Legislator Case Law & Legislation
433/2017 AI generated

433/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 433/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 433 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

433/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 433 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
discontinuation of benefits denial of ongoing benefits reduction of supplementary benefits reduction of disability benefits benefit eligibility suspension of disability benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 433 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 433/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "...." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο-Αναστάσιο Φρώυντε και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Α. του Ε., κατοίκου ..., 2) Β.-Δ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 3) α) Α. χήρας Φ. Α., κατοίκου ..., β) Γ. Α. του Φ., κατοίκου ... και γ) Α. Α. του Φ., κατοίκου ..., ως νομίμων κληρονόμων του αποβιώσαντος Φ. Α., 4) Σ. Α. του Δ., κατοίκου ..., 5) Κ. Γ.-Κ. του Γ., κατοίκου ..., 6) Χ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 7) Π. Δ. του Α., κατοίκου ..., ως κληρονόμου της αποβιωσάσης Θ. Δ. του Κ., 8) Π. Δ. του Α., κατοίκου ..., 9) Α. Δ. του Β., κατοίκου ..., 10) Λ. Ε. του Χ., κατοίκου ..., 11) Χ. Ζ. του Β., κατοίκου ..., 12) Γ. Θ. του Χ., κατοίκου ..., 13) Β. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 14) Θ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 15) Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 16) Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., 17) Σ. Μ.-Κ. του Π., κατοίκου ..., 18) Α. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 19) Δ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 20) α) Σ. χήρας Β. Μ., το γένος Λ. Μ. και β) Σ. Μ. του Β., κατοίκων ..., ως νομίμων κληρονόμων του αποβιώσαντος Β. Μ. του Σ., 21) Χ. χήρας Α. Μ., κατοίκου ..., 22) Α. Μ. του Α., 23) Κ.-Α. Μ. του Α., κατοίκων ..., 24) Ι. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 25) Α. Ο. του Π., κατοίκου ..., 26) Α. Π. του Δ., κατοίκου ..., 27) α) Χ. χήρας Κ. Π., β) Ε. Π. του Κ. και γ) Χ. Π. του Κ., κατοίκων ..., ως νομίμων κληρονόμων του αποβιώσαντος Κ. Π. του Χ., 28) Τ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 29) Ι. Π. του Π., κατοίκου ..., 30) Ν. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., 31) Σ. Σ. του Φ., κατοίκου ..., 32) Γ. Σ. του Ζ., κατοίκου ..., 33) Β. Σ. του Α., κατοίκου ..., 34) Δ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 35) Κ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 36) Μ. χήρας Κ. Γ., 37) Ε. Γ. του Κ., 38) Ι. Γ. του Κ. και 39) Δ. Γ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λουκά Αποστολίδη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2614/2010 του ίδιου δικαστηρίου και 1039/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-10-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 22-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις (μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος) επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες. Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης. Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής αποφάσεως, άρα και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ., κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ’ αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ’ αυτών την αναίρεση. Επομένως η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος χωρίς να γνωρίζει το θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, αν αυτοί εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ. Α.Π. 27/1987, Α.Π. 86/2016). Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 24-10-2014 αίτηση για αναίρεση της 1039/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και ναι μεν, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τους αναιρεσιβλήτους έγγραφα, οι τρίτος, έβδομη, εικοστός και εικοστός έβδομος από αυτούς απεβίωσαν στις 21-3-2014, στις 20-8-2013, στις 30-4-2014 στις 30-3-2014 αντίστοιχα, ο θάνατος όμως αυτών επήλθε μετά το πέρας της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση (η οποία έλαβε χώρα στις 2-4-2013), ειδικότερα δε των τρίτου, εικοστού και εικοστού εβδόμου και μετά τη δημοσίευση της τελευταίας (η οποία έλαβε χώρα στις 18-2-2014), όταν δηλαδή δεν υφίστατο πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης. Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι κατά την άσκηση της αίτησης το αναιρεσείον γνώριζε το θάνατο των προαναφερθέντων αναιρεσιβλήτων.

Συνεπώς η αίτηση είναι έγκυρη και κατά το μέρος της που στρέφεται κατ’ αυτών παρά το γεγονός ότι αυτοί είχαν αποβιώσει πριν την άσκησή της, νομίμως δε συνεχίζουν τη δίκη οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους, χωρίς να απαιτείται δήλωση επαναλήψεως αυτής εφόσον δεν επήλθε διακοπή της κατά τ’ ανωτέρω.

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζουν αντίστοιχα ότι: "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου" και "Το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει", προκύπτει δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Η δέσμευση δε αυτή του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει τη συμμετοχή αυτών στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και η παροχή εφάπαξ βοηθήματος αποζημίωσης στους εξ αυτών αποχωρούντες από την ενεργό υπηρεσία, με ίσους όρους. Έτσι η συνταγματικώς επιτρεπτή εισαγωγή με νόμο ανώτατου ορίου στο παρεχόμενο από το φορέα εφάπαξ βοήθημα τελεί υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, δηλαδή ότι το ασφαλιστικό κεφάλαιο από το οποίο καταβάλλεται δεν σχηματίζεται αποκλειστικά, κατά τη νομοθεσία που το διέπει, με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων αλλά συμμετέχουν στο σχηματισμό του και άλλοι, ιδίως κοινωνικοί πόροι ή ουσιώδεις επιβαρύνσεις τρίτων. Όταν όμως το κεφάλαιο αυτό σχηματίζεται αποκλειστικά με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων και έχει επομένως αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, η επιβολή νομοθετικά ανώτατου ορίου στην παροχή του εφάπαξ βοηθήματος παραβιάζει την κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού ενέχει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων οι οποίοι, ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους και των υψηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν την ίδια εφάπαξ αποζημίωση με τους συναδέλφους τους οι οποίοι, ως εκ του μικρού χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μικρότερες κρατήσεις, παρά τον από τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος κανόνα, ότι το μέγεθος της εφάπαξ αποζημίωσης, υπολογιζόμενο με βάση το χρόνο υπηρεσίας και τις αποδοχές του εργαζομένου είναι ανάλογο προς τις εισφορές που καταβλήθηκαν από αυτόν (Ολ. Α.Π. 17/2005). Εξάλλου κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του καταστατικού του "... της Ελλάδος" (καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το ήδη αναιρεσείον), όπως το καταστατικό αυτό ανασυντάχθηκε, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την Φ.46/3239/23-2-1987 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β’ 108), η ασφάλιση που ασκείται από το εν λόγω ταμείο ενεργείται από δύο κλάδους, τον κλάδο συντάξεων και τον κλάδο πρόνοιας, από τον οποίο χορηγούνται τα εφάπαξ βοηθήματα, ενώ κατά το άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου καταστατικού: "Για τον Κλάδο Πρόνοιας (εφάπαξ βοήθημα) πόροι είναι: α) Εισφορά του ασφαλισμένου ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του για κάθε πραγματική υπηρεσία στην Α.Τ.Ε. β) Εισφορά του εργοδότη ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε πραγματική υπηρεσία στην Α.Τ.Ε. γ) Ποσοστό από τα έσοδα που προέρχονται από τις ασφαλιστικές εργασίες του εργοδότη ή θυγατρικών του εταιρειών. Το πιο πάνω ποσοστό καθορίζεται μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε χρόνου με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εργοδότη. δ) Ποσοστό προμήθειας από τις ασφαλιστικές εργασίες της Τράπεζας σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 13 του νόμου 1256/1982. Το ποσό αυτό καθορίζεται κάθε χρόνο με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας. ε) Οι τόκοι και γενικά οι πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Προνοίας". Περαιτέρω κατά το άρθρο 34 του ίδιου καταστατικού: "1. Οι ασφαλισμένοι του Κλάδου (νοείται Πρόνοιας) δικαιούνται εφάπαξ βοηθήματος με τις εξής προϋποθέσεις: α)... β) Εφόσον αποχωρήσουν από την υπηρεσία της Τράπεζας λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας που προβλέπεται από τον Οργανισμό της ή για οποιουσδήποτε άλλους λόγους, εφόσον έχουν χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην Αγροτική Τράπεζα, ασφαλισμένη στον Κλάδο Πρόνοιας, όχι από αναγνώριση, πέντε τουλάχιστον ετών. 2. Το εφάπαξ βοήθημα υπολογίζεται στον τελευταίο ετήσιο μισθό, όπως αυτός καθορίζεται στην επομένη παράγραφο, κατά την ακόλουθη κλίμακα: 4% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 1ου μέχρι και του 10ου, 8% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 11ου μέχρι και του 15ου, 10% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 16ου μέχρι και του 32ου. 3. Για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου... ετήσιος μισθός λογίζεται το άθροισμα δεκατεσσάρων μισθών βάσης, με βάση το μήνα εξόδου του ασφαλισμένου από την υπηρεσία, προσαυξημένων με τα επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας, βαθμού, θέσεως, επιστημονικής απόδοσης, γάμου, τέκνων και αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (Α.Τ.Α.). 4. Αν διακοπεί η χορήγηση των επιδομάτων γάμου, τέκνων και θέσεως πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνονται ποσοστά των επιδομάτων αυτών ως εξής: Αν ο ασφαλισμένος αποχώρησε από την υπηρεσία μέσα στον πρώτο χρόνο από τη διακοπή, λαμβάνεται υπόψη το 90% του επιδόματος, μέσα στο δεύτερο χρόνο το 80%, μέσα στον τρίτο χρόνο το 70%, μέσα στον τέταρτο χρόνο το 60% και μέσα στον πέμπτο χρόνο το 50%. Μετά τον πέμπτο χρόνο διακοπής του επιδόματος δεν υπολογίζονται τα επιδόματα γάμου, τέκνων και θέσεως για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος". Περαιτέρω κατά το άρθρο 37 παρ. 1 ν. 2084/1992 (ΦΕΚ Α’ 165), το οποίο εντάσσεται στο Δ’ κεφάλαιο του έχοντος τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλιζόμενους στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από 1-1-1993" τρίτου μέρους του εν λόγω νόμου: "Η συνολική εισφορά ασφάλισης για εφάπαξ βοήθημα σε φορείς ασφάλισης πρόνοιας ορίζεται σε ποσοστό 4% και βαρύνει αποκλειστικά τους ασφαλισμένους". Εξάλλου κατά το άρθρο 57 του Δ’ Κεφαλαίου του τετάρτου μέρους του ίδιου ν. 2084/1992, έχοντος τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλισμένους μέχρι 31-12-1992": "1. Η προβλεπομένη από τις οικείες διατάξεις των φορέων ασφαλίσεως πρόνοιας των υπαλλήλων των Τραπεζών: Εθνικής, Ελλάδος και Κτηματικής, Αγροτικής, Ε.Τ.Β.Α., Ιονικής-Λαϊκής και Εμπορικής, του Ο.Τ.Ε. και του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Ασφαλιστικής Εταιρείας "Εθνική" που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, εισφορά εργοδότη, μειώνεται προοδευτικά, αρχής γενομένης από 1-1-1993 κατά το 1/10 για κάθε έτος. Η κατά τα άνω μειούμενη εισφορά προστίθεται αντίστοιχα στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του φορέα κύριας σύνταξης, στον οποίο υπάγονται οι ασφαλισμένοι των φορέων ή κλάδων ασφάλισης πρόνοιας, πλην του Κλάδου Προνοίας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας, η οποία προστίθεται στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος 2... 3. Το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ. 1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών. Επιπλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1-1-1993 και μετά. Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειούται ή αυξάνεται αναλόγως των ετών ασφάλισης. 4. (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, πριν δηλαδή αντικατασταθεί με την παρ. 4 του άρθρου 84 του ν. 2676/1999) Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναπροσαρμόζεται κάθε φορά το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος της προηγούμενης παραγράφου μέχρι του εκάστοτε ποσοστού αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων". Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διατάξεως της παρ. 4 εκδόθηκαν υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα η 7/οικ.1231/1-6-1993 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β’ 404), οι 7/οικ.1490/24-8-1994 (ΦΕΚ Β’ 653) και 7/οικ.1237/6-7-1995 (ΦΕΚ Β’ 646) αποφάσεις του Υφυπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και οι Φ.7/οικ.1251/1-8-1996 (ΦΕΚ Β’ 702) και Φ.7/οικ.1343/28-7-1997 (ΦΕΚ Β’ 680) αποφάσεις του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με τις οποίες αναπροσαρμόστηκε το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος για τα έτη 1993, 1994, 1995, 1996 και 1997 αντιστοίχως. Από τις εκτεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι το παρεχόμενο από το αναιρεσείον εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού (καθ’ όλο τον κατωτέρω χρόνο ασφάλισης των αναιρεσιβλήτων) το ασφαλιστικό κεφάλαιό του σχηματιζόταν μόνο από ασφαλιστικές εισφορές και όχι από άλλους πόρους. Ειδικότερα το κεφάλαιο αυτό σχηματιζόταν αρχικώς μεν από ισόποσες ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων και της εργοδότριας Τράπεζας, οι οποίες υπολογίζονταν επί των αυτών αποδοχών των ασφαλισμένων, από δε την 1-1-1993 και έως την έξοδο των αναιρεσιβλήτων από την ενεργό ασφάλιση και πάλι από εισφορές τόσο των ασφαλισμένων όσο και της εργοδότριας Τράπεζας, με τη διαφορά ότι οι εισφορές της Τράπεζας μειώνονταν συνεχώς. Και ναι μεν στις περιπτώσεις γ έως και ε της παρ. 3 του άρθρου 9 του ανωτέρω καταστατικού προβλέπονται ως πόροι του κλάδου πρόνοιας, πλην των ασφαλιστικών εισφορών, και άλλα έσοδα (από τις ασφαλιστικές εργασίες της εργοδότριας Τράπεζας ή θυγατρικών της εταιρειών, τόκοι και γενικά πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του κλάδου πρόνοιας του εν λόγω ταμείου), τα έσοδα όμως αυτά, εν πολλοίς αόριστα και υποθετικά, δεν μπορεί να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο για το χαρακτηρισμό του επίδικου εφάπαξ βοηθήματος ως ανταποδοτικού ή μη, διότι δεν προκύπτει ότι συνέβαλαν, κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου του ανωτέρω κλάδου πρόνοιας.

Συνεπώς οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος των ασφαλισμένων του αναιρεσείοντος, οι οποίοι εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλόμενης στο αναιρεσείον εργοδοτικής εισφοράς, αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος. Εξάλλου η ως άνω διάκριση, ενόψει του αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής σύμφωνα με όσα έχουν γίνει ήδη δεκτά, δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, λαμβανομένης υπόψη και της δίκαιης σταθμίσεως, η οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου για καταβολή της ασφαλιστικής παροχής, όταν αυτή ως περιουσιακό δικαίωμα προέρχεται, όπως στην προκείμενη περίπτωση, από τις ασφαλιστικές εισφορές του ασφαλισμένου, έτσι ώστε βασίμως να προσδοκά αυτός (και στο πλαίσιο της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων) αποχή από κάθε επέμβαση και προστασία του εν λόγω δικαιώματός του (ΑΕΔ 3, 4, 5/2007, Ολ. Α.Π. 17/2005). Στην προκείμενη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) είναι άπαντες πρώην υπάλληλοι της Αγροτικής Τράπεζας, οι οποίοι αποχώρησαν από την ενεργό υπηρεσία τους, ο πρώτος στις 31-10-1995, η δεύτερη την 7-3-2001, ο τρίτος την 16-7-2001, ο τέταρτος την 31-12-1997, η πέμπτη την 1-12-2002, ο έκτος την 30-11-1999, ο Δ. Α. την 31-11-2000, ο ένατος την 6-11-2000, ο δέκατος την 22-7-1997, ο ενδέκατος την 30-7-2000, ο δωδέκατος την 1-1-2001, ο δέκατος τρίτος την 29-11-1996, ο δέκατος τέταρτος την 27-7-1999, ο δέκατος πέμπτος την 27-11-1997, ο δέκατος έκτος την 16-12-1996, ο δέκατος έβδομος την 16-10-1997, ο δέκατος όγδοος την 8-5-1996, ο δέκατος ένατος την 1-1-1997, ο εικοστός την 31-12-1999, ο Μ. Α., καθολικοί διάδοχοι του οποίου λόγω θανάτου είναι η εικοστή πρώτη, εικοστή δεύτερη και εικοστή τρίτη των εναγόντων, την 29-11-1996, ο εικοστός τέταρτος την 6-7-1998, ο εικοστός πέμπτος την 31-12-1999, ο εικοστός έκτος την 2-4-2001, ο εικοστός έβδομος την 15-11-2002, ο εικοστός όγδοος την 1-1-2003, ο εικοστός ένατος την 25-11-1996, ο τριακοστός την 13-4-1999, ο τριακοστός πρώτος την 4-7-1995, ο τριακοστός δεύτερος την 1-3-2001, ο τριακοστός τρίτος την 30-9-1998, ο τριακοστός τέταρτος την 1-12-2001, ο τριακοστός πέμπτος την 15-11-1996, ο Γ. Κ., καθολικοί διάδοχοι του οποίου είναι οι τριακοστή έκτη, τριακοστός έβδομος, τριακοστή όγδοη και τριακοστή ένατη των εναγόντων, την 16-2-1998. Το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) ταμείο αποτελεί καθολικό διάδοχο του κλάδου προνοίας του "... Τράπεζας της Ελλάδος" και με σκοπό, μεταξύ άλλων, τη χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους σ’ αυτό υπαλλήλους της "Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.". Ειδικότερα ο κλάδος πρόνοιας του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού Α.Τ.Ε.", που ήταν ο αρμόδιος κλάδος για τη χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος στους υπαλλήλους της Α.Τ.Ε., μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου σύμφωνα με... όσα προβλέπονται στη διάταξη της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3092/2002, και έλαβε την επωνυμία "... Τράπεζας της Ελλάδος", το καταστατικό του οποίου εγκρίθηκε με την Φ/800000/1107 κοινή υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β’ 2/7-1-2004), που καταχωρήθηκε στο βιβλίο σωματείων Αθηνών με αύξοντα αριθμό ... στις 9-2-2004, ημερομηνία από την οποία άρχισε η ισχύς τούτου. Κατά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία οι ενάγοντες δικαιούνταν να λάβουν από το εναγόμενο ταμείο εφάπαξ βοήθημα προνοίας σύμφωνα με τα άρθρα 34, 35 και 36 του καταστατικού του... Στους ενάγοντες έπρεπε να... καταβληθεί ολόκληρο το δικαιούμενο ποσό του εφάπαξ βάσει του καταστατικού ... Α.Τ.Ε. Παρά ταύτα αυτό τους χορηγήθηκε μειωμένο σύμφωνα με το πλαφόν του άρθρου 57 του ν. 2084/1992...". Με βάση αυτές τις παραδοχές, καθώς και με επί πλέον παραδοχές περί αντισυνταγματικότητος του περιορισμού του άρθρου 57 ν. 2084/1992 και περί του ύψος των επιδικαστέων σε κάθε ενάγοντα διαφορών μεταξύ του καταβληθέντος και του πράγματι οφειλομένου χωρίς τον παραπάνω περιορισμό ποσού (για τον υπολογισμό των οποίων δεν προβάλλεται λόγος αναιρέσεως), το εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και είχε υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα ίδια ποσά. Με την κρίση του αυτή το εφετείο: α) δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις αναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφάρμοσε, αφού κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη και με βάση την εφαρμοσθείσα διάταξη του ισχύοντος καταστατικού του αναιρεσείοντος, οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται τα επιδικασθέντα σ’ αυτούς ποσά, χωρίς να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό τους ο προβλεπόμενος από το άρθρο 57 παρ. 3 ν. 2084/1992 περιορισμός και β) διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά του και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 19 και 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ αντίστοιχα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Με τους ανωτέρω λόγους το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και τις εξής επί πλέον αιτιάσεις: α) ότι η νομολογία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου για την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως του άρθρου 57 παρ. 3 ν. 2084/1992 ως προς το θεσπιζόμενο περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος αναφέρεται σε φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως και όχι σε παροχές που καταβάλλονται στα μέλη τους από τα αλληλοβοηθητικά ταμεία, τα οποία λειτουργούν υπό το καθεστώς του ν. 3029/2002 ως σωματεία και β) ότι δεν γίνεται επίκληση αντιθέσεως του καταστατικού του στο νόμο ή στο Σύνταγμα ούτε ότι παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες καθόσον: α) το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον είναι καθολικός διάδοχος του κλάδου προνοίας του "... Τράπεζας της Ελλάδος" και β) δεν απαιτείται επίκληση αντιθέσεως του καταστατικού του αναιρεσείοντος προς το νόμο ή το Σύνταγμα για τη μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 ως προς τον καθορισμό του θεσπιζόμενου με αυτό ανωτάτου ορίου εφάπαξ βοηθήματος ως ανίσχυρης λόγω αντιθέσεώς της προς τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος ούτε επίκληση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. 3. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού ισχυρίζεται τα εξής: Ότι από τη μεταβατικής ισχύος διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5 του καταστατικού του σαφώς προκύπτει ότι οι ασφαλισμένοι που θα αποχωρήσουν στο διάστημα μιας πενταετίας από την έναρξη εφαρμογής του καταστατικού, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 9-2-2004 μέχρι 9-2-2009 και έχουν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 15 του ίδιου καταστατικού, δικαιούνται εφάπαξ βοήθημα το οποίο υπολογίζεται με τον τύπο του άρθρου 17 του καταστατικού αυτού και το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο από αυτό που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού (παλαιό καταστατικό και πλαφόν του ν. 2084/1992). Ότι με την ανωτέρω μεταβατικής ισχύος διάταξη καθορίστηκε ο τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος των κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα αποχωρούντων υπαλλήλων μόνο ως στοιχείο προσδιοριστικό του κατωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος και όχι του ανωτάτου ορίου αυτού. Ότι ενόψει των ανωτέρω το εφετείο, το οποίο έκρινε αντιθέτως, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις του καταστατικού του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι οι αναιρεσίβλητοι καταλαμβάνονται από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5 του καταστατικού του αναιρεσείοντος, ενώ, με βάση τις προεκτεθείσες αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, αυτοί αποχώρησαν από την υπηρεσία τους πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω καταστατικού (9-2-2004), με αποτέλεσμα να μην καταλαμβάνονται από την ανωτέρω μεταβατικής ισχύος διάταξη (σχετ. Α.Π. 72/2016).

4. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή. Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ. (όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή) προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α K.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δέχθηκε ότι ο συμβιβασμός μεταξύ των διαδίκων ήταν άκυρος, παραβιάζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 και 679 Α.Κ., 8 ν. 2112/1920, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 11 α.ν. 547/1937, 8 παρ. 2 και 4 ν.δ 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, αν και πρόκειται για διαφορά που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το αναιρεσείον δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή του σχετικού ισχυρισμού του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφορά του κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ούτε παραθέτει στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του ανωτέρω ισχυρισμού. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι δεν προσκομίζονται τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης ούτε οι τυχόν υποβληθείσες ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο ανωτέρω ισχυρισμός είχε προβληθεί παραδεκτά ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου και ποιο ήταν το ακριβές περιεχόμενό του.

5. Συνεπώς, αφού κρίθηκαν απορριπτέοι όλοι οι λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως, πρέπει να απορριφθεί αυτή στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με τo σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-10-2014 αίτηση για αναίρεση της 1039/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ