Legislator Case Law & Legislation
434/2012 AI generated

434/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 434/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 434 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Legislator headnote

AI generated

434/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 434 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Keywords

AI generated
economic research extrajudicial composition agreement research contract European certificate of succession European legal status legal expenses insurance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 434 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων. Εγκύρως αναθέτει σε δικηγορική εταιρία την εκπόνηση μελέτης για το καθεστώς των αρχαιολογικών απαλλοτριώσεων σε άλλες χώρες και επιβαρύνεται με τη συμφωνηθείσα αμοιβή. Απορρίπτει την αίτηση.

Αριθμός 434/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 13η Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Κοτταρίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Δικηγορικής Εταιρείας με την επωνυμία "Φ. - Δ. - Μ. ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Μυλωνογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2008 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 266/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2101/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-10-2010 αίτηση και τους επ' αυτής, από 9-11-2011 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 23-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 40 του ν.δ. 496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", συμβάσεις, δια των οποίων δημιουργούνται υποχρεώσεις εις βάρος του ΝΠΔΔ, δεν δύναται να συνομολογηθούν, εφ' όσον δεν προβλέπονται από τις γενικές ή ειδικές διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία του. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν. 736/1977 "περί Οργανισμού Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων", όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 3711/2008 (λόγω του χρόνου κατά τον οποίο καταρτίσθηκε η σύμβαση που αναφέρεται στη συνέχεια), "η δικαστική υπηρεσία του Ταμείου διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, του Ταμείου δυναμένου, δια την υποστήριξιν των πάσης φύσεως υποθέσεών του και προς υποβοήθησιν του ως άνω Συμβουλίου, να αναθέτη υποθέσεις του εις δικηγόρους αμειβομένους καθ' υπόθεσιν. (...) Οι ανωτέρω Δικηγόροι προσλαμβάνονται δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, όπερ δίδει εις αυτούς και την σχετικήν εντολήν και πληρεξουσιότητα".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η εκ μέρους του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, αντί προκαθορισμένης αμοιβής, ανάθεση σε δικηγορική εταιρία της εντολής να διεξαγάγει έρευνα νομικού περιεχομένου και να συντάξει γνωμοδότηση περί ζητήματος, το οποίο συνδέεται με την εξυπηρέτηση των σκοπών του Ταμείου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η διενέργεια απαλλοτριώσεων για την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς της Χώρας, αποτελεί δικαιοπραξία η οποία προβλέπεται από τον οργανικό του νόμο και, ως εκ τούτου, εμπίπτει σ' αυτές οι οποίες δύνανται να συνάπτονται εγκύρως και να δημιουργούν υποχρεώσεις σε βάρος αυτού.

Είναι δε διαφορετικό το ζήτημα των δικηγόρων του Δημοσίου, στους οποίους ανατίθεται η δικαστική εκπροσώπηση και γενικά η υπεράσπιση οποιασδήποτε υποθέσεως αυτού ενώπιον δικαστηρίων ή αρχών στις έδρες Πρωτοδικείων όπου δεν λειτουργεί Δικαστικό Γραφείο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, διότι ο διορισμός των δικηγόρων αυτών αποτελεί ζήτημα της εσωτερικής υπηρεσίας του τελευταίου, οπότε και ευλόγως τα της αμοιβής τους καθορίζονται ειδικώς με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ.5 του ν. 3086/2002 σε συνδυασμό με εκείνες του κώδικα περί των δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής: Ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ (ήδη αναιρεσείον), με την 15/19-12-2006 πράξη του Διοικητικού του Συμβουλίου, είχε αναθέσει στην ενάγουσα εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη), που είχε τις αναγκαίες επιστημονικές προϋποθέσεις, την εντολή για σύνταξη μελέτης διερεύνησης του νομικού καθεστώτος των απαλλοτριώσεων και του τρόπου καθορισμού της εύλογης αποζημίωσης για αρχαιολογικούς σκοπούς σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, με αντίστοιχη πολιτιστική κληρονομιά προς αυτήν της Χώρας μας, αντί συμφωνημένης αμοιβής 15.000 ευρώ.

Ότι η ενάγουσα, δια πέντε εκ των μελών ή συνεργατών της που απασχολήθηκαν ως ομάδα επί περίπου 80 ώρες, εκτέλεσε την ανατεθείσα εντολή και συνέταξε αναλυτική μελέτη - γνωμοδότηση με τον τίτλο "συγκριτική επισκόπηση του νομικού καθεστώτος των αρχαιολογικών απαλλοτριώσεων", με αναφορά στην αντίστοιχη νομοθεσία και πρακτική ευρωπαϊκών χωρών όπως η Γαλλία, Γερμανία και Ιταλία, την οποία παρέδωσε προς το εναγόμενο την 31-5-2007.

Κατόπιν αυτού, το Εφετείο δέχθηκε ότι η απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου του αναιρεσείοντος περί αναθέσεως της ως άνω εντολής και συνομολογήσεως της σχετικής αμοιβής ήταν έγκυρη και δέσμευε το αναιρεσείον, γι' αυτό και, μετ' εξαφάνιση της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως του Πρωτοδικείου, έκανε δεκτή την αγωγή και επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη το αιτηθέν ποσό νομιμοτόκως.

Με την κρίση αυτή το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, διότι, σύμφωνα με αυτές, το αναιρεσείον, αν και κατά κανόνα εξυπηρετούμενο στο χειρισμό των νομικών του υποθέσεων από την υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, είχε την ευχέρεια να αναθέτει κατ' εξαίρεση υποθέσεις και σε δικηγόρους, των οποίων ισοδύναμο θεωρούνται ήδη οι δικηγορικές εταιρίες του π.δ. 81/2005, εφ' όσον κατά την εκτίμηση του Διοικητικού του Συμβουλίου με την ανάθεση αυτή θα επιτυγχανόταν ευχερέστερα το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Υπό τις περιστάσεις αυτές, η συνομολόγηση αμοιβής για το συγκεκριμένο νομικό έργο, του οποίου η εκπλήρωση εμπίπτει στην έννοια της "πάσης φύσεως υποθέσεως" που ανατίθεται σε δικηγόρο, συνιστούσε λειτουργική δραστηριότητα του αναιρεσείοντος, η οποία απαιτούσε εξειδικευμένες νομικές γνώσεις και εμπειρία έρευνας στο αλλοδαπό δίκαιο και, ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατό να διεκπεραιωθεί από τους νομικούς συμπαραστάτες που χειρίζονται τις συνήθεις υποθέσεις της υπηρεσίας του.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, καθώς και ο συναφής προς αυτόν μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων, είναι αβάσιμοι. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ.1 του ν. 3693/ 1957 και 17 παρ.2 του ν. 736/1977, να καταδικασθεί το αναιρεσείον στο ήμισυ των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-10-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 2101/ 2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή εννιακοσίων (900) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Ιανουαρίου 2012. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 13η Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ