Supreme Court dismisses appeal for vague admissibility and lack of legal basis regarding acquisitive prescription interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's final decision rejecting their claim for co-ownership of a property. The appellants argued that the lower court erred in interpreting acquisitive prescription laws by incorrectly classifying the location as non-borderland, whereas the court found the property was not in a borderland area. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible due to vagueness and unfounded because the lower court correctly applied the law based on the established facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1a), 577(1), 577(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if vague and unfounded, and the lower court's interpretation of acquisitive prescription laws is upheld when based on correct factual findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 433 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 433/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Τ. του Κ. και Λ., 2) Α. Τ. του Κ. και Λ., 3) Β. Τ. του Κ. και Λ., 4) Π. Τ. του Κ. και Λ., 5) Ν. Τ. του Κ. και Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Αναγνωστόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Π. του Ξ., 2) Μ. Π. του Ξ., 3) Ε. Π. του Ξ., κατοίκων ... Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βαρδάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1453/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 893/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-7-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την κρινόμενη από ... αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 893/29.04.2022, τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την από ... έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 1453/05.02.2020 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε απορρίψει την από ... αγωγή αυτών (αναιρεσειόντων). Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τον μοναδικό λόγο της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων, η προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες (Γ. Τ. του Κ. και Λ., Α. Τ. του Κ. και Λ., Β. Τ. του Κ. και Λ., Π.
Τ. του Κ. και Λ., Ν. Τ. του Κ. και Λ.) ήγειραν κατά των εναγομένων (Ι. Π. του Ξ., Μ. Π. του Ξ., Ε. Π. του Ξ.) την από ... αγωγή, την οποία απηύθηναν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριοι του περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου. Η άνω αγωγή συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 1453/05.02.2020 οριστική απόφαση αυτού με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε.
Κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι ενάγοντες - εκκαλούντες άσκησαν την από ... έφεσή τους, την οποία απηύθηναν στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης και έστρεψαν κατά των εναγόμενων - εφεσίβλητων. Η άνω έφεση συζητήθηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 893/29.04.2022 τελεσίδικη απόφαση αυτού με την οποία η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.
Κατά της αποφάσεως αυτής του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου οι ενάγοντες - εκκαλούντες - αναιρεσείοντες άσκησαν την από ... αίτησή τους, την οποία απηύθηναν στο Δικαστήριο τούτο και έστρεψαν κατά των εναγόμενων - εφεσίβλητων - αναιρεσίβλητων, με την οποία ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου για τον λόγο που αναφέρεται στο αναιρετήριο.
Οι νομικές σκέψεις και οι ουσιαστικές παραδοχές, επί των οποίων το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στήριξε την κρίση του, είναι, κατ' αντιγραφήν των στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιεχομένων, οι ακόλουθες: "Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 369, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ προκύπτει ότι κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο αποκτά κάποιος, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, επίσης, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Κατά τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με διάνοια κυρίου επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.
Άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτά πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, τέτοιες δε πράξεις, εφόσον πρόκειται για αστικό ακίνητο, είναι μεταξύ άλλων η εποπτεία, η επίσκεψη, η διαμονή, η χρήση των εγκαταστάσεών του, η ανοικοδόμηση και η κατοίκηση, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας ... .).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων με εκείνες των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για την πληρότητα της αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει, εκτός των άλλων, ότι κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος του ήταν κύριος του πράγματος που μεταβίβασε.
Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνο, αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρει είτε με την αγωγή καθ' υποφορά, είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης της αγωγής ορισμένο νόμιμο τρόπο με τον οποίο ο δικαιοπάροχος του έγινε κύριος του ακινήτου, τέτοιος δε τρόπος μπορεί να είναι εκείνος της κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία ... .
Συνίσταται δε ο εν λόγω τρόπος στο ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος έχει στη νομή του, δηλαδή στην φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, το ακίνητο για μια συνεχή εικοσαετία. Επίσης, για το ορισμένο της αγωγής σ' αυτήν την τελευταία περίπτωση, πρέπει ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του να αναφέρει τις διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου του στο ακίνητο.
Αν η αγωγή στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει τις υλικές και εμφανείς πράξεις νομής που άσκησε συνεχώς επί 20 τουλάχιστον έτη πάνω στο ακίνητο, με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει σαν δικό του ... , δυνάμενος να συνυπολογίσει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του... .
Στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες επικαλέστηκαν στην αγωγή τους, όπως το περιεχόμενο αυτής αναφέρθηκε παραπάνω, ότι έχουν καταστεί συγκύριοι, κατά ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς, του οικοπεδικού κλήρου με αριθμό ... της εποικισθείσας περιοχής ... Θεσσαλονίκης, με παράγωγο τρόπο και δη δυνάμει της με αριθμό ...
πράξης αποδοχής κληρονομίας της αποβιωσάσης την 8.1.1997 μητέρας τους, Λ. Ν., συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ρ. Κ. - Α., που μεταγράφηκε νόμιμα. Ως προς την κυριότητα της δικαιοπαρόχου τους - κληρονομουμένης οι ενάγοντες αναφέρουν την αγωγή τους ότι αυτή κατέστη κυρία ποσοστού 25% εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο και δη από κληρονομία του αποβιώσαντος την 28.6.1961 πατέρα της, Α.
Ν. του Ι., κληρονομία την οποία αυτοί (ενάγοντες) αποδέχθηκαν για λογαριασμό της με την ως άνω πράξη αποδοχής κληρονομίας που μεταγράφηκε νόμιμα. Ως προς το υπόλοιπο ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι η δικαιοπάροχος μητέρα τους, Λ. Ν., κατέστη κυρία αυτού με άτυπη δωρεά των ποσοστών που είχαν κληρονομήσει από τον αποβιώσαντα πατέρα της εξ αδιαθέτου οι λοιποί συγκληρονόμοι αυτού και δη η σύζυγός του Ε.
και τα λοιπά δύο τέκνα του, Σ. και Φ. Ν.. Ουσιαστικά, οι ενάγοντες, επικαλέστηκαν, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής τους, ότι η δικαιοπάροχος μητέρα τους απέκτησε την κυριότητα επί ποσοστού 75% εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και δη με έκτακτη χρησικτησία. Οι εναγόμενοι, με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου νόμιμα κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους, αμφισβήτησαν την κυριότητα επί του επιδίκου της δικαιοπαρόχου των εναγόντων, ισχυριζόμενοι ότι ο δικός τους δικαιοπάροχος, Ξ.
Π., κατέστη κύριος του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο και δη με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενος αυτό με διάνοια κυρίου συνεχώς από το έτος 1964 και μέχρι το θάνατό του, στις 8.3.2019, επί του οποίου αυτός ανήγειρε, ήδη από το έτος 1964, δυνάμει της με αριθμό πρωτ. ... άδειας, ισόγεια κεραμοσκεπή οικία, στην οποία έκτοτε διέμενε με την οικογένειά του.
Οι ενάγοντες στις νομίμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αναφέρουν ότι "η μητέρα τους, Λ. Ν., ήδη από το έτος 1965 ετύγχανε νομέας του επιδίκου κλήρου, λόγω άτυπης δωρεάς, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ αφενός εκείνης, αφετέρου των αδερφών και της μητέρας της". Ωστόσο, σύμφωνα και με όσα σχετικά αναφέρθηκαν στην αμέσως προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας, οι ενάγοντες, με την ως άνω αναφορά τους, ουδόλως κατέστησαν την αγωγή τους ορισμένη ως προς την κυριότητα επί του επιδίκου κατά ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου της δικαιοπαρόχου μητέρας τους, καθότι ουδόλως αναφέρουν ότι αυτή νεμόταν το επίδικο με διάνοια κυρίου, ούτε βέβαια αναφέρουν συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις της δικαιοπαρόχου τους στο ακίνητο και δη υλικές και εμφανείς πράξεις νομής επ' αυτού επί 20 έτη τουλάχιστον, με τις οποίες πράξεις η δικαιοπάροχός του εκδήλωνε τη βούλησή της να κατέχει το επίδικο σαν δικό της.
Οι ενάγοντες ουδόλως αναφέρουν λ.χ. ότι η δικαιοπάροχός τους επέβλεπε, καλλιεργούσε, φρόντιζε, επιμελούνταν ή διέμενε στο επίδικο ακινήτο. Αντίθετα μάλιστα, καθ' υποφοράν στην αγωγή τους αναφέρουν ότι η δικαιοπάροχός τους δεν είχε τη νομή του επιδίκου, καθόσον ειδικότερα αναφέρουν (5η σελίδα της αγωγής δεύτερη παράγραφος αυτής) ότι "η δικαιοπάροχός τους δεν ήταν δυνατό να γνωρίζει την ύπαρξη του επιδίκου, ο τίτλος επί του οποίου εκδόθηκε από τη Διεύθυνση Νομαρχίας Θεσσαλονίκης την 21.10.1974", ενώ σε άλλο σημείο της αγωγής τους (3η σελίδα στο τέλος αυτής) αναφέρουν ότι "η οικογένειά μας και οι προπεριγραφόμενοι στενοί συγγενείς μας (δηλ.
οι κληρονόμοι του παππού τους) ήταν αγράμματοι, χωρίς οι ίδιοι να γνωρίζουν την περιουσιακή κατάσταση του παππού μας". Σύμφωνα, λοιπόν, με τα ανωτέρω η αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των εναγόντων κατά το ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της, καθότι οι ενάγοντες, παρά την αμφισβήτηση της κυριότητας της δικαιοπαρόχου τους, Λ.
Ν., επί του επιδίκου από τους εναγόμενους, ουδόλως αναφέρουν και επικαλούνται, είτε στην αγωγή τους καθ' υποφοράν, είτε στις έγγραφες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατατεθείσες προτάσεις τους, ότι η δικαιοπάροχός τους με συγκεκριμένες υλικές πράξεις νεμόταν το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα 20 ετών τουλάχιστον.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του τα ίδια έκρινε, αν και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες - ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε κρίνοντας ότι δεν προκύπτει με σαφήνεια ο τρόπος κτήσης της κυριότητας της δικαιοπαρόχου τους, Λ.
Ν., επί του επιδίκου και απέρριψε την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή για το ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ως αόριστη, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 79 του Αγροτικού Κώδικα σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του ίδιου άρθρου καθώς και εκείνες των άρθρων 26, 74, 180, 188, 193, 203, 207 και 208 του ίδιου Κώδικα, ενόψει δε και της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 1 του α.ν. 431/1968, κατά την οποία από την έναρξη της ισχύος αυτού (23.5.1968) επιτρέπεται στους κατά την εποικιστική εν γένει νομοθεσία κληρούχους η με δικαιοπραξίες εν ζωή εκποίηση ή οπωσδήποτε διάθεση των κάθε είδους κλήρων τους, υπό τον περιορισμό μόνο της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής, προκύπτει ότι ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος, από την εγκατάσταση αυτού στον κλήρο ως την ισχύ του α.ν. 431/1968 (23.5.1968) και αν ακόμη δεν προέβη σε κατοχή αυτού, θεωρείται ως μόνος καλής πίστης νομέας αυτού και συνεπώς ο κλήρος που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος νομής από άλλον ... .
Ως "εγκατάσταση" νοείται, κατά τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα και των προϊσχυσάντων αυτού αγροτικών νόμων, η παραχώρηση με απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων ορισμένου κλήρου σε πρόσωπο δικαιούμενο αποκατάστασης. Την αυτή ως άνω πλασματική νομή έχουν κατ' επέκταση και οι κληρονόμοι του κληρούχου, διότι με τις προαναφερόμενες διατάξεις ο νομοθέτης είχε σκοπό να παράσχει και σ` αυτούς την ίδια με τον κληρούχο προστασία.
Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 4 παρ. 1 και 5 του ν.δ. 1189/1972, το οποίο κατά το άρθρο 16 παρ. 1 αυτού κατήργησε αντίστοιχες διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα, η κυριότητα των κλήρων των μη παραμεθορίων περιοχών περιέρχεται "... αυτοδικαίως από της κυρώσεως της οριστικής διανομής, εις τους αναγεγραμμένους εις τους κτηματολογικούς πίνακες της οριστικής διανομής δικαιούχους τούτων... .", ενώ αρμόδια για την έκδοση των οριστικών τίτλων κυριότητας είναι η Επιτροπή των Οριστικών Διανομών (Ε.Α.Π.), από τη δημοσίευση της απόφασης της οποίας, κατά τον τρόπον που ορίζεται, θεωρείται ότι κυρώθηκε η οριστική διανομή.
Μετά όμως την ισχύ του α.ν. 431/1968 (23.5.1968) ο κληρούχος ή ο κληρονόμος του δεν θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου νομέας του κλήρου, αν δεν τον κατέχει πραγματικά, με συνέπεια να είναι δυνατή η χωρίς τη θέληση του κληρούχου κτήση από τρίτον της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, που μπορεί να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο για καθεμιά εξ αυτών απαιτούμενος, από την ισχύ του ως άνω νόμου και εφεξής, χρόνος.
Τούτο μπορεί να συμβεί, μόνο εφόσον έχει κυρωθεί, όπως ορίζει ο νόμος, η οριστική διανομή, αφού μόνον έκτοτε αποκτά την κυριότητα του κλήρου που βρίσκεται σε μη παραμεθόρια περιοχή ο κληρούχος, ενώ μέχρι τότε η κυριότητα αυτού ανήκει στο Δημόσιο ... . Εξάλλου, ο Νομός Θεσσαλονίκης δεν ορίστηκε ως παραμεθόριος περιοχή, επί της οποίας έχει εφαρμογή, κατ' άρθρο 4 αυτού ο α.ν. 1366/1938, ενώ ο ορισμός της περιφέρειας του ως άνω νομού ως παραμεθορίου επαρχίας του κράτους, που έγινε με το από 12 Ιουνίου 1926 π.δ/γμα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 3250/1924 "περί κυρώσεως του από 3 Σεπτεμβρίου 1924 ν.δ/τος περί απαγορεύσεως δικαιοπραξιών επί ακινήτων", έχει σχέση με την απαγόρευση της κτήσης κυριότητας από αλλοδαπούς σε ακίνητα κείμενα σε παραμεθόριες περιοχές του κράτους και όχι με την εφαρμογή των προεκτεθεισών διατάξεων του άρθρου 1 του ν.δ/τος 1182/1972 ... .Με τον δεύτερο λόγο της έφεσής τους οι εκκαλούντες - ενάγοντες ισχυρίζονται ότι βασική προϋπόθεση της απόκτησης από τον τρίτο κυριότητας επί του κλήρου με χρησικτησία, μετά τον α.ν. 431/1968, είναι να έχει εκδοθεί και μεταγραφεί το οριστικό παραχωρητήριο στον κληρούχο, αφότου και τρέχει ο χρόνος υπολογισμού της χρησηκτησίας και ότι αν δεν έχει εκδοθεί και μεταγραφεί το παραχωρητήριο, δεν μπορεί να αρχίσει από τον τρίτο χρησικτησία, έστω και αν ο κληρούχος είχε γίνει κύριος του κλήρου με κύρωση της διανομής.
Με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς παραπονούνται ότι εσφαλμένα εφαρμόζοντας το νόμο η εκκαλουμένη απόφαση δεν υπολόγισε ως χρόνο έναρξης της δήθεν χρησικτησίας από τον Ξ. Π. το χρόνο μεταγραφής του παραχωρητηρίου, ήτοι την 15.10.2004, αλλά αντίθετα υπολόγισε ως χρόνο έναρξης της χρησικτησίας την 28.6.1972, ημερομηνία κύρωσης της διανομής στην εποικισθείσα περιοχή ....
Ο λόγος αυτός της έφεσης είναι, σύμφωνα με όσα σχετικά αναφέρονται στην αμέσως προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας, απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι, η κυριότητα των κλήρων των μη παραμεθόριων περιοχών, όπως είναι ο Νομός Θεσσαλονίκης, περιέρχεται αυτοδικαίως από την κύρωση της οριστικής διανομής στους αναγεγραμμένους στους κτηματολογικούς πίνακες της οριστικής διανομής δικαιούχους αυτών και επομένως από την κύρωση της οριστικής διανομής παύει να είναι δικαιούχος αυτών το Δημόσιο, ενώ μετά την ισχύ του α.ν. 431/1968 ο κληρούχος παύει να θεωρείται ως μόνος καλής πίστης νομέας του κλήρου, ακόμη και αν δεν προέβη σε κατοχή αυτού.
Η εκκαλουμένη απόφαση κρίνοντας επί της ουσίας της διαφοράς δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει στην νομή του δικαιοπαρόχου των εναγομένων, Ξ. Π., ήδη από το έτος 1964 και ο αποβιώσας την 28.6.1961 αρχικός κληρούχος, Α. Ν. είχε αποξενωθεί πλήρως από τη νομή του προ του θανάτου του και ότι αυτός, Ξ. Ν., χρησιμοποιούσε αδιαλείπτως και ανενόχλητα το επίδικο ακίνητο για την κατοικία του ιδίου και της οικογένειάς του, τουλάχιστον από το έτος 1966, όταν αυτό ηλεκτροδοτήθηκε, με πλήρη πεποίθηση ότι του ανήκει κατά κυριότητα, με αποτέλεσμα αυτός ήδη από το έτος 1992, κατά το οποίο συμπληρώθηκε εικοσαετής νομή του επ' αυτού, αρχόμενη από την 28.6.1972, ημερομηνία κατά την οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 99 η κύρωση της διανομής στην εποικισθείσα περιοχή ...
Θεσσαλονίκης, να καταστεί κύριος αυτού. Με αυτά που έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, υπολογίζοντας το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου των εναγομένων, Ξ. Π., προκειμένου αυτός να αποκτήσει την κυριότητα επί του επίδικου κλήρου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, από την ημερομηνία κύρωσης της διανομής της εποικισθείσας περιοχής ...
Θεσσαλονίκης, στην οποία βρίσκεται το επίδικο, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι αργότερα πράγματι εκδόθηκε ο τίτλος παραχώρησης στο όνομα του αρχικού κληρούχου, Α. Ν., και στη συνέχεια ο τίτλος αυτός μεταγράφηκε νόμιμα, όπως δεν αμφισβητούν οι ενάγοντες, ορθά το νόμο (α.ν. 431/1968, άρθρ. 1 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5 ν.δ. 1189/1972) εφάρμοσε.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους οι εκκαλούντες - ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη απόφαση, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, κρίνοντας ότι ο νομός Θεσσαλονίκης δεν τυγχάνει παραμεθόριος περιοχή, ώστε η έναρξη χρησικτησίας στους κείμενους σ' αυτό νομό κλήρους, να ξεκινάει από την κύρωση της οριστικής διανομής και όχι από και δια της μεταγραφής του σχετικού παραχωρητηρίου.
Και ο λόγος αυτός της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι, σύμφωνα με όσα σχετικά αναφέρθηκαν στην προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο Νομός Θεσσαλονίκης δεν ορίστηκε ως παραμεθόριος περιοχή, επί της οποίας έχει εφαρμογή, κατ` άρθρο 4 αυτού ο α.ν. 1366/1938, ενώ ο ορισμός της περιφέρειας του ως άνω νομού ως παραμεθορίου επαρχίας του κράτους, που έγινε με το από 12 Ιουνίου 1926 π.δ/γμα κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 3250/1924 "περί κυρώσεως του από 3 Σεπτεμβρίου 1924 ν.δ/τος περί απαγορεύσεως δικαιοπραξιών επί ακινήτων", έχει σχέση με την απαγόρευση της κτήσης κυριότητας από αλλοδαπούς σε ακίνητα κείμενα σε παραμεθόριες περιοχές του κράτους και όχι με την εφαρμογή των προεκτεθεισών διατάξεων του άρθρου 1 του ν.δ/τος 1182/1972.".
Επειδή κατά τις διατάξεις των άρθρων 1§1 και 4§§1, 5 του ν.δ. 1189 της 28/28.06.1972 "Περί εκδόσεως οριστικών τίτλων κυριότητος κατά τας διατάξεις της Αγροτικής Εποικιστικής Νομοθεσίας αποκατασταθέντων κληρούχων απάντων των αγροκτημάτων και Συνοικισμών", που καταργήθηκε με το άρθρο 37§1 του ν. 4061/2012 και που, κατά το άρθρο 16§1 αυτού, κατάργησε αντίστοιχες διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα, η κυριότητα των κλήρων των μη παραμεθορίων περιοχών περιέρχεται "...
αυτοδικαίως από της κυρώσεως της οριστικής διανομής, εις τους αναγεγραμμένους εις τους κτηματολογικούς πίνακες της οριστικής διανομής δικαιούχους τούτων (φυσικά πρόσωπα) ... .", ενώ αρμόδια για την έκδοση των οριστικών τίτλων κυριότητας είναι η Επιτροπή των Οριστικών Διανομών, από τη δημοσίευση της αποφάσεως της οποίας, κατά τον τρόπο που ορίζεται θεωρείται ότι κυρώθηκε η οριστική διανομή.
Εξ ετέρου από τη διάταξη του άρθρου 1§1 του α.ν. 431/1968 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της εν γένει εποικιστικής νομοθεσίας και άλλων τινών διατάξεων", που καταργήθηκε με το άρθρο 37§1 του ν. 4061/2012, προκύπτει ότι, μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (23.05.1968), ο κληρούχος και οι κληρονόμοι του δεν θεωρούνται, κατά πλάσμα του νόμου, νομείς του κλήρου αν δεν τον κατέχουν πραγματικά και, συνεπώς, είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή τους κτήση από τρίτον της νομής ολοκλήρου του κληροτεμαχίου, δυνάμενη, αν συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, να οδηγήσουν στη με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία κτήση της κυριότητας τούτου, εφόσον συμπληρωθεί ο για κάθε μία εξ αυτών απαιτούμενος, από την ισχύ του ως άνω νόμου και εφεξής χρόνος.
Προϋποτίθεται η κύρωση της οριστικής διανομής, αφού μόνο έκτοτε ο κληρούχος αποκτά την κυριότητα του ευρισκόμενου σε μη παραμεθόριο περιοχή κλήρου, ενώ μέχρι τότε η κυριότητα αυτή ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο (Ολ. Α.Π. 8/2001, Α.Π. 24/2017). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 του Α.Κ. προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. 'Ασκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτά πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, τέτοιες δε πράξεις, εφόσον πρόκειται για αστικό ακίνητο, είναι, μεταξύ άλλων, η εποπτεία, η επίσκεψη, η διαμονή, η χρήση των εγκαταστάσεών του, η ανοικοδόμηση και η κατοίκηση, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας.
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν.δ. 1189/1972 και τις προ της ισχύος αυτού διατάξεις του άρθρου 196 του Αγροτικού Κώδικος (β.δ. της 29.10/06.12.1949 "Περί κωδικοποιήσεως των Αγροτικών Νόμων"), όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 77 του ν.δ. 2185/1952 και συμπληρώθηκε από το άρθρο 64 του ν.δ. 3194/1955, προκύπτει ότι, προκειμένου περί κλήρων κειμένων στις από τον α.ν. 1366/1938 "Περί απαγορεύσεως δικαιοπραξιών εις παραμεθορίους περιοχάς", που καταργήθηκε με το άρθρο 31§1 του ν. 1892/1990, καθοριζόμενες παραμεθόριες περιοχές, η κυριότητα τούτων περιέρχεται εις τους κληρούχους από και δια της μεταγραφής του οριστικού τίτλου κυριότητας, ενώ επί των κλήρων των μη παραμεθορίων περιοχών η κυριότητα αυτών περιέρχεται αυτοδικαίως από της κυρώσεως της οριστικής διανομής, στους αναγεγραμμένους στους κτηματολογικούς πίνακες της οριστικής διανομής δικαιούχους τούτων (φυσικά πρόσωπα) ή στους νέους τοιούτους, μετά την οριστική διανομή εκ μεταβολής.
Εξάλλου και μετά τη δια του α.ν. 431/1968 επελθούσα νομοθετική μεταβολή, αν δεν έχει χωρήσει κτήση της κυριότητας από τον κληρούχο επί του κλήρου, κατά προβλεπόμενο κατά περίπτωση τρόπο από τον Αγροτικό Κώδικα, ο κλήρος, ανήκων κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο δεν είναι δεκτικός χρησικτησίας, η οποία έτσι μπορεί να αρχίσει μόνο αφ' ης αποκτηθεί από τον κληρούχο κυριότητα επί του κλήρου.
Περαιτέρω, ο νομός Θεσσαλονίκης δεν ορίστηκε ως παραμεθόρια περιοχή, επί της οποίας έχει εφαρμογή, κατ' άρθρο 4 αυτού, ο α.ν. 1366/1938, ενώ ο ορισμός της περιφέρειας του ως άνω νομού ως παραμεθορίου επαρχίας του Κράτους, που έγινε με το από 12 Ιουλίου 1926 π.δ., κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2§4 του ν. 3250/1924 "Περί κυρώσεως του από 3 Σεπτεμβρίου Νομ.
Διατάγματος περί απαγορεύσεως δικαιοπραξιών επί ακινήτων", έχει σχέση με την απαγόρευση της κτήσεως κυριότητας από αλλοδαπούς σε ακίνητα κείμενα σε παραμεθόριες περιοχές του Κράτους και όχι με την εφαρμογή των προεκτεθεισών διατάξεων του άρθρου 1 του ν.δ. 1189/1972 (Α.Π. 1183/2008). Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 1α του Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο, ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως, καθιστούν φανερή την παραβίαση, τούτο δε συμβαίνει όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 20/2011).
Επειδή, με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της πλημμελείας αυτής συνισταμένης σε "Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων περί χρησικτησίας - εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του α.ν. 1366/1938.".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας και τούτο διότι αναφέρεται συλλήβδην στις περί χρησικτησίας διατάξεις (Α.Π. 1662/2009) και, επιπλέον, δεν ορίζει ενάριθμα τη συγκεκριμένη διάταξη του α.ν. 1366/1938 που παραβιάστηκε (Α.Π. Ολ.Α.Π. 18/2005). Ωστόσο, αν ήθελε θεωρηθεί ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός, κρίνεται αβάσιμος.
Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με όσα σημειώθηκαν ανωτέρω, προέβη στις ακόλουθες παραδοχές: Ότι ο νομός Θεσσαλονίκης, όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο δεν ανήκει στις παραμεθόριες περιοχές, οπότε η κυριότητα των σε αυτόν κείμενων κλήρων περιέρχεται από την κύρωση της οριστικής διανομής στους συναγεγραμμένους στους κτηματολογικούς πίνακες της οριστικής διανομής δικαιούχους αυτών, από την οποία ξεκινάει η έναρξη χρησικτησίας, ότι στις 28.06.1972 δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ.
η κύρωση της διανομής στην εποικισθείσα περιοχή της ... Θεσσαλονίκης και ότι επί του επιδίκου ακινήτου ο κοινός δικαιοπάροχος των αναιρεσίβλητων ασκούσε νομή τουλάχιστον από το ανωτέρω χρονικό σημείο και για είκοσι (20) έτη έκτοτε, χωρίς να χωρήσει ακολούθως κατάλυση της κυριότητας αυτού. Ενόψει των ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις και, ακολούθως, υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς των ήδη αναιρεσειόντων ότι το επίδικο ακίνητο κείται σε παραμεθόρια περιοχή, με συνέπεια η έναρξη χρησικτησίας επί αυτού να αρχίζει από και δια της μεταγραφής του σχετικού παραχωρητηρίου.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495§ 3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.).. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν, λόγω της ήττας τους, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των καταθεσάντων προτάσεις αναιρεσίβλητων, οι αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσίβλητων), σύμφωνα με τις προβλέψεις των άρθρων (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-7-2022 αίτηση των Γ. Τ. του Κ. και Λ., Α. Τ. του Κ. και Λ., Β. Τ. του Κ. και Λ., Π. Τ. του Κ. και Λ. και Ν. Τ. του Κ. και Λ. κατά των Ι. Π. του Ξ., Μ. Π. του Ξ. και Ε. Π. του Ξ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 893/29.04.2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου