434/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/4/2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 179/2011 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17/10/2014 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated434/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου, που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με την συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων, που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση.
Full text
Απόφαση 434 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 434/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ν. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευανθία Στεφανέα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/4/2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 179/2011 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17/10/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μαγγίνας ανέγνωσε την από 26/2/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 17/10/2014 αίτησης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμό 179/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας).
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι] Με την 1871/2009 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας βεβαιώθηκε εις βάρος του αναιρεσιβλήτου συνολική οφειλή 31.694.31 € προερχομένη από δάνειο της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος μετά από αποστολή προς αυτή από την 25 διεύθυνση του ΓΛΚ τριπλότυπης περιληπτικής κατάστασης και χρηματικού καταλόγου μετά των οικείων συνημμένων εγγράφων, όπου αναλύονται τα μερικότερα κονδύλια. Με την από 13-4-2009 ανακοπή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας ζήτησε ο αναιρεσίβλητος να ακυρωθούν η παραπάνω ταμειακή βεβαίωση και ο αντίστοιχος χρηματικός κατάλογος. Με την 141/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας απορρίφθηκε η παραπάνω ανακοπή. Κατ' αυτής άσκησε ο αναιρεσίβλητος την από 9-11-2010 έφεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Το τελευταίο με την 179/2011 απόφασή του έκανε μεν την έφεση δεκτή τυπικά και κατ'ουσίαν και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, στη δε συνέχεια κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας επί της ανακοπής, δέχθηκε αυτήν και ακύρωσε την ταμειακή βεβαίωση και τον αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο. Η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε κατά της τελευταίας, είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ) και κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ] Στη δίκη, που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 § 1 ν.δ/τος 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583 - 585 ΚΠολΔ - η οποία μπορεί να ασκείται (και) κατά του "νομίμου τίτλου" - ο μεν ανακόπτων επέχει κατ` αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση, ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 § 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο προς εκτέλεση για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων είναι α) η νόμιμη βεβαίωση, που εκδίδεται από τις αρμόδιες Αρχές, στο Δημόσιο Ταμείο (Δ.Ο.Υ.), για τον προσδιορισμό του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία οφείλεται, ανεξάρτητα από το αν αυτό οφείλεται ευθέως από το νόμο ή από σύμβαση, β) η οφειλή που αποδεικνύεται από δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα και γ) η πιθανολογούμενη κατά την έννοια του άρθρου 347 του ΚΠολΔ οφειλή.
Περαιτέρω, νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου, που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με την συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων, που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση.
Στον νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση τον "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.
Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε λόγω μη εξόφλησης του δανείου από τον οφειλέτη.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο έκρινε, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου με το να απορρίψει τον σχετικό λόγο ανακοπής για αοριστία της 1871/19-2-2009 ταμειακής βεβαίωσης, δεχόμενο, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "Ο ανακόπτων - εκκαλών, στα πλαίσια πτηνοτροφικών και κτηνοτροφικών εργασιών, συνήψε στις 6-6-2002 με την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος σύμβαση δανείου (4085), με εγγυητή το Ελληνικό Δημόσιο (καθού η ανακοπή - εφεσίβλητο).
Λόγω μη εξόφλησης του δανείου από τον ανακόπτοντα, το Ελληνικό Δημόσιο, λόγω κατάπτωσης της εγγυήσεως, κατέβαλε το οφειλόμενο ποσό στη δανείστρια Τράπεζα και στη συνέχεια, βεβαίωσε αυτό εις βάρος του εκκαλούντος ανακόπτοντος με την υπ' αριθμό 1871 /19-2-2009 ταμειακή βεβαίωση. Με την υπ' αριθμό 1307/3-3-2009 ατομική ειδοποίηση χρεών της προϊστάμενης της ΔΟΥ Χαλκίδας κλήθηκε ο τελευταίος να καταβάλει στο Ελληνικό Δημόσιο το ποσό των 16.632 ευρώ και 15.062.31 ευρώ.
Στην προαναφερόμενη ταμειακή βεβαίωση αναφέρεται ως οφειλή από δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, ονομασία εσόδου εκτός προϋπολογισμού - Νο 555 (ΚΑΧΚΕΕΔ) και αναγράφεται στην ένδειξη ποσά σε ευρώ για βεβαίωση 91.365,57, στην ένδειξη τόκοι συμβατικοί 131.278,76, στην ένδειξη τόκοι καθυστέρησης και υπερημερίας 28.804,61, στην ένδειξη τόκοι υπερημερίας υπέρ του Δημοσίου 4.199,15, στην ένδειξη έξοδα 00 και στην ένδειξη σύνολο 255.648,09.
Στους χρηματικούς καταλόγους οφειλών από δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, της Προϊστάμενης της ως άνω ΔΟΥ, που ο ανακόπτων έλαβε από την τελευταία, μετά την 7573/17-3-2009 αίτησή του, αναγράφονται στις γραμμές, που αφορούν τον ανακόπτοντα με α.α. 9 και 10 στην ένδειξη συνολικό ποσό 16.632,00 και 15.062,31. Στον παραπάνω όμως νόμιμο τίτλο (ανακοπτόμενη ταμειακή βεβαίωση) χρηματικούς καταλόγους (πράξη καταλογισμού της οφειλής), αλλά και στην ατομική ειδοποίηση, δεν προσδιορίζονται και δεν εξειδικεύονται οι συναφθείσες συμβάσεις δανείου, από τις οποίες προέρχονται οι ένδικες απαιτήσεις, η κίνηση των τηρηθέντων λογαριασμών και δεν γίνεται διαχωρισμός κεφαλαίου και τόκων ούτε συνακόλουθα αναλυτικός προσδιορισμός των αιτουμένων τόκων, αν δηλαδή πρόκειται για συμβατικούς τόκους, νόμιμους τόκους, τόκους υπερημερίας.
Από την ατελή δε αυτή και αόριστη περιγραφή των ενδίκων απαιτήσεων, σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι μεταξύ ανακόπτοντος και ΑΤΈ είχαν συναφθεί περισσότερες δανειακές συμβάσεις, ο ανακόπτων υφίσταται βλάβη συνισταμένη στην αδυναμία του να ελέγξει την ύπαρξη και το ύψος της οφειλής και να αποκρούσει αυτή.
Η βλάβη δε αυτή δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλον τρόπο, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της αόριστης αυτής ταμειακής βεβαίωσης, βάσει της οποίας ο ανακόπτων κλήθηκε με την ανωτέρω ταμειακή ειδοποίηση να καταβάλει τα προαναφερόμενα ποσά. Το καθού η ανακοπή, Ελληνικό Δημόσιο, ισχυρίζεται, ότι ο ανακόπτων είχε πλήρη γνώση των εγγράφων, που συγκροτούσαν τον νόμιμο τίτλο, ήτοι την συναφθείσα πρόσθετη πράξη, η οποία σε εφαρμογή της υπ' αριθμό 2/13854/0025/11-6-2001 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών προβλέπει την υποκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα της ΑΤΕ, των καταστάσεων αναλυτικής κίνησης των δανείων και όλων των συνοδευτικών εγγράφων, έγγραφα δηλαδή στα οποία είτε συνέπραξαν είτε είχαν άμεση πρόσβαση τόσο από την ΑΤΕ όσο και από την ΔΟΥ.
Εδώ, πρέπει να σημειωθεί ότι ο ανακόπτων δεν αρνείται ούτε βάλει κατά της υποκαταστάσεως του καθού η ανακοπή Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα της Αγροτικής Τράπεζας, επομένως αλυσιτελώς προβάλλεται ο ισχυρισμός περί γνώσεως υπό του ανακόπτοντος της υποκαταστάσεως του καθού στα δικαιώματα της ΑΤΕ.
Όμως, ως προς υπόλοιπο μέρος του ισχυρισμού του καθού, ανεξαρτήτως της πρόσβασης του ανακόπτοντος στα παραπάνω έγγραφα από την ΑΤΕ και την ΔΟΥ, το καθού η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα και με όσα στην μείζονα σκέψη αναφέρονται βαρύνεται να επικαλεστεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και εν συνεχεία να αποδείξει την ύπαρξη και το ύψος της οφειλής του ανακόπτοντος.
Τούτο δε θα επιτύγχανε με την σαφήνεια του προσβαλλόμενου νόμιμου τίτλου, δυνάμει του οποίου επιδιώκει την καταβολή των προαναφερομένων ποσών από τον ανακόπτοντα, ο οποίος έπρεπε να περιέχει τα προαναφερόμενα στοιχεία. Τα επικαλούμενα, τέλος, από το καθού η ανακοπή, έγγραφα που συγκροτούν την απαίτησή του, που περιέχεται στον ένδικο νόμιμο τίτλο, δεν αποδεικνύεται, ότι κοινοποιήθηκαν ή γνωστοποιήθηκαν με νόμιμο τρόπο στον ανακόπτοντα πριν από την άσκηση της υπό κρίση ανακοπής, ούτε άλλωστε επικαλείται κάτι τέτοιο το καθού.".
Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο κατέληξε, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε το σχετικό λόγο ανακοπής περί αοριστίας της υπ' αριθμό 1871/19.2.2009 Ταμειακής Βεβαίωσης και του αντίστοιχου Χρηματικού Καταλόγου της ΔΟΥ Χαλκίδος ως προς τις "Γραμμές", που αφορούν τον ανακόπτοντα, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατά συνέπεια έπρεπε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της έφεσης ως βάσιμος κατ' ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί δε η υπόθεση από το Εφετείο, το οποίο δίκαζε την ανακοπή και έπρεπε κατ' αποδοχή του πρώτου λόγου αυτής, ως βασίμου να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η ανακοπή και να ακυρωθεί η προαναφερομένη ταμειακή βεβαίωση και ο αντίστοιχος χρηματικός κατάλογος, ενώ μετά από αυτά παρείλκε η έρευνα του δεύτερου λόγου της ανακοπής, που αποτελούσε τον δεύτερο λόγο έφεσης, ο οποίος κατέτεινε στην ακύρωση της ίδιας ταμειακής βεβαίωσης και του αντίστοιχου χρηματικού καταλόγου.
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο της κρινόμενης αίτησης, το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προσάπτει στο Εφετείο παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 και 4 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ), αναφέροντας, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και δη των άρθρων 2 παρ.2 και 4 του ΚΕΔΕ, έγινε δεκτό ότι η προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση, που αποτελεί το νόμιμο τίτλο πάσχει αοριστία.
Εσφαλμένα, δηλαδή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συγχέει την έννοια του νομίμου τίτλου με την έννοια της ταμειακής βεβαίωσης και του χρηματικού καταλόγου και εσφαλμένα υπολαμβάνει, ότι ο νόμιμος τίτλος για εκτέλεση είναι η πράξη ταμειακής βεβαιώσεως και ο χρηματικός κατάλογος. Αντιθέτως, ορθά κρίνοντας όφειλε το δίκασαν Δικαστήριο να αποδεχθεί, ότι ο νόμιμος τίτλος, εν προκειμένω, συγκροτείται από τη συναφθείσα σύμβαση ρύθμισης οφειλών, η οποία σε εφαρμογή της υπ' αριθμό 2/13854/0025/11.6.2001 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών προβλέπει την υποκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα της ΑΤΕ, μετά την κατάπτωση της εγγυήσεως, μαζί με τις καταστάσεις αναλυτικής κίνησης των δανείων και όλα τα συνοδευτικά έγγραφα, τα οποία οδήγησαν στη σύνταξη του χρηματικού καταλόγου από την αρμόδια υπηρεσία της ανωτέρω τράπεζας.
Επομένως, ο νόμιμος τίτλος κατ' ουδένα τρόπο πάσχει και σαφώς, όχι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθόσον δεν συμπίπτει ούτε με τον χρηματικό κατάλογο ούτε με την ταμειακή βεβαίωση, αλλά συγκροτείται από όλα τα ανωτέρω έγγραφα, υλοποιείται μέσω του χρηματικού καταλόγου και ολοκληρώνεται μέσω της ταμειακής βεβαιώσεως.
Περαιτέρω, εξ όλων των ανωτέρω αναλυτικώς εκτεθέντων διατάξεων προκύπτει, ότι κατά ρητό και σαφή τρόπο περιγράφονται αφενός οι αρμοδιότητες και οι υποχρεώσεις των βεβαιούντων ταμειακώς τις οφειλές προς το Δημόσιο, αφετέρου το ελάχιστο περιεχόμενο των ταμειακών βεβαιώσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 61 του π.δ. 16/1989 η ταμειακή βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώρηση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων (η οποία γίνεται, σημειωτέον, κατά το συγκεκριμένο μηχανογραφικό σύστημα). ...".
Ο ως άνω πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος μεν, που αυτός υπολαμβάνει, ότι η ταμειακή βεβαίωση δεν αποτελεί νόμιμο τίτλο, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά δε, ενόψει των πραγματικών παραδοχών, που διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις οποίες στο νόμιμο τίτλο (ανακοπτόμενη ταμειακή βεβαίωση) και στους χρηματικούς καταλόγους (πράξη καταλογισμού της οφειλής), αλλά και στην ατομική ειδοποίηση, δεν προσδιορίζονται και δεν εξειδικεύονται οι εξ ων προέρχονται οι ένδικες απαιτήσεις συμβάσεις δανείου, καθώς και η κίνηση των τηρηθέντων λογαριασμών, και δεν γίνεται διαχωρισμός κεφαλαίου και τόκων, ούτε συνακόλουθα αναλυτικός προσδιορισμός των αιτουμένων τόκων, αν δηλαδή πρόκειται για τόκους, συμβατικούς, νόμιμους ή υπερημερίας, από την ατελή δε αυτή και αόριστη περιγραφή των ενδίκων απαιτήσεων, σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι μεταξύ ανακόπτοντος και ΑΤΕ είχαν συναφθεί περισσότερες δανειακές συμβάσεις, ο ανακόπτων υφίσταται βλάβη συνισταμένη στην αδυναμία του να ελέγξει την ύπαρξη και το ύψος της οφειλής και να αποκρούσει αυτή, επιπλέον δε, το αναιρεσείον βαρύνεται με την απόδειξη της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής του αναιρεσιβλήτου, κάτι που μπορεί να επιτύχει με την ύπαρξη σαφούς νόμιμου τίτλου, με τον οποίο επιδιώκει την καταβολή των παραπάνω χρηματικών ποσών από τον τελευταίο, σαφήνεια όμως που απουσιάζει, ενώ δεν αποδεικνύεται, ότι τα έγγραφα, που συγκροτούν την απαίτησή του, είχαν κοινοποιηθεί ή γνωστοποιηθεί με νόμιμο τρόπο στον ανακόπτοντα πριν από την άσκηση της ανακοπής, κάτι που ούτε το αναιρεσείον επικαλείται, συνάγεται, ότι ο νόμιμος τίτλος, που στηρίζεται στα έγγραφα, που προβάλλει το αναιρεσείον, δεν ήταν πλήρης.
Συνεπώς, εφόσον, κατά τις παραδοχές του εφετείου, τα έγγραφα αυτά δεν προσκομίσθηκαν νομίμως κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δεν αναλύεται η αιτία της οφειλής κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπές προσαυξήσεις κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 2 § 2 του ν.δ. 356/1974, ο αναιρεσίβλητος δεν είχε πλήρη γνώση της βεβαιωθείσας με την προσβαλλόμενη πράξη της Δ.Ο.Υ. οφειλής του και το επιληφθέν της ανακοπής του κατά της εν λόγω πράξης δικαστήριο δεν μπορούσε με ασφάλεια να διαγνώσει την οφειλή, οπότε, ενόψει των προαναφερθέντων, σαφώς προκύπτει ότι, με αυτά, που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφασή του αναιρετέα για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ο προκείμενος λόγος αναίρεσης είναι ομοίως, και κατά το προαναφερθέν σκέλος του, αβάσιμος.
ΙΙΙ] Με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται, πλην άλλων, τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, το δε βάσιμο του λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνεται από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και τον έλεγχο της ορθότητας της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, η οποία δεν μπορεί να παραπέμπει για τη συμπλήρωση της αιτιολογίας της σε διαδικαστικά ή αποδεικτικά έγγραφα.
Εν προκειμένω με το δεύτερο λόγο της ένδικης αναίρεσης το αναιρεσείον παραθέτοντας τα εκεί αναφερόμενα καταλήγει, ότι οι αντίθετες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης καθιστούν αυτήν αναιρετέα κατά τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση:
α) την πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 του ΚΕΔΕ, εφόσον από καμιά διάταξη του τελευταίου Κώδικα ή άλλου νομοθετήματος επιβάλλεται και μάλιστα επί ποινή ακυρότητας η αναλυτική αναγραφή στο σώμα της ταμειακής βεβαίωσης του συνόλου των συναποτελούντων την εκτελούμενη απαίτηση χρηματικών ποσών, ενώ, αντίθετα, τα στοιχεία αυτά θα έπρεπε να περιέχονται στα συγκροτούντα την έννοια του νομίμου τίτλου έγγραφα, με βάση τα οποία προσδιορίσθηκε από τις αρμόδιες Αρχές το εισπρακτέο χρηματικό ποσό, το είδος του εσόδου και η αιτία για την οποία οφείλεται η απαίτηση του Δημοσίου και η δυνατότητα να επιδιώξει αυτό τη συμμόρφωση του υποχρέου και β) την αιτίαση ότι, ενώ η προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση περιέχει όλα τα κατά νόμο στοιχεία, τα οποία εκεί αναπτύσσονται και αναλύονται και στις προσβαλλόμενες πράξεις (ταμειακή βεβαίωση και χρηματικός κατάλογος) προσδιορίζεται ακριβώς, σαφώς και ορισμένως η ένδικη απαίτηση, αναφέρεται επακριβώς η αιτία της οφειλής και το οφειλόμενο ποσό κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις, που αποτελούν επαρκή στοιχεία για να μπορεί ο οφειλέτης να ισχυρισθεί και να αποδείξει απόσβεση, ανακρίβεια ή εσφαλμένο υπολογισμό των κονδυλίων, η αναιρεσιβαλλόμενη περιέλαβε αντίθετες παραδοχές.
Ο λόγος αυτός ως προς το υπό στοιχείο α' μέρος του είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο όλα τα αναγκαία περιστατικά για το ορισμένο του και ειδικότερα δεν αναγράφονται τα συγκροτούντα την έννοια του νόμιμου τίτλου έγγραφα με το σύνολο των οικονομικών στοιχείων κατά τρόπο σαφή, ακριβή, ορισμένο και επιπλέον επιτρέποντα στον αναιρεσίβλητο οφειλέτη να ισχυρισθεί και αποδείξει επελθούσα απόσβεση, παρεμβληθείσα ανακρίβεια ή προκληθέντα εσφαλμένο υπολογισμό, καθώς και ότι ο θεμελιωτικός του λόγου αυτού ισχυρισμός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω, αναφορικά με το υπό στοιχείο β' σκέλος του παραπάνω λόγου, λαμβανομένων υπόψη των προπαρατεθεισών ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αυτός απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρονται οι πραγματικές διαπιστώσεις της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού υπό τις οποίες συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα.
Επιπροσθέτως, λαμβανομένων υπόψη, ότι αφενός μεν στις διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ουσιαστικές παραδοχές αναφέρεται, ότι στο νόμιμο τίτλο (ανακοπτόμενη ταμειακή βεβαίωση) και τους χρηματικούς καταλόγους (πράξη καταλογισμού της οφειλής), αλλά και στην ατομική ειδοποίηση, δεν προσδιορίζονται και δεν εξειδικεύονται οι συναφθείσες συμβάσεις δανείου, από τις οποίες προέρχονται οι ένδικες απαιτήσεις, καθώς και η κίνηση των τηρηθέντων λογαριασμών, ενώ δεν γίνεται διαχωρισμός κεφαλαίου και τόκων, ούτε συνακόλουθα αναλυτικός προσδιορισμός των αιτουμένων τόκων, αν δηλαδή πρόκειται για τόκους συμβατικούς, νόμιμους ή υπερημερίας, αφετέρου δε ότι η διαπίστωση της έλλειψης νόμιμης βάσης και κατ' επέκταση του βασίμου του τελευταίου αναιρετικού λόγου προκύπτει μόνον από τον έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης και του αιτιολογικού της και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων, οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι και εξ αυτού του λόγου απαράδεκτες.
IV] Με τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης προβάλλει το αναιρεσείον την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι με πλημμελή και ελλιπή αιτιολογία δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 75 του ΚΕΔΕ και ειδικότερα, ότι η σχετική κρίση της τελευταίας στερείται επαρκούς αιτιολογίας σε ζήτημα, που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο ζήτημα της πρόκλησης βλάβης στον αναιρεσίβλητο, που είναι οφειλέτης του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί άλλως παρά με κήρυξη της ακυρότητας, ενώ, αν το εφετείο έκρινε ορθά έπρεπε να δεχθεί, ότι δεν υπήρξε στοιχείο, από το οποίο να αποδεικνύεται, ότι ο αναιρεσίβλητος βλάφθηκε από την ταμειακή βεβαίωση, καθόσον είχε πλήρη γνώση των εγγράφων, που συγκροτούσαν το νόμιμο τίτλο, δηλαδή των συναφθεισών συμβάσεων και της πρόσθετης πράξης, που, κατ' εφαρμογή της ανωτέρω υπουργικής απόφασης, προβλέπουν την υποκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα της ΑΤΕ, των καταστάσεων αναλυτικής κίνησης των δανείων και όλων των συνοδευτικών εγγράφων, στα οποία ο αναιρεσίβλητος είτε συνέπραξε είτε είχε άμεση πρόσβαση τόσο από την ΑΤΕ όσο και από την Δ.Ο.Υ..
Όμως, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στις οποίες διαλαμβάνεται, ότι "τα επικαλούμενα, τέλος, από το καθού η ανακοπή, έγγραφα, που συγκροτούν την απαίτησή του, που περιέχεται στον ένδικο νόμιμο τίτλο, δεν αποδεικνύεται, ότι κοινοποιήθηκαν ή γνωστοποιήθηκαν με νόμιμο τρόπο στον ανακόπτοντα πριν από την άσκηση της υπό κρίση ανακοπής, ούτε άλλωστε επικαλείται κάτι τέτοιο το καθού", καθιστούν τον προαναφερθέντα αναιρετικό λόγο απαράδεκτο, καθόσον η τελευταία κρίση του εφετείου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, και η σχετική αιτίαση γίνεται υπό το πρόσχημα και την πρόφαση της παραβίασης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πλήττει την τελευταία ακυρωτικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, μειωμένα όμως κατά τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ και 22 του Ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-10-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 179/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας)
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ