Legislator Case Law & Legislation
433/2026 AI generated

Supreme Court allows appeal against administrative court jurisdiction error in civil tort case involving Greek State.

Case Number 433/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling that the case concerned a civil tort rather than an administrative dispute. The State argued the matter was administrative due to underlying contracts, but the Court found the tort occurred before the contracts were formed. Consequently, the appeal was granted, the case remitted for retrial, and the State ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 94, 176, 180, 183, 189, 191, 22, 52, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that a tort committed prior to the formation of administrative contracts constitutes a civil law dispute falling under the jurisdiction of ordinary civil courts, not administrative courts.

Keywords

AI generated
civil tort jurisdiction administrative contract Greek State liability Code of Civil Procedure remittal for retrial legal costs allocation tort prior to contract

Cited Legislation

AI generated
Article 1, paragraph a of the Code of Civil Procedure
Article 94, paragraphs 1, 2 and 3 of the Constitution
Article 1, paragraph 1, item i' and 2 of Law 1406/1983
Articles 1, 2 and 4 of the Code of Civil Procedure
Article 22, paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 52, item 18 of the Transitional Provisions of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, paragraph 1, 183, 189, paragraph 1 and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 433 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 433/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη και Δήμητρα Σίσκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Λ. του Ν. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάρι - Άγγελο Τσάμη και κατέθεσε προτάσεις , 2) P. - J. C. του G. , κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μοσκιού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ι. Σ. του Γ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δημητρακόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 4) Ι. Ι. του Β. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάρι - Άγγελο Τσάμη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/9/2020 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 164/2024 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30/4/2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο παραστάς στο ακροατήριο πληρεξούσιος των υπό στοιχεία 1 και 4 αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 30-4-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 164/2024 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε την από 8-2-2023 έφεση του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημόσιου και την από 23-1-2023 έφεση του ερημοδικασθέντος εναγόμενου Ι.

Ι. ήδη τέταρτου αναιρεσίβλητου, κατά της με αριθμό 4/2023 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις εφέσεις και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την από 3-9-2020 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, για επιδίκαση, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, αποζημίωσης για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης, η οποία- περιουσιακή και μη ζημία- προκλήθηκε στο αναιρεσείον από την παράνομη, υπαίτια και ζημιογόνα συμπεριφορά των εναγομένων, και απέρριψε αυτήν λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκασή της, κρίνοντας, ότι η υπαγόταν στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι, εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι, η τελευταία δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε μετά τη δημοσίευσή της (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 KΠολΔ.). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία κατά τον νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995). Ο λόγος αυτός, λοιπόν, ιδρύεται, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, που, κατά τον νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, ενώ, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία, για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας, για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της, παρά τον νόμο, κήρυξης απαραδέκτου, του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 90/2025, ΑΠ 1259/2023, ΑΠ 915/2023, ΑΠ 406/2023, ΑΠ 259/2023, ΑΠ 122/2023).

Περαιτέρω στο άρθρο 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως το άρθρο αυτό αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. 3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει, δε, από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές, επιτρέπει όμως σ' αυτόν, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις, προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ίδιας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδίκασης ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή και αντιστρόφως (ΑΕΔ 18/2009).

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του νόμου 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν από τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001 και επέβαλε την, εντός πενταετούς προθεσμίας, η οποία μπορούσε να παραταθεί με νόμο, υπαγωγή στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων εκείνων των διοικητικών διαφορών ουσίας, που δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπάχθηκαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε, των ενδεικτικά προβλεπόμενων, στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1, περιπτώσεων, περιλήφθηκαν και οι διαφορές, που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι'), δηλαδή, οι διαφορές, που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της σύμβασης αξίωση.

Η σύμβαση είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το, δε, Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου είτε με βάση το κανονιστικό καθεστώς που διέπει τη σύμβαση είτε με βάση ρήτρες, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικά, έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του σκοπού αυτού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή, σε θέση, που δεν προσιδιάζει στον συναπτόμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, συμβατικό δεσμό, ιδίως, δε, παρέχεται η δυνατότητα, με βάση τη σχετική νομοθεσία ή και με τους όρους της ίδιας της σύμβασης αυτοτελώς, προς το συμβαλλόμενο Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου να επεμβαίνει μονομερώς στη σύμβαση και να επιβάλλει κυρώσεις στον αντισυμβαλλόμενό του (ΑΕΔ 17/2017).

Συμβάσεις, που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 7/2019, ΑΕΔ 7/2017, ΑΕΔ 1-2/2016, ΑΕΔ 12-11/2013, ΑΕΔ 3/2012, ΑΠ 1072/2025 ,ΑΠ 90/2025, ΑΠ 915/2023, ΑΠ 898/2023, ΑΠ 637/2023, ΑΠ 406/2023, ΑΠ 298/2023, ΑΠ 268/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με την ένδικη από 3-9-2020 αγωγή, που άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών εναντίον των αναιρεσιβλήτων, ιστορούσε ότι με το με αριθμό 1115/2017 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του B' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τα φυσικά πρόσωπα που μνημονεύονται στην αγωγή, ως κατηγορούμενοι για τα αδικήματα:

α) της ενεργητικής και της παθητικής δωροδοκίας, στρεφόμενων κατά του ιδίου, από τις οποίες το όφελος που πέτυχαν ή επεδίωξαν οι δράστες και η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο αναιρεσείον, υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ, τελεσθεισών υπό επιβαρυντικές περιστάσεις, το αντικείμενο των οποίων τύγχανε ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ' εξακολούθηση, από κοινού και κατά μόνας, β) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, τελεσθείσας κατ' εξακολούθηση, από κοινού και κατά μόνας, κατ' επάγγελμα και γ) της άμεσης συνέργειας στα αδικήματα της ενεργητικής δωροδοκίας και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, υπό τα πραγματικά περιστατικά που ειδικότερα ιστορούνται στο αγωγικό δικόγραφο.

Ότι, συγκεκριμένα, κατά τη χρονική περίοδο από τις 21-2-2001 μέχρι και τις 29-8-2002, διακινήθηκαν χρηματικά ποσά, ανερχόμενα τουλάχιστον στο ποσό των 756.291 δολαρίων ΗΠΑ, των 24.970.029 σουηδικών κορωνών και των 1.601.777,70 ευρώ, μέσω του τραπεζικού συστήματος, σε διάφορες τράπεζες της Ελλάδας, της Ελβετίας, του Μονακό, του Λιβάνου και άλλων χωρών και με διάφορους ενδιαμέσους, δήθεν δικαιούχους (φυσικά και νομικά πρόσωπα).

Ότι, η αναφερόμενη σουηδική εταιρία "Ericsson Microwave Systems AB" (νυν Saab Electronic Defence Systems) δια των εκπροσωπούντων αυτήν, κατονομαζομένων στο αγωγικό δικόγραφο φυσικών προσώπων που τύγχαναν προστηθέντες υπάλληλοι αυτής ή της αναφερόμενης μητρικής της εταιρείας, όλοι δε κατηγορούμενοι μετά την έκδοση του προαναφερόμενου παραπεμπτικού βουλεύματος, ενέβασε στην υπεράκτια εταιρεία με την επωνυμία "INTERACTION LIMITED", της οποίας πραγματικοί ιδιοκτήτες τύγχαναν οι πρώτος και δεύτερος αναιρεσίβλητοι, ομοίως κατηγορούμενοι, και η οποία λειτουργούσε φαινομενικά ως εταιρεία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών, τα προαναφερόμενα ποσά, όπως αυτά αναλύονται στην αγωγή ανά ημερομηνία κατάθεσης, ποσό, νόμισμα και αριθμό τραπεζικού λογαριασμού, στο πλαίσιο εκτέλεσης της με αριθμό .../1999 διοικητικής σύμβασης προμήθειας, όπως επίσης και της με αριθμό .../1999 αναγκαίας παρακολουθηματικής σύμβασης αντισταθμιστικών ωφελημάτων (Α.Ω.) που υπογράφηκαν μεταξύ, αφενός μεν, του Ελληνικού Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, εκπροσωπούμενου από τον τότε Γενικό Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Εξοπλισμών, Ι.

Σ. , τρίτο αναιρεσίβλητο, ομοίως κατηγορούμενο, αφετέρου δε, της σουηδικής εταιρίας "Ericsson Microwave Systems AB" (νυν Saab Electronic Defence Systems) δια των εκπροσωπούντων αυτήν, με αντικείμενο την προμήθεια τεσσάρων Αερομεταφερόμενων Συστημάτων Έγκαιρης Προειδοποίησης και Ελέγχου (ΑΣΕΠΕ), τύπου "..." και των λοιπών αναφερόμενων στην αγωγή συστημάτων, για την κάλυψη των αναγκών της Πολεμικής Αεροπορίας, με βάση το τότε ισχύον καθεστώς του π.δ/τος 284/1989 για την προμήθεια αμυντικού υλικού.

Ότι o πρώτος αναιρεσίβλητος Θ. Λ. , ενεργώντας κατά μόνας και από κοινού τόσο με τον δεύτερο αναιρεσίβλητο P. C. , όσο και με υψηλόβαθμα στελέχη των άνω εταιριών, προκειμένου να επιτύχουν, είτε διά της μη προβολής αντιρρήσεων, είτε διά της υποβολής θετικής εισήγησης, την ανάθεση στην ως άνω εταιρία Ericsson Microwave Systems AB" (νυν Saab Electronic Defence Systems) της προμήθειας των προαναφερόμενων συστημάτων, υποσχέθηκαν παράνομα, πριν από την υπογραφή των συμβάσεων και τελικά κατέβαλαν, πριν και μετά την υπογραφή των συμβάσεων αυτών, χρηματικά ωφελήματα (δώρα) στον τρίτο αναιρεσίβλητο Ι.

Σ. και σε άλλους Έλληνες κρατικούς αξιωματούχους, υπό τις συνθήκες που ειδικότερα εκτίθενται στην αγωγή, προκειμένου αυτοί, κατά παράβαση του υπηρεσιακού τους καθήκοντος, να προβούν σε αναγόμενη στα καθήκοντά τους ενέργεια, προς ανάθεση της προμήθειας στην ως άνω εταιρία. Ότι τα εν λόγω χρηματικά ωφελήματα πράγματι καταβλήθηκαν παρανόμως πριν και μετά την υπογραφή της σύμβασης, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1998 έως και τουλάχιστον το έτος 2009, στον ως άνω κρατικό αξιωματούχο τρίτο αναιρεσίβλητο.

Ότι για την αποτελεσματική απόκρυψη της διακινήσεως των χρηματικών ωφελημάτων (δώρων) (ήτοι του προϊόντος του εγκλήματος της ενεργητικής και παθητικής δωροδοκίας εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου) και εντεύθεν την διασφάλιση πλήρους μυστικότητος και εχεμύθειας ως προς την ταυτότητα των τελικών παραληπτών των εν λόγω παρανόμων χρηματικών ωφελημάτων χρησιμοποίησαν το ελληνικό και διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Ειδικότερα, κατά την ειδικότερα περιγραφόμενη στην αγωγή διαδικασία νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ("ξέπλυμα βρώμικου χρήματος") διακινήθηκαν μέσω του τραπεζικού συστήματος και μέσω της εταιρίας Interaction Limited, ιδιοκτησίας των Θ. Λ. και P. - J. C. , τα χρηματικά ποσά των 756.291 δολαρίων ΗΠΑ, των 24.970.029 σουηδικών κορονών και του 1.851.777,70 ευρώ, κατά τα προεκτεθέντα, τα οποία, ενσωματώθηκαν στην περιουσία του ως άνω κρατικού αξιωματούχου Ι.

Σ. , ο δε Ι. Ι. , τέταρτος αναιρεσίβλητος, παρέσχε άμεση συνδρομή τόσο στην υπόσχεση και καταβολή των δώρων στον τρίτο αναιρεσίβλητο Ι. Σ. , όσο και στη διακίνηση των ποσών μέσω του τραπεζικού συστήματος, κατά τα αναλυτικά ιστορούμενα στο αγωγικό δικόγραφο. Ότι, ακόμη, τα ποσά αυτά που καταβλήθηκαν σε Έλληνες κρατικούς αξιωματούχους, στο πλαίσιο δωροδοκιών από την άνω εταιρία, διά των κατονομαζόμενων στο αγωγικό δικόγραφο προστηθέντων υπαλλήλων της, προκειμένου να ανατεθεί, άλλως να υποβοηθηθεί, η ανάθεση σ'αυτήν της προμήθειας των προαναφερόμενων οπλικών συστημάτων, είτε συνδυάστηκαν είτε όχι με αντίστοιχες παράνομες υποσχέσεις παροχής ωφελημάτων, συνδέονται αιτιωδώς με ισόποση προσαύξηση του τιμήματος που καθορίστηκε συμβατικά και το οποίο τελικά καταβλήθηκε για τη σχετική προμήθεια, με ζημία του αναιρεσείοντος που επήλθε στην Ελλάδα, δεδομένου ότι, όπως γίνεται δεκτό, τα ποσά των δωροδοκιών μετακυλίονται στον αγοραστή και συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, στο ίδιο (αναιρεσείον) και επιρρίπτονται, ως δημόσιο βάρος, στους Έλληνες πολίτες.

Ότι, μετά ταύτα, τα ποσά, τα οποία δόθηκαν ως χρηματικά ωφελήματα (δώρα) από την προμηθεύτρια εταιρία, με την μεσολάβηση των προστηθέντων υπαλλήλων τους και εισπράχθηκαν από όργανα του ιδίου και τα οποία -χρηματικά ωφελήματα- οδηγήθηκαν, στη συνέχεια, σε διαδικασία νομιμοποίησης ("ξεπλύματος"), αποτελούν την ελάχιστη υλική ζημία του ιδίου, διότι επιβάρυναν ισόποσα το τίμημα των συμβάσεων προμήθειας εξοπλιστικού υλικού (συμβατικό "υπερτίμημα"), προσαυξάνοντας ισόποσα τα έσοδα των αναιρεσιβλήτων.

Ότι το αναιρεσείον έλαβε ακριβή γνώση για πρώτη φορά των υποχρέων προς αποζημίωσή του, καθώς και της επελθούσας ζημίας του και του ελάχιστου ύψους αυτής, μετά τις 28-6-2017, οπότε και εκδόθηκε το προαναφερόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Ότι οι περιγραφόμενες στην αγωγή παράνομες και υπαίτιες πράξεις των αναιρεσιβλήτων συνιστούν αδικοπραξία σε βάρος του, εξαιτίας της οποίας το ίδιο υπέστη την αναφερόμενη στην αγωγή (ελάχιστη) υλική ζημία, αλλά και ηθική βλάβη, λόγω του διεθνούς διασυρμού, της ανεπανόρθωτης τρώσης του κύρους του και του κλονισμού της εμπιστοσύνης των πολιτών ως προς την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών του, της απώλειας της αξιοπιστίας του, αναφορικά με τη διαπραγμάτευση και σύναψη διεθνών συμβάσεων, προς προάσπιση των εθνικών συμφερόντων, καθώς και με την ικανότητά του να διασφαλίσει, διά των υπηρεσιών του, τη νομιμότητα των συναλλαγών και των με αυτές διακινούμενων κεφαλαίων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων, στον ευαίσθητο χώρο των προμηθειών των Ενόπλων Δυνάμεων, όπως επίσης και της απώλειας σημαντικών για την εθνική οικονομία κεφαλαίων.

Με βάση το ιστορικό αυτό, το αναιρεσείον ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον καθένας από αυτούς, αφενός μεν, ως αποζημίωση, για την αποκατάσταση της υλικής του ζημίας, το ισάξιο ποσό των 756.291 δολαρίων ΗΠΑ και των 24.970.029 σουηδικών κορωνών, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ισοτιμίες των ξένων νομισμάτων προς το ευρώ, καθώς επίσης και το ποσό των 1.851.777,70 ευρώ, αφετέρου δε, για τη χρηματική ικανοποίησης της ηθικής βλάβης που υπέστη, το ποσό των 1.000.000 ευρώ καθένας, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 4/2023 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ερήμην του εκεί τέταρτου εναγόμενου Ι. Ι. ήδη τέταρτου αναιρεσιβλήτου και αντιμωλία των πρώτου, δευτέρου και τρίτου εναγομένων ήδη πρώτου, δεύτερου και τρίτου αναιρεσιβλήτων, με την οποία, ως προς μεν τον ερημοδικασθέντα διάδικο δέχθηκε την αγωγή εξ ολοκλήρου, ως προς το αίτημα της αποζημίωσης, λόγω της ερημοδικίας του και εν μέρει ως προς το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ως προς δε τους κατ'αντιμωλία δικασθέντες άνω διαδίκους απέρριψε αυτήν στο σύνολό της ως αβάσιμη.

Κατά της παραπάνω απόφασης, παραπονέθηκαν, με την από 8-2-2023 έφεσή του το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ζητώντας την εξαφάνισή της, κατά το σκέλος της, που αφορούσε στην απόρριψη της αγωγής του, ως προς τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων (Θ. Λ. , P. - J. C. και Ι. Σ.) με λόγους που ανάγονται στην εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και την κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ο τέταρτος αναιρεσίβλητος - ερημοδικασθείς εναγόμενος Ι.

Ι. με την από 23-1-2023 έφεσή του, αμφισβητώντας το τεκμήριο ομολογίας και την διάγνωση της αβασιμότητας της αγωγής του Ελληνικού Δημοσίου. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η με αριθ. 164/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις εφέσεις και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη με αριθ. 4/2023 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε την από 3-9-2020 αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου και απέρριψε αυτήν λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, προς εκδίκασή της, κρίνοντας, ότι η μεταξύ των διαδίκων διαφορά υπαγόταν στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

Ειδικότερα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε τα ακόλουθα, δέχτηκε τα ακόλουθα: "...Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του δικογράφου προκύπτει ότι η επίδικη αξίωση ερείδεται στην εξωσυμβατική (αδικοπρακτική) ευθύνη των εναγομένων και πηγάζει από την ως άνω κύρια σύμβαση προμήθειας αμυντικού εξοπλισμού μετά της αντίστοιχης παρακολουθηματικής σύμβασης αντισταθμιστικών ωφελημάτων.

Η εν λόγω σύμβαση είναι διοικητική, καθόσον ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο, εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό, που είναι η προμήθεια ειδών απαραίτητων για την κάλυψη αναγκών της Πολεμικής Αεροπορίας και την επιτέλεση του έργου του ενάγοντος-εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, και διέπεται από τις διατάξεις του π.δ. 284/1989 (άρθρο 36 της Σύμβασης), κατ' εφαρμογή των οποίων καταρτίστηκε, οι οποίες εξασφαλίζουν σε αυτό υπερέχουσα θέση έναντι της αντισυμβαλλόμενης προμηθεύτριας εταιρίας, αφού επιτρέπουν τη μονομερή επέμβαση τούτου στο συμβατικό δεσμό με την επιβολή κυρώσεων ...

Συνεπώς κάθε διαφορά που απορρέει από τη σύμβαση αυτή έχει διοικητικό χαρακτήρα, όπως και η διαφορά που δημιουργεί η αξίωση ανόρθωσης της ζημίας του Ελληνικού Δημοσίου από την επίδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόμενων, αφού συνδέεται αιτιωδώς με τη σύναψη της διοικητικής σύμβασης, λόγω του ότι η ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, ήτοι το αιτούμενο δια της αγωγής ποσό των παράνομων ωφελημάτων, το οποίο ενσωματώθηκε στο τίμημα που το ίδιο κατέβαλε για την εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσής του, δεν μπορεί να νοηθεί και να υπάρξει χωρίς την κατάρτιση της εν λόγω διοικητικής σύμβασης, ανεξάρτητα από το αν οι υποσχέσεις καταβολής των χρηματικών ωφελημάτων και μέρος των αντίστοιχων παράνομων περιουσιακών μετακινήσεων ξεκίνησαν να λαμβάνουν χώρα πριν την κατάρτισή της.

Επομένως, εφόσον η επίδικη αξίωση είναι παρεπόμενη των ως άνω διοικητικών συμβάσεων και ερείδεται στην εξωσυμβατική ευθύνη των εναγόμενων, η δε υποκείμενη αιτία της συνιστά κατά τα ανωτέρω σχέση δημοσίου δικαίου, το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας προς εκδίκασή της, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ...".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την αγωγή, για έλλειψη δικαιοδοσίας αυτού, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Τούτο διότι, η φύση της ένδικης διαφοράς, όπως εκτίθεται στην ως άνω αγωγή του αναιρεσείοντος, είναι διαφορά ιδιωτικού δικαίου και ανήκει στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων (άρθρο 1 περ.

α' ΚΠολΔ). Ειδικότερα, σύμφωνα με το, κατά τα κύρια σημεία του, παρατεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, η διαφορά, που εισάγεται προς κρίση με αυτήν, δεν έχει αναφυεί κατά την εφαρμογή του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τις διοικητικές συμβάσεις, οι οποίες καταρτίστηκαν μεταξύ του αναιρεσείοντος και της προμηθεύτριας, για την κάλυψη αναγκών της Πολεμικής Αεροπορίας των τεσσάρων αερομεταφερόμενων Συστημάτων Έγκαιρης Προειδοποίησης και Ελέγχου (ΑΣΕΠΕ), τύπου "...", εταιρίας με την επωνυμία ERICSSON MICROWAVE SYSTEMS ΑΒ, εδρεύουσας στη Σουηδία , καθότι δεν προέρχεται από αυτές και δεν σχετίζεται με το κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεσή τους.

Αντίθετα, οι ασκούμενες με την ένδικη αγωγή αξιώσεις αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης συνιστούν αυτοτελείς αξιώσεις, θεμελιούμενες στις οικείες διατάξεις του Αστικού Κώδικα, για την πρωτογενή ενοχή από αδικοπραξία, η οποία (α) συνίσταται στη διάπραξη των περιγραφόμενων στην αγωγή ποινικών αδικημάτων από τους αναιρεσιβλήτους, τα οποία αυτοί διέπραξαν κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφό της, (β) προκάλεσε περιουσιακή και μη περιουσιακή ζημία στο αναιρεσείον και (γ) γεννά νόμιμο λόγο ( αδικοπρακτικής ) ευθύνης, για την αποκατάσταση της αιτούμενης με την αγωγή ζημίας και ηθικής βλάβης.

Επιπλέον, κατά τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή, οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος, για την αποκατάσταση της περιουσιακής και μη ζημίας του, που προκλήθηκε από την αδικοπραξία των αναιρεσιβλήτων, δεν έχουν ως υποκείμενη αιτία τις μεταξύ των διαδίκων διοικητικές συμβάσεις και πολύ περισσότερο δεν είναι παρεπόμενες των εν λόγω συμβάσεων αξιώσεις.

Τούτο, διότι, η αδικοπραξία των αναιρεσιβλήτων προηγήθηκε της κατάρτισης των συγκεκριμένων διοικητικών συμβάσεων και διαμόρφωσε παράνομα το τίμημά τους. Επομένως, η διαφορά, που εισάγεται προς κρίση με την από 3-9-2020 αγωγή του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά των αναιρεσίβλητων δεν είναι διοικητική διαφορά ουσίας, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, όπως εσφαλμένα κρίθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Αντίθετα, όπως επανειλημμένα αναφέρθηκε, είναι διαφορά ιδιωτικού δικαίου και ανήκει στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων (άρθρο 1 περ. α' ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ως άνω και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρά τον νόμο (άρθρα 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, 1 παρ. 1, παρ. 2 εδ. ι' και 2 του νόμου 1406/1983 και 1, 2 και 4 του ΚΠολΔ), απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών λόγων της αναίρεσης.

Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που δίκασε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού νόμιμου αιτήματός του (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, α) κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του νόμου 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ, μετά την εισαγωγή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 52 αριθ. 18 ΕισΝΚΠολΔ) και έχει αμφιμερή ισχύ, δηλαδή, ισχύει τόσο για το Δημόσιο, όσο και για τον αντίδικό του και β) κατά την παρ. 2 του άρθρου μόνου της κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης με τον αριθμό 134423 οικ/8-12-1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του νόμου 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την με αριθμό 164/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο προαναφερόμενο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση, η οποία αναιρέθηκε.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ