Legislator Case Law & Legislation
434/2008 AI generated

Greek Supreme Court allows appeal against lower court for violating civil code interpretation rules on lease contracts.

Case Number 434/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a lease contract termination. The lower court declared the termination invalid based on a 'change of employment' clause but failed to apply the required civil code interpretation rules to clarify the parties' intent. Consequently, the court found the lower court violated procedural and substantive law by omitting the mandatory interpretative steps.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; When a court of first instance identifies a gap or ambiguity in a contract's expression of intent, it must apply the interpretative rules of good faith and usage to clarify the parties' true will, rather than relying solely on literal wording.

Keywords

AI generated
Civil Code interpretation rules Lease contract termination Change of employment clause Gap in contract terms Good faith interpretation Appeal admissibility Court of Appeal violation

Cited Legislation

AI generated
Article 12 of Law 2298/1995
Article 559 paragraph 1a of the Code of Civil Procedure
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 562 section 4 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 434 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 434/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά), Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου , που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Τσώνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ'άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Αθανασίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/2/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2915/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3692/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά το αναιρεσείον με την από 20/10/2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως της, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, της σημειώνεται παραπάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης ανέγνωσε την από 19-12-2007 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και την παραδοχή του προτεινομένου από τον Εισηγητή αναιρετικού λόγου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Παραδεκτά φέρεται για συζήτηση η κρινόμενη αίτηση το Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 3692/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση και εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του Εφετείου αυτού της 1554/2006 θετικής γνωμοδότησης του αρμόδιου τμήματος Β' του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το παραδεκτό αυτής και των λόγων της (άρθρα 12 ν. 2298/1995, όπως αντικ. με 28 § 3 ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με 42 του ν. 2721/1999).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1α του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, που ορίζουν ότι οι δικαιοπραξίες και οι συμβάσεις ερμηνεύονται με την αναζήτηση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων χωρίς προσήλωση στις λέξεις και σύμφωνα με τις επιταγές της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν κατά την ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων.

Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει απ' αυτήν έμμεσα, τούτο δε συμβαίνει, όταν παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπίστωσής της ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, που αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.

Εάν παρά την άμεση ή έμμεση αυτή διαπίστωση της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας το δικαστήριο της ουσίας δεν προσφύγει, για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, παραβιάζει με τη μη εφαρμογή τους, τους κανόνες αυτούς.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα, ότι με το από ....., ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε στο ......, ο αναιρεσίβλητος εκμίσθωσε στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, για το χρονικό διάστημα από 1-9-2003 έως 1-9-2009, το αναφερόμενο διαμέρισμα, που βρίσκεται στην ανωτέρω πόλη, το οποίο "προοριζόταν ως κατοικία για τη στέγαση και της ανάγκες της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Ελλάδος στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως"' και ότι "σε κάθε περίπτωση δεν εξαρτήθηκε η διάρκεια της μίσθωσης από την μεταβολή των προσώπων και δη του πρεσβευτή, αλλά της υπηρεσίας αυτής.

Εάν ήθελαν τα διάδικα μέρη να εξαρτάται η μίσθωση από το εάν θέλει να κατοικήσει ή όχι ο πρεσβευτής, τότε θα είχε τεθεί σαφώς τούτο στο μισθωτήριο. Επομένως, ο όρος που τέθηκε στο άρθρο 2 της σύμβασης, ότι δηλαδή μπορεί να λυθεί σε περίπτωση "επαγγελματικής μεταβολής ή μετάθεσης" αφορά την υπηρεσία, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί στο .....

και δεν άλλαξε η έδρα της και μπορούσε να αποτελέσει κατοικία σε κάθε περίπτωση, οι τυχόν δε μεταβολές στο πρόσωπο των υπαλλήλων, που διαμένουν στο μίσθιο, δεν επηρεάζουν τους, όρους και την νομική ισχύ της σύμβασης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε άκυρη τη γενόμενη από το αναιρεσείον καταγγελία της συμβάσεως, που είχε ως λόγο και τη μετάθεση του υπηρετούντος στην προαναφερόμενη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδος στον ΟΟΣΑ πρεσβευτή και την ανάληψη των καθηκόντων από άλλο πρεσβευτή, ο οποίος δεν ήθελε το μίσθιο για κατοικία του.

Την καταγγελία αυτή το αναιρεσείον είχε προτείνει προς κατάλυση του αγωγικού δικαιώματος του εκμισθωτή αναιρεσιβλήτου προς καταβολή μισθωμάτων για μεταγενέστερο της καταγγελίας και εντεύθεν της λύσης της μίσθωσης χρονικό διάστημα. Αλλά, από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει, ότι σε αυτές περιέχεται έμμεση διαπίστωση ύπαρξης κενού και ασάφειας στη διαλαμβανόμενη στο μισθωτήριο έγγραφο δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων ως προς το ζήτημα, αν η περίπτωση "επαγγελματικής μεταβολής ή μετάθεσης", για την οποία παρέχεται στο αναιρεσείον δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης, αφορά την υπηρεσία της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Ελλάδος στον ΟΟΣΑ ή τον πρεσβευτή της υπηρεσίας αυτής, αφού το Εφετείο την κρίση του περί συνδρομής της πρώτης εκδοχής στήριξε σε επιχείρημα, που άντλησε από τη διατύπωση του σχετικού όρου και όχι τη σαφή και αναμφίβολη δήλωση βούλησης, που περιέχεται σ' αυτόν.

Ενώ, όμως, έπρεπε, μετά την ανωτέρω διαπίστωση, να προσφύγει στους περιεχόμενους στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, προκειμένου να αποσαφηνίσει το νόημα της επίμαχης δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων με τα μέτρα της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, δεν έκανε χρήση των εν λόγω κανόνων, ούτε παραθέτει στην απόφασή του στοιχεία δηλωτικά της χρήσης των κανόνων αυτών, Ως εκ τούτου, το Εφετείο παραβίασε, παραλείποντας να εφαρμόσει, καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1α' του Κ.Πολ.Δ, όπως παραδεκτά αυτός συμπληρώθηκε και διευκρινίστηκε εγγράφως (άρθρο 562 § 4 Κ.Πολ.Δικ.) από τον αρεοπαγίτη εισηγητή της υπόθεσης. Κατόπιν αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεσιβαλλομένη (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Δημοσίου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, όπως αυτή ισχύει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3692/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλου δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ