Legislator Case Law & Legislation
433/2018 AI generated

433/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 433/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 433 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

433/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 433 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
wastewater charge parking fee user fee late payment of fees bank charges development costs
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 433 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 433/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Y. (Γ.) C. (Τ.) του C., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραμπάτσα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μπέη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 589/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2088/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-6-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 6-6-2016 (αρ. ...2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 2088/2016 οριστικής απόφασης του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τότε), έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 3429/2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί - ΔΕΚΟ" ορίζεται ότι "...κάθε δημόσια επιχείρηση που προσφέρει προϊόντα ή υπηρεσίες σε καταναλωτές, υποχρεούται... να καταρτίσει και να υποβάλει στη Διυπουργική Επιτροπή Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών Χάρτη Υποχρεώσεων προς τον Καταναλωτή (Χ)... ο Χ. καθορίζει τις καταστατικές υποχρεώσεις, τους όρους υπό τους οποίους η δημόσια επιχείρηση παρέχει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες της προς τους καταναλωτές και τη διαδικασία αποζημίωσης προς αυτούς σε περίπτωση μη τήρησης εκ μέρους της των ανωτέρω υποχρεώσεων και όρων". Εξάλλου, σύμφωνα με τον Χ. της ΕΥΔΑΠ ορίζεται μεταξύ άλλων υποχρεώσεων αυτής, ότι "...η ΕΥΔΑΠ σε περίπτωση που η κατανάλωση ύδατος είναι πάνω από 90 Μ3 και παρουσιάζει αύξηση μεγαλύτερη του 50% σε σχέση με την αντίστοιχη του προηγούμενου έτους ή της αμέσως προηγουμένης, διά του αρμοδίου υπαλλήλου της: α. επανελέγχει και επιβεβαιώνει την ορθότητα της ένδειξης σε συνδυασμό με την κατάσταση του φρεατίου και του υδρομετρητή και β. ενημερώνει τον πελάτη με επικόλληση ειδικού εντύπου, για τον έλεγχο των εσωτερικών υδραυλικών εγκαταστάσεών του".

Από τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, η αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε η την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 86/2015, ΑΠ 163/2000). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ, 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι στο λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθενται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί, αν και σε ποιον από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ή αντιστοίχως 560 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλομένη αιτίαση. Ειδικότερα, ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 1 του άρθρου 559 και αντιστοίχως 560 ΚΠολΔ, που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός πρέπει να μνημονεύονται ή να παρατίθενται οι διατάξεις, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, καθώς και η νομική κρίση του δικαστηρίου για την έννοιά τους και εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας, σε τι συνίσταται το σφάλμα της απόφασης περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου. Επίσης, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται, α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στη περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 292/2015, ΑΠ 491/2015, ΑΠ 243/2015).

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το Α’ σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 περ. α’ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών παραβίασε ευθέως τον Ν. 1068/1980 "Σύσταση ΕΥΔΑΠ κ.λπ.", τον Ν. 2744/1999 "Ρύθμιση θεμάτων της ΕΥΔΑΠ κ.λπ.", σε συνδυασμό με το άρθρο 2 του Ν. 2251/1994 και με το άρθρο 7 παρ. 3 Ν. 3429/2005 και αυτά σε συνδυασμό με την υπ’ αρ. 15858/2007 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΥΔΑΠ, με την οποία εγκρίθηκε ο Χάρτης Υποχρεώσεων προς τους Καταναλωτές της εταιρείας, διότι με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή αυτών, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ως προς τη νομική εκτίμηση της εναντίον του αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου - εκμισθωτή του μισθίου διαμερίσματος περί την καταβολή ανεξόφλητων λογαριασμών ύδρευσης, την οποία έκρινε νόμιμη, αν και δεν είχε προσκομιστεί για τη νομική της βασιμότητα, όπως επιβάλλουν οι ανωτέρω διατάξεις, η βεβαίωση της ΕΥΔΑΠ και η βεβαίωση υδραυλικού περί μη διαρροής των υδραυλικών εγκαταστάσεων του μισθίου διαμερίσματος. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο ο αναιρεσείων - μισθωτής αιτιάται ευθεία παραβίαση του Ν. 1068/1980 και του Ν. 2744/1999 είναι πρωτίστως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν καθορίζει στο αναιρετήριο τις συγκεκριμένες ουσιαστικές διατάξεις δικαίου των ανωτέρω νόμων που παραβιάστηκαν. Εκτός τούτου ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι επίσης απαράδεκτος στο σύνολό του, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται τον τρόπο και τον χρόνο πρότασης του θεμελιωτικού του λόγου αυτού αναίρεσης ισχυρισμού του περί μη νομίμου της αγωγής στα δικαστήρια ουσίας, ώστε να κριθεί, εάν είχε προταθεί νόμιμα. Σε κάθε περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) των προτάσεων του αναιρεσείοντα ενώπιον του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι αντίστοιχου περιεχομένου ισχυρισμός δεν προτάθηκε ενώπιον του Εφετείου και συνεπώς ο σχετικός 1ος λόγος αναίρεσης κατά το Α’ σκέλος αυτού, ο οποίος προτείνεται ενώπιον του Αρείου Πάγου το πρώτον, είναι απαράδεκτος κατ’ άρθρ. 262 αρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ δεν προκύπτει ότι υπάγεται στις εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού περ. α’ , β’ , γ’ . Και τούτο, διότι το γεγονός ότι η νομική αοριστία της αγωγής ερευνάται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο ουσίας δεν έχει σημασία, διότι ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του Δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης, ώστε να ενεργοποιείται η εξαίρεση του άρθρου 262 παρ. 2 περ. γ’ ΚΠολΔ. Επομένως, ο 1ος αναιρετικός λόγος, κατά το Α’ σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ανεξάρτητα από την ουσιαστική αβασιμότητα αυτού, εφόσον η δαπάνη για την πληρωμή της κατανάλωσης ύδατος βαρύνει τον μισθωτή και θεωρείται μίσθωμα, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 574 και 595 ΑΚ .Σύμφωνα δε με τον όρο 12 του μισθωτηρίου συμβολαίου, που επιτρεπτά επισκοπείται για τις ανάγκες του ανωτέρω ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, προκύπτει, ότι οι λογαριασμοί κάθε είδους παροχών κοινής ωφέλειας, συμφωνήθηκε ότι θα βαρύνουν τον μισθωτή και ήδη αναιρεσείοντα.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β’ και αντίστοιχα 560 αρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών. Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως, όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 152/2015, ΑΠ 969/2011, ΑΠ 901/2013).

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το Β’ σκέλος αυτού ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι παραβίασε ευθέως το δίδαγμα της κοινής πείρας σύμφωνα με το οποίο μια πενταμελής οικογένεια, όπως η δική του, δεν καταναλώνει άνω των 22,35 Μ3 ύδατος ανά μήνα, με το να δεχθεί εσφαλμένα, ότι ο μέσος όρος κατανάλωσης ύδατος του μισθίου ανά μήνα ανέρχεται σε 118,50 Μ3 ύδατος.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με την από 28-1-2010 (αρ. ...2010) αγωγή, που απευθυνόταν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, ο ενάγων εκμισθωτής και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε, ότι με σύμβαση μίσθωσης εκμίσθωσε το περιγραφόμενο ακίνητο το έτος 2006, για να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία του εναγομένου μισθωτή και ήδη αναιρεσείοντα, ότι η μίσθωση λύθηκε συναινετικά τον Ιούνιο του έτους 2009, πλην όμως ότι ο εναγόμενος μισθωτής και ήδη αναιρεσείων άφησε ανεξόφλητους λογαριασμούς της ΕΥΔΑΠ, ύψους 4.564,95 ευρώ, ποσό που αυτός αναγκάστηκε να εξοφλήσει για λογαριασμό του μισθωτή, στις 4-12-2009 και ότι ο μισθωτής παρά την όχληση εκ μέρους του, στις 8-12-2009, αρνήθηκε να το εξοφλήσει. Με το ιστορικό αυτό ο ενάγων εκμισθωτής ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος μισθωτής να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό νομιμότοκα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αρ. 589/2010 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τότε), η οποία, υιοθετώντας τους ισχυρισμούς του μισθωτή εναγομένου, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή κατά το ποσό των 745 ευρώ, κρίνοντας ότι η σύμβαση μίσθωσης λύθηκε το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2009 και ότι η χρέωση οφείλεται σε διαρροή ύδατος. Ο ενάγων εκμισθωτής άσκησε κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την από 7-3-2012 (αρ. κατ. 989/2012) έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον μισθωτή και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει το ποσό των 4.219 ευρώ, έντοκα, κρίνοντας ότι η μίσθωση λύθηκε τον μήνα Ιούνιο του έτους 2009 και ότι ο μισθωτής, αν και βαρυνόταν συμβατικά με τις δαπάνες κοινής ωφέλειας, σύμφωνα με τον όρο 12 του μισθωτηρίου συμβολαίου (αντί του εσφαλμένου όρου 13, που από προφανή παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση), δεν εξόφλησε τέσσερις λογαριασμούς της ΕΥΔΑΠ, ενώ επίσης απέρριψε τον αρνητικό ισχυρισμό του εναγομένου μισθωτή περί διαρροής ύδατος. Πιο συγκεκριμένα, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του και κατ’ ακριβή αντιγραφή του αιτιολογικού της απόφασής του τα ακόλουθα:

"Με το από 1-2-2006 ιδιωτικό μισθωτήριο συμφωνητικό ο ενάγων εκμίσθωσε στον εναγόμενο ένα διαμέρισμα, ιδιοκτησίας του, που βρίσκεται στην Αθήνα και στον πέμπτο όροφο της επί της οδού ... πολυκατοικίας, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-12-2007, αντί μηνιαίου μισθώματος, ύψους 250 €, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως οικογενειακή στέγη του εναγομένου. Με τον όρο 13 του κατά τα άνω μισθωτηρίου οριζόταν ότι "Οι λογαριασμοί κάθε είδους παροχών κοινής ωφέλειας, τα πάσης φύσεως και υπέρ οιουδήποτε τέλη, φόροι και εισφορές που αφορούν το μίσθιο ή συναρτώνται προς το μίσθωμα πλην του φόρου εισοδήματος ως και κάθε προβλεπόμενη κοινόχρηστη δαπάνη θα βαρύνουν αποκλειστικά τον μισθωτή...". Η μίσθωση μετά την πάροδο του συμβατικού και νόμιμου χρόνου της κατέστη αορίστου διαρκείας, λύθηκε δε κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων περί τις αρχές του μηνός Ιουνίου 2009. Ο εναγόμενος κατά την αποχώρησή του από το μίσθιο δεν είχε εξοφλήσει τους βαρύνοντες το μίσθιο λογαριασμούς της παροχής νερού (ΕΥΔΑΠ) που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 11-9-2008 έως αρχές Μαΐου, οπότε και απεχώρησε κατά τα προαναφερόμενα από το μίσθιο διαμέρισμα, όπως προκύπτει από τους με αρ ... και ... λογαριασμούς, ύψους 3,97 €, 1.759 €, 1.747 € και 709 €, αντίστοιχα και με αναγραφόμενη σ’ αυτούς κατανάλωση, αντίστοιχα 351, 348 και 237 κυβικών μέτρων νερού. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι δεν κατανάλωσε αυτές τις ποσότητες νερού και ότι υπήρξε διαρροή νερού, δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί σαν ουσιαστικά αβάσιμος. Τούτο διότι αφενός ο εναγόμενος δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού του, αφετέρου δε διότι πρόκειται για 351 και 348 κυβικά μέτρα νερού (βλ. τις άνω αποδείξεις) και συνεπώς εάν υπήρχε διαρροή θα είχε γίνει αισθητή και στον ίδιο τον εναγόμενο και στους λοιπούς ενοίκους της εν λόγω οικοδομής, τέτοιο δε γεγονός δε σημειώθηκε (βλ. κατάθεση μάρτυρα απόδειξης, που ρητά αναφέρει "δεν υπάρχει διαρροή"). Εξάλλου, από την από 04.12.2009 περιφερειακή έκδοση λογαριασμού εξόφλησης της ΕΥΔΑΠ, προκύπτει η ημερομηνία έκδοσης κάθε απλήρωτου λογαριασμού και η κατανάλωση σε κυβικά μέτρα επ’ αυτού αναγράφεται ότι με το υπ’ αριθμό ... τιμολόγιο της ΕΥΔΑΠ, που εκδόθηκε στις 02.01.2009 και αφορούσε τη χρονική περίοδο από 11.09.2008 έως 16.12.2008, βεβαιώθηκε οφειλή 1.759,03 €, για κατανάλωση 351 κυβικών μέτρων ύδατος. Με το υπ’ αριθμό ... τιμολόγιο της ΕΥΔΑΠ, που εκδόθηκε στις 21.04.2009 και αφορούσε τη χρονική περίοδο από 17.12.2008 έως 30.03.2009, βεβαιώθηκε οφειλή 1.747,00 € για κατανάλωση 348 κυβικών μέτρων ύδατος. Με το υπ’ αριθμό ... τιμολόγιο της ΕΥΔΑΠ, που εκδόθηκε στις 09.10.2009 και αφορούσε τη χρονική περίοδο από 31.03.2009 έως 31.08.2009, βεβαιώθηκε οφειλή 709 €, για κατανάλωση 237 κυβικών μέτρων ύδατος. Από την επισκόπηση των ανωτέρω λογαριασμών προκύπτει ότι τα υπ’ αριθμό ... και ... τιμολόγια αφορούσαν τρίμηνες περιόδους (από 11.09.2008 έως 16.12.2008 και από 17.12.2008 έως 30.03.2009 αντίστοιχα) με κατανάλωση ανά τρίμηνο 351 και 348 κυβικά, δηλαδή περίπου 116 με 117 κυβικά το μήνα. Ο τελευταίος λογαριασμός, που εκδόθηκε στις 09.10.2009 και αφορούσε τη χρονική περίοδο από 31.03.2009 έως 31.08.2009, έδειχνε κατανάλωση 237 κυβικά, που είναι ανάλογος του γεγονότος ότι ο εναγόμενος έκανε χρήση του μισθίου για το δίμηνο 31.03.2009

έως 31.05.2009, η παραπάνω δε κατανάλωση αφορά στην πραγματικότητα μόνο ένα δίμηνο, αφού στη συνέχεια το μίσθιο ήταν κλειστό. Ο μέσος όρος της κατανάλωσης ανά μήνα είναι 118,5 κυβικά, ποσότητα που ταιριάζει απόλυτα με την ανά μήνα κατανάλωση (116 και 117 κυβικά) των προηγούμενων λογαριασμών. Εξάλλου, από τον με ημερομηνία 21.01.2010 λογαριασμό της ΕΥΔΑΠ, που αφορά το διάστημα από 01.09.2009 έως 04.10.2010 και κατανάλωση 6,3 κυβικών μέτρων, προκύπτει ότι δεν υπήρχε διαρροή νερού. ,Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εναγόμενου, ότι τους λογαριασμούς λάμβανε ο ενάγων και όχι ο ίδιος με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει τη χρέωση, δεν κρίνεται πειστικός δεδομένου ότι τη δαπάνη ύδρευσης κατέβαλε αυτός (εναγόμενος) και συνεπώς, και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός του, θα είχε ενημερωθεί από τον ενάγοντα, προκειμένου να τους εξοφλήσει.

Συνεπώς αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμος ο αγωγικός ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος είχε καταναλώσει τις ποσότητες ύδατος, για τις οποίες εκδόθηκαν οι με αριθμούς ... και ... λογαριασμοί, ύψους 3,97 €, 1.759 €, 1.747 € και 709 €, αντίστοιχα και συνολικά 4.219,00 ευρώ (κατ’ ορθό μαθηματικό υπολογισμό). Η εκκαλουμένη, που δέχθηκε σαν ουσιαστικά βάσιμους τους ισχυρισμούς του εναγόμενου ότι η μίσθωση λύθηκε στο τέλος Φεβρουαρίου 2009 και ότι υπήρξε διαρροή νερού, με βάση δε την παραδοχή αυτή έκρινε ότι για τη δαπάνη του νερού ο εναγόμενος βαρύνεται με ποσοστό αναλογίας σύμφωνα με την προηγούμενη κατανάλωση, κατόπιν δε των σκέψεων αυτών έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνεπώς ο λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών προσάπτει σφάλμα στην εκκαλουμένη αναφορικά με την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, αποδεικνύεται ουσιαστικά βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτός σαν τέτοιος, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και• να ερευνηθεί η αγωγή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τον εναγόμενο, πλην της δαπάνης ύδατος ανερχόμενη σε 4.219,00 ευρώ, βαρύνει δαπάνη 100 €, στην οποία υποβλήθηκε ο ενάγων προκειμένου να του κοινοποιήσει εξώδικη όχληση αναφορικά με την άνω οφειλή του (βλ. τη με αριθμό ...-1-2010 βεβαίωση του δικηγόρου Κ. Μ. και τη με αριθμό ...8-12-2009 έκθεση του Δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Γ. Δ.). Κατ’ ακολουθίαν των προαναφερόμενων η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσόν των 4.319,00 ευρώ (3.97 + 1.759,03 + 1.747,00 + 709 + 100 €), με το νόμιμο τόκο το ποσόν των 4.219 € από 9-12-2009 και το υπόλοιπο ποσό από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση...". Σύμφωνα με τις ανωτέρω ..παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ο ερευνώμενος 1ος λόγος αναίρεσης κατά το Β’ σκέλος αυτού πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα δεν αφορούν την παραβίαση ερμηνείας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της ευθείας παραβίασης του διδάγματος κοινής πείρας για το οποίο αιτιάται, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου ουσίας περί την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που το Δικαστήριο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν ως προς το ύψος της κατανάλωσης ύδατος.

Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 και αντίστοιχα του άρθρου 560 αρ. 5 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1004/2015, ΑΠ 150/2015). Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 5 περ. β’ ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στο αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα τους ισχυρισμούς, που αυτός είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφερε παραδεκτά και ενώπιον του Εφετείου με τις κατ’ έφεση προτάσεις του και ειδικότερα, τον ισχυρισμό ότι η μίσθωση λύθηκε τέλος Φεβρουαρίου 2009 και επομένως, μετά την αποχώρησή του, δεν όφειλε τέλη ύδρευσης για τον μήνα Μάρτιο 2009 και ότι ο αναιρεσείων δεν είχε δυνατότητα να προσκομίσει βεβαίωση της ΕΥΔΑΠ για την διαρροή ύδατος, διότι αυτή χορηγείται μόνον στον ιδιοκτήτη. Ο λόγος αυτός όμως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, έλαβε υπόψη του τους ανωτέρω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα, τους οποίους σύμφωνα με τις παραδοχές του, όπως έχουν εκτεθεί προηγουμένως αναλυτικά, τους ερεύνησε και κατέληξε σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα κρίνοντας, ότι η μίσθωση λύθηκε τον Ιούνιο του έτους 2009 και ότι δεν υπήρξε διαρροή ύδατος στον μετρητή του μισθίου ακινήτου. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρονται, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί για τους οποίους αιτιάται ο αναιρεσείων, δεν είναι αυτοτελείς, αλλά συνιστούσαν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, με την οποία ο αναιρεσίβλητος - ενάγων - εκμισθωτής ισχυριζόταν ότι η σύμβαση μίσθωσης λύθηκε τον Ιούνιο του έτους 2009 και ότι ο μισθωτής αναιρεσείων, αν και χρησιμοποιούσε το μίσθιο και κατανάλωσε το νερό, δεν εξόφλησε τους τέσσερις λογαριασμούς της ΕΥΔΑΠ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ και αντίστοιχα του άρθρου 560 αρ. 6 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ή 560 αρ. 6 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ή αντίστοιχα της νέας διάταξης του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αυτών και όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλ. τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης. Διαφορετικά, ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 49/2013, ΑΠ 140/2010).

Με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών διέλαβε, α) ελλιπή αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα του μέσου όρου κατανάλωσης ύδατος ανά μήνα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στο αποτέλεσμα της δίκης, διότι παρέλειψε να αιτιολογήσει για ποιο λόγο η κατανάλωση ύδατος 118,5 Μ3 ανά μήνα είναι φυσιολογική για μια πενταμελή οικογένεια, καθώς επίσης, β) αντιφατική αιτιολογία, διότι ενώ δέχεται ότι το μίσθιο αποτελούσε οικογενειακή στέγη της πενταμελούς οικογένειάς του, εντούτοις δέχεται ως μηνιαία κατανάλωση τα 118 Μ3 αν και η κατανάλωση πενταμελούς οικογένειας δεν μπορεί να υπερβεί τα 22,35 Μ3 ανά μήνα. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, εφόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ο ουσιαστικός κανόνας δικαίου, που παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικά, εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή του έλλειψη αιτιολογίας, αντίφαση ή ανεπάρκεια, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτού βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ Ολ. 20/2005).

Συνεπώς, ενόψει της έλλειψης αυτής του αναιρετηρίου ένεκα της οποίας δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, από την άποψη της εκ πλαγίου παραβίασης συγκεκριμένης διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο, ο συναφής 3ος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. Σε διαφορετική περίπτωση, εάν εκτιμηθεί ότι οι παραβιασθείσες ουσιαστικές διατάξεις αναφέρονται στον 1ο αναιρετικό λόγο κατά το Α’ σκέλος αυτού και συνεπώς, ότι ο 3ος αναιρετικός λόγος είναι αρκούντως ορισμένος και συνακόλουθα παραδεκτός και στην περίπτωση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο ουσίας. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί και ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφέρει ότι δεν υπήρξε διαρροή, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, ενώ αιτιολογεί την κρίση του και αναφέρει, ότι εάν υπήρχε διαρροή, αυτή θα έπρεπε να γίνει αντιληπτή και από τον ίδιο τον μισθωτή. Μάλιστα επισημαίνει, ότι ο λογαριασμός ύδατος, με αριθμό ..., ποσού 1.759 ευρώ, αφορούσε περίοδο κατανάλωσης από τον Σεπτέμβριο του έτους 2008 έως τον Δεκέμβριο 2008 και είχε εκδοθεί στις 2-1-2009, δηλαδή σε χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο μισθωτής και ήδη αναιρεσείων χρησιμοποιούσε το μίσθιο ακίνητο και δεν είχε αποχωρήσει από αυτό, ακόμη και με όσα ο ίδιος υποστηρίζει και ότι, συνεπώς, εάν υπήρχε διαρροή ύδατος θα την αντιλαμβανόταν και θα είχε διαμαρτυρηθεί προς τον εκμισθωτή για την υπερβολική κατανάλωση ύδατος, πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, γεγονός που δεν προέκυψε, ότι συνέβη. Τέλος, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία συγκρίνει την κατανάλωση ύδατος των προηγούμενων λογαριασμών κατανάλωσης ύδατος του μισθίου και με μαθηματικούς υπολογισμούς καταλήγει στην παραδοχή, ότι ο μέσος όρος κατανάλωσης ύδατος στο μίσθιο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ανερχόταν σε 118,5 Μ3 ύδατος. Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, ότι μια πενταμελής οικογένεια, όπως η δική του, καταναλώνει κατ’ ανώτατο όριο 22,35 Μ3 ανά μήνα συνιστά επιχείρημα δικό του, το οποίο το Δικαστήριο ουσίας δεν είχε υποχρέωση να αναλύσει ιδιαίτερα και διεξοδικά, άλλως το αξιολόγησε και κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, σύμφωνα με τις ανωτέρω ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές του. Επομένως, ο 3ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β’ δ’ ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-6-2016. (αρ. ...2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 2088/2016 οριστικής απόφασης του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία μισθωτικών διαφορών).

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2018.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ