434/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated434/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έχει συμμετάσχει α) το 1993 ως αναπληρωματικό μέλος στην επιτροπή συσκευασίας και αποστολής ξένων τραπεζογραμματίων του υποκαταστήματος ..., β) το έτος 1994 ορίστηκε από τον Διευθυντή του υποκαταστήματος ... αντικαταστάτης του προϊσταμένου υπηρεσίας του ταμείου στην ως άνω επιτροπή και γ) το 2003 κατέστη τακτικό μέλος της άνω επιτροπής κατ' εφαρμογή της 506/1976 εγκυκλίου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 434 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 434/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1373/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 3738/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17-10-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 24-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίτηση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αιρέσεως), κατά δε το άρθρο 207 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωση της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Τέτοια αναβλητική δικαιοπραξία, στην οποία έχει εφαρμογή το άρθρο 201 ΑΚ, είναι και εκείνη με την οποία συμφωνείται μεταξύ εργοδότη και μισθωτού ότι η προαγωγή του τελευταίου θα γίνει αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη ή όργανο αυτού, πράγμα το οποίο συμβαίνει και όταν η προαγωγική εξέλιξη των υπαλλήλων προβλέπεται από Κανονισμό του εργοδότη που έχει συμβατική ισχύ.
Στην περίπτωση αυτή, παρακώλυση της πληρώσεως της αιρέσεως εναντίον της καλής πίστεως υπάρχει κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως και όταν ο εργοδότης ή όργανο του κρίνει ότι ο μισθωτός δεν έχει τις προϋποθέσεις που συμφωνήθηκαν για την προαγωγή, εφόσον η συγκεκριμένη αρνητική κρίση είναι καταφανώς, δηλαδή κατ' αντικειμενική κρίση, άδικη και όχι όταν η κρίση αυτή θα μπορούσε, κατ' υποκειμενική εκτίμηση, να ήταν διαφορετική.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 10 και 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ, η προαγωγή των υπαλλήλων της από τον βαθμό του Τμηματάρχη στον 3ο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου αποφασίζεται από το Γενικό Συμβούλιο αυτής κατά απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση, μετά γνώμη του Διοικητή, όταν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσεως, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας τριών ετών στον προηγούμενο βαθμό, γ) ύπαρξη προσόντων ανώτερης θέσεως, δ) επίδειξη εξαιρετικής επιδόσεως, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας κατά την άσκηση της υπηρεσίας και ε) επίδειξη ικανότητας συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού διαθεσίμων μέσων και προσωπικού κατά τρόπο αυξητικό του υπηρεσιακού έργου και της παραγωγικότητας των εργαζομένων.
Πέραν των προϋποθέσεων αυτών, με το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, όπως τροποποιήθηκε με τις από 27-2-1987, 21-12-1990 και 29-8-1991 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου αυτής, από το έτος 1990 και εφεξής προβλέφθηκαν ως αξιολογικά στοιχεία για την προαγωγή στους ανώτερους βαθμούς οι πρόσθετες γνώσεις και η ικανότητα εκτελέσεως εξειδικευμένων καθηκόντων, όπως η ικανότητα διεκπεραιώσεως συγχρόνων τραπεζικών εργασιών, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών, η ικανότητα χειρισμού θεμάτων νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής, λειτουργίας, εποπτείας και ελέγχου του πιστωτικού συστήματος, η γνώση και η ικανότητα ασκήσεως αποτελεσματικής διοικήσεως και βελτιώσεως των τρόπων διοικήσεως κλπ.
Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ή αν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, στην οποία, λόγω απορρίψεως της εφέσεως της αναιρεσείουσας, εξαιτίας της ερημοδικίας της, ενσωματώνεται και η πρωτόδικη 1373/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε από την εναγόμενη (αναιρεσείουσα) την 18-4-1977 σε ηλικία 31 ετών με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως κλητήρας και στη συνέχεια εντάχθηκε στον ταμιακό κλάδο των υπαλλήλων της.
Εξελίχθηκε βαθμολογικά στην υπαλληλική ιεραρχία διαδοχικά και ακώλυτα μέχρι τον βαθμό του Τμηματάρχη, τον οποίο κατέχει από 1-1-1997. Είναι απόφοιτος της παιδαγωγικής ακαδημίας ... από το 1983. Έχει μέτρια γνώση της αγγλικής γλώσσας, όπως αναφέρεται μόνο στην έκθεση αξιολόγησης της εναγομένης του 2003 (οι προηγούμενες δεν αναφέρουν περί γνώσης ξένης γλώσσας), χωρίς όμως να είναι κάτοχος κάποιου τίτλου, ούτε προκύπτει ότι έχει παρακολουθήσει κάποια σεμινάρια της αγγλικής γλώσσας με ανάλογο πιστοποιητικό γλωσσομάθειας.
Στο πλαίσιο της επαγγελματικής του επιμόρφωσης - ενημέρωσης και εμπλουτισμού των τραπεζικών του γνώσεων έχει παρακολουθήσει τα εξής σεμινάρια: 1) Ως Δόκιμος Επιμελητής σεμινάριο βασικής εκπαίδευσης από 14 έως 25/11/1983 προκειμένου να μετατεθεί μετά την επιτυχία του στις εξετάσεις στο προσωπικό της κατηγορίας Β' με το βαθμό του Διαχειριστή. 2) Ως Υποταμίας σεμινάριο διαχείρισης δραχμών, συναλλάγματος, χρυσού καθώς και σε εργασίες πρακτορείου από 10 έως 20/12/1984. 3) Ως ταμίας στο σεμινάριο χρυσών λιρών. 4) Το 2001 ως Τμηματάρχης σεμινάριο εκπαίδευσης εκπαιδευτών υποκαταστημάτων για τα τραπεζογραμμάτια ΕΥΡΩ. 5) σεμινάριο αναγνώρισης πλαστότητας των ξένων τίτλων, τραπεζογραμματίων και κερμάτων ΕΥΡΩ, και 6) το 1993 εκπαιδεύτηκε στο κεντρικό κατάστημα στη διαλογή των ξένων τραπεζογραμματίων.
Έχει συμμετάσχει α) το 1993 ως αναπληρωματικό μέλος στην επιτροπή συσκευασίας και αποστολής ξένων τραπεζογραμματίων του υποκαταστήματος ..., β) το έτος 1994 ορίστηκε από τον Διευθυντή του υποκαταστήματος ... αντικαταστάτης του προϊσταμένου υπηρεσίας του ταμείου στην ως άνω επιτροπή και γ) το 2003 κατέστη τακτικό μέλος της άνω επιτροπής κατ' εφαρμογή της 506/1976 εγκυκλίου.
Επίσης το 2001 έχει πραγματοποιήσει ομιλίες σε εκδηλώσεις ενημέρωσης για το ΕΥΡΩ ως εισηγητής με θέμα "χαρακτηριστικά ασφάλειας των τραπεζογραμματίων και κερμάτων ΕΥΡΩ". Υπηρέτησε στα ακόλουθα καταστήματα και στις εξής θέσεις: Με την πρόσληψή του απασχολήθηκε όπως προαναφέρθηκε ως κλητήρας και το 1979 μετατέθηκε στο τμήμα διαχειρίσεων και στο τμήμα διοικητικών, τοποθετήθηκε στο κεντρικό κατάστημα της εναγομένης ως υπάλληλος στο τμήμα καταθέσεων.
Το 1981 τοποθετήθηκε στο υποκατάστημα ... ως ταμειολογιστής. Το 1984, ως Υποταμίας στην υπηρεσία ταμείου του υποκαταστήματος ..., αποσπάστηκε για 1 μήνα (15-1-85 έως 14-2-1985) στο Δημόσιο Ταμείο ... για να συμπληρώσει την εκπαίδευσή του στις εργασίες των Πρακτορείων. Το έτος 1985 αναπλήρωσε τον πράκτορα της εναγομένης τράπεζας στον ...
κατά το διάστημα της απουσίας εκείνου για 22 ημέρες από 03-4-1985. Από 19-7-1988 και για 12 εργάσιμες ημέρες παρέμεινε ως βοηθός του αναπληρωτή πράκτορα του ... για να εκπαιδευτεί στις εργασίες πρακτορείου. Τον Μάϊο του 1993 και τον Ιούνιο του 1997 ως ταμίας κατ' εντολή της εναγομένης ενήργησε πλήρη έλεγχο του αποθέματος της στο υποκατάστημα αυτής στην ....
Το έτος 1999 με απόφαση της Διοίκησης της εναγομένης (ΠΔ 56/9-2-1999) ορίστηκε Β' Αναπληρωτής Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ταμιακών Εργασιών στο υποκατάστημα .... Με την ιδιότητα του αυτή από 01-10-2001 είχε δικαίωμα Β' υπογραφής σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του προϊσταμένου της υπηρεσίας ταμειακών εργασιών ... στα καταθέτηρια δραχμών των εμπορικών τραπεζών.
Τέλος στις 09-8-2001 εξουσιοδοτήθηκε για τη διαχείριση των κερμάτων ευρώ που θα φυλάσσονταν στο θησαυροφυλάκιο του κεντρικού καταστήματος της ΑΤΕ .... Το Μάρτιο του 2003 τιμωρήθηκε πειθαρχικά με την ποινή της έγγραφης επίπληξης με την υπόμνηση στο εξής να εκτελεί τα υπηρεσιακά του καθήκοντα με την επιβαλλόμενη σε κάθε περίπτωση προσοχή και επιμέλεια.
Στις εκθέσεις αξιολόγησης που συνέταξε η γνωμοδοτική επιτροπή της εναγομένης ο ενάγων, για το χρονικό διάστημα 1999-2003 έως το 2003, βαθμολογείται ως εξής: Α) Το έτος 1999. Στο πρώτο κριτήριο έλαβε (1) "εξαίρετος" και (4) "πολύ καλός" από τον πρώτο κριτή και (2) "εξαίρετος" και (3) "πολύ καλός" από τον δεύτερο κριτή. Στο δεύτερο κριτήριο, (1) "εξαίρετος" και (3) "πολύ καλός" από τον πρώτο κριτή και (2) "εξαίρετος" και (2) "πολύ καλός" από τον δεύτερο κριτή.
Στο τρίτο κριτήριο, (3) "εξαίρετος" και (1) πολύ καλός και από του δύο κριτές. Στο τέταρτο κριτήριο, (2) "εξαίρετος" και (2) "πολύ καλός" και από τους δύο κριτές. Δηλαδή έλαβε συνολικά (7) "εξαίρετος" και (10) "πολύ καλός" από τον πρώτο κριτή και (9) "εξαίρετος" και (8) "πολύ καλός" από το δεύτερο κριτή επί συνόλου (17) κριτηρίων.
Β) Το έτος 2000 από τον ένα κριτή που βαθμολόγησε έλαβε (15) "εξαίρετος" και (2) "πολύ καλός". Γ) Το έτος 2001 από τον ένα κριτή που βαθμολόγησε έλαβε (16)
"εξαίρετος" και (1) "πολύ καλός". Δ) Το έτος 2002 από τον ένα κριτή που βαθμολόγησε έλαβε (17) "εξαίρετος" και Ε) Το έτος 2003 από τον ένα κριτή που βαθμολόγησε έλαβε (17) "εξαίρετος". Ως προσόντα του σημειώνονται η οργανοτικώτητα, η υπευθυνότητα του και η εντιμότητα του καθώς και η ευγένεια και το ήθος του. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2003 στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου ο ενάγων παραλείφθηκε, ενώ, μεταξύ άλλων, προήχθη στο βαθμό αυτό και ο προς σύγκριση προτεινόμενος συνάδελφός του Ζ, ο οποίος έχει τα ακόλουθα προσόντα:
Προσελήφθη την 11-8-1980 στον Λογιστικό Κλάδο και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1-7-1996. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της Ανώτατης Βιομηχανικής Σχολής. Γνωρίζει αγγλικά, χωρίς πιστοποίηση γλωσσομάθειας. Λόγω διαδοχικών αποσπάσεών του στο συνδικαλιστικό σωματείο υπαλλήλων της Τράπεζας (ΣΥΤΕ) δεν ανέλαβε θέση ευθύνης.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 εδαφ. γ της από 4-8-1982 ΣΣΕ μεταξύ ΟΤΟΕ και Τραπεζών, η οποία έχει ισχύ νομού με βάση το άρθρο 29 του ν. 1346/1983, έχει νόμιμη απαλλαγή από την υπηρεσία της Τράπεζας και σύμφωνα με το άρθρο 20 εδαφ. δ της ίδιας ΣΣΕ "ο χρόνος της απόσπασης των συνδικαλιστικών λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία". Λόγω της απόσπασή του στον ΣΥΤΕ δεν βαθμολογήθηκε για τα έτη 2001 έως 2002, για δε το έτος 1999 έλαβε 10 "εξαίρετος" και 3 "πολύ καλός" και για το έτος 2000 έλαβε 13 "εξαίρετος".
Ως προσόντα του σημειώνονται η υπευθυνότητα - οξυδέρκεια - προθυμία - ευγένεια και άριστη συνεργασία. Η ικανότητα προσαρμογής του κρινομένου σε διαφορετικά καθήκοντα κρίνεται ως εξαιρετικά υψηλή. Από τη συγκριτική αντιπαραβολή των προσόντων του ενάγοντος με εκείνα του Ζ προκύπτει ότι ο ενάγων υπερέχει έναντι του συγκεκριμένου στη γενική αρχαιότητα (κατά 3 έτη αρχαιότερος ο ενάγων), στη βαθμολογία του έτους 2002, λαμβανομένου υπόψη ότι ο συγκεκριμένος βαθμολογήθηκε επί 13 και όχι επί 17 κριτηρίων, στην ουσιαστική άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων (ο συγκρινόμενος ουδέποτε ανέλαβε θέση ευθύνης έναντι του ενάγοντος που από το 1999 έχει οριστεί Αναπληρωτής Προϊστάμενος Υπηρεσίας) και υστερεί στην ειδική αρχαιότητα (κατά 1 έτος αρχαιότερος ο συγκρινόμενος) και είναι ισοδύναμοι στους τίτλους σπουδών και στη γλωσσομάθεια.
Έτσι, ενόψει του ότι ο ενάγων υπερείχε καταφανώς έναντι του Ζ, η ενέργεια της εναγομένης να προαγάγει κατά τις κρίσεις του έτους 2003 τον τελευταίο και να παραλείψει τον ενάγοντα, εμπόδισε κατά τρόπο αντίθετο προς την καλή πίστη την πλήρωση της αίρεσης από την οποία εξαρτάτο η προαγωγή του. Σημειωτέον, ότι η πειθαρχική ποινή της έγγραφης επίπληξης που επιβλήθηκε το Μάρτιο του έτους 2003 στον ενάγοντα δεν ασκεί επιρροή στην προκειμένη περίπτωση διότι είναι μικρής σημασίας και σύμφωνα με το πόρισμα της Επιθεώρησης η προκύψασα διαφορά δεν ήταν αποτέλεσμα εσκεμμένης ενέργειας ή αδιαφορίας κατά την εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας".
Ακολούθως, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από την 15-12-2003. Με τις κρίσεις του αυτές το δικαστήριο της ουσίας παρεβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ και του Οργανισμού Υπηρεσίας της αναιρεσείουσας αφού τα εκτεθέντα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα του αναιρεσιβλήτου συγκρινόμενα με εκείνα του προαχθέντος συναδέλφου του Ζ δεν του προσδίδουν καταφανή υπεροχή έναντι εκείνου και εντεύθεν δεν καθιστούν καταχρηστική την μη προαγωγή του κατά τις προδιαληφθείσες προαγωγικές κρίσεις.
Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, ο συγκεκριμένος Ζ υπερέχει έναντι του ενάγοντος: α) ως προς του τίτλους σπουδών (είναι πτυχιούχος του τετραετούς φοιτήσεως Τμήματος Διοικήσεως Επιχειρήσεων της Ανώτατης Βιομηχανικής Σχολής, ενώ ο αναιρεσίβλητος είναι πτυχιούχος της διετούς φοιτήσεως Παιδαγωγικής Ακαδημίας), β) ως προς την ειδική αρχαιότητα κατά ένα έτος, γ) ως προς τη βαθμολογία του έτους 2000 (ο αναιρεσίβλητος βαθμολογήθηκε με 13 "εξαίρετος" επί 13 κριτηρίων, ενώ ο αναιρεσίβλητος με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός" επί 17 κριτηρίων) και δ) λόγω μη επιβαρύνσεώς του με οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή, σε αντίθεση με τον αναιρεσείοντα στον οποίο επιβλήθηκε η ποινή της έγγραφης επιπλήξεως, για πειθαρχικό παράπτωμα που τέλεσε εγγύς στο χρόνο των κρίσιμων (Μάρτιος 2003).
Αντίθετα, ο αναιρεσίβλητος υπερέχει του συγκεκριμένου στη γενική αρχαιότητα κατά 3 έτη (από τα οποία όμως τα 2 απασχολήθηκε ως κλητήρας, χωρίς καν να κατέχει απολυτήριο Λυκείου), ενώ είναι ισοδύναμοι στη γνώση ξένης γλώσσας. Τέλος, ούτε ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων υφίσταται υπεροχή του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος μόλις από το έτος 1999 ανέλαβε τη χαμηλότερη θέση ευθύνης (Αναπληρωτής Προϊστάμενος Υπηρεσίας), διότι η μη ανάληψη υπεύθυνων καθηκόντων από τον συγκρινόμενο, οφείλεται στη συνδικαλιστική του δράση και στην απόσπασή του στον ΣΥΤΕ, δηλαδή σε γεγονός που δεν μπορεί να αντιταχθεί ως υπηρεσιακό μειονέκτημα, δεδομένου ότι σύμφωνα με το νόμο και το άρθρο 20 εδαφ.
δ της ως άνω 4-8-1982 ΣΣΕ ο χρόνος της αποσπάσεώς τους λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 3738/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (στην οποία ενσωματώνεται και η 1373/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Με το αναιρετήριο η αναιρεσείουσα υποβάλλει αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και συγκεκριμένα ζητεί, κατά το άρθρο 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της αποδώσει "τις μισθολογικές διαφορές που του καταβλήθηκαν απ' αυτή μετά την κοινοποίηση της προσβαλλόμενης 3738/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών". Η αίτηση αυτή είναι παντελώς αόριστη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι δεν προσδιορίζεται το ποσό των μισθολογικών διαφορών το οποίο κατέβαλε η αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο, ούτε εκτίθεται σ'αυτή ότι η κρίσιμη καταβολή έγινε σε εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της προσβαλλόμενης εφετειακής αποφάσεως, η οποία άλλωστε, όπως και η ενσωματούμενη 1373/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν περιλαμβάνει συναφή διάταξη περί καταψηφίσεως ή αναγνωρίσεως υποχρεώσεως καταβολής μισθολογικών διαφορών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ό,τι στο σκεπτικό κρίθηκε ότι πρέπει να απορριφθεί.
Αναιρεί την 3738/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ