2013 θεωρείται ως περιουσία καταληφθείσα προς εξυπηρέτηση του σκοπού του συγχωνευόμενη με την λοιπή περιουσία του και συνεπώς ζητεί να θεωρηθεί, ότι οι καταλείψεις των εισοδημάτων από τα ως άνω ακίνητα δεν αποτελούν κατά την έννοια του νόμου κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης και ότι η καταληφθείσα περιουσία έχει διατεθεί για την εκπλήρωση των σκοπών του αιτούντος.
Σύμφωνα όμως με το καταστατικό του αιτούντος Σωματείου που αναγνωρίσθηκε με την υπ’ αριθμ 4102/1928 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών και συγκεκριμένα το άρθρο 2 αυτού ο σκοπός του αιτούντος κατά τον ως άνω χρόνο ήταν ο εξής: "Σκοπός του Ορφανοτροφείου είναι η διάπλασις των εν αυτώ ενδιαιτωμένων κορασιών εις φρόνιμους και κοσμίας παρθένους, χρηστάς οικοκυράς, χρησίμους και αγαθάς εις την κοινωνίαν γυναίκας και η απόκτησις παρ’ αυτών γνώσεων θεωρητικών και πρακτικών τοιούτων, ώστε εξερχόμεναι του Καταστήματος να είναι κατηρησμέναι εις τρόπον ώστε να δύνανται μετ’ αυτοπεποιθήσεως να δημιουργήσωσι δια της εργασίας των έντιμον μέλλον.
Βάσις της ανατροφής αυτών πρέπει να είναι η χριστιανική αγωγή, η προς θεόν ευσέβεια, το σέβας τους ανωτέρους, η προς τον πλησίον αγάπη, η φιλανθρωπία, η ταπεινοφροσύνη, η κοσμιότης, η καρτερία και η φιλεργΐα".
Συνεπώς ενόψει όλων των ανωτέρω και ιδιαίτερα από την ερμηνεία του κωδίκελλου και του ως άνω σκοπού του Σωματείου, προκύπτει ότι ο διαθέτης Α. Σ. κατέλειπε το ακίνητο ως κληροδότημα στο αιτούν Σωματείο, για την εκπλήρωση ειδικού κοινωφελούς σκοπού, χωρίς να καθορίζει ειδικότερο σκοπό για την διοίκηση του.
Οι επιδιωκόμενοι κατά τα ανωτέρω από το αιτούν Σωματείο σκοποί δεν ταυτίζονται με τον ειδικό κοινωφελή σκοπό της ανέγερσης και λειτουργίας θεραπευτηρίου, για την εξυπηρέτηση του οποίου καταλείφθηκε από τον διαθέτη το κτήμα Ωρωπού στο εν λόγω Σωματείο, ούτε εμπεριέχονται σε αυτόν, όπως αβασίμως διατείνεται το αιτούν Σωματείο, με δεδομένο, ότι ο κοινωφελής αυτός σκοπός είναι ειδικός σε σχέση με τους σκοπούς, που κατά τον προορισμό του επιδιώκει το Σωματείο, ο δε ειδικός αυτός κοινωφελής σκοπός προσδιορίζεται επαρκώς, ειδικώς και συγκεκριμένως, καθιστώντας την καταληφθείσα περιουσία προς εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης.
Το γεγονός δε ότι με τον ως άνω Κωδίκελλο ορίστηκε από τον διαθέτη, ότι στο θεραπευτήριο θα εισάγονται κατά προτίμηση τα ορφανά του ... Ορφανοτροφείου και χώρου υπάρχοντος ως και μέσων και από άλλα μέρη προερχόμενα αγόρια η κορίτσια, επιρρωνύει την ως άνω κρίση του Δικαστηρίου, αφού ο Διαθέτης όρισε την δυνατότητα να εισάγονται στο ως άνω θεραπευτήριο και παιδιά εκτός του ...
Ορφανοτροφείου, απόδειξη ότι η ίδρυση και η λειτουργία του θεραπευτηρίου δεν ταυτίζεται , ούτε εμπεριέχεται στην λειτουργία του ... Ορφανοτροφείου." Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την αίτηση και δέχθηκε την παρέμβαση του Υπουργού. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, του Ν.4182/2013, ο οποίος ίσχυε κατά τη συζήτηση της αίτησης ενώπιόν του, και επανέλαβε τις διατάξεις του άρθρου 96 του Α.Ν.2039/1939 με το άρθρο 50 αυτού τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.
Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε, με τις σαφείς παραδοχές ότι με τον κωδίκελλο ο διαθέτης κατέλειπε ως κληροδότημα στο υφιστάμενο κατά την επαγωγή της κληροδοσίας αιτούν νομικό πρόσωπο, ακίνητο για την εκπλήρωση ειδικού κοινωφελούς σκοπού, που διατυπώνεται συγκεκριμένα και με σαφήνεια σ’ αυτόν δηλαδή για την ανέγερση και λειτουργία στο ακίνητο αυτό, θεραπευτηρίου στο οποίο θα νοσηλεύονται ορφανά ανήλικα κορίτσια και αγόρια κατά προτίμηση δε ορφανά κορίτσια του αιτούντος, και εφόσον υπάρχει χώρος και τα απαιτούμενα για τη νοσηλεία μέσα ορφανά αγόρια και κορίτσια εκτός του αιτούντος προερχόμενα, χωρίς να καθορίζει ειδικότερο τρόπο διοίκησης αυτής της περιουσίας, ο οποίος (κοινωφελής σκοπός) δεν ταυτίζεται με το σκοπό που επιδιώκει σύμφωνα με το καταστατικό του το αιτούν, που είναι φιλανθρωπικός και εκπαιδευτικός, συνιστάμενος ειδικότερα στη διάπλαση του χαρακτήρα των ορφανών κοριτσιών, στην εκπαίδευσή τους, ώστε να καταστούν χρήσιμα μέλη της κοινωνίας, διάγοντας έντιμο βίο και να αποκτήσουν τα εφόδια επαγγελματικής αποκατάστασης, αλλά είναι διάφορος αυτού, ούτε άλλωστε ως συμπληρωματικός του καταστατικού σκοπού του τελευταίου μπορεί να θεωρηθεί, ενόψει του ότι η σαφής βούληση του διαθέτη δεν είναι να νοσηλεύονται στο θεραπευτήριο αποκλειστικά τα ορφανά κορίτσια του αιτούντος, με συνέπεια η καταληφθείσα περιουσία να αποτελεί κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης δηλαδή περιουσία που περιέρχεται στο αιτούν αλλά διατηρεί την αυτοτέλειά της και δε συγχωνεύεται με την υπόλοιπη περιουσία αυτού προς εξυπηρέτηση του σκοπού στον οποίο ο διαθέτης την αφιέρωσε.
Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων και από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου δηλαδή της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έννοιας, ως ειδικού κοινωφελούς σκοπού της ίδρυσης και λειτουργίας του θεραπευτηρίου είναι αβάσιμοι.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ’ Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.
Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους να καθορίζεται δε ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων τη βιβλιοδετική συλλογή που διατηρεί στο αρχείο του το αιτούν και η οποία περιέχει 1) το από 8-6-1855 Β.Δ/γμα δια του οποίου εγκρίθηκε η σύσταση του τότε επονομαζόμενου ...
Ορφανοτροφείου Κορασίων και ο από 8-6-1855 Οργανισμός του καταστήματος, 2) τον οργανισμό του καταστήματος όπως διαμορφώθηκε με το Β.Δ/γμα από 3-11-1867 3) όλα τα διατάγματα με τα οποία εν συνεχεία εγκρίθηκαν οι προτεινόμενες μεταβολές στο άρθρο 10 του Οργανισμού αυτού, που όριζε και το σκοπό του αιτούντος, την οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη του καταστατικού σκοπού του, που ίσχυε κατά το χρόνο επαγωγής της κληροδοσίας δηλαδή κατά το έτος 1899, ο οποίος διέφερε απολύτως ή σε κάθε περίπτωση ουσιωδώς από εκείνον που αναφέρεται στο καταστατικό του που εγκρίθηκε μεταγενέστερα το έτος 1928 και έλαβε υπόψη το Εφετείο και έτσι οδηγήθηκε σε εσφαλμένο διατακτικό, ότι δηλαδή το κληροδότημα καταλήφθηκε για την εκπλήρωση ειδικού κοινωφελούς σκοπού διάφορου του καταστατικού του σκοπού.
Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής καθ’ όσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση της αίτησης και των προτάσεων του αιτούντος προς διάγνωση της ουσιαστικής του βασιμότητας, δεν επικαλέσθηκε ότι ο σκοπός του οριζόταν στο άρθρο 10 του παραπάνω Οργανισμού του, ο οποίος εγκρίθηκε με το από 3-11-1867 Β.
Δ/γμα, αλλά ότι ήταν εκείνος που αναφέρεται στο καταστατικό του που εγκρίθηκε το έτος 1928, που δε διαφέρει όμως, όπως ειδικότερα εκθέτει στις προτάσεις του, από τον αναφερόμενο στο παραπάνω άρθρο 10 του Οργανισμού του. Παρεκτός του ότι είναι αβάσιμος, καθ’ όσον το αναιρεσείον δεν ανταποκρίθηκε στο δικονομικό του βάρος προσκόμισης του εγγράφου αυτού αναγκαίας για τη διακρίβωση του επικαλούμενου περιεχομένου του, ώστε να ελεγχθεί ότι δε λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας.
Επειδή κατά τους ορισμούς του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν αφορά ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, όπως η έννοια αυτής οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 33 ΑΚ, 323 αρ. 5, 897 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ.
και αναφέρεται στην αποτροπή επελεύσεως έννομης συνέπειας, μη ανεκτής από την κρατούσα στην χώρα ηθική, κοινωνική πολιτειακή ή οικονομική τάξη. Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν ο ισχυρισμός συνδέεται με νομοθετική ρύθμιση ουσιαστικού ή δικονομικού χαρακτήρα κανόνα δικαίου, η οποία προβάλλεται ως αντικείμενη στο Σύνταγμα.
Και στην περίπτωση αυτή όμως για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο όταν αφορά τη δημόσια τάξη, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα ποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της εσφαλμένης εφαρμογής της μεταβατικού χαρακτήρα ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 149 παρ. 2 του ΑΝ 2039/1939, καθ’ όσον η νομοθετική αυτή ρύθμιση αντίκειται στα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος επειδή στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο εφάρμοσε τις διατάξεις του Ν.4182/2013, που ίσχυε κατά το χρόνο της συζήτησης της ένδικης αίτησης ενώπιόν του. Παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος καθ’ όσον όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης ενώπιον του Εφετείου, τα θεμελιωτικά του περί αντισυνταγματικότητας της παραπάνω διάταξης ισχυρισμού που αφορά τη δημόσια τάξη πραγματικά περιστατικά δεν είχαν τεθεί υπόψη του Εφετείου, ούτε άλλωστε περί τούτου σχετική αναφορά γίνεται στο αναιρετήριο, ώστε να μπορεί το αναιρεσείον να προτείνει τον ισχυρισμό αυτό, ως αναιρετικό λόγο, για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο με την επίκληση της εξαίρεσης του άρθρου 562 παρ. 2 περ.
γ Κ.Πολ.Δ. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Το αναιρεσείον, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176,183 Κ.Πολ.Δ.) μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ.1,3 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., 5 παρ.12 του Ν.1738/1987 και 2 της Υ.Α. (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) 134423/1992.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-10-2014 αίτηση ΝΠΙΔ-Σωματείου με την επωνυμία "... Οικοτροφείον Θηλέων" περί αναιρέσεως της 4835/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ