Supreme Court dismisses lawyer's appeal on grounds of non-compliance with prior remand decision regarding liability for unpaid fees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the lawyer's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, rejecting the claim that the lower court failed to follow the remand judgment. The court found the appellate court correctly applied substantive law regarding the lawyer's liability for unpaid fees, noting the client's argument of intentional misinterpretation was unsupported by evidence. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(18), 579(1), 581(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on non-compliance with a remand decision fails if the lower court correctly applied substantive law and provided sufficient reasoning, thereby upholding the remand's legal resolution.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 434 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 434/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : Χ, κατοίκου ..., δικηγόρου Αθηνών, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΠΛΩΝ - Ε.Β.Ο Α.Ε", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γιάννης Καρούζος με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16.12.2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 194/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8644/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 20.10. 2003 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1154/2006 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η 8644/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο. Εκδόθηκε η 5520/2007 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19.02.2008 αίτησή του και τους από 13.10.2008 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 20.11.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης καθώς και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής.
Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ.18 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, αν δηλαδή δεν ακολούθησε ως προς το νομικό ζήτημα που λύθηκε με την παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου τη λύση που δόθηκε από αυτόν. Το νομικό ζήτημα μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ.1 και 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει, ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) τα οποία αφορά ο γενόμενος δεκτός λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, ως προς τα κεφάλαια δε και μόνο αυτά (αναιρεθέντα και αρρήκτως με αυτά συνδόμενα) οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση και ως προς αυτά συζητείται η υπόθεση στο δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο δεν δύναται να επιληφθεί της υπόθεσης ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια, αφού αν προέβαινε εκ νέου στην εξέταση αυτών θα προσέβαλε το δεδικασμένο.
Η έκταση αυτή της αναίρεσης, δηλαδή ως προς ποία κεφάλαια αναιρέθηκε η απόφαση, προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού από την ίδια περί ολικής αναίρεσης της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1307/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 16-11-2000 αγωγή του, ισχυρίσθηκε ότι η εταιρία με την επωνυμία "Γενική Μηχανική ΕΠΕ", η οποία απορροφήθηκε με συγχώνευση από την πρώτη εναγομένη-αναιρεσίβλητη, τον είχε προσλάβει την 1-4-1981 με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, ως δικηγόρο και νομικό της σύμβουλο, τον είχε απολύσει την 22-11-1990 και τον επαναπροσέλαβε, κατά τις διατάξεις του ν.2190/1994, από 13-4-1994, ενώ κατήγγειλε και πάλι τη μεταξύ τους σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία εγγράφως την 28-9-2000 από λόγους εχθρότητας και εκδικότητας του διευθύνοντος συμβούλου της ΑΑ (που δεν μετέχει στη δίκη αυτή) και, όπως το αίτημα της περιορίσθηκε κατά ένα μέρος σε αναγνωριστικό, ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, την καταψήφιση της πρώτης εναγομένης-αναιρεσίβλητης στην προς αυτόν καταβολή 2.971.700 δραχμών για μισθούς υπερημερίας μέχρι τέλος Φεβρουαρίου 2001, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, την αναγνώριση της υποχρεώσεως της πρώτης εναγομένης-αναιρεσίβλητης να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας μέχρι την άρση αυτής, την αναγνώριση της υποχρεώσεως της ν' αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, την αναγνώριση των εναγομένων να του καταβάλλουν 2.000.000 δραχμές έκαστος για χρηματική του ικανοποίηση λόγω αδικοπραξίας και, επικουρικά για τη διαφορά της καταβληθείσας εκ δραχμών 6.820.670 με βάση τον χρόνο από την επαναπρόσληψη (13-4-1994) μέχρι την νέα καταγγελία από τη δικαιούμενη αποζημίωση της καταγγελίας, την καταψήφιση της πρώτης εναγομένης-αναιρεσίβλητης στην προς αυτόν καταβολή 13.712.783 δραχμών με βάση τον χρόνο από την αρχική πρόσληψη (1-4-1981) μέχρι τη νέα καταγγελία (28-9-2000), νομιμοτόκως από την επομένη της καταγγελίας, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής ή, επικουρικότερα, 3.701.087 δραχμών με βάση τον χρόνο από την πρώτη καταγγελία (22-11-1990) μέχρι τη νέα καταγγελία, νομιμοτόκως, όπως αμέσως ανωτέρω, και, τέλος, του ποσού της μηνιαίας αντιμισθίας (594.340 δραχμές) με το νόμιμο τόκο για το διάστημα μέχρι τη συμπλήρωση πλήρους της αποζημιώσεως.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η υπ' αριθμ.194/2001 οριστική απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, στο σύνολό της, και ως προς την πρώτη εναγομένη-αναιρεσίβλητη, ως προς την κυρία και την πρώτη επικουρική βάση της και ως προς το αίτημα καταβολής της μηνιαίας αντιμισθίας μέχρι την συμπλήρωση της πλήρους αποζημίωσης, έγινε δεκτή δε ως προς αυτή, ως προς τη δεύτερη επικουρική βάση της και υποχρεώθηκε η πρώτη εναγομένη-αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον ενάγοντα-αναιρεσείοντα το ποσό των 3.701.087 δραχμών, νομιμότοκα από την καταγγελία (28-9-2000).
Κατά της απόφασης αυτής αμφότερα τα διάδικα μέρη άσκησαν εφέσεις επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8644/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν και οι δύο εφέσεις. Ακολούθως η πρώτη εναγομένη-αναιρεσίβλητη και ο ενάγων-αναιρεσείων άσκησαν κατά της ως άνω απόφασης αναιρέσεις, από τις οποίες, αυτή της πρώτης εναγομένης-αναιρεσίβλητης απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1155/2006 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, ενώ εκείνη του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 1154/2006 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, και αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών εν μέρει, ως προς το κεφάλαιό της περί απόρριψης της πρώτης επικουρικής βάσης της αγωγής, για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.
και συγκεκριμένα για το λόγο ότι το ποσό της συμπληρωματικής αποζημίωσης έπρεπε να υπολογισθεί με αφετηρία την ημερομηνία της αρχικής πρόσληψης (1-4-1981) και όχι την ημερομηνία της πρώτης καταγγελίας (22-11-1990), όπως έγινε με την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και συναναιρέθηκαν και τα λοιπά κεφάλαια της, δια των οποίων έκρινε αυτή επί της ετέρας επικουρικής βάσης (δεύτερης) της ως άνω αγωγής, αφού η έρευνα της προϋπέθετε την απόρριψη της πρώτης επικουρικής βάσης της αγωγής, η οποία ήρτητο και τα σύστοιχα στις βάσεις αυτές αιτήματα περί καταβολής των αποδοχών του αναιρεσείοντος-ενάγοντος έως της καταβολής πλήρους της αποζημίωσης και παραπέμφθηκε η υπόθεση ως προς τα κεφάλαια αυτά προς εκ νέου εκδίκαση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Στη συνέχεια, από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ.5520/2007 απόφαση του Εφετείου, η οποία εκδόθηκε μετά την μερική αναίρεση της παραπάνω 8644/2002 απόφασης του, προκύπτει, ότι το Εφετείο που δίκασε μετά την αναίρεση και παραπομπή, αφού ερεύνησε τα παραπεμφθέντα με την αναιρετική απόφαση ενώπιον αυτού κεφάλαια, έκρινε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, ότι η εταιρία με την επωνυμία "Γενική Μηχανική ΕΠΕ", η οποία απορροφήθηκε από την πρώτη εναγομένη-αναιρεσίβλητη, είχε προσλάβει τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα, δικηγόρο, την 1-4-1981 με σύμβαση έμμισθης εντολής ως δικηγόρο και νομικό της σύμβουλο, κατήγγειλε τη σύμβαση αυτή την 22-11-1990, για να επαναπροσλάβει αυτόν την 13-4-1994, κατά τις διατάξεις του ν.2190/1994, και να καταγγείλει εκ νέου την ως άνω σύμβαση την 28-9-2000, καταβάλλοντας σ' αυτόν ως αποζημίωση το ποσό των 6.820.670 δραχμών, την οποία υπολόγισε με βάση το χρόνο προϋπηρεσίας του από την επαναπρόσληψή του.
Περαιτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι η αποζημίωση που δικαιούνταν ο ενάγων-αναιρεσείων έπρεπε να υπολογισθεί με βάση το χρόνο από την αρχική του πρόσληψη (1-4-1981) έως την νέα καταγγελία (28-9-2000), κατά τον οποίο (υπολογισμό) ανερχόταν αυτή σε δραχμές 19.779.827, και ως εκ τούτου οφειλόταν σ' αυτόν ακόμη το ποσό των 13.712.783 δραχμών, και στη συνέχεια, αφού δέχθηκε ως βάσιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, που πρόβαλε αυτή στη μετ' αναίρεση δίκη, με τις νέες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ως εφεσίβλητη, προς υπεράσπιση κατά της έφεσης του αναιρεσείοντος, ότι η εκ μέρους της καταβολή της ελλιπούς αποζημίωσης σ' αυτόν, οφείλονταν σε πλάνη ως προς το ύψος αυτής, δεχθέν στη μείζονα σκέψη του ότι ο ως άνω σχετικός ισχυρισμός είναι νόμιμος, επιφέρων αντιστροφή του βάρους της απόδειξης, ως προς τη μη ύπαρξη πταίσματος στην αναιρεσίβλητη για την καταβολή ελλιπούς αποζημίωσης στον αναιρεσείοντα, και απέρριψε το σχετικό αίτημα καταβολής των αποδοχών του (αναιρεσείοντος), ακολούθως, κατ'αποδοχή σχετικού λόγου έφεσης αυτού (αναιρεσείοντος), αφού εξαφάνισε την προαναφερθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την διάταξη της, με την οποία απορρίφθηκε η πρώτη επικουρική βάση της ανωτέρω αγωγής, στη συνέχεια δέχθηκε αυτή κατ' ουσίαν και επιδίκασε στον αναιρεσείοντα , ως διαφορά της οφειλομένης σ' αυτόν αποζημίωσης, το ποσό των 10.011.696 δραχμών, αφού αφαίρεσε από το συνολικώς οφειλόμενο ποσό των 13.712.783 δραχμών αυτό (ποσό) των 3.701.087 δραχμών.Από αυτά προκύπτει ότι το Εφετείο συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, αφού ερεύνησε το κεφάλαιο της πρώτης επικουρικής βάσης της αγωγής του αναιρεσείοντος, ως προς το οποίο αναιρέθηκε η προηγούμενη απόφαση του, και το κεφάλαιο του σύστοιχου αιτήματος αυτής περί καταβολής των αποδοχών αυτού (αναιρεσείοντος) έως την καταβολή πλήρους της αποζημίωσης, το οποίο συναναιρέθηκε, ως ηρτημένο και συνδεόμενο με το πρώτο, αφού η έρευνά του προϋπέθετε την ευδοκίμηση της πρώτης επικουρικής βάσης της αγωγής, περί καταβολής συμπληρωματικής αποζημίωσης, ως προς τα οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο) για εκ νέου εκδίκαση, από άλλους δικαστές, ακολούθως δέχθηκε αυτήν κρίνοντας ότι έπρεπε να υπολογισθεί το ύψος της αποζημίωσης από την αρχική πρόσληψη του αναιρεσείοντος, όπως και τον προαναφερθέντα ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί ύπαρξης πλάνης ως προς τον ορθό υπολογισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης στον αναιρεσείοντα, και επιδίκασε σ' αυτόν το ποσό των 10.011.696 δραχμών, για την ως άνω αιτία, απορρίπτοντας συγχρόνως το σύστοιχο αίτημα περί καταβολής σ' εκείνον των αποδοχών του μέχρι καταβολής πλήρους αποζημίωσης.
Είχε δε το δικαίωμα το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, να ασχοληθεί με τον ανωτέρω ισχυρισμό περί πλάνης, που σχετίζεται με τη βασιμότητα ή μη του αιτήματος περί της καταβολής των αποδοχών του αναιρεσείοντος μέχρι της καταβολής σ' αυτόν της πλήρους αποζημίωσης και σε σχέση με τη νομιμότητα ή μη αυτού, καθόσον ως προς αυτό το νομικό ζήτημα δεν αποφάνθηκε το Δικαστήριο αυτό με την προαναφερθείσα αναιρετική απόφασή του, ώστε να γεννηθεί ζήτημα συμμόρφωσης του Εφετείου και ως προς το θέμα αυτό.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., που προβάλλεται με το κύριο δικόγραφο αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προετάθησαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προετάθησαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα νοούνται και οι δια λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως ή παραδεκτώς δια των εκκλήτων προτάσεων προτεινόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 § 1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 §§ 1 και 2 του ιδίου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι με την αναίρεση της αποφάσεως εξαφανίζεται αυτή και αναβιώνει η εκκρεμοδικία της αγωγής ή εφέσεως επί της οποίας εξεδόθη. Η αναιρεθείσα απόφαση αποβάλλει, κατά το αναιρεθέν μέρος της, κάθε ισχύ και θεωρείται ως άκυρη, με αποτέλεσμα να καταλύονται όλες οι έννομες συνέπειες της, οι δε διάδικοι να επανέρχονται στην υφισταμένη προ της αναιρεθείσης αποφάσεως κατάσταση.
Εάν η αναιρεθείσα απόφαση είναι του εφετείου, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήσαν πριν από τη συζήτηση της εφέσεως, επί της οποίας εξεδόθη η αναιρεθείσα απόφαση. Επομένως, οι προτάσεις, που υπεβλήθησαν κατά τη συζήτηση αυτή, όταν ανάγονται σε διατάξεις για τις οποίες εχώρησε η αναίρεση, δεν λαμβάνονται υπόψη από το εφετείο.
Ο ενάγων τέλος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει με τις προτάσεις του της νέας, μετά την αναίρεση, συζητήσεως της εφέσεως νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, που δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, προς υπεράσπιση κατ' αυτής, χωρίς τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την εν μέρει αναίρεση της προεκτεθείσας πρώτης απόφασης του Εφετείου, με την υπ' αριθμ. 1154/2006 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, και τη νέα συζήτηση της έφεσης του αναιρεσείοντος, από το δικαστήριο της ουσίας, ως το δικαστήριο της παραπομπής, η αναιρεσίβλητη προέβαλε δια των προτάσεων της τον αυτοτελή ισχυρισμό, περί του ότι η υπ' αυτής καταβολή στον αναιρεσείοντα ελλιπούς αποζημίωσης οφείλονταν όχι σε πταίσμα αυτής, αλλά σε πλάνη της ως προς το ακριβές ύψος της.
Ο ισχυρισμός αυτός παραδεκτώς προβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη και τότε εφεσίβλητη, προς υπεράσπισή της κατά της ως άνω έφεσης του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε. Γι' αυτό και πρέπει να απορριφθούν οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, οι οποίες συνιστούν κατ' εκτίμηση, πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., που προβάλλονται με το κύριο δικόγραφο της αναίρεσης, ως αβάσιμες.
Επειδή, η διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του Κώδικα περί Δικηγόρων ορίζει ότι "εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως δια καταγγελίας του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει την συμπεφωνημένη εντός των ορίων του άρθρου 92 του παρόντος αμοιβήν του μέχρι πλήρους καταβολής της κατά τα άνω αποζημιώσεως".
Από αυτή τη διάταξη προκύπτει σαφώς, ότι δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής από τη μη καταβολή πλήρους της αποζημιώσεως και επομένως η σύμβαση, που καταγγέλθηκε, λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως είναι μία παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημιώσεως.
Πρόκειται, δηλαδή, για μη γνήσια ή νόθο αντικειμενική ευθύνη του εντολέα, που προϋποθέτει πταίσμα του, έστω και από ελαφρά αμέλεια, κατά το άρθρο 330 του Α.Κ. εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο από το νόμο. Το πταίσμα, όμως, τούτο, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, τεκμαίρεται από μόνη την καθυστέρηση της καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως.
Γίνεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή αντιστροφή του βάρους αποδείξεως και ο δικηγόρος, που ζημιώθηκε, δεν χρειάζεται ν' αποδείξει την υπαιτιότητα του εντολέα του, αφού αυτή τεκμαίρεται από τη μη καταβολή πλήρους της αποζημιώσεως κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής. Μπορεί όμως ο εντολέας το μαχητό αυτό τεκμήριο να το ανατρέψει και ν' απαλλαγεί, αν αποδείξει, ότι η ελλειπής καταβολή της αποζημιώσεως, οφείλεται σε συγγνωστή του πλάνη ή σε εύλογη αμφιβολία του αναφορικώς με το ύψος της (ΟλΑΠ 570/1986).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, σχετικώς με την ένσταση της αναιρεσίβλητης περί ελλείψεως υπαιτιότητάς της ως προς τη μη καταβολή πλήρους της αποζημιώσεως, στον αναιρεσείοντα δικηγόρο για τη λύση, συνεπεία καταγγελίας, της μεταξύ τους συμβάσεως, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ελλιπής καταβολή της αποζημιώσεως οφειλόταν σε συγγνωστή πλάνη της αναιρεσίβλητης και εύλογη αμφιβολία της αναφορικά με το ύψος της, όπως ιδιαίτερα εκφράσθηκε με την επιφύλαξη στο έγγραφο της καταγγελίας ότι ενδεχομένως διαφορετικός (εκείνης του ποσού των 6.067.044 δραχμών)υπολογισμός της αποζημιώσεως δεν οφείλεται σε υπαίτια ενέργεια ή παράλειψη αλλά σε δικαιολογημένο λογιστικό σφάλμα, αμέσως επανορθώσιμο.
Με την από 28/9/2000 εξώδικη διαμαρτυρία του ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι οφειλόταν σε σκόπιμη εκ μέρους της παρερμηνεία του γράμματος και του πνεύματος των διατάξεων της παρ.6 του άρθρ. Ν.2190/1994, αντιθέτως όμως αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητηη είχε εύλογη αμφιβολία ως προς το ύψος της αποζημιώσεως λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας ως προς την ερμηνεία των ως άνω διατάξεων, κρινομένου ως ουσιαστικά βάσιμου του ανατρεπτικού του μαχητού τεκμηρίου εκ του άρθρου 94 παρ.1 εδ.
τελευτ. Κωδ. Δικηγόρων ισχυρισμού της". Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης που άσκησε ο αναιρεσείων σε σχέση με το ως άνω ζήτημα. Έτσι δε που έκρινε, ορθώς εφήρμοσε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Κώδικα περί Δικηγόρων, τις οποίες ουδόλως παραβίασε, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες επί του εκτεθέντος ουσιώδους ζητήματος που εξήτασε, δηλαδή της ενστάσεως της αναιρεσίβλητης, περί ελλείψεως υπαιτιότητάς της για την καταβολή μη πλήρους αποζημιώσεως στον αναιρεσείοντα, λόγω μη υπολογισμού αυτής με βάση τον χρόνο από την αρχική πρόσληψη (1/4/1981), έως τη νέα καταγγελία, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
Επομένως, ο μοναδικός, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος και συνακόλουθα και η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής, στο σύνολό τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Aπορρίπτει την από 19-2-2008 αίτηση καθώς και το από 13-10-2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, για αναίρεση της υπ' άριθμ. 5520/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ