Legislator Case Law & Legislation
433/2020 AI generated

433/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 433/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Κοινοποίηση: 1) Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ιωάννη Μπακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ ΠΡΟΑΣΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μάνου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Legislator headnote

AI generated

433/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι "οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο".

Keywords

AI generated
bank resolution satisfaction of claim suspension of tax recovery deductions and refunds bank charges back taxes
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 433 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 433/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "A. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Βέλγιο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Ανθίμου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", τελούσας υπό εκκαθάριση που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή, Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε." που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσουμάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποίηση: 1) Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ιωάννη Μπακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ ΠΡΟΑΣΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μάνου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Πρόσθετη Παρέμβαση: Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ιωάννη Μπακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/3/2010 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας και την από 9/6/2010 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 917/ΑΦ/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2203/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/8/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 27/3/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 2203/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε και κατ' ουσία την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της 917/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, με την οποία είχε γίνει δεκτή η με αριθμ. καταθ. 975/ΑΦ/376/10-3-2001 αίτηση της αναιρεσείουσας περί χορήγησης αδείας ανάληψης κατασχεθέντος εις χείρας της αναιρεσίβλητης τράπεζας, ως τρίτης, χρηματικού ποσού, ακολούθως, δε, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης απέρριψε την αίτηση. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Για το παραδεκτό της συζήτησης (ΑΠ 23/2017) της αναίρεσης, κλητεύθηκαν στη δίκη το Ελληνικό Δημόσιο και το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ" που είχαν ασκήσει ενώπιον του Εφετείου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, τα οποία παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, αιτούμενα την απόρριψη της αναίρεσης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά τους έξοδα.

Το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι "οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο".

Κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, μέσα στην προθεσμία της παρ. 1 (20 ημέρες πριν από τη δικάσιμο) οφείλουν όλοι οι διάδικοι να καταθέσουν στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τα έγγραφα που χρησιμεύουν για να υποστηριχθεί ή να αποκρουσθεί η αναίρεση, η κατάθεση δε και η ημερομηνία της βεβαιώνεται με σημείωση επάνω στο φάκελο της δικογραφίας.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι προτάσεις, που περιέχουν ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Στην ίδια προθεσμία κατατίθενται και τα έγγραφα που αποδεικνύουν την ένσταση (ΑΠ 1555/2017). Αν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή, η ένσταση είναι απαράδεκτη, εφόσον δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως.

Και ναι μεν, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως στα πλαίσια του παραδεκτού της αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), τη νομιμοποίηση των διαδίκων (άρθρα 68 και 73 ΚΠολΔ), με βάση γεγονότα που προκύπτουν από αυτεπάγγελτη έρευνα των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης που παραδεκτά επισκοπεί, όμως, στην περίπτωση που το απαράδεκτο συνδέεται με την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζει και επικαλείται ο ενιστάμενος αναιρεσίβλητος, εάν ο τελευταίος κατέθεσε τις έγγραφες προτάσεις του σε προθεσμία μικρότερη των είκοσι ημερών, καθιστά δικονομικώς απαράδεκτη την προβολή με αυτές της σχετικής ένστασης, αλλά και τη λήψη για την απόδειξη της ίδιας ένστασης των προσκομιζόμενων από αυτόν με τις εκπρόθεσμες προτάσεις αποδεικτικών στοιχείων, που δεν περιλαμβάνονται στα κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, διαδικαστικά έγγραφα που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (ΟλΑΠ 412/1981, ΑΠ 983/2010).

Σύμφωνα με αυτά, ο Άρειος Πάγος δεν εξετάζει αυτεπαγγέλτως, παρά το εκπρόθεσμο των προτάσεων, την έλλειψη νομιμοποίησης του αναιρεσίβλητου, όταν αυτός έπαυσε να νομιμοποιείται ως διάδικος επειδή συνέτρεξαν ειδικοί προς τούτο λόγοι (ΑΠ 1381/2013). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", με τις από 5-1-2018 προτάσεις της, που κατατέθηκαν στην γραμματεία του δικαστηρίου την ίδια ημερομηνία, ήτοι τρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση (8-1-2018), προβάλλει ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά ως διάδικος στην αίτηση αναίρεσης, διότι με την 46/27-7-2012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της, και τέθηκε σε εκκαθάριση, ορισθέντος τελικά ως ειδικού εκκαθαριστή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΡΟΗ Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και με την 4/27-7-2012 απόφαση της άνω Επιτροπής ο Ειδικός Εκκαθαριστής υποχρεώθηκε σε παραχρήμα μεταβίβαση των περιουσιακών της στοιχείων, τα οποία και μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Πειραιώς από 27-7-2012, μεταξύ των οποίων και η αξίωση της αναιρεσείουσας.

Ενόψει δε και της διατάξεως του άρθρου 63Δ παρ. 5 του ν. 3601/2007, σύμφωνα με την οποία οι εκκρεμείς δίκες κατά τη θέση της ΑΤΕ σε ειδική εκκαθάριση που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία συνεχίζονται από την Τράπεζα Πειραιώς χωρίς διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή τους, ισχυρίζεται ότι η αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατ' αυτής, είναι για τον ανωτέρω λόγο απαράδεκτη.

Η ως άνω προβαλλόμενη ένσταση της αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, γιατί υποβλήθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, τις οποίες, όπως από την επ? αυτών βεβαίωση του γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, κατέθεσε την 5-1-2018, ήτοι τρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση, ημερομηνία, άλλωστε στην οποία προσκόμισε με τις προτάσεις και κατέθεσε και τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία με τα οποία επιχειρεί την για το λόγο αυτό απόκρουση της αναίρεσης.

Άλλωστε, η έλλειψη της επικαλούμενης πιο πάνω προϋπόθεσης του παραδεκτού της αναίρεσης, δεν προκύπτει από τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας, τα οποία περιλαμβάνονται στα κατ' άρθρον 561 παρ. 2 ΚΠολΔ διαδικαστικά έγγραφα, που παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, για την αυτεπάγγελτη έρευνα αυτής από τον Άρειο Πάγο, ανεξάρτητα από το εκπρόθεσμο της κατάθεσης των προτάσεων και των σχετικών εγγράφων απόδειξης της ένστασης από την αναιρεσίβλητη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν. Και κατά τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους.

Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 556 παρ. 1, 558, 495 και 496 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει σαφώς, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου υπέρ κάποιου διαδίκου της αναιρετικής δίκης (ΟλΑΠ 1/1996, ΑΠ 1171/2012, ΑΠ 422/2011). Η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται (άρθρα 81 εδ.

α' και 215 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ), το οποίο πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που ορίζονται κατά τα άρθρα 118, 119 και 81 παρ. 1 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και τα στοιχεία του προσώπου που την ασκεί. Η κατάθεση αυτή είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, που ολοκληρώνεται με την επίδοση αντιγράφου της στους κύριους διαδίκους.

Χωρίς την επίδοση αντιγράφου της πρόσθετης παρέμβασης στους διαδίκους δεν ολοκληρώνεται η άσκησή της, και η τυχόν επίσπευση της συζήτησης της αναίρεσης από τον παρεμβαίνοντα και η συζήτησή της προτού επιδοθεί το αντίγραφο αυτό, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1433/2013). Η επίδοση της πρόσθετης παρέμβασης, που ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει, εφόσον δεν ζητήθηκε και δεν διατάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 150 ΚΠολΔ σύντμηση προθεσμίας, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον ενενήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν κάποιος από τους διάδικους που καλούνται διαμένει στο εξωτερικό (ΑΠ 1736/2017, ΑΠ 502/2011).

Η μη εμπρόθεσμη επίδοσή της μετά της κλήσης προς παράσταση δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προτείνεται και προκαλεί ακυρότητα μόνο αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, προξένησε στον καλούμενο για παράσταση διάδικο βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (ΟλΑΠ 1/1996, ΑΠ 851/2007).

Θεωρείται πάντως ότι δεν υπάρχει δικονομική βλάβη στην περίπτωση που παραβιάσθηκαν διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία, όταν από την παράβαση που σημειώθηκε δεν επηρεάζεται, ούτε ήταν δυνατόν να επηρεασθεί η δυνατότητα της άμυνας και προπαρασκευής της υπεράσπισης του διαδίκου, ιδίως στην περίπτωση που ο καλούμενος παρίσταται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και αντιτάσσει πλήρη υπεράσπιση γι? αυτήν (ΑΠ 1821/2007).

Συνεπώς, μόνο υπό την προϋπόθεση της βλάβης αυτής στοιχειοθετείται στην ανωτέρω περίπτωση ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 80 και 68 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται στο δικόγραφο της παρέμβασης κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ. Έννομο συμφέρον προς παρέμβαση υπάρχει όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης. Πρέπει, όμως, είτε αυτά να απειλούνται από την δεσμευτικότητα ή την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες της.

Έτσι για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, δεν αρκεί η επίκληση από τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, γενικότερων ηθικών ή κοινωνικών συμφερόντων, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντα του (ΑΠ 1341/2013, ΑΠ 422/2011).

Ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012). Ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται στην αναιρετική διαδικασία σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται το δικαίωμα των κυρίων διαδίκων.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Ελληνικό Δημόσιο κατέθεσε στις 25-1-2017 στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου το από 13-1-2017 ιδιαίτερο δικόγραφο, με το οποίο δηλώνει ότι ασκεί πρόσθετη παρέμβαση στην αναιρετική δίκη που εκκρεμεί με την από 26-8-2015 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "A. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" κατά της 2203/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", επικαλούμενο τη διασφάλιση των συμφερόντων του με την παραμονή δεσμευμένων των χρημάτων της οφειλέτιδας εταιρείας με την επωνυμία "Ε.

Σ.", από οφειλές αυτής. Η πρόσθετη παρέμβαση περιλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα για το παραδεκτό της στοιχεία και ειδικότερα σαφώς αναφέρεται ότι την παρέμβαση αυτή ασκεί το Ελληνικό Δημόσιο. Η αναφορά "νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών ... και ήδη από 1-1-2017 της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)", δεν μεταβάλει το παρεμβαίνον πρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά προσδιορίζει ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση τούτο εκπροσωπείται ειδικά από την αναφερόμενη Αρχή.

Ούτε από αυτή την αναφορά καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του ασκούντος την πρόσθετη παρέμβαση, ο δε αντίθετος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, με την κατάθεση του δικογράφου της πρόσθετης παρέμβασης και τον ορισμό από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου του αρμόδιου για την εκδίκασή της τμήματος (Α-1), ο Πρόεδρος του Τμήματος σημείωσε στο δικόγραφο αυτής τη δικάσιμο της υπόθεσης (3-4-2017), κατά την οποία είχε προσδιοριστεί και η εκδίκαση της ως άνω αναίρεσης, καθώς και την προθεσμία κοινοποίησης της πρόσθετης παρέμβασης στους διαδίκους της κύριας δίκης, την οποία όρισε σε σαράντα (40) ημέρες πριν τη δικάσιμο.

Όπως προκύπτει από την μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη 1391/8-2-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σερρών Δ. Λ., ακριβές αντίγραφο της προαναφερόμενης πρόσθετης παρέμβασης με κλήση για συζήτηση αυτής επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα στην πληρεξούσια δικηγόρο αυτής που υπογράφει την αναίρεση Βαρβάρα Μητλιάγκα.

Η επίδοση έγινε πριν από πενήντα τρεις ημέρες, ήτοι αφού τηρήθηκε η προθεσμία επίδοσης που όρισε ο Πρόεδρος του Τμήματος, εντός της οποίας έπρεπε να επιδοθεί, ανεξάρτητα από το ότι η καθ' ης η παρέμβαση-αναιρεσείουσα, έχει την έδρα της στο εξωτερικό. Επομένως, η πρόσθετη αυτή παρέμβαση, επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα εμπρόθεσμα, η δε αιτίαση της τελευταίας ότι είναι απαράδεκτη η συζήτηση λόγω εκπρόθεσμης κοινοποίησης της παρέμβασης σ' αυτήν, ισχυριζόμενη ότι έπρεπε το δικόγραφο αυτής με κλήση για εμφάνιση στη συζήτησή της να κοινοποιηθεί πριν από ενενήντα ημέρες, επειδή έχει την έδρα της στο εξωτερικό, είναι αβάσιμη.

Πέραν τούτου, είναι αβάσιμος ο ίδιος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας και διότι κατά την κρίση του δικαστηρίου η μη επίδοση της πρόσθετης παρέμβασης πριν από ενενήντα ημέρες από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της υπόθεσης, δεν επέφερε στην αναιρεσείουσα βλάβη που δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (ΟλΑΠ 1/1996, ΑΠ 851/2007), δεδομένου ότι δεν επηρεάστηκε η δυνατότητα της άμυνας και προπαρασκευής της υπεράσπισης της αναιρεσείουσας η οποία παρίσταται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και αντιτάσσει πλήρη υπεράσπιση γι? αυτήν, ενόψει μάλιστα του ότι η υπόθεση κατά την ορισθείσα αρχικά δικάσιμο αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Έτσι, αφού λείπει η προϋπόθεση της βλάβης δεν στοιχειοθετείται ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος. Τέλος, στο δικόγραφο της πρόσθετης παρέμβασης γίνεται σαφής επίκληση του εννόμου συμφέροντος του προσθέτως παρεμβαίνοντος προς άσκησή της, προκειμένου να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι το Δημόσιο είχε δεσμεύσει, πριν την επιβολή της κατάσχεσης, το 50% των καταθέσεων της καθ' ης η αναγκαστική κατάσχεση, προκειμένου να διασφαλίσει τα συμφέροντά του σε περίπτωση φοροδιαφυγής της καθ' ης η κατάσχεση, ώστε να έχει τη δυνατότητα να εισπράξει φόρους και πρόστιμα επιβληθέντα σ' αυτήν λόγω οφειλών της από παραβάσεις λήψης εικονικών φορολογικών στοιχείων συνολικής αξίας μεγαλύτερης των 150.000 ευρώ.

Ο επικαλούμενος ως άνω λόγος στηρίζει το απαιτούμενο για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης έννομο συμφέρον του Ελληνικού Δημοσίου, προκειμένου να απορριφθεί η αναίρεση και να αποτραπεί η αποδέσμευση του ποσού των καταθέσεων της καθ' ης η κατάσχεση και η απόδοσή του στην αναιρεσείουσα, ώστε να προστατευθεί το δικαίωμα αυτού (παρεμβαίνοντος) επί του δεσμευθέντος χρηματικού ποσού.

Έτσι, η έκβαση της δίκης στην οποία παρεμβαίνει θίγει από πραγματική άποψη τα έννομα συμφέροντά του, αφού απειλούνται από την εκτελεστότητα της απόφασης που θα παρείχε την άδεια ανάληψης των δεσμευμένων χρημάτων.

Συνεπώς τα αντίθετα που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμα. Επομένως, η πρόσθετη παρέμβαση ασκήθηκε παραδεκτά και πρέπει να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης και να εξεταστεί κατ' ουσίαν.

Κατά το άρθρο 695 ΚΠολΔ η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων ισχύει προσωρινά και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση, ενώ κατά το άρθρο 699 ΚΠολΔ αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ή αιτήσεις για ανάκληση ή για μεταρρύθμιση των μέτρων αυτών δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι επί διαφορών που δεν αποτελούν ασφαλιστικά μέτρα, κατά την έννοια του άρθρου 682 ΚΠολΔ, όπως είναι τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 704-738 ΚΠολΔ, ούτε μέτρα ρυθμιστικά καταστάσεως, εξομοιούμενα προς αυτά, όπως είναι τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 378, 632 παρ.2, 644 παρ.2, 912 παρ.2, 918 παρ.5, 929 παρ.3, 938 παρ.3, 1019 παρ.1 ΚΠολΔ, η θεσπιζόμενη, με διάταξη νόμου και για λόγους συνδεόμενους με την ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης, εκδίκασή τους κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεν εμπεριέχει, εφόσον δεν ορίζεται ειδικώς το αντίθετο, και παραπομπή στο άρθρο 699 ΚΠολΔ, με το οποίο θεσπίζεται αποκλεισμός των ενδίκων μέσων μόνον για αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ή αιτήσεις για ανάκληση ή μεταρρύθμιση τέτοιων μέτρων.

Συνακόλουθα οι αποφάσεις που εκδίδονται επί των διαφορών αυτών και τις τέμνουν οριστικά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο που προβλέπει την εκδίκασή τους κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, υπόκεινται στα από τα άρθρα 511 και 552 ΚΠολΔ προβλεπόμενα ένδικα μέσα της έφεσης και αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 754/1986, ΑΠ 1401/2003, ΑΠ 1716/1998, ΑΠ 697/1994).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 87 και 88 παρ.1 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 52 περ. 3 ΕισΝΚΠολΔ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση κατασχέσεως χρημάτων του οφειλέτη, που είναι κατατεθιμένα σε ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, στα χέρια αυτής ως τρίτης, η τράπεζα δικαιούται είτε να καταθέσει στο όνομα του δικαιούχου το ποσό που κατασχέθηκε, είτε να ζητήσει την άρση της κατάσχεσης.

Η ανάληψη του κατασχεθέντος και κατατεθέντος ποσού γίνεται με την άδεια του αρμόδιου μονομελούς πρωτοδικείου, που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, δηλαδή των ασφαλιστικών μέτρων. Όμως, δεν πρόκειται για γνήσια υπόθεση ασφαλιστικών μέτρων, δεν αφορά σε ασφαλιστικό μέτρο ή άλλο εξομοιούμενο προς αυτό ασφαλιστικό μέτρο, το οποίο διατάσσεται για την εξασφάλιση ή διατήρηση δικαιώματος ή ρύθμιση καταστάσεως, αλλά για διαφορά που παραπέμπεται να εκδικαστεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων χάριν του προαναφερθέντος σκοπού της ταχύτερης εκδίκασης.

Η επί της διαφοράς αυτής εκδιδομένη, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, απόφαση, την τέμνει οριστικά και δεν μπορεί να ανακληθεί ή μεταρρυθμιστεί.

Συνεπώς, δεν ισχύει για την απόφαση αυτή η ανωτέρω, κατά το άρθρο 699 ΚΠολΔ, απαγόρευση άσκησης ένδικων μέσων, που προσιδιάζει αποκλειστικά στις γνήσιες υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων που διατάσσονται κατά το άρθρο 682 ΚΠολΔ και υπόκειται στα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα της έφεσης και αναίρεσης.

Είναι, μεν αληθές, ότι με τη διάταξη του άρθρου 52 αρ. 3 του ΕισΝΚΠολΔ, καταργήθηκε το άρθρο 94 του ν.δ/τος της 17-7/18-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", με τις διατάξεις του οποίου, και ειδικότερα των παραγράφων 2 και 3, προβλέπονταν η δυνατότητα άσκησης έφεσης κατά της απόφασης του προέδρου πρωτοδικών για την ανάληψη των κατασχεθέντων, στα χέρια τράπεζας ως τρίτης, χρημάτων, όμως από την κατάργηση αυτή δεν συνάγεται ότι πλέον αποκλείστηκε η άσκηση ένδικων μέσων κατά της αντίστοιχης απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου.

Η κατάργηση αυτή έγινε λόγω της εφαρμογής του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και συνεπώς των διατάξεων αυτού που αφορούν και την αναγκαστική εκτέλεση και τις υποθέσεις της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, οι οποίες πλέον εφαρμόζονται, με σκοπό την ενιαία ρύθμιση. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, που αποδίδει την πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσίβλητης, για το λόγο ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν υπέκειτο στο ένδικο μέσο της έφεσης, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 516 ΚΠολΔ, δικαίωμα έφεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στην πρωτόδικη δίκη οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και ο εναγόμενος. Ορίζονται ρητά τα πρόσωπα στα οποία αναγνωρίζεται δικαίωμα άσκησης έφεσης, αυτά που ήταν υποκείμενα της πρωτοβάθμιας δίκης, ήτοι και εκείνος κατά του οποίου ζητήθηκε η παροχή έννομης προστασίας με την οικεία διαδικαστική πράξη.

Για την άσκηση έφεσης, όπως και κάθε ένδικου μέσου, απαιτείται κατά την υπόψη διάταξη, ως βασική προϋπόθεση του προς τούτο δικαιώματος, έννομο συμφέρον του εκκαλούντος. Αυτό πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο άσκησης της έφεσης, κατά τον οποίο κρίνεται η ύπαρξη βλάβης από τις παραδοχές της απόφασης, δηλαδή οι δυσμενείς συνέπειες της απόφασης, με την έννοια ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά εν όλω ή εν μέρει τα αιτήματα ή οι ισχυρισμοί του αντιδίκου του.

Τούτο ερευνάται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η έλλειψή του συνεπάγεται την απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης. Το έννομο συμφέρον κρίνεται από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, με κριτήριο τη βλάβη η οποία πρέπει άμεσα να προκύπτει από αυτήν. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στις, εκ των αρ. 1, 19, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, καθόσον ενώ είχε προβάλει στο Εφετείο τις ενστάσεις περί απαραδέκτου της έφεσης της αναιρεσίβλητης, καθόσον δεν εκθέτει στο δικόγραφο αυτής τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίησή της και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον αυτής για την άσκηση της έφεσης, ούτε επικαλείται τη συνδρομή τέτοιου εννόμου συμφέροντος, καθώς και διότι δεν συνέτρεχε στην αναιρεσίβλητη έννομο συμφέρον για την άσκηση της έφεσης, καθόσον ως τρίτη δεν μπορεί να προσβάλλει την κατάσχεση, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εξέτασε τις ενστάσεις αυτές και δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση, άλλως ως αβάσιμη, αλλά δέχθηκε αυτή χωρίς καμιά αιτιολογία ως προς το παραδεκτό και τα περιστατικά θεμελίωσης του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο διότι, στην έφεση αναφέρεται η έκδοση της εκκαλούμενης 917/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, εκδοθείσα επί αιτήσεως της αναιρεσείουσας για ανάληψη από αυτή κατασχεθέντος ποσού από λογαριασμό οφειλέτη στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα, η οποία στρέφεται κατά της αναιρεσίβλητης, ότι έγινε στο σύνολό της δεκτή η αίτηση αυτή με την οποία παρέχεται στην αναιρεσείουσα η άδεια να αναλάβει από το λογαριασμό της εταιρίας με την επωνυμία "Ε.

Σ. Α.Ε." στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα, το ποσό που κατέσχεσε στα χέρια της τελευταίας, διάταξη που υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης και συνεπώς περιέχει όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν την ενεργητική νομιμοποίηση αυτής για την άσκηση της έφεσης και το έννομο συμφέρον της ως διαδίκου κατά της οποίας έγιναν δεκτά τα αιτήματα της αντιδίκου αναιρεσείουσας, τα οποία, άλλωστε, κατά τις σχετικές ως προς το περιεχόμενο της έφεσης παραδοχές του Εφετείου, εκτίθενται στο δικόγραφο της έφεσης.

Επίσης, στις σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, διαλαμβάνονται τα ως άνω στοιχεία ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης για την άσκηση της έφεσης, δηλαδή η ήττα της σύμφωνα με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που δικαιολογεί το έννομο συμφέρον της για την άσκηση του ένδικου μέσου, αφού έγιναν δεκτοί οι ισχυρισμοί της αιτούσας σε βάρος της, σε συνδυασμό και με τον ισχυρισμό της, που αποτελεί και παραδοχή της προσβαλλόμενης, ότι με τα αναφερόμενα μέτρα δέσμευσης των καταθέσεων της καθ' ης η εκτέλεση εταιρίας, υπήρχε απαγόρευση διάθεσης που τέθηκε από το νόμο και δεν μπορούσε αυτή να αποδώσει το ζητούμενο, με την στρεφόμενη εναντίον της αίτηση, χρηματικό ποσό.

Περιέχοντας, δε, αυτά τα πραγματικά περιστατικά: 1) δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 68 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 516, 987 ΚΠολΔ και 87-88 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923, 2) διέλαβε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος της ήδη αναιρεσίβλητης, για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που στηρίζουν την εξενεχθείσα σχετική κρίση της, λαμβανομένου, άλλωστε, υπόψη, ότι η αναιρεσίβλητη, μετά την ενημέρωσή της για τη δέσμευση του λογαριασμού, ήταν υποχρεωμένη, όπως κατωτέρω εκτίθεται, να εφαρμόσει αμέσως την απαγόρευση διάθεσης που συνεπάγονταν η δέσμευση, η οποία, μάλιστα, προηγήθηκε της κοινοποίησης σ' αυτήν του κατασχετηρίου, χωρίς καμία άλλη διαδικασία ή διατύπωση, 3) έλαβε υπόψη του τους προταθέντες από την αναιρεσείουσα ως άνω ισχυρισμούς σχετικά με το απαράδεκτο της έφεσης τους οποίους αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία τους, όπως συνάγεται από το περιεχόμενό της, δεχόμενο, ότι η έφεση είναι τυπικά δεκτή, αντίθετα με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 1434/2010), 4) σωστά δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση.

Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η αναιρεσίβλητη δεν έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της έφεσης, επειδή ως τρίτη δεν δικαιούται να προσβάλλει την κατάσχεση του ποσού εις χείρας της, αφού δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 987 ΚΠολΔ, ήτοι δεν επικαλείται ότι το κατασχετήριο δεν περιέχει τα κατά τη διάταξη του άρθρου 983 του ίδιου Κώδικα στοιχεία ή ότι δεν κοινοποιήθηκε τούτο στον καθ' ου η εκτέλεση, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αβάσιμη, καθόσον αντικείμενο της δίκης επί της αιτήσεως της αναιρεσείουσας που κατάγεται προς κρίση και της ασκηθείσας κατά της πρωτόδικης απόφασης έφεσης, δεν είναι η προσβολή της κατάσχεσης που επέβαλε η αναιρεσείουσα σε βάρος της οφειλέτιδας εταιρείας "Ε.

Σ. Α.Ε.", αλλά η άδεια ανάληψης των κατασχεθέντων χρημάτων της οφειλέτιδας που είναι κατατεθιμένα σε λογαριασμό της στην αναιρεσίβλητη και ο ισχυρισμός της τελευταίας ότι υπάρχει απαγόρευση διάθεσης αυτών λόγω δεσμεύσεώς τους. Κατά της ανάληψης δε, του ποσού του λογαριασμού, η αναιρεσίβλητη Τράπεζα μπορεί να αντιταχθεί λόγω της απαγόρευσης διάθεσης του ποσού του δεσμευθέντος παρ' αυτή λογαριασμού, ανεξάρτητα από τη μη δυνατότητα προσβολής της επιβληθείσας κατάσχεσης στα χέρια της ως τρίτης, ενόψει της απόλυτης, όπως κατωτέρω εκτίθεται, ακυρότητας της παρά την απαγόρευση διάθεσης του δεσμευθέντος χρηματικού ποσού και της υποχρέωσης της Τράπεζας για άμεση εφαρμογή της δέσμευσης αυτής.

Στο άρθρο 14 του Ν. 2523/1997, το οποίο επιγράφεται "Διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου σε περίπτωση φοροδιαφυγής", ορίζονται τα εξής: "1. Κάθε φορά που η φορολογική αρχή διαπιστώνει φορολογικές παραβάσεις, από τις οποίες βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, προκύπτει ότι δεν έχει αποδοθεί στο Δημόσιο ποσό πάνω από πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) δραχμές από Φ.Π.Α., Φ.Κ.Ε., παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, τέλη και εισφορές, απαγορεύεται στις αρμόδιες δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες να παραλαμβάνουν δηλώσεις ή να χορηγούν βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά που απαιτούνται κατά τις κείμενες διατάξεις και ζητούνται από τον παραβάτη, για την κατάρτιση συμβολαιογραφικών πράξεων μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων.

Στην περίπτωση αυτή αναστέλλεται έναντι του Δημοσίου και το απόρρητο των καταθέσεων, των λογαριασμών, των κοινών λογαριασμών, των συμβάσεων και πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου θυρίδων του φορολογουμένου σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα και δεσμεύεται το πενήντα τοις εκατό (50%) αυτών.

Το παραπάνω ποσό μπορεί να αυξομειώνεται με αποφάσεις του Υπουργού οικονομικών, που εκδίδονται το βραδύτερο μέχρι 15 Φεβρουαρίου κάθε έτους. Οι κυρώσεις αυτής της παραγράφου επιβάλλονται και στους φορολογούμενους στους οποίους έχουν επιβληθεί τα πρόστιμα των τρίτου και τέταρτου εδαφίων της παραγράφου 1 του άρθρου 4.

Τα παραπάνω μέτρα λαμβάνονται και για τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 4 του άρθρου 20 του παρόντος νόμου. 2. Αντίγραφο της πιο πάνω ειδικής έκθεσης ελέγχου υποβάλλεται από την αρχή που τη συνέταξε στη Διεύθυνση Σχεδιασμού και Συντονισμού Φορολογικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία υποχρεώνεται να ενημερώσει με οποιονδήποτε τρόπο όλες τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες, τις τράπεζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα.

Οι ανωτέρω υπηρεσίες και οι φορείς από της ενημερώσεώς τους υποχρεώνονται να εφαρμόσουν αμέσως τις απαγορεύσεις και δεσμεύσεις της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου, χωρίς καμία άλλη διαδικασία ή διατύπωση. 3. Η ενέργεια αυτή της Διεύθυνσης Σχεδιασμού και Συντονισμού Φορολογικών Ελέγχων κοινοποιείται συγχρόνως και στο φορολογούμενο με αντίγραφο της σχετικής ειδικής έκθεσης ελέγχου στη γνωστή κατοικία του ή στην έδρα της επιχείρησής του, ο οποίος μπορεί μέσα σε ένα (1) μήνα από την ειδοποίησή του να ζητήσει με αίτηση στον Υπουργό οικονομικών την ολική ή μερική άρση των απαγορευτικών μέτρων.

Ο Υπουργός Οικονομικών αποφαίνεται μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την υποβολή της αίτησης. Κατά της απόφασης αυτής επιτρέπεται η κατά τον Κ.Φ.Δ. προσφυγή. 4. Κατ` εξαίρεση των όσων ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο, τα μέτρα αίρονται υποχρεωτικά, όταν ο υπόχρεος φορολογούμενος καταβάλλει ποσό πάνω από εβδομήντα τοις εκατό (70%) των προς απόδοση στο Δημόσιο ποσών από Φ.Π.Α., παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, τέλη, εισφορές και των νόμιμων προσαυξήσεων αυτών και προστίμων.

Για την εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου ο υπόχρεος φορολογούμενος υποβάλει σχετική αίτηση στον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, ο οποίος υποχρεώνεται μέσα σε δύο (2) μήνες να εκδώσει προσωρινή ή μερική καταλογιστική πράξη. Η άσκηση προσφυγής κατά της πράξης αυτής δεν αίρει την ισχύ των μέτρων που έχουν ληφθεί.

Αν μέσα στην προθεσμία αυτή δεν έχουν εκδοθεί τα προσωρινά φύλλα - ελέγχου ή οι προσωρινές πράξεις, οι συνέπειες και απαγορεύσεις που καθορίζονται με αυτό το άρθρο αίρονται αυτοδικαίως.". Εξάλλου, στο άρθρο 16 του Ν. 2992/2002 ορίζεται ότι, "Μετά το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του Ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α') προστίθενται δύο νέα εδάφια που έχουν ως εξής: "Επίσης οι ίδιες κυρώσεις επιβάλλονται και στους παραβάτες λήψης και χρήσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, έκδοσης εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων και νόθευσης τέτοιων στοιχείων, εφόσον η αξία των συναλλαγών που αναγράφονται σε αυτά, αθροιστικά λαμβανομένη κατά το χρόνο διαπίστωσης των παραβάσεων, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ.

Για τον προσδιορισμό του ορίου του προηγούμενου εδαφίου από παραβάσεις που διαπράχθηκαν μέχρι 31.12.2001 τα ποσά που εμφανίζονται στα πλαστά, εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία σε δραχμές μετατρέπονται σε ευρώ με βάση την ισοτιμία δραχμής και ευρώ, στρογγυλοποιούμενα στην πλησιέστερη προς τα κάτω μονάδα."" (παρ. 6) και ότι "Στο τέλος της παραγράφου 4 του άρθρου 14 του Ν. 2523/1997 προστίθεται νέο εδάφιο, που έχει ως εξής: "Ειδικά για τις περιπτώσεις του πέμπτου εδαφίου [της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού] τα μέτρα αίρονται υποχρεωτικά όταν ο υπόχρεος φορολογούμενος καταβάλλει το 100% του τελικού ποσού του οικείου προστίμου που επιβλήθηκε σε αυτόν κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 και 9 του Ν. 2523/1997."" (παρ. 7).

Με την παρ. 1 του άρθρου 27 του Ν. 3296/2004, το ως άνω άρθρο 14 του ν. 2523/1997 αντικαταστάθηκε ως εξής: "1. Κάθε φορά που η φορολογική αρχή διαπιστώνει φορολογικές παραβάσεις, από τις οποίες βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, προκύπτει ότι δεν έχει αποδοθεί συνολικά στο Δημόσιο ποσό πάνω από εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ από Φ.Π.Α., Φ.Κ.Ε., παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, τέλη και εισφορές, απαγορεύεται στις αρμόδιες δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες να παραλαμβάνουν δηλώσεις ή να χορηγούν βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά που απαιτούνται κατά τις κείμενες διατάξεις και ζητούνται από τον παραβάτη, για την κατάρτιση συμβολαιογραφικών πράξεων μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων.

Στην περίπτωση αυτή αναστέλλεται έναντι του Δημοσίου και το απόρρητο των καταθέσεων, των λογαριασμών, των κοινών λογαριασμών, των πάσης φύσεως επενδυτικών λογαριασμών, των συμβάσεων και πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου των θυρίδων του φορολογούμενου σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα και δεσμεύεται το πενήντα τοις εκατό (50%) αυτών.

Οι δεσμεύσεις του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζονται για ποσά μισθών και συντάξεων που κατατίθενται στους οικείους λογαριασμούς φυσικών προσώπων. Οι κυρώσεις της παραγράφου αυτής επιβάλλονται και στους παραβάτες λήψης και χρήσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, έκδοσης εικονικών, πλαστών φορολογικών στοιχείων και νόθευσης τέτοιων στοιχείων, εφόσον η αξία των συναλλαγών που αναγράφονται σε αυτά, αθροιστικά λαμβανομένη κατά το χρόνο διαπίστωσης των παραβάσεων, υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ.

Κατ' εξαίρεση οι ανωτέρω κυρώσεις δεν επιβάλλονται στους παραβάτες λήψης και χρήσης εικονικών φορολογικών στοιχείων στην περίπτωση που η εικονικότητα ανάγεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του εκδότη. Επίσης οι ίδιες κυρώσεις επιβάλλονται και στους φορολογούμενους στους οποίους έχουν επιβληθεί τα πρόστιμα των τρίτου και τέταρτου εδαφίων της παραγράφου 1 του άρθρου 4. 2. ?Στις περιπτώσεις λήψης και χρήσης εικονικών φορολογικών στοιχείων ?οι ίδιες κυρώσεις επιβάλλονται και για πρόσωπα που είχαν μία από τις ιδιότητες των παραγράφων 1 έως και 4 του άρθρου 20 κατά την τέλεση της παράβασης . 3.

Η αρμόδια για την έκδοση των οικείων καταλογιστικών πράξεων των φόρων, τελών και εισφορών ή των αποφάσεων επιβολής προστίμου του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων φορολογική αρχή, υποχρεούται να ενημερώσει άμεσα με οποιονδήποτε τρόπο όλες τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες, τις τράπεζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα.

Οι ανωτέρω υπηρεσίες και οι φορείς από της ενημερώσεώς τους υποχρεούνται να εφαρμόσουν αμέσως τις απαγορεύσεις και δεσμεύσεις της παραγράφου 1, χωρίς καμία άλλη διαδικασία ή διατύπωση ενημερώνοντας την αρμόδια για την επιχείρηση Δ.Ο.Υ. 4. Η ενέργεια αυτή της φορολογικής αρχής κοινοποιείται με αντίγραφο της σχετικής ειδικής έκθεσης ελέγχου συγχρόνως και στη Διεύθυνση Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και στο φορολογούμενο στη γνωστή κατοικία του ή στην έδρα της επιχείρησής του, ο οποίος μπορεί να ζητήσει με αίτηση στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών μέσω της αρμόδιας για την έκδοση των πράξεων φορολογικής αρχής, την ολική ή μερική άρση των απαγορευτικών μέτρων.

Κατά της απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. 5. Στις περιπτώσεις που επιτυγχάνεται διοικητική επίλυση ή δικαστικός συμβιβασμός ή κατ` άλλο τρόπο διοικητική περαίωση της φορολογικής διαφοράς και αφορά το συνολικό ποσό των οικείων φόρων, τελών και εισφορών, μετά των νομίμων προσαυξήσεων ή προστίμων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, αίρεται περιοριστικά και μόνον η δέσμευση του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1.

Η άρση της δέσμευσης του προηγούμενου εδαφίου παύει να ισχύει σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής δύο (2) συνεχόμενων εκ των προβλεπόμενων δόσεων του ως άνω οφειλόμενου ποσού. Για την εφαρμογή της διάταξης του πρώτου εδαφίου ο υπόχρεος φορολογούμενος υποβάλλει σχετική αίτηση στον προϊστάμενο της αρμόδιας φορολογικής αρχής, ο οποίος υποχρεούται μέσα σε δύο (2) μήνες να εκδώσει τις οικείες καταλογιστικές πράξεις.

Η άσκηση προσφυγής κατά των πράξεων αυτών δεν αίρει την ισχύ των μέτρων που έχουν ληφθεί. Αν μέσα στην προθεσμία αυτή δεν έχουν εκδοθεί οι οικείες καταλογιστικές πράξεις, οι συνέπειες και απαγορεύσεις που καθορίζονται με αυτό το άρθρο αίρονται αυτοδικαίως. 6. Τα μέτρα αίρονται υποχρεωτικά στο σύνολό τους εφόσον ο υπόχρεος φορολογούμενος καταβάλει ποσό πάνω από εβδομήντα τοις εκατό (70%) του συνόλου των οφειλόμενων οικείων ποσών φόρων, τελών και εισφορών μετά των νομίμων προσαυξήσεων ή προστίμων.

Σε κάθε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου, καθώς και της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού η αρμόδια φορολογική αρχή υποχρεούται να ενημερώσει άμεσα με οποιονδήποτε τρόπο τη Διεύθυνση Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, όλες τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες, τις τράπεζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα. 7.

Τα ποσά και τα ποσοστά που ορίζονται από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 6 μπορούν να αυξομειώνονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδονται το βραδύτερο μέχρι 15 Φεβρουαρίου κάθε έτους.". Τέλος, με την παρ. 2 του αυτού άρθρου 27 του Ν. 3296/2004 ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 2523/1997, όπως αντικαταστάθηκαν από τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και για τις υποθέσεις για τις οποίες έχουν συνταχθεί ειδικές εκθέσεις ελέγχου της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου και δεν έχουν ληφθεί τα μέτρα που προβλέπονται από το ίδιο άρθρο.

Οι διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του ανωτέρω άρθρου και νόμου εφαρμόζονται και για τις υποθέσεις για τις οποίες έχουν ήδη ληφθεί τα παραπάνω μέτρα.". Σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, σε περίπτωση που η φορολογική αρχή διαπιστώνει φορολογικές παραβάσεις, από τις οποίες, βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, προκύπτει ότι δεν έχει αποδοθεί συνολικά στο Δημόσιο ποσό πάνω από εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ από Φ.Π.Α., Φ.Κ.Ε., παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, τέλη και εισφορές, εκτός των άλλων μέτρων που λαμβάνονται, αναστέλλεται έναντι του Δημοσίου και το απόρρητο των καταθέσεων, των λογαριασμών, των κοινών λογαριασμών, των πάσης φύσεως επενδυτικών λογαριασμών, των συμβάσεων και πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου των θυρίδων του φορολογούμενου σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα και δεσμεύεται το πενήντα τοις εκατό (50%) αυτών.

Τα ίδια μέτρα λαμβάνονται και για τους παραβάτες της λήψης και χρήσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, έκδοσης εικονικών, πλαστών φορολογικών στοιχείων και νόθευσης τέτοιων στοιχείων, εφόσον η αξία των συναλλαγών που αναγράφονται σε αυτά, αθροιστικά λαμβανομένη κατά το χρόνο διαπίστωσης των παραβάσεων, υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ.

Κατά την έννοια του άρθρου 14 του ν. 2523/1997, καθώς και του άρθρου 27 παρ. 1 του ν. 3296/2004 που αντικατέστησε τη διάταξη αυτή, η λήψη των απαριθμούμενων σε αυτήν μέτρων σε βάρος του φορολογούμενου στις ειδικώς αναφερόμενες περιπτώσεις, οι οποίες συντρέχουν όταν υφίστανται βάσιμες υποψίες περί μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής, υπαγορεύεται, από επείγοντες και επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, διότι σκοπούν στην διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, εφόσον λαμβάνονται προς διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του υποπέσαντος σε παράβαση φορολογικών διατάξεων και, ειδικότερα, προκειμένου αυτός να μην προλάβει, πριν οριστικοποιηθούν οι εις βάρος του φορολογικές εγγραφές, να μεταβιβάσει τα περιουσιακά του στοιχεία και να αποσύρει τις καταθέσεις του, ώστε να είναι δυνατή η ικανοποίηση των φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου κατ? αυτού σε περίπτωση που τελικώς διαπιστωθεί με την έκδοση, βάσει της ειδικής εκθέσεως ελέγχου, σχετικής καταλογιστικής πράξεως και την επικύρωσή της από τα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια (επί δικαστικής αμφισβητήσεως της νομιμότητάς της) η εκ μέρους του τέλεση της πιθανολογηθείσας με την έκθεση ελέγχου παράβασης.

Λόγω, δε, της συνδρομής των λόγων δημοσίου συμφέροντος, νόμιμα να λαμβάνονται σε βάρος του φορολογούμενου που εμπίπτει στις ως άνω περιπτώσεις παραβάσεων, τα περιγραφόμενα στη διάταξη αυτή διασφαλιστικά των συμφερόντων του Δημοσίου μέτρα, μεταξύ των οποίων και η δέσμευση ποσοστού 50% των κάθε φύσης λογαριασμών και των άλλων προϊόντων που αναφέρονται, του παραβάτη σε τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα.

Η Τράπεζα αμέσως μετά την ενημέρωσή της από την αρμόδια για την έκδοση των οικείων καταλογιστικών πράξεων φορολογική αρχή, υποχρεώνεται να εφαρμόσει αμέσως τις απαγορεύσεις και δεσμεύσεις που επιβλήθηκαν, χωρίς καμία άλλη διαδικασία ή διατύπωση. Εξάλλου, με το Πρωτόκολλο αριθ. 4 της Πράξης Προσχώρησης της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) θεσπίσθηκε στην Κοινότητα καθεστώς με σκοπό προοριζόμενο ιδίως να υποστηρίζει την παραγωγή βαμβακιού στις περιοχές της Κοινότητας, όπου είναι σημαντική για τη γεωργική οικονομία, να επιτρέπει δίκαιο εισόδημα από τους ενδιαφερόμενους παραγωγούς και να σταθεροποιεί την αγορά με τη βελτίωση των δασμών στο επίπεδο της προσφοράς και της διάθεσης (παρ. 2).

Προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το εν λόγω καθεστώς περιλαμβάνει τη χορήγηση ενίσχυσης στην παραγωγή και ότι προκειμένου να διευκολυνθεί η διαχείριση και ο έλεγχος, η ενίσχυση θα χορηγείται μέσω των εκκοκκιστηρίων και το ποσό της καθορίζεται περιοδικώς βάσει της διαφοράς μεταξύ μιας "τιμής στόχου" και της τιμής της διεθνούς αγοράς (παρ. 3).

Εξουσιοδοτήθηκε δε το Συμβούλιο να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για τη θέση σε εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπονται στο Πρωτόκολλο και ιδίως τους κανόνες διαδικασίας και καλής διαχείρισης για την εφαρμογή του, τους γενικούς κανόνες του καθεστώτος ενίσχυσης στην παραγωγή κλπ (παρ. 9). Με βάση την εξουσιοδοτική αυτή διάταξη εκδόθηκε ο Κανονισμός 2169/81, με τον οποίο καθορίσθηκαν οι γενικοί κανόνες του καθεστώτος ενίσχυσης του βαμβακιού.

Ακολούθησε σειρά Κανονισμών του Συμβουλίου για την προσαρμογή του καθεστώτος ενίσχυσης του βαμβακιού, με τους οποίους τροποποιήθηκαν τόσο το Πρωτόκολλο αριθ. 4 όσο και ο Κανονισμός 2169/1981, ο οποίος καταργήθηκε με τον Κανονισμό 1554/95 του Συμβουλίου, με τον οποίο καθορίσθηκαν εκ νέου οι γενικοί κανόνες του καθεστώτος ενίσχυσης του βαμβακιού και προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων, ότι τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ελέγχου για την εξασφάλιση της καλής λειτουργίας του καθεστώτος ενίσχυσης (βλ.

άρθρ. 10 και το προοίμιο του Κανονισμού). Κατ' επίκληση, μεταξύ άλλων, του Κανονισμού 1964/87 του Συμβουλίου για την προσαρμογή του καθεστώτος ενίσχυσης για το βαμβάκι, του Κανονισμού 1554/95 του Συμβουλίου, του Κανονισμού 1201/89 της Επιτροπής για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του εν λόγω καθεστώτος και του Κανονισμού 729/70 του Συμβουλίου για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής εκδόθηκε η κοινή απόφαση 31100/1995 (ΦΕΚ 507 Β') των Υπουργών Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Γεωργίας με τίτλο "Μέτρα για τη διασφάλιση της Κοινοτικής ενίσχυσης του βαμβακιού και απόδοσής της στους δικαιούχους παραγωγής".

Ακολούθως, και σε εκτέλεση των Κανονισμών (ΕΚ) 1051/2001 και 1591/2001, εκδόθηκε η 55645/25-9-2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Χωροταξίας, Περιβάλλοντος και Δημοσίων Έργων και Γεωργίας, με τίτλο "Καθορισμός διαδικασιών και ελέγχων του κοινοτικού καθεστώτος καταβολής της ενίσχυσης στην παραγωγή βάμβακος και μέτρων για τη διασφάλιση αυτού".

Με τις ως άνω διατάξεις, εισάγεται, σύστημα κανόνων δικαίου, οι οποίοι αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση σκοπού δημόσιου συμφέροντος που συνίσταται στην ενίσχυση για την ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας και ειδικότερα τη διατήρηση της ισορροπίας της παραγωγής βαμβακιού, την ενίσχυση των παραγωγών αυτού μέσα στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής, που αποτελεί διακηρυγμένο στόχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά το άρθρο 39 της Συνθήκης (νέο άρθρο 33 της Κωδ.

ΣυνθΕΚ) με την καταβολή κοινοτικών επιδοτήσεων σ' αυτούς, μέσω των εκκοκκιστικών επιχειρήσεων. Με το κανονιστικό αυτό καθεστώς προβλέπονται ειδικές διοικητικές διαδικασίες, με τις οποίες επιδιώκεται η διασφάλιση της κοινοτικής ενίσχυσης και της απόδοσής της στους δικαιούχους παραγωγούς. Συγκεκριμένα για το σκοπό αυτό θεσπίζονται, μεταξύ άλλων ο έλεγχος των καλλιεργούμενων εκτάσεων και της παραγωγής, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία παραλαβής συσπόρου βαμβακιού από τις εκκοκκιστικές επιχειρήσεις, ο έλεγχος των εκκοκκιστηρίων και των εκκοκκιστικών επιχειρήσεων καθώς και οι προϋποθέσεις και η διαδικασία καταβολής των κοινοτικών ενισχύσεων.

Προβλέπεται δε η επιβολή αυστηρών διοικητικών κυρώσεων για τις παραβάσεις των διατάξεων των Κανονισμών και της εθνικής νομοθεσίας σε βάρος τόσο των παραγωγών, όσο και των εκκοκκιστικών επιχειρήσεων, που επιβάλλονται είτε από τον Οργανισμό Βάμβακος, είτε από τον Υπουργό Γεωργίας και συνίστανται, μεταξύ άλλων, στον αποκλεισμό του παραγωγού από κάθε κοινοτική ενίσχυση για ορισμένη χρονική περίοδο, στην προσωρινή ή οριστική αφαίρεση της άδειας λειτουργίας του εκκοκκιστηρίου και στην επιβολή προστίμων που εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.

Με το άρθρο 15 της ίδιας απόφασης, προβλέπεται ότι το ποσό της ενίσχυσης κατατίθεται στο λογαριασμό της εκκοκιστικής επιχείρησης που είναι δεσμευμένος και στην περίπτωση που μένει σ' αυτόν υπόλοιπο μεγαλύτερο από την αξία των εντολών της αυτόματης πληρωμής, ο λογαριασμός αποδεσμεύεται μόνο μετά από προηγούμενη έγγραφη έγκριση της αρμόδιας υπηρεσίας του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε..

Με την 27834/20-8-1991 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ. 3 του ν. 992/1979, ορίστηκε ότι ο Οργανισμός Βάμβακος είναι αρμόδιος, μεταξύ των άλλων, για τον έλεγχο της ποσότητας και της ποιότητας του συσπόρου βαμβακιού που εισκομίζεται στα εκκοκιστήρια (παρ. 2 περ. 2), για τον διοικητικό και λογιστικό έλεγχο στα τηρούμενα αποδεικτικά έγγραφα και τα δικαιολογητικά ενισχύσεων, καθώς και την αναγνώριση και εκκαθάριση των δαπανών των ενισχύσεων (παρ. 2 περ. 8), παρέχει, δε, το δικαίωμα ενίσχυσης στην ποσότητα του βαμβακιού που θεωρείται ότι πληροί τους όρους.

Με το άρθρο 1 του π.δ. 153/2003 "Κατάργηση του Οργανισμού Βάμβακος", ο Οργανισμός Βάμβακος καταργήθηκε, δύο μήνες μετά τη δημοσίευση αυτού του διατάγματος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και οι αρμοδιότητες αυτού μεταφέρθηκαν στον εποπτευόμενο από το Υπουργείο Γεωργίας "Οργανισμό Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.)", που είχε συσταθεί με το ν. 2637/1998.

Μεταξύ των σκοπών του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., είναι η πρόληψη και η πάταξη κάθε ατασθαλίας σε βάρος των πιστώσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (Ε.Γ.Τ.Ε.), του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (Ε.Γ.Τ.Α.Α.) και του Ευρωπαϊκού Αλιευτικού Ταμείου (Ε.Α.Τ.), όπως και η ανάκτηση τυχόν χρηματικών ποσών, τα οποία έχουν καταβληθεί παρανόμως ή αχρεωστήτως (άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2637/1998), οι δε αρμοδιότητές του, εκτός των άλλων, συνίστανται στον έλεγχο των δικαιολογητικών πληρωμής και η αναγνώριση και εκκαθάριση των δαπανών που βαρύνουν τον συσταθέντα με το άρθρο 26 του ν. 992/1979, Ειδικό Λογαριασμό Εγγυήσεων Γεωργικών Προϊόντων (Ε.Λ.Ε.Γ.Ε.Π.) η έγκριση της πληρωμής τους και η έκδοση εντολών πληρωμής σε βάρος του ως άνω Ειδικού Λογαριασμού, η διενέργεια κάθε είδους ελέγχου σχετικού με τη νομιμότητα των πληρωμών και την κίνηση των προβλεπόμενων διαδικασιών για την ανάκτηση των καταβληθέντων παρανόμως ή αχρεωστήτως, καθώς και η επιβολή κάθε νόμιμης κύρωσης (άρθρο 14 παρ. 2 περ.

α' και β' του ν. 2367/1998). Στο πλαίσιο της υποχρέωσης των κρατών να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ελέγχου για την εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του καθεστώτος ενισχύσεων και της καταβολής τους στους πραγματικούς δικαιούχους και για τις ποσότητες βαμβακιού που έχουν παραχθεί και έχουν την απαιτούμενη ποιότητα, αποτροπής δε της παράβασης κοινοτικών ή εθνικών διατάξεων, καθώς και της επιχείρησης παραπλάνησης ή και εξαπάτησης των εντεταλμένων οργάνων για την είσπραξη μη δικαιουμένων ενισχύσεων, επιβάλλονται πάσης φύσεως διοικητικές κυρώσεις ή λαμβάνονται διοικητικά εν γένει μέτρα, είτε σε πρόσωπα που επιδιώκουν την καταβολή ενισχύσεων στα ίδια (είτε είναι παραγωγοί των προϊόντων, είτε είναι επιχειρήσεις που επεξεργάζονται τα προϊόντα αυτά), είτε σε πρόσωπα που δεν δικαιούνται μεν τα ίδια ενισχύσεων, εμπλέκονται, όμως, στην διαδικασία για την καταβολή ενισχύσεως στους δικαιούχους αυτής.

Για την περίπτωση δε παράνομης ή αχρεώστητης καταβολής ενισχύσεων, στο άρθρο 28 του ν. 2520/1997, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2732/1999 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 23 παρ. 24-31 του ν. 2945/2001, προβλέπεται ότι : "1. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί παράνομη ή αχρεώστητη καταβολή, λόγω μη τηρήσεως κοινοτικών ή εθνικών διατάξεων, σε βάρος του Ειδικού Λογαριασμού Εγγυήσεων Γεωργικών Προϊόντων (Ε.Λ.Ε.ΓΕ.Π.), η αρμόδια Διεύθυνση της Γενικής Διευθύνσεως Διαχειρίσεως Αγορών Γεωργικών Προϊόντων (ΓΕ.ΔΙ.Δ.Α.ΓΕ.Π.) του Υπουργείου Γεωργίας ή του Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.) από την κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 28 του ν. 2637/1998 έναρξη λειτουργίας του:

α) ....? β) Συντάσσει μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών έκθεση ελέγχου για τη νομιμότητα ή μη της πληρωμής, αφού εξετάσει τις έγγραφες παρατηρήσεις και τα προσκομισθέντα στοιχεία. ? Επίσης, εφόσον από κοινοτικές ή εθνικές διατάξεις προβλέπεται στην εξεταζόμενη περίπτωση η επιβολή διοικητικών κυρώσεων, στην έκθεση αναφέρεται το είδος των επιβαλλόμενων διοικητικών κυρώσεων, το ύψος των χρηματικών ποινών και προστίμων, καθώς και ο τρόπος υπολογισμού τους.

Η έκθεση υποβάλλεται στον Υπουργό Γεωργίας ή στην υπηρεσία που ορίζεται με απόφασή του, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Τα ποσά που έχουν καταβληθεί αδικαιολογήτως επιστρέφονται εντόκως, 2. Οι βάσει της προηγούμενης διαδικασίας εκδιδόμενες αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας αποτελούν νόμιμο τίτλο εισπράξεως 3.

Μετά την επίδοση της απόφασης, ο υπόχρεος οφείλει να καταθέσει, μέσα στην προθεσμία που έχει ταχθεί, το ποσό που αναγράφεται στην απόφαση σε οποιοδήποτε υποκατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος στον τηρούμενο υπέρ του Ε.Λ.Ε.ΓΕ.Π. λογαριασμό και να προσκομίσει αμέσως το παραστατικό της καταθέσεως στην αρμόδια Διεύθυνση.

Σε περίπτωση μη καταβολής του απαιτούμενου ποσού, αυτό βεβαιώνεται στην αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος Δ.Ο.Υ. του υποχρέου, εισπράττεται κατά τις διατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων και αποδίδεται στον Ειδικό Λογαριασμό Εγγυήσεων Γεωργικών Προϊόντων. 4..... 5..... 6. Κατά των αποφάσεων της παραγράφου 2, ο υπόχρεος δικαιούται να προσφύγει ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της αποφάσεως, εφαρμοζομένων των διατάξεων του π.δ. 341/1978, εκτός των περιπτώσεων που, σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία δικαιολογήσεως και εισπράξεως του επίδικου ποσού, ο υπόχρεος θεωρείται δημόσιος υπόλογος, οπότε δικαιούται να ασκήσει έφεση μέσα στην ίδια προθεσμία, ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου.".

Για την επίτευξη των ως άνω σκοπών που ορίζουν οι κοινοτικοί κανονισμοί, προβλέφθηκε η υποχρεωτική κατάθεση της προκαταβολής της ενίσχυσης σε δεσμευμένο λογαριασμό της εκκοκιστικής επιχείρησης στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος. Στον ίδιο λογαριασμό κατατίθεται και το υπόλοιπο ποσό της αξίας του προϊόντος, όπως αυτό θα διαμορφωθεί μετά την οριστικοποίηση της μείωσης της ενίσχυσης (συνυπευθυνότητας) και τυχόν ποιοτικών διαφορών του εισκομισθέντος προϊόντος.

Συνεπώς, τα χρηματικά ποσά των κοινοτικών ενισχύσεων για τους παραγωγούς βαμβακιού κατατίθενται σε λογαριασμό της εκκοκιστικής επιχείρησης στην ΑΤΕ. Από το λογαριασμό αυτό γίνεται η πληρωμή της αξίας του συσπόρου βαμβακιού από την εκκοκιστική επιχείρηση προς τους βαμβακοπαραγωγούς, ύστερα από κατάθεση εκ μέρους της εκκοκιστικής επιχείρησης στον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.

των καταστάσεων που συντάσσει για τους παραγωγούς και μόνο με δίγραμμες επιταγές που εκδίδονται σε διαταγή του προσώπου του βαμβακοπαραγωγού που παρέδινε βαμβάκι στο εκκοκιστήριό της, εξοφλητέες στην ΑΤΕ αυτοπροσώπως. Ο λογαριασμός αυτός, όπως προαναφέρθηκε, ήταν δεσμευμένος, για το ποσό των ενισχύσεων που είχαν κατατεθεί, όπως ακριβώς προβλέπονταν από το ισχύον νομικό καθεστώς για επιχειρήσεις αγοράς και διάθεσης γεωργικών προϊόντων, που χρηματοδοτούνταν από το Ε.Γ.Τ.Π.Ε.

Ο λογαριασμός αυτός δεν μπορούσε να αποδεσμευθεί παρά μετά την αποπληρωμή όλων των δικαιούχων παραγωγών και μόνο μετά από βεβαίωση της Τράπεζας για την οριστική εξόφληση όλων των παραγωγών που πραγματοποιείται εντός 15 ημερών από την ημέρα κατάθεσης του υπολοίπου της ενίσχυσης στον ως άνω δεσμευμένο λογαριασμό.

Αλλά και μετά την πληρωμή όλων των δικαιούχων παραγωγών, δεν μπορούσε να αποδοθεί στην εκκοκιστική επιχείρηση το υπόλοιπο που απέμεινε στον ως άνω δεσμευμένο λογαριασμό, χωρίς την προηγούμενη έγγραφη έγκριση της αρμόδιας υπηρεσίας του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.. Με τον τρόπο αυτό ο δεσμευμένος λογαριασμός εξασφάλιζε τον ως άνω σκοπό για τον οποίο καταθέτονταν σ' αυτόν χρήματα του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων για δραστηριότητες που αφορούσαν το βαμβάκι, καθόσον δεν μπορούσε να αποδοθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού, το οποίο απέμεινε από την αξία των εντολών της πληρωμής των βαμβακοπαραγωγών, αφού αν ο Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., που είναι ο μόνος αρμόδιος Οργανισμός βάσει του νόμου να προβεί σε έλεγχο των καταστάσεων των παραγωγών, των ποσοτήτων βαμβακιού που παραδόθηκαν, της πληρωμής αυτών και της εφαρμογής της Κοινοτικής και Εθνικής Νομοθεσίας εκ μέρους της εκκοκιστικής επιχείρησης, διαπίστωνε ότι υπάρχουν άλλες συναφείς απαιτήσεις από παράβαση της κοινοτικής ή εθνικής νομοθεσίας σχετικές με την επιδότηση, και ειδικότερα απαίτηση αυτού περί επιστροφής παρανόμως ή αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, συνεπεία τέτοιας παράβασης, μπορούσε να μη δώσει την έγγραφη έγκριση για αποδέσμευση του λογαριασμού, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιστροφής των ποσών που καταβλήθηκαν αδικαιολόγητα.

Εξάλλου, το άνοιγμα ενός λογαριασμού σε τράπεζα προϋποθέτει τραπεζική σύμβαση, την οποία και εξυπηρετεί. Ο λογαριασμός αποτελεί ουσιαστικά ένα συνοπτικό πίνακα των αμοιβαίων χρεωπιστώσεων μεταξύ τράπεζας και πελάτη, με κωδικούς που καταδεικνύουν την αιτία κάθε εγγραφής, τόσο ως προς τις καταβολές που πραγματοποιεί ο πελάτης ή τρίτο πρόσωπο υπέρ αυτού, όσο και ως προς τις καταβολές ή πληρωμές που κάνει η ίδια προς τον πελάτη της ή σε τρίτους για λογαριασμό του.

Η ύπαρξη μιας απαίτησης ή η δυνατότητα άσκησής της εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από την τραπεζική σύμβαση που εξυπηρετεί ο λογαριασμός. Έτσι, η νομική θέση του πελάτη έχει ως θεμέλιο την τραπεζική σύμβαση, η οποία καθορίζει και το είδος του λογαριασμού. Η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα συνιστάται με σύμβαση, που καταρτίζεται μεταξύ της τράπεζας και του καταθέτη και ως ελάχιστο περιεχόμενο έχει τα στοιχεία της ανώμαλης παρακαταθήκης της διάταξης του άρθρου 830 ΑΚ.

Η τραπεζική πρακτική, η παρεμβατική πολιτική του κράτους, αλλά και οι ανάγκες των συναλλαγών έχουν διαμορφώσει διάφορα είδη χρηματικών καταθέσεων, με ποικίλο περιεχόμενο. Για τη λήξη της συμβάσεως καταθέσεως σημασία έχει κατ' αρχήν η συμβατική ρύθμιση ή οι διατάξεις για την παρακαταθήκη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 830 ΑΚ.

Συνήθως υφίσταται η σύμβαση εωσότου ο καταθέτης ζητήσει από την τράπεζα την ολική απόδοση της κατάθεσης (άρθρου 827 ΑΚ). Η άσκηση, όμως, αυτής της απαίτησης δεν σημαίνει πάντα και τη λήξη της συμβατικής σχέσης. Αποτέλεσμα της λήξης της σύμβασης είναι, ότι ο καταθέτης έχει μονάχα δικαίωμα να αναλάβει το υπόλοιπο της κατάθεσης, ενώ η τράπεζα μπορεί να προσφέρει το ποσό της κατάθεσης.

Είδος κατάθεσης αποτελούν και οι δεσμευμένες καταθέσεις. Το είδος αυτό καταθέσεων δημιουργείται είτε με τη βούληση του καταθέτη, είτε με διάταξη νόμου, είτε τέλος με τη λήψη κάποιου δικαστικού αναγκαστικού μέτρου, η δε λειτουργία τους έγκειται στην για ορισμένο χρονικό διάστημα ή υφ' ορισμένους όρους μη απόδοση τους στο δικαιούχο.

Δεσμευμένες καταθέσεις είναι, μεταξύ άλλων, οι καταθέσεις που είναι υπό όρον αποδοτέες ή με την πλήρωση ορισμένων όρων, καθώς και οι καταθέσεις που είναι δεσμευμένες με δικαστικές αποφάσεις, αλλά και οι καταθέσεις που δεσμεύονται κατά 50% στην περίπτωση του άρθρου 14 ν. 2523/1997 (ΑΠ 356/2013). Επίσης, δεσμευμένες είναι και οι καταθέσεις του δεσμευμένου λογαριασμού στον οποίο κατατίθενται οι ενισχύσεις για την πληρωμή των βαμβακοπαραγωγών, όχι μόνο μέχρι του ποσού που απαιτείται για την εξόφληση των βαμβακοπαραγωγών, αλλά και για το υπόλοιπο ποσό που απομένει στον ως άνω δεσμευμένο λογαριασμό, μεγαλύτερο από την αξία εντολών της αυτόματης πληρωμής.

Τούτο, διότι, το ποσό που απομένει στο λογαριασμό αυτό, δεν μπορεί, όπως προαναφέρθηκε, να αποδοθεί στην εκκοκιστική επιχείρηση χωρίς την έγγραφη έγκριση του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. Η τελευταία δε ρύθμιση, με βάση όσα προαναφέρθηκαν για το σκοπό θέσπισης των ως άνω διατάξεων, του εν γένει περιεχομένου αυτών και της διαδικασίας είσπραξης του μέρους των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν παρανόμως ή αχρεωστήτως, προβλέφθηκε προκειμένου με το απομένον υπόλοιπο του λογαριασμού, να καλυφθούν άλλες συναφείς απαιτήσεις ή αξιώσεις από επιστροφές ενισχύσεων ή πρόστιμα εξαιτίας παράβασης της κοινοτικής ή εθνικής νομοθεσίας σχετική με την επιδότηση.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, που αποτελεί περιορισμό της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, η οποία θεσπίζεται με το άρθρο 361 ΑΚ, "δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη", κατά δε το άρθρο 175 του ίδιου Κώδικα "η διάθεση ενός αντικειμένου είναι άκυρη αν ο νόμος την απαγορεύει.

Αν η απαγόρευση έχει οριστεί για το συμφέρον ορισμένων προσώπων, την ακυρότητα μπορούν να προτείνουν μόνο αυτά". Οι διατάξεις αυτές, καθιερώνουν την αρχή της ακυρότητας της δικαιοπραξίας, η οποία αντιβαίνει σε απαγορευτικού ή επιτακτικού χαρακτήρα-δημόσιας τάξης- διάταξη οποιουδήποτε νόμου, ακόμη και ποινικού.

Η παραπάνω απαγόρευση περιλαμβάνει διατάξεις που αποδοκιμάζουν τη δικαιοπραξία καθ' εαυτήν ή το επιδιωκόμενο με αυτήν αποτέλεσμα ή της εξωτερικές συνθήκες της δικαιοπραξίας. Απαγορευτικές διατάξεις, κατά την έννοια της άνω διάταξης, είναι και οι διατάξεις που θεσπίζουν απαγόρευση διάθεσης, όπως τη μεταβίβαση, αλλοίωση ή επιβάρυνση οποιουδήποτε πράγματος ή δικαιώματος και γενικά νομική μεταβολή αυτού με εκποιητική δικαιοπραξία.

Στην έννοια δε του αντικειμένου της διάθεσης, περιλαμβάνεται όχι μόνο το πράγμα ή εμπράγματο δικαίωμα, αλλά κάθε δικαίωμα, όπως ενοχικό ή στοιχείο περιουσίας. Η εξουσία προς διάθεση είναι σχέση που συνδέει το συγκεκριμένο αντικείμενο προς το φορέα του και η δυνατότητα που του παρέχεται να προβαίνει σε δικαιοπραξίες διάθεσης αυτού.

Η απαγόρευση δε της διάθεσης είναι ιδιότητα τροποιητική του περιεχομένου του. Τέτοια απαγόρευση μπορεί να τεθεί είτε από το νόμο είτε με δικαστική απόφαση ή δικαιοπραξία. Όταν η απαγόρευση διάθεσης τίθεται από το νόμο, η παρά την απαγόρευση αυτή διάθεση του δικαιώματος είναι σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 175 ΑΚ άκυρη.

Η ακυρότητα είναι απόλυτη, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, εφόσον υποβληθούν τα πραγματικά περιστατικά που τη συνιστούν, είναι δε οριστική και αθεράπευτη, ήτοι δεν κυρώνεται η σχετική δικαιοπραξία με μεταγενέστερη έκλειψη του λόγου ακυρότητας, με αναγνώριση από τα μέρη ή παραίτηση, ακόμη δε και η τυχόν εκπλήρωση της δικαιοπραξίας δεν την καθιστά έγκυρη, εκτός μόνο από ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις (άρθρ. 498 παρ. 2, 849 παρ. 2, 1872 εδ.

β' ΑΚ και 869 εδ. 2 Κ.Πολ.Δ) (ΑΠ 1929/2009). Επίσης, η ακυρότητα επέρχεται ανεξάρτητα από τη γνώση της απαγορευτικής διάταξης. Την απόλυτη αυτή ακυρότητα έχει δικαίωμα να επικαλεστεί οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον (ΑΠ 472/2015). Αντιβαίνει δε σε απαγορευτική διάταξη κάποιου νόμου μια δικαιοπραξία όχι μόνο όταν έρχεται σε αντίθεση με αυτόν ευθέως, αλλά και όταν επιδιώκεται με αυτή αποτέλεσμα που αποδοκιμάζεται από το νόμο (ΑΠ 676/2014, ΑΠ 926/2011).

Στην περίπτωση που ορίζεται ρητά η απαγόρευση διάθεσης, περιττεύει η έρευνα του σκοπού της διάταξης, αν όμως, δεν αναφέρεται ρητά, μπορεί να συνάγεται από την έννοια, το σκοπό και το περιεχόμενο της συγκεκριμένης απαγορευτικής διάταξης, ενδεχομένως δε και από το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας (ΑΠ 1406/2013).

Με δικαιοπρακτική διάθεση εξομοιώνεται και αυτή που πραγματοποιείται από το δανειστή με αναγκαστική κατάσχεση και πλειστηριασμό, δοθέντος ότι πρόκειται για εκποίηση του πράγματος ή δικαιώματος του οφειλέτη (ΟλΑΠ 1688/1983, ΑΠ 1642/2002), η οποία θεωρείται ότι γίνεται από αυτόν, κατά νομικό πλάσμα διότι λείπει η πραγματική του βούληση.

Η διάθεση αυτή είναι ιδιόρρυθμη όχι μόνο γιατί γίνεται με επίσπευση και επιμέλεια του δανειστή, αλλά κυρίως γιατί γίνεται με τη σύμπραξη της δημόσιας αρχής. Σύμφωνα με όλα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, οι δεσμεύσεις λογαριασμού εκκοκιστικής επιχείρησης, είτε με βάση τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 εδ. τελευταίο του Ν. 2523/1997, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 16 του Ν. 2992/2002 και αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 27 του Ν. 3296/2004, είτε με βάση την 55645/25-9-2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Χωροταξίας, Περιβάλλοντος και Δημοσίων Έργων και Γεωργίας, αποτελούν απαγόρευση της διάθεσης του ποσού του δεσμευμένου λογαριασμού.

Τούτο συνάγεται με σαφήνεια από την έννοια, το σκοπό και το περιεχόμενο των συγκεκριμένων απαγορευτικών διατάξεων, με βάση τους αναφερόμενους ανωτέρω σκοπούς για τους οποίους θεσπίστηκαν. Αυτή η απαγόρευση διάθεσης, θεσπισθείσα από το νόμο, είναι απόλυτη αυτή και έχει δικαίωμα να επικαλεστεί οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, ιδιαίτερα, δε, η Τράπεζα στην οποία τηρείται ο δεσμευμένος λογαριασμός και η οποία υποχρεώνεται να εφαρμόσει αμέσως μόλις ενημερωθεί, τις απαγορεύσεις και δεσμεύσεις που προβλέπονται από τις ως άνω διατάξεις, χωρίς καμία άλλη διαδικασία ή διατύπωση.

Αν πραγματοποιηθεί η διάθεση παρά την απαγόρευση, αυτή (διάθεση) είναι άκυρη. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015).

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).

Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 533/2016). Τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 184/2017).

Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 360/2014, ΑΠ 1351/2011). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.

Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 360/2014).

Συνεπώς, αντιφατικότητα υπάρχει όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε σε συνδυασμό με το σκεπτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε, δηλαδή να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 1131/2007).

Η αντιφατικότητα είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και του περιεχομένου άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 156/2017, ΑΠ 1376/2011), μπορεί, δε, να αναφέρεται και στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 5/1994).

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά επί της ουσίας κρίση της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 15-12-07 μεταξύ του εκπροσώπου της αιτούσας, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "A. AE.", η οποία εδρεύει στο Βέλγιο και των εκπροσώπων της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ε.

Σ. ΑΕ-Εμπορίας και Διάθεσης Αγροτικών Προϊόντων", που εδρεύει στις Σέρρες και τελεί υπό εκκαθάριση, είναι δε συνδεδεμένη εταιρία με την αιτούσα, η οποία μετέχει κατά ποσοστό 60% στο μετοχικό της κεφάλαιο, καταρτίστηκε έγγραφη συμφωνία, δυνάμει της οποίας, η δεύτερη αναγνώρισε ότι οφείλει στην πρώτη (μητρική εταιρία), ανεξάρτητα από την πραγματική αιτία της οφειλής της, το συνολικό ποσό των 17.281.932,30 ευρώ, πλέον τόκων και ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει το ποσό αυτό σε δόσεις, αρχής γενομένης από 30-3-2008 και της τελευταίας καταβλητέας στις 28-2-2010.

Με βάση το έγγραφο αυτό, η αιτούσα επέτυχε την έκδοση σε βάρος της οφειλέτιδάς της, μεταξύ άλλων και της υπ' αριθ. 38712/2009 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε η τελευταία να της καταβάλλει νομιμότοκα το συνολικό ποσό των 600.000 .ευρώ, πού αντιστοιχούσε στις τρείς τελευταίες δόσεις ήτοι α) της 30-10-2009 ποσού 200.000 ευρώ, β) της 30-12- 2009 ποσού 200.000 ευρώ και γ) της 28-2-2010 ποσού 200.000 ευρώ.

Κατόπιν, η αιτούσα επέδωσε αντίγραφο από πρώτο απόγραφο εκτελεστό της άνω διαταγής πληρωμής, με επιταγή προς πληρωμή στην οφειλέτιδά της δύο φορές, (βλ. τις υπ' αριθ. 6066/11-12-2009 και 6127/7-1-2009 εκθέσεις επιδόσεως επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Σερρών Β. Τ.), χωρίς η τελευταία να ασκήσει ανακοπή και έτσι η άνω διαταγή πληρωμής απέκτησε ισχύ δεδικασμένου.

Περαιτέρω, η αιτούσα με την επίδοση στις 12-1-2010 στην όφειλέτιδά της - καθής η εκτέλεση και στις 13-1-2010 στην καθ' ης η αίτηση "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" του από 8-1-2010 κατασχετηρίου εγγράφου (βλ. την υπ' αριθ. 6143/12- 1-2010 έκθεση επιδόσεως του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή και. την υπ' αριθ. 10995Β'/13-1-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βέροιας …), κατέσχεσε στα χέρια της καθ' ης η αίτηση, ως τρίτης, το ποσό των 600,000 ευρώ για το σύνολο της προαναφερόμενης απαίτησής της, όπως περιγράφεται στην προκοινοποιηθείσα επιταγή προς πληρωμή και στην οποία περιλαμβάνονται, πέραν του κεφαλαίου (600.000 ευρώ), οι τόκοι και τα έξοδα.

Εντός της οριζόμενης από διάταξη του άρθρου 985 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας, η καθ' ης η αίτηση-τρίτη, προέβη στον Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Βέροιας στην υπ' αριθ. 16/19-1-2010 καταφατική δήλωσή της, σύμφωνα με την οποία η οφειλέτιδά της αιτούσας τυγχάνει πράγματι δικαιούχος λογαριασμού όψεως στο κατάστημά της (Παύλου Μελά αριθ. 13-15, Βέροια), ο οποίος, κατά την ημερομηνία κοινοποίησης του κατασχετηρίου, εμφάνιζε υπόλοιπο 621.962,60 ευρώ, πλην όμως είναι, δεσμευμένο το 50% της άνω κατάθεσης ήτοι το ποσό των 310.981,30 ευρώ υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και όσον αφορά το υπόλοιπο ποσό των 310.981,30 ευρώ (50%) δεν είναι επιτρεπτή η αποδέσμευση και η απόδοσή του στην αιτούσα, καθόσον σύμφωνα με το υπ' αριθ.

πρωτ. 144188 έγγραφο του Οργανισμού Πληρωμών καΙ Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε), πού κοινοποιήθηκε στο κατάστημά της, όπου τηρείται ο ανωτέρω λογαριασμός, στις 2-10-2008, εκκρεμεί από 22-7-2007 αίτημα ανάκτησης από την άνω επιχείρηση (οφειλέτιδα) αχρεωστήτως καταβληθεισών σ' αυτήν ενισχύσεων, ύψους 322.568,90 ευρώ, σύμφωνα με έγγραφα της Δ/νσης Ελέγχου Δαπανών του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατή η αποδέσμευση του ως άνω λογαριασμού έως την ολοκλήρωση των διαδικασιών ανάκτησης των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, για τα οποία θα πρέπει να δοθεί νέα εντολή αποδέσμευσης και απόδοσής τους από τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.

Πραγματικά, σύμφωνα με το υπ' αριθ. πρωτ. 1040317/1 1333/ΔΕ-Γ'/28-5-03 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων, Διεύθυνση Ελέγχου - Τμήμα Ποινών, ελήφθησαν μέτρα για την διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου έναντι της επιχείρησης "Β. Π.ς του Π.-Μ. Α.", επειδή διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση αυτή για την χρήση έτους 2000 εξέδωσε εικονικά φορολογικά στοιχεία, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει τα όρια της διάταξης του άρθρου 14 παρ. 1 εδ.

ε' του Ν. 2325/1997, δηλαδή των 150.000 ευρώ, και συγκεκριμένα η αναστολή έναντι του Δημοσίου του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων, των λογαριασμών, των κοινών λογαριασμών, των συμβάσεων και των πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου των θυρίδων της παραπάνω επιχείρησης σε Τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα καθώς και η δέσμευση του 50% αυτών.

Τα παραπάνω μέτρα ελήφθησαν και σε βάρος της καθ ης η εκτέλεση εταιρείας, ως ασκούσας πράγματι την δραστηριότητα της προαναφερόμενης ατομικής επιχείρησης καθώς επίσης και για τους νομίμους εκπροσώπους αυτής. Επίσης σύμφωνα με το υπ' αριθ. πρωτ. 1094060/13553/ΔΕ-Γ'/18-11-03 Οικονομικών, Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων, Διεύθυνση Ελέγχου - Τμήμα Ποινών, ελήφθησαν μέτρα για την διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου έναντι της επιχείρησης "Ν.

Σ. του Ε." επειδή διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση αυτή για την χρήση 2000, εξέδωσε εικονικά φορολογικά στοιχεία, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει τα όρια της διάταξης του άρθρου 14 παρ.1 εδ. ε' του Ν. 2325/1997, κατά τα προαναφερόμενα,και συγκεκριμένα ή αναστολή έναντι του Δημοσίου του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων, των λογαριασμών, των κοινών λογαριασμών, των συμβάσεων και των πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου των θυρίδων της επιχείρησης σε Τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα καθώς και η δέσμευση του 50% αυτών.

Τα ίδια μέτρα ελήφθησαν και σε βάρος της καθ' ης η εκτέλεση εταιρίας, ως πράγματι ασκούσας την δραστηριότητα της προαναφερόμενης ατομικής και των πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του πέριεχομένου των θυρίδων της επιχείρησης σε Τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα καθώς και η δέσμευση του 50% αυτών.

Τα ίδια μέτρα ελήφθησαν και σε βάρος της καθ' ης η εκτέλεση εταιρίας, ως πράγματι ασκούσας την δραστηριότητα της προαναφερόμενης ατομικής επιχείρησης, καθώς επίσης και για τους νομίμους εκπροσώπους της. Τέλος, με το υπ' αριθ. πρωτ. 1096130/13660/ΔΕ-Γ'/15-10-2004 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομίας και και Οικονομικών, Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων, Διεύθυνση Ελέγχου - Τμήμα Ποινών, ελήφθησαν μέτρα για την διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, έναντι της ίδιας της καθ' ης η εκτέλεση εταιρίας, διότι διαπιστώθηκε ότι η ως άνω επιχείρηση για την χρήση 9.7.1996 - 31.12.1997 έλαβε εικονικά φορολογικά στοιχεία, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει τα όρια της διάταξης του άρθρου 14 παρ. 1 εδ.

ε' του Ν. 2325/1997 και ειδικότερα η αναστολή έναντι του Δημοσίου του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων, των λογαριασμών, των κοινών λογαριασμών, των συμβάσεων και των πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου των θυρίδων της επιχείρησης σε Τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα καθώς και η δέσμευση του 50% αυτών.

Η λήψη των ως άνω μέτρων επιβεβαιώνεται και με το υπ' αριθ. πρωτ. 4973/10-5-97 έγγραφο της Β' ΔΟΥ Σερρών και με το υπ' αριθ. πρωτ. 1531/17-4-07 έγγραφο του ΔΕΚ Θεσσαλονίκης. Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα πιθανολογήθηκε ότι καθ' ης η εκτέλεση εταιρία, "Ε. Σ. Ε", που εδρεύει στο Παραλίμνιο Σερρών, μίσθωσε για την εκκοκκιστική περίοδο 2000-2001 εκκοκκιστήριο βάμβακος στη Βέροια.

Στο εκκοκκιστήριο αυτό παραδίδονταν από τους παραγωγούς βαμβάκι, που επιδοτούνταν από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ε.Γ.Τ.Π.Ε.) και για τον λόγο αυτό οι παραγωγοί δικαιούνταν επιδότησης. Η ανωτέρω εταιρία, ήταν υποχρεωμένη να συντάσσει κατάσταση με τα ονόματα των παραγωγών και τις ποσότητες βάμβακος που παραδίδονταν στο εκκοκκιστήριο της.

Τις καταστάσεις αυτές τις υπέβαλε προς τον Οργανισμό Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεως (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε). Η επιδότηση αυτή κατατίθετο στον λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας (Ε. Σ. Α.Ε), που είχε ανοιχτεί στο κατάστημα της καθ' ης η αίτηση τράπεζας στη Βέροια. Από τον λογαριασμό αυτόν θα πληρώνονταν αποκλειστικά επιταγές εκδόσεως της ανωτέρω εταιρίας σε διαταγή παραγωγών βάμβακος, και δεν θα μπορούσε να κλείσει, παρά μόνο μετά την αποπληρωμή όλων των δικαιούχων παραγωγών αλλά ούτε καιμπορούσε να αποδοθεί το υπόλοιπο του στην ανωτέρω εταιρία, εφόσον υπήρχαν απλήρωτοι δικαιούχοι παραγωγοί, ή υπήρχαν άλλες απαιτήσεις ή υπήρχε παράβαση της κοινοτικής ή εθνικής νομοθεσίας σχετική με την επιδότηση και δεν υπήρχε έγγραφη συναίνεση προς τούτο του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.

Έτσι ο τρόπος πού λειτουργούσε ο ανωτέρω λογαριασμός εξασφάλιζε τον σκοπό για

τον οποίο γινόταν η κατάθεση σ' αυτόν χρημάτων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων για τις δραστηριότητες που αφορούσαν το βαμβάκι. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο λογαριασμός της οφειλέτιδας εταιρίας μπορούσε να αποδοθεί σ' αυτήν μόνον εφόσον υπήρχε έγγραφη συναίνεση του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε και αφού προηγουμένως γινόταν εκ μέρους του έλεγχος, ότι α) είχαν πληρωθεί όλοι oι παραγωγοί βάμβακος, πού παρέδωσαν βαμβάκι στο εκκοκκιστήριο της και β) δεν υπήρχε απαίτηση του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε εναντίον της περί επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, λόγω παράβασης της εθνικής ή κοινοτικής νομοθεσίας, σχετικά με την παραπάνω επιδότηση, αφού ο ανωτέρω Οργανισμός (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.-Ε) ήταν ο μόνος αρμόδιος, σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη προαναφέρθηκαν, να προβεί σε έλεγχο των καταστάσεων των παραγωγών, των παραδοθεισών από αυτούς ποσοτήτων βάμβακος, της πληρωμής τους και της εφαρμογής της κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας εκ μέρους της ανωτέρω εταιρίας.

Περί τα τέλη του έτους 2006 διενεργήθηκε έλεγχος από την Δ/νση Ελέγχου Δαπανών ΕΓΤΠΕ .- Εγγυήσεων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης στα πλαίσια του Καν. (ΕΚ) 4045/1989 για οικονομικές ενισχύσεις πού εισέπραξε η καθης η εκτέλεση εκκοκκιστική επιχείρηση "Ε. Σ. Α.Ε", κατά το οικονομικό έτος Foega 200Ι (εσοδεία 2000/01) στον τομέα του βάμβακος, συνταγείσης σχετικώς της υπ' αριθ. 68752/29-11-2006 Εκθεσης Ελέγχου της άνω υπηρεσίας.

Σύμφωνα με την άνω έκθεση ελέγχου, διαπιστώθηκε ότι από την εξέταση των στοιχείων διαθέσεως ποσοτήτων εκκοκκισμένου βάμβακος, εσοδείας 2000/01, που αντλήθηκαν από το Βιβλίο Αποθήκης της καθ' ης η εκτέλεση εταιρίας, προέκυψε

ότι μέχρι 30/06/2001 είχαν πωληθεί 16.730 δέματα εκκοκισμένου βάμβακος, συνολικού βάρους 3.491.647 κιλών, πλήν όμως στο Βιβλίο Αποθήκης δεν βρέθηκαν καταχωρημένα στοιχεία πωλήσεων για 3.618 δέματα εκκοκκισμένου βάμβακος, τα οποία αφορούσαν τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο και αντιστοιχούσαν σε 755.077 κιλά συσπόρου βάμβακος (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ 116282/13-12-2011 έγγραφο της Δ/νσης Πληρωμών Αγροτικών Ενισχύσεων & Αγοράς - Τμήμα Ενισχύσεων και Καθεστώτων του 0.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε). Στη συνέχεια η Δ/νση Ελέγχου Δαπανών ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεις ζήτησε διευκρινήσεις από την ελεγχόμενη επιχείρηση (καθ' ης η εκτέλεση), η οποία δεν προσκόμισε στοιχεία, που να πιστοποιούν

την πώληση της ανωτέρω ποσότητας και με το

υπ' αριθ. πρωτ.35294/9-2-2007 έγγραφο της ζήτησε από τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε την επιστροφή,

ως αχρεωστήτως καταβληθείσης, της οικονομικής ενίσχυσης, πού αντιστοιχούσε στην ποσότητα των 755.077 κιλών συσπόρου βάμβακος. Ακολούθως ο Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε, με το υπ' αριθ. πρωτ. 24926/22-2-2007 έγγραφό του, κάλεσε, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Ν.2520/97, την ελεγχόμενη επιχείρηση να εκθέσει τις απόψεις της επί του ανακύψαντος θέματος, προσκομίζοντας και τα σχετικά στοιχεία πλην όμως δεν υπήρξε επί της ουσίας ανταπόκριση την καθ' ης, γι' αυτό ο Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε με το υπ' αριθ.

πρωτ. 186488/17-12- 08 έγγραφό του, επανέλαβε τις διαδικασίες, όπως ορίζονται από το άρθρο 28 του Ν. 2520/1997, προς την Ειδική Πληρεξούσια Δικηγόρο των εκκαθαριστών της επιχείρησης, η οποία, με το υπ' αριθ. 4271/15- 01-09 έγγραφο της, δήλωσε ότι αδυνατεί να εκφέρει άποψη σχετικά με τα στοιχεία διάθεσης του εκκοκκισμένου βάμβακος, διότι τα στοιχεία αυτά δεν βρίσκονται στα χέρια της επιχείρησης, αφού αυτή τελεί υπό εκκαθάριση.

Κατόπιν τούτων, ο '' Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε, με το υπ' αριθ. πρωτ. 100663/2-7- 2009 έγγραφό του, εισηγήθηκε προς το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης την ανάκτηση του ποσού των 322.568,90 ευρώ, πού αντιστοιχεί στα 755.077 κιλά συσπόρου βάμβακος (755.077 κιλά Χ 0,42720 € μέση ενίσχυση περιόδου 2000/01), το οποίο προσαυξανόμενο με τους αναλογούντες τόκους, ποσού 1.560,25 € για την χρονική περίοδο από την επομένη της επίδοσης (22-12-08) μέχρι την σύνταξη της απόφασης καταλογισμού (24-06-09), με βάση το επιτόκιο 1,78 % ήτοι ίσο προς το ήμισυ του επιτοκίου των εντόκων γραμματίων του δημοσίου ετήσιας διάρκειας, πού ίσχυε κατά τη σύνταξη της απόφασης προς επιστροφή (άρθρο 23 παρ. 28 του Ν. 2945/2001), ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 324.129,15 ευρώ.

Τέλος, ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 28 παρ. 2 και 5 του Ν.2520/97, με την υπ' αριθ. ΕΜΠ120/14-07-09 Απόφαση του, αποφάσισε την ανάκτηση από την καθ' ης η εκτέλεση του ποσού των 324.129,15 ευρώ, το οποίο όρισε να καταβληθεί, μέσα σε ένα μήνα από την λήψη της άνω απόφασης από την ελεγχόμενη επιχείρηση, στον λογαριασμό πού τηρεί ο Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε στην Αγροτική Τράπεζα, υπέρ του ΕΛΕΓΕΠ, το δε 20 % από αυτόν να παρακρατηθεί, ως έσοδο της χώρας, σύμφωνα με" το άρθρο 32 παρ. 2 του Καν. (ΕΚ) 1290/2005.

Επίσης, με την άνω Υπουργική Απόφαση ορίσθηκε ότι σε περίπτωση μη καταβολής του παραπάνω ποσού και χωρίς άλλη ειδοποίηση η αρμόδια υπηρεσία υποχρεούται να προβεί στην βεβαίωση του στην αρμόδια φορολογία εισοδήματος Δ.Ο.Υ, για την είσπραξή του, κατά τις διατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. Η καθ' ης η εκτέλεση "Ε.

Σ. Α.Ε" δεν προέβη εντός της άνω προθεσμίας στην καταβολή του παραπάνω ποσού, το οποίο και βεβαιώθηκε σε βάρος το υπ' αριθ. 4652/21-12-2009 έγγραφο της Δ.Ο.Υ Σερρών. Τέλος, πιθανολογήθηκε ότι πριν την επιβολή της προαναφερόμενης κατασχέσης στα χέρια της καθ' ης τράπεζας, ως τρίτης, η τελευταία με το υπ' αριθ. 004269/17/09/08 έγγραφό της, ζήτησε από τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε την αποδέσμευση του υπολοίπου ποσού από τον λογαριασμό της καθ' η εκτέλεση, ο δε Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε απάντησε πως δεν είναι δυνατή η συναίνεσή του στην αποδέσμευση του λογαριασμού έως την ολοκλήρωση ,των διαδικασιών ανάκτησης.

Η δε δέσμευση του τραπεζικού -λογαριασμού, πού τηρεί η καθ' ης η εκτέλεση εταιρία στην καθ' ης η αίτηση τράπεζα καθώς και η κίνηση σε βάρος της άνω οφειλέτιδας της

διαδικασίας ανάκτησης της αχρεωστήτως καταβληθείσας από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα σ' αυτήν οικονομικής ενίσχυσης (επιδότησης), δεν είχαν αρθεί έως την συζήτηση της αίτησης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αλλά ούτε και μέχρι σήμερα έχουν αρθεί, πραγματοποιήθηκαν δεν πριν την επιβολή της κατάσχεσης στα χέρια της καθ' ης, ως τρίτης. Βέβαια, αμφότερες δε αποτελούν κατάσχεση, βάσει του άρθρου 30 του ΚΕΔΕ, εμποδίζουν όμως για όσο υφίστανται την ανάλυση του ποσού που ζητεί να αναλάβει η αιτούσα, αφού, όπως εκτέθηκε στην μείζονα σκέψη, αποσκοπούν στη διασφάλιση δημοσίου συμφέροντος. Ειδικότερα, η μεν δέσμευση του 50 % της κατάθεσης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 του Ν. 2523/1997, αποσκοπεί στη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, ούτως ώστε να

εισπραχθούν σύντομα οι επιβληθέντες φόροι και πρόστιμα, προτού προλάβουν όσοι, σύμφωνα με το νόμο, εμπλέκονται στις παραβάσεις να μεταβιβάσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία και αποσύρουν τις καταθέσεις τους, η δε κίνηση της διαδικασίας ανάκτησης των αχρεωστήτως καταβληθεισών από την Ευρωπαϊκή

Ενωση οικονομικών

ενισχύσεων (επιδοτήσεων), πού, προκειμένου να υλοποιηθεί, προϋποθέτει την "δέσμευση", με την έννοια της απαγόρευσης διάθεσης του αντίστοιχου προς επιστροφή χρηματικού ποσού, μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών αποσκοπεί στην πρόληψη και πάταξη κάθε ατασθαλίας σε βάρος των παραπάνω πιστώσεων και στην ανάκτηση τυχόν χρηματικών ποσών, τα οποία έχουν καταβληθεί παρανόμως ή αχρεωστήτως, όπως οι σκοποί της ίδρυσης του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε καθορίζονται στο άρθρο 14 του Ν. 2637/1998. Οι σκοποί αυτοί έχουν αναχθεί από το άρθρο 30 του ΚΕΔΕ, εμποδίζουν όμως για όσο , υφίστανται την ανάληψη του ποσού που ζητεί να αναλάβει η αιτούσα, αφού όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, αποσκοπούν στη διασφάλιση δημοσίου συμφέροντος. Ειδικότερα, η μεν δέσμευση του 50 % της κατάθεσης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 του Ν. 2523/1997, αποσκοπεί στη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, ούτως ώστε να εισπραχθούν σύντομα οι επιβληθέντες φόροι και πρόστιμα, προτού προλάβουν όσοι, σύμφωνα με το νόμο, εμπλέκονται στις παραβάσεις να μεταβιβάσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία και αποσύρουν τις καταθέσεις τους, η δε κίνηση της διαδικασίας ανάκτησης των αχρεωστήτως καταβληθεισών από την Ευρωπαϊκή Ένωση οικονομικών

ενισχύσεων (επιδοτήσεων), πού, προκειμένου να υλοποιηθεί, προϋποθέτει την "δέσμευση", με την έννοια της απαγόρευσης διάθεσης του αντίστοιχου προς επιστροφή χρηματικού ποσού, μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών αποσκοπεί στην πρόληψη και πάταξη κάθε ατασθαλίας σε βάρος των παραπάνω πιστώσεων και στην ανάκτηση τυχόν ρηματικών ποσών, τα οποία έχουν καταβληθεί παρανόμως ή αχρεωστήτως, όπως οι σκοποί της ίδρυσης του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε καθορίζονται στο άρθρο 14 του Ν. 2637/1998.

Οι σκοποί αυτοί έχουν αναχθεί από το νομοθέτη, σε σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, που συνίσταται για μεν το αδίκημα της φοροδιαφυγής στην αποτροπή της απώλειας εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού, με επακόλουθο την στέρηση των δημοσίων εσόδων, για δε την προεκτεθείσα παράβαση της οφειλέτιδας εταιρίας (απουσία από το Βιβλίο Αποθήκης παραστατικών στοιχείων για 3.618 δέματα εκκοκκισμένου βάμβακος), πού συνιστά μη ορθή διαχείριση των κοινοτικών ενισχύσεων από τον επιλεγέντα για χρηματοδότηση φορέα, στον έλεγχο της νομιμότητας των πληρωμών και της ορθής κατανομής των κοινοτικών ενισχύσεων, στην κίνηση των προβλεπόμενων διαδικασιών για την ανάκτηση των καταβληθέντων παρανόμως ή αχρεωστήτως ποσών, καθώς και στην επιβολή κάθε νόμιμης κύρωσης, ώστε να μη ματαιώνεται;

η συμμετοχή ή εξακολούθηση της Κοινοτικής χρηματοδότησης, η οποία εξαρτάται από την εφαρμογή και ακριβή εκτέλεση των προγραμμάτων ενίσχυσης, την εξέλιξη των οποίων παρακολουθεί η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με δικαίωμα (όπως ορίζουν οι διατάξεις του εφαρμοστέου Κανονισμού 4253/88) παρέμβασης, μείωσης, αναστολής, ματαίωσης της πληρωμής ή και αναζήτησης των καταβληθέντων, κατά την διαδικασία εκκαθάρισης περιπτώεις αντικανονικότητας, διακοπής του έργου ή εκτροπής του δικάιούχου φορέα την επιλέξιμη δράση.

Λαμβάνοντας υπόψη τους ανωτέρω δημοσίου συμφέροντος σκοπούς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το μέτρο της

δέσμευσης των καταθέσεων καθώς και η κίνηση της διαδικασίας ανάκτησης, πού προϋποθέτει επίσης δέσμευση των λογαριασμών μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών, έχει την έννοια της απαγόρευσης της κίνησης των τραπεζικών λογαριασμών από τον ίδιο τον δικαιούχο και μόνο, αλλά πρόκειται για απαγόρευση διάθεσης που τέθηκε από το νόμο (πρβλ.άρθρα 175-176 ΑΚ), οπότε και η διάθεση, που επιχειρείται, όπως εν προκειμένω, μέσω της κατάσχεσης από τους δανειστές του καθ' ου η εκτέλεση (βλ.

ΕρμΑΚ Σταθόπουλου-Γεωργιάδη, άρθρο 175, τ. I, σελ. 272, παρ. 3) επιδρά ακυρωτικά και ως εκ τούτου εμπόδιζε ι την κατάσχεση. Επομένως, το δικαίωμα του Δημοσίου καθώς και του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε από την δέσμευση των χρημάτων της καθ' ης η εκτέλεση οφειλέτιδας μπορεί να αντιταχθεί και κατά της αιτούσας επισπέυδουσας, η οποία είναι η κύρια μέτοχος της δικαιούχου των καταθέσεων οφειλέτιδας εταιρίας - επιλεγέντος φορέα για χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ενωση (ήτοι διαχειρίστριας κοινοτικής περιουσίας - επιδοτήσεων) και φερόμενης ως εκδότριας πλαστών και εικονικών τιμολογίων καθώς και της άνω παράβασης αφού, όπως προαναφέρθηκε, κατέχει το 60% των μετοχών της.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, νόμιμα η καθ' ης η αίτηση δεν προέβη στην απόδοση προς την αιτούσα του ποσού για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση, αφού στην αντίθετη περίπτωση, υπήρχε κίνδυνος προσβολής των παραπάνω εννόμων συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου και του ασκούντος δημόσια εξουσία ΟΠΕΚΕΠΕ, υφισταμένου ως εκ τούτου εννόμου επιχειρείται, όπως εν προκειμένω, μέσω της κατάσχεσης από τους δανειστές του καθ' ου η εκτέλεση (βλ.

ΕρμΑΚ Σταθόπουλου-Γεωργιάδη, άρθρο 175, τ. I, σελ. 272, παρ. 3) επιδρά ακυρωτικά και ως εκ τούτου εμπόδιζε ι την κατάσχεση. Επομένως, το δικαίωμα του Δημοσίου καθώς και του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε από την δέσμευση των χρημάτων της καθ' ης η εκτέλεση οφειλέτιδας μπορεί αντιταχθεί και κατά της αιτούσας επισπέυδουσας, η οποία είναι η κύρια μέτοχος της δικαιούχου των καταθέσεων οφειλέτιδας εταιρίας - επιλεγέντος φορέα για χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ενωση (ήτοι διαχειρίστριας κοινοτικής περιουσίας - επιδοτήσεων) και φερόμενης ως εκδότριας πλαστών και εικονικών τιμολογίων καθώς και της άνω παράβασης, αφού, όπως προαναφέρθηκε, κατέχει το 60% των μετοχών της.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, νόμιμα η καθ' ης η αίτηση δεν προέβη στην απόδοση προς την αιτούσα του ποσού για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση, αφού στην αντίθετη περίπτωση, υπήρχε κίνδυνος προσβολής των παραπάνω εννόμων συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου και του ασκούντος δημόσια εξουσία ΟΠΕΚΕΠΕ, υφισταμένου ως εκ τούτου εννόμου συμφέροντος αυτών για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης υπέρ της καθ' ης η αίτηση τραπεζικής εταιρίας".

Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση κατά της προσβαλλόμενης 917/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Με την τελευταία απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, είχε γίνει δεκτή αίτηση της αναιρεσείουσας και είχε χορηγηθεί σ' αυτήν άδεια να αναλάβει από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, το ποσό που είχε κατασχέσει στα χέρια της ως τρίτης, από το λογαριασμό της οφειλέτιδάς της εταιρείας με την επωνυμία "Ε.

Σ. Α.Ε. - Εμπορίας και Διάθεσης Αγροτικών Προϊόντων". Το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, δικάζοντας επί της αγωγής και των πρόσθετων παρεμβάσεων, δέχθηκε τις τελευταίες και απέρριψε κατ' ουσίαν την αίτηση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν και ειδικότερα των άρθρων 14 του Ν. 2523/1997, 175 ΑΚ, 88 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 ΚΠολΔ, 14 του ν. 2637/1998 και 28 του ν. 2520/1997, τις οποίες εφάρμοσε, ούτε προσέδωσε στην πρώτη από τις διατάξεις αυτές έννοια διαφορετική από την αληθινή, με πλήρεις, δε, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα, και δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι: 1) με το άρθρο 14 του ν. 2523/1997 καθιερώνεται η δέσμευση του 50% του ποσού του λογαριασμού της καθ' ης η εκτέλεση εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Σ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΘΕΣΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου λόγω διασφάλισης των συμφερόντων αυτού από τη λήψη και χρήση από την εταιρία αυτή εικονικών φορολογικών στοιχείων, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει τα όρια που ορίζονται από την ως άνω διάταξη, 2) ότι από τους αναφερόμενους κανονισμούς, διατάξεις των ν. 2637/1998, ν. 2520/1997 και των Υπουργικών Αποφάσεων που αναφέρονται ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, θεσπίζεται δέσμευση του υπόλοιπου ποσού του ίδιου λογαριασμού υπέρ του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., αφού απαγορεύτηκε η αποδέσμευση αυτού εάν δεν υπάρχει έγγραφη έγκριση του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε, και ενόψει του ότι, όχι μόνο δεν υπάρχει τέτοια έγκριση, αλλά ρητή άρνησή του, καθόσον εκκρεμεί αίτημα ανάκτησης αχρεωστήτως καταβληθέντων στην εκκοκιστική εταιρεία χρηματικών ποσών για ενίσχυση, 3) ότι οι δεσμεύσεις αυτές, οι οποίες δεν έχουν αρθεί μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης, συνιστούν απαγόρευση διάθεσης, η τυχόν δε, παρά την απαγόρευση, διάθεση του ποσού του δεσμευθέντος λογαριασμού, έχει αποτέλεσμα την ακυρότητα αυτής 4) ότι αυτή η απαγόρευση διάθεσης ισχύει όχι μόνο για τη δικαιούχο του λογαριασμού, αλλά και έναντι της αναιρεσείουσας που κατάσχεσε το ποσό του λογαριασμού στα χέρια της αναιρεσίβλητης Τράπεζας ως τρίτης με βάση διαταγή πληρωμής σε βάρος της δικαιούχου του λογαριασμού ως άνω εταιρείας, οφειλέτιδας αυτής, και συνεπώς το ποσό του λογαριασμού δεν μπορεί να αναληφθεί από την αναιρεσείουσα.

Έτσι, που έκρινε, το Εφετείο, αναφορικά με την παραδοχή του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας ότι υπάρχει απαγόρευση από το νόμο διάθεσης του κατασχεθέντος από την αναιρεσείουσα στα χέρια της ποσού του επίδικου λογαριασμού της καθ' ης η εκτέλεση ως άνω εταιρίας και ότι η απόδοση αυτού στην αναιρεσείουσα είναι άκυρη, και εντεύθεν απόρριψης της αγωγής του, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτές, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Τούτο διότι, υπό τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από τούτο ως άνω πραγματικά περιστατικά, πράγματι η προβλεπόμενη δέσμευση του επίδικου λογαριασμού της καθ' ης η εκτέλεση, αποτελεί απαγόρευση διάθεσης του ποσού αυτού και συνεπώς η διάθεση του ποσού του επίδικου λογαριασμού απαγορεύεται, τυχόν, δε, γενόμενη πάσχει από ακυρότητα.

Η απαγόρευση αυτή της διάθεσης του προϊόντος του λογαριασμού, που δεν έχει αρθεί, ισχύει και έναντι της αναιρεσείουσας, δανείστριας της καθ' ης η εκτέλεση, η οποία κατέσχεσε το ποσό του λογαριασμού στα χέρια της αναιρεσίβλητης Τράπεζας ως τρίτης, Ως εκ τούτου η αναιρεσείουσα απαγορεύεται να αναλάβει το ποσό που κατέσχεσε, αφού η ανάληψή του αποτελεί απαγορευμένη διάθεση, κατά την έννοια που προεκτέθηκε.

Γι' αυτό νόμιμα αρνείται η αναιρεσίβλητη Τράπεζα την απόδοσή του, ενόψει και του ότι η διάθεση αυτή πάσχει από ακυρότητα. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προσβάλλει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Πρέπει να σημειωθεί ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 176 και 177 ΑΚ, την παράβαση των οποίων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσείουσα, ενόψει του ότι αυτές αναφέρονται στην απαγόρευση διάθεσης που έχει ταχθεί από δικαστική απόφαση και σε περίπτωση δικαιοπραξίας που περιορίζει την εξουσία διάθεσης απαλλοτριωτού δικαιώματος, για τις οποίες δεν πρόκειται στην παρούσα υπόθεση και δεν είχαν εφαρμογή.

Πλεοναστικώς παραθέτει την πρώτη των ως άνω διατάξεων στη μείζονα σκέψη της.

Συνεπώς, ο ίδιος ως άνω λόγος, ως προς τη συγκεκριμένη αιτίαση, είναι απαράδεκτος. Τέλος, το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 982 και 984 ΚΠολΔ, ούτε αυτές είχαν εφαρμογή και συνεπώς ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά την επικαλούμενη εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της παράβασης ως προς το μέρος τούτο των σχετικών διατάξεων, είναι απαράδεκτος.

Αυτό γιατί, αντικείμενο της αίτησης η οποία εισάγονταν προς κρίση του Δικαστηρίου ήταν η παροχή άδειας στην αναιρεσείουσα, που είχε κατασχέσει τα χρήματα του επίδικου λογαριασμού στα χέρια της αναιρεσίβλητης, να αναλάβει το κατασχεθέν ποσό, ο δε ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης Τράπεζας αφορούσε την δέσμευση του σ' αυτήν τηρούμενου λογαριασμού και την εξ αυτής απαγόρευση διάθεσης του ποσού το οποίο είχε κατασχεθεί.

Δεν αποτελούσε αντικείμενο της υπόθεσης η ακυρότητα ή μη της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου που είχε επιβληθεί από την αναιρεσείουσα, καθόσον μάλιστα η σχετική κρίση δεν στήριζε το πόρισμα του Δικαστηρίου ως προς την δυνατότητα διάθεσης του κατασχεθέντος χρηματικού ποσού και την παροχή της άδειας ανάληψής του.

Ούτε αποτέλεσε αντικείμενο το εάν πρόκειται για ακατάσχετο χρηματικό ποσό στα χέρια του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., κατά το άρθρο 982 παρ. 2 περ. ε' ΚΠολΔ, αφού στις παραδοχές του Εφετείου δεν υπάρχει κατάσχεση στα χέρια αυτού, ούτε κρίθηκαν οι συνέπειες της κατάσχεσης του ποσού στα χέρια της Τράπεζας ως τρίτης που περιγράφονται στις διατάξεις του άρθρου 984 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα εάν αυτή κατέστη μεσεγγυούχος του ποσού με βάση την κατάσχεση και ποιες είναι σ' αυτή την περίπτωση οι υποχρεώσεις της.

Περαιτέρω, το Εφετείο κρίνοντας, όπως πιο πάνω αναφέρεται και με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του περί εφαρμογής των άρθρων 175 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 14 του 14 του Ν. 2523/1997, 175 ΑΚ, 88 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 ΚΠολΔ, 14 του ν. 2637/1998 και 28 του ν. 2520/1997.

Ειδικότερα οι αιτιολογίες της απόφασης είναι πλήρεις και σαφείς. Δεν συνιστά ανεπάρκεια ούτε αντίφαση των αιτιολογιών το ότι ενώ δέχεται ότι η δέσμευση του λογαριασμού δεν αποτελεί κατάσχεση, εν τούτοις κρίνει ότι αυτή εμποδίζει την απόδοση για όσο χρόνο υφίσταται. Τούτο διότι η προσβαλλόμενη δέχεται ότι η απόδοση εμποδίζεται με βάση τις συγκεκριμένες εδικές νομικές διατάξεις που θεσπίζουν, όπως προαναφέρθηκε, απαγόρευση διάθεσης κατά το άρθρο 175 ΑΚ, η οποία πράγματι δεν αποτελεί κατάσχεση του ποσού του λογαριασμού, αλλά έχει ως συνέπεια την απαγόρευση ανάληψής του από οποιονδήποτε.

Ούτε υπάρχει ανεπάρκεια της αιτιολογίας επειδή δεν περιέχεται κρίση αν η δέσμευση του μέρους του λογαριασμού των καταθέσεων, έχει ως συνέπεια την απόλυτη ακυρότητα της αναγκαστικής εκτέλεσης και συγκεκριμένα της κατάσχεσης του ποσού του λογαριασμού στα χέρια της Τράπεζας ως τρίτης. Τούτο διότι το ενδιαφέρον την υπόθεση ζήτημα δεν είναι η ακυρότητα της κατάσχεσης αυτής, αλλά η απαγόρευση της απόδοσης του δεσμευθέντος ποσού, η οποία απόδοση επέρχεται και με την πραγματοποίηση της μεταβίβασης από την Τράπεζα του ποσού λόγω της κατάσχεσης.

Είναι δε σαφής η κρίση του Εφετείου, ότι η απαγόρευση της διάθεσης του ποσού του λογαριασμού είναι απόλυτη και προτείνεται και κατά της αναιρεσείουσας, η οποία κατέσχεσε το ποσό του λογαριασμού κατά τον τρόπο που εκτέθηκε. Για τη στήριξη αυτής της κρίσης του το Εφετείο δεν ταυτίζει την αναιρεσείουσα με την καθ' ης η εκτέλεση, λόγω της αναφοράς του στο γεγονός ότι αυτή κατέχει ποσοστό 60% των μετοχών της καθ' ης η εκτέλεση, ιδιότητα την οποία μόνο ιστορικά και εκ περισσού αναφέρει, χωρίς να συνδέει αυτήν με το πόρισμά της ότι απαγορεύεται η διάθεση στην αναιρεσείουσα ως ενεργήσασα την κατάσχεση του ποσού στα χέρια της αναιρεσίβλητης Τράπεζας ως τρίτης.

Δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι μόνο για το λόγο αυτό, ήτοι της κατοχής των μετοχών της καθ' ης η εκτέλεση, απαγορεύεται η διάθεση στην αναιρεσείουσα του ποσού, για το λόγο δε αυτό και δεν υπάρχει αντίφαση στις σχετικές αιτιολογίες της. Επίσης, είναι σαφής η παραδοχή του Εφετείου ότι η δέσμευση συνεπάγεται απαγόρευση της διάθεσης του δεσμευθέντος ποσού και ότι ως κύρωση της παρά την απαγόρευση διάθεσης προβλέπεται η ακυρότητα της διάθεσης.

Δεν συνδέει, δε, την απαγόρευση διάθεσης με παραδοχή ότι λόγω της δέσμευσης του λογαριασμού, είναι ακατάσχετος. Επομένως, από την απόφαση που προσβάλλεται προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα που διαμορφώθηκε και δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Κατ' ακολουθία, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).

Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984, ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).

Εξάλλου, δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης με την παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή και για τούτο μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ99/2017, ΑΠ 321/2009). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με το αντίστοιχο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που είχε προτείνει νόμιμα στο Εφετείο, και συγκεκριμένα: 1) ότι πρόκειται για προσωρινή δέσμευση και ισχύει μόνο για το δικαιούχο και όχι τους τρίτους που επισπεύδουν αναγκαστική εκτέλεση, 2) ότι με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 2523/1997, σκοπείται η προστασία των συμφερόντων του Δημοσίου μόνο από πράξεις του ίδιου του οφειλέτη και όχι από πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης τρίτων δανειστών του οφειλέτη, 3) ότι πρέπει η δέσμευση του λογαριασμού να θεωρηθεί ως δικαστική μεσεγγύηση, καθόσον αποτελεί αντίστοιχη με αυτήν λειτουργία και συνεπώς προβλέπεται η δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσής του, 4) ότι πολλές αποφάσεις δικαστηρίων δέχθηκαν αντίστοιχες αιτήσεις της αναιρεσείουσας και τρίτων, δεχόμενες ότι η διάθεση δεν αντιτάσσεται κατά του κατασχόντος, 5) ότι με την αναφερόμενη γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εκδόθηκε η 1007/2007 εγκύκλιος του Υφυπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με την οποία το μέτρο της απαγόρευσης παραλαβής δηλώσεων, βεβαιώσεων και πιστοποιητικών, αναφέρονται σε αιτήματα που υποβάλλονται μόνο από τον παραβάτη προκειμένου αυτός να μπορέσει να μεταβιβάσει περιουσιακά του στοιχεία, όχι από τρίτο και 6) ότι σε πολλές άλλες περιπτώσεις κατασχέσεων από τρίτους στα χέρια άλλων Τραπεζών σε λογαριασμούς της οφειλέτιδας που είχαν τις ίδιες δεσμεύσεις, οι Τράπεζες κατέβαλαν τα ποσά που είχαν κατασχεθεί στους κατασχόντες αυτά.

Όμως, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το εκτεθέν περιεχόμενο της απόφασής του, έλαβε υπόψη τους πρώτο και δεύτερο ισχυρισμούς που προβλήθηκαν, αντιμετώπισε αυτούς και τους απέρριψε στην ουσία με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν, τα οποία έχουν εκτεθεί ανωτέρω στις αιτιολογίες του στις οποίες στηρίχθηκε το πόρισμά του.

Ειδικά, δε, για τον τρίτο ισχυρισμό ότι έπρεπε να θεωρηθεί η δέσμευση του λογαριασμού ως δικαστική μεσεγγύηση στην οποία επιτρέπεται, κατά την επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 721 ΚΠολΔ, στο αντικείμενο αυτής να επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι θεσπίζεται απαγόρευση διάθεσης από το νόμο και όχι δικαστική μεσεγγύηση που διατάχθηκε με δικαστική απόφαση ως ασφαλιστικό μέτρο, κατά το άρθρο 725 ΚΠολΔ ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 721 στο οποίο ρητά παραπέμπει το άρθρο 727 ΚΠολΔ.

Αλλά, και αν ακόμη θεωρηθεί ότι η Τράπεζα, μετά τη δέσμευση του λογαριασμού, καθίσταται μεσεγγυήτρια του ποσού αυτού, λόγω της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα αντίστοιχης λειτουργίας της, το Δημόσιο και ο Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. προστατεύονται στο μέτρο της προστασίας που οι ανωτέρω διατάξεις τους παρέχουν, και συνεπώς, μπορεί να επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση στο αντικείμενο που έχει δεσμευθεί.

Τούτο ισχύει ανεξάρτητα από την παραδοχή του ισχυρισμού περί της ιδιότητας της Τράπεζας ως μεσεγγυούχου του δεσμευθέντος χρηματικού ποσού. Έτσι, μπορεί μεν να επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση και στο αντικείμενο αυτής το οποίο έχει ήδη δεσμευθεί, ήτοι στον τραπεζικό λογαριασμό, αφού η απαγόρευση διάθεσης του ποσού του λογαριασμού δεν αποτρέπει την επιβολή της κατάσχεσης αυτού, όμως και πάλι η απαγόρευση διάθεσης δεν επιτρέπει την ανάληψη του χρηματικού ποσού του λογαριασμού κατά το μέρος που ισχύει η δέσμευση, μέχρι την με οποιοδήποτε τρόπο άρση αυτής.

Έτσι, ο ως άνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, και αν ακόμη είναι βάσιμος, είναι αλυσιτελής και δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι δεν αφορούσε το ζήτημα της απαγόρευσης ή μη της διάθεσης του ποσού του λογαριασμού που είχε κατασχεθεί, αλλά προβάλλονταν για την υποστήριξη της δυνατότητας κατάσχεσης αυτού, ζήτημα όμως που δεν ενδιέφερε την κρίση του για την υπόθεση.

Συνεπώς, δεν ιδρύεται ο προτεινόμενος λόγος αναίρεσης με τη λήψη υπόψη αυτού, παρεκτός του ότι με την παραδοχή από το Εφετείο αντίθετης προς τον ισχυρισμό κρίσης, συνάγεται ότι αυτός αντιμετωπίστηκε και απορρίφθηκε. Εξάλλου, οι αιτιάσεις που αφορούν τη μη λήψη υπόψη του ισχυρισμού για τη νομολογία των λοιπών δικαστικών αποφάσεων, τη γνωμοδότηση του ΝΣΚ και την με βάση αυτήν εκδοθείσα εγκύκλιο, καθώς και η πρακτική των άλλων Τραπεζών, ήτοι τους τέταρτο, πέμπτο και έκτο από τους ανωτέρω ισχυρισμούς, είναι απαράδεκτες καθόσον οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν αποτελούν ¨πράγματα¨ κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ήτοι ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση της αίτησής της και επομένως στηρίζουν το αίτημα αυτής.

Οι προταθέντες ως άνω ισχυρισμοί αποτελούν νομικούς ισχυρισμούς και νομική επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας, αλλά και επιχειρήματα αυτής που συνάγει από άλλες δικαστικές αποφάσεις που έκριναν το ίδιο νομικό ζήτημα και τη γνωμοδότηση του ΝΣΚ και την με βάση αυτή εκδοθείσα εγκύκλιο και τα προβάλλει προς υποστήριξη των απόψεων αυτής.

Επομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του αρ. 8 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο τρίτος λόγος της αίτησης, κατά το αντίστοιχο μέρος του, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εκτός άλλων περιπτώσεων, και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Για την ίδρυση του λόγου τούτου πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως. (ΟλΑΠ 1190/1982). Στην περίπτωση αυτή, τα σφάλματα της αποφάσεως, που ιδρύουν τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, ανάγονται στα αποδεικτικά στοιχεία, βάσει των οποίων το δικαστήριο οδηγήθηκε στον σχηματισμό της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν ο διάδικος είχε επικαλεστεί με τις προτάσεις του και είχε προσκομίσει γνωμοδοτήσεις ή δικαστικές αποφάσεις για την μείζονα πρόταση και ειδικότερα για τον προσδιορισμό και την ερμηνεία του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου, που δεν αποτελούν επίκληση αποδεικτικού, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ, μέσου (ΑΠ 2197/2007, ΑΠ 1578/1990). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο τμήμα αυτού, με το οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις προσδιοριζόμενες δικαστικές αποφάσεις που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα, οι οποίες είχαν δεχθεί ότι η δέσμευση του άρθρου 14 του Ν. 2523/1997 αποτελεί διοικητικό μέτρο που έχει την έννοια της απαγόρευσης της κίνησης του λογαριασμού αυτού από την κυρία και δεν αποτελεί κατάσχεση στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης, καθώς και της αναφερόμενης γνωμοδότησης του Νομικού Συμβο6υλίου του Κράτους με την οποία κρίθηκε ότι η απαγόρευση παραλαβής δηλώσεων, βεβαιώσεων και πιστοποιητικών που προβλέπει η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε αιτήματα που υποβάλλονται από τον παραβάτη, ήτοι μόνο τον οφειλέτη προκειμένου να δυνηθεί αυτός να μεταβιβάσει περιουσιακά του στοιχεία με συμβολαιογραφικές πράξεις και όχι από τρίτο, όπως υπερθεματιστή ακινήτου του παραβάτη-οφειλέτη, και της με βάση αυτή εκδοθείσας όμοιου περιεχόμενου εγκυκλίου, ήτοι έγγραφα, όχι αποδεικτικά, αλλά για το σχηματισμό της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού, με την επίλυση του νομικού ζητήματος, είναι απαράδεκτος.

Πέραν δε τούτου, από τη γενική αναφορά της προσβαλλόμενης ότι στο σχηματισμό του πορίσματός της κατέληξε λαμβάνοντας υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με τις προτάσεις τους οι διάδικοι, αλλά και το συνολικό περιεχόμενο αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη της και τα συγκεκριμένα έγγραφα, η δε κατάληξη αυτής σε διαφορετική κρίση ως προς το κρίσιμο ζήτημα δεν συνάγει ότι αυτά δεν λήφθηκαν υπόψη.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (Ολ ΑΠ 15/2000, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 225/2016, ΑΠ 73/2016). ).

Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 1 του εν λόγω άρθρου ( ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το σχετικό μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση με την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η ρύθμιση του άρθρου 14 του ν. 2523/1997, την οποία εφάρμοσε, αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., διότι με αυτά δεν τίθεται κάποιος περιορισμός ως προς την έκταση των περιουσιακών στοιχείων που μπορούν να τεθούν υπό δέσμευση, ούτε ως προς τη χρονική διάρκεια της δέσμευσης, ούτε ως προς τη δυνατότητα επιβολής του εν λόγω μέτρου καθαυτού σε περίπτωση διενέργειας περισσότερων του ενός ελέγχων και πλήρωσης των προϋποθέσεων επιβολής του, καθώς, επίσης, και διότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, δεν συσχετίζει το επιβαλλόμενο μέτρο με το ύψος της παράβασης, αλλά αρκείται να θεσπίζει ελάχιστο όριο για τη λήψη του μέτρου την εικονικότητα φορολογικών στοιχείων αξίας άνω των 150.000 ευρώ, χωρίς να συσχετίζει το ποσό τούτο με το ποσό φόρου ή προστίμου που επισύρει, με το ύψος των καταθέσεων και των περιουσιακών στοιχείων εν γένει που δεσμεύει.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται στο αναιρετήριο ότι τον ισχυρισμό είχε προβάλει νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και συγκεκριμένα ότι είχε προβάλλει αυτόν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε τούτον με τις προτάσεις της, καθόσον ήταν εφεσίβλητη, στο Εφετείο, με παράθεση του ισχυρισμού, όπως είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Πέραν δε τούτου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων που υπέβαλε η αναιρεσείουσα στο Εφετείο, δεν είχε προτείνει ισχυρισμό περί αντιθέσεως της διάταξης του άρθρου 14 του ν. 2523/1997 στις επικαλούμενες συνταγματικές διατάξεις και σε εκείνες του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 982 παρ. 1 ΚΠολΔ, μπορούν να κατασχεθούν σε χέρια τρίτου χρηματικές απαιτήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση κατά τρίτων, μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή. Με το σχετικό μέρος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης (περ. Γ), η αναιρεσείουσα προσβάλλει την απόφαση διότι ενώ σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη η επιβληθείσα κατάσχεση της αναιρεσείουσας στα χέρια της αναιρεσίβλητης δεν είναι άκυρη, η προσβαλλόμενη με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης αυτής έκρινε άκυρη την κατάσχεση αυτή.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση καθόσον, το Εφετείο, δεν εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη, η οποία άλλωστε δεν είχε εφαρμογή, ούτε έκρινε άκυρη την κατάσχεση, λόγω της παραδοχής της απαγόρευσης διαθέσεως του κατασχεθέντος ποσού του λογαριασμού της οφειλέτιδας εταιρίας, αλλά ότι η απαγόρευση αυτή εμποδίζει την ανάληψη του ποσού που ζητούσε η αναιρεσίβλητη και συνεπώς είναι απαράδεκτος.

Επειδή κατά τον αρ. 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και να το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει δηλαδή σε ορισμένο αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου, ή αρνητικά με την παράλειψη περικοπών που είναι κρίσιμες για το αποδεικτέο γεγονός (ΑΠ 886/2008, ΑΠ 2225/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το σχετικό μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του 4271/15.1.2009 εγγράφου της πληρεξούσιας δικηγόρου της οφειλέτιδας εταιρίας προς τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., αποδίδοντας σ' αυτό καταδήλως διαφορετικό περιεχόμενο από το αληθινό, δεχόμενη ότι με το έγγραφο τούτο η πληρεξούσια δικηγόρος δήλωσε "ότι αδυνατεί να εκφέρει άποψη σχετικά με τα στοιχεία διάθεσης του εκκοκισμένου βάμβακος, διότι τα στοιχεία αυτά δεν βρίσκονται στα χέρια της επιχείρησης, αφού αυτή τελεί υπό εκκαθάριση", ενώ από το έγγραφο προκύπτει ότι ο Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.

όχι μόνο έχει επιστρέψει όλες τις εγγυητικές επιστολές που είχαν κατατεθεί για την είσπραξη των επιδοτήσεων που αφορούν το κρίσιμο διάστημα 2000-2001, αλλά και ρητά με έγγραφό του είχε δηλώσει ότι δεν υπήρχαν εκκρεμείς απαιτήσεις για την περίοδο που αναφέρεται το αίτημα ανάκτησης, ούτε αναφέρεται στο επίμαχο έγγραφο ότι η εταιρία "αδυνατεί να εκφέρει άποψη σχετικά με τα στοιχεία διάθεσης του εκκοκισμένου βάμβακος", αλλά "αδυνατούμε να εκφέρουμε γνώμη επί της ουσίας σχετικά με τα στοιχεία που διαθέτει η υπηρεσία για τη διενέργεια του συγκεκριμένου ελέγχου".

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης αφενός μεν είναι αόριστος καθόσον δεν παρατίθεται το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, ώστε να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου σύγκριση του περιεχομένου αυτού και εκείνου που δέχθηκε η προσβαλλόμενη και η διαπίστωση περί ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος, αλλά αναφέρεται τι προκύπτει από το κατά την εκτίμηση της αναιρεσείουσας από το έγγραφο αυτό, ούτε προκύπτει από τα αναφερόμενα ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, αφετέρου, είναι και αβάσιμος δεδομένου ότι στο έγγραφο αυτό διαλαμβάνονται και τα εξής, τα οποία αποτελούν το περιεχόμενό του που δέχθηκε και το Εφετείο, ήτοι "Αδυνατούμε να εκφέρουμε τις απόψεις μας σχετικά με τα στοιχεία διαθέσεως εκκοκισμένου βάμβακος τα οποία και εξετάσατε προκειμένου να προβείτε στην υπό κρίση άποψή σας περί πιθανόν αχρεωστήτως καταβληθέντων ενισχύσεων, καθώς αυτά δεν βρίσκονται στα χέρια μας.

Να σας θυμίσουμε ότι η εταιρίας μας βρίσκεται σε εκκαθάριση από τον Ιούνιο του 2001....καθώς επίσης ένα από τα πρώτα και δυσκολότερα καθήκοντα των εκκαθαριστών της εταιρίας ήταν και συνεχίζει να είναι η προσπάθεια περισυλλογής όλων των εγγράφων (λογιστικών και μη) που αφορούν τη λειτουργία της εταιρίας, κατά τις εταιρικές χρήσεις από τη σύστασή της το 1996 και μέχρι τη λύση της και θέση αυτής σε εκκαθάριση τον Ιούνιο του 2001.

Επομένως, αδυνατούμε να εκφέρουμε γνώμη επί της ουσίας σχετικά με τα στοιχεία που η υπηρεσία σας διαθέτει προκειμένου να διενεργήσει το συγκεκριμένο έλεγχο, καθώς πρόκειται για στοιχεία που δεν βρίσκονται στα χέρια μας ούτε και είχαμε τη δυνατότητα να δούμε στο παρελθόν" και συνεπώς δεν υπέπεσε στο αποδιδόμενο διαγνωστικό σφάλμα.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η από 13-1-2017 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου και να απορριφθεί η από 25-8-2015 αίτηση για αναίρεση της 2203/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, καθενός των κληθέντων στη συζήτηση που παρέστησαν με χωριστή υπεράσπιση και του προσθέτως παρεμβαίνοντος, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ" θα επιβληθούν πλήρη, ενόψει του ότι η νομική του υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.

Τα δικαστικά έξοδα, όμως, του Ελληνικού Δημοσίου, αυτά θα επιβληθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων", σε συνδυασμό με την παρ.2 της υπ` αριθ. 134423, από 8-12-1992/20-1-1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 11/20-1-1993), και μόνο μία φορά καθόσον δεν υποβλήθηκε σε χωριστή δαπάνη από την κλήτευση αυτού στη δίκη, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 13-1-2017 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου.

Απορρίπτει την από η από 25-8-2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "A. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" για αναίρεση της 2203/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης και του παραστάντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ", από ποσό δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ για καθένα και του προσθέτως παρεμβαίνοντος από ποσό τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21-5-2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28-4-2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 68 της 433/2020 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Σ.Τ.