433/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/3/2010 ανακοπή του ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου και την από 22/6/2012 ανακοπή της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5622/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4649/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/8/2014 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated433/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 433 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 433/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Κ., κατοίκου ..., 2) Ε. Κ., 3) Γ. Δ., 4) Θ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Πρατικάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσενέ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μωυσίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/3/2010 ανακοπή του ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου και την από 22/6/2012 ανακοπή της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5622/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4649/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/8/2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μαγγίνας ανέγνωσε την από 26/2/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της από 2/8/2014 αίτησης και την αναίρεση της υπ' αριθμό 4649/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ` αριθμό 4649/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία συνεκδίκασε τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων και δέχθηκε αυτές τυπικά και κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ` αριθμό 5622/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχαν γίνει εν μέρει δεκτές οι από 22.6.2010 και 8.03.2010 ανακοπές των αναιρεσιβλήτων και μεταρρυθμισθεί ο υπ' αριθμό .../2010 πίνακας κατάταξης δανειστών της συμβ/φου Αθηνών Ειρήνης Βασιλικάκη, κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ' ουσίαν τις ανακοπές, τις οποίες δέχθηκε και μεταρρύθμισε τον παραπάνω πίνακα αποβάλλοντας από αυτόν τους αναιρεσείοντες και μάλιστα από το σύνολο των χρηματικών ποσών, στα οποία είχαν καταταγεί και κατατάσσοντας στη συνέχεια στα αφαιρεθέντα από αυτούς χρηματικά ποσά τους αναιρεσιβλήτους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
ΙΙ] Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 975 ΚΠολΔ ορίζονται κατά σειρά προτεραιότητας οι ασφαλιζόμενες με γενικά προνόμια απαιτήσεις, οι οποίες, σε περίπτωση που είναι ανεπαρκές το πλειστηρίασμα για την ικανοποίηση όλων των αναγγελθέντων στον πλειστηριασμό δανειστών, προηγούνται και αυτών που είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένες (άρθρα 976, 977, 1007 παρ.1 ΚΠολΔ).
Στην τρίτη σειρά (τάξη) των γενικών αυτών προνομίων κατατάσσονται, μετά την τροποποίηση του αριθμού 3 του πιο πάνω άρθρου (975 ΚΠολΔ) με το άρθρο 31 του ν.1545/1985, μεταξύ άλλων και οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης.
Ως τέτοιες απαιτήσεις νοούνται οποιεσδήποτε απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, ανεξάρτητα από το κύρος της σύμβασης και των νομικών διατάξεων επί των οποίων αυτές στηρίζονται, αρκεί μόνο να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος με την παροχή της εξαρτημένης εργασίας. Τα γενικά αυτά προνόμια, που δημιουργούνται από τις παραπάνω αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, συνιστούν απόκλιση από την αρχή της σύμμετρης ικανοποίησης των δανειστών (άρθρο 977 παρ.3 ΚΠολΔ) και προκαλούν ρωγμές και εμπόδια στην εμπέδωση της πίστης στις συναλλαγές, γιατί έχουν το μειονέκτημα της αφάνειας.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 563 § 2 του Κ.Πολ.Δ και 23 § 2 εδ. γ' και δ' του ν. 1756/1995 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών "όπως το δεύτερο τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 § 1 του ν. 2331/1995, προκύπτει, ότι στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου υπάγονται: α) αιτήσεις αναίρεσης υπέρ του νόμου και β) αιτήσεις αναίρεσης που παραπέμπονται σε αυτή για εκδίκαση με κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με ομόφωνη απόφαση του δικάζοντος τμήματος ή με απόφαση της τακτικής Ολομέλειας.
Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή για ορισμένους μόνο λόγους αναίρεσης, αν σε κάθε περίπτωση κριθεί, ότι πρόκειται για ζήτημα με γενικότερο ενδιαφέρον ή ότι τούτο είναι αναγκαίο, για την ενότητα της νομολογίας. Στη προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] προκύπτει ότι, εκτιμώντας αυτή το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Με επίσπευση της ανακόπτουσας ανώνυμης τράπεζας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" εκπλειστηριάσθηκε αναγκαστικά, προς εκτέλεση της 10741/2007 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το υπό στοιχεία Α-2 διαμέρισμα - οριζόντια ιδιοκτησία, επιφάνειας 90 τ.μ.
του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου μιας πολυώροφης οικοδομής, που είναι κτισμένη σε οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, στην περιφέρεια του τέως Δήμου Αθηναίων και ήδη Δήμου Ν. Φιλαδέλφειας, στη θέση "ΤΟΥΡΑΛΗ" πλησίον του Ποδονύφτη και επί της οδού Ιασωνίδου αριθμ. 20, ιδιοκτησίας του οφειλέτη της και καθ' ου η εκτέλεση Τ.
Μ., που είχε κατασχεθεί με την 6132/21.2.2008 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Γ.. Στον εν λόγω πλειστηριασμό, που έλαβε χώρα στις 18-11-2009, το ακίνητο κατακυρώθηκε στους υπερθεματιστές Σ. Ν. του Α. και Π. συζ. Σ. Ν., το γένος Κ. Τ. κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, αντί του ποσού των 111.000 Ευρώ, στο οποίο ανήλθε το επιτευχθέν πλειστηρίασμα.
Στον πλειστηριασμό αναγγέλθηκαν, μεταξύ άλλων, νομότυπα και εμπρόθεσμα, προς ικανοποίηση των απαιτήσεών τους από το διανεμητέο πλειστηρίασμα: Α) η επισπεύδουσα ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ για τη συνολική απαίτησή της ύψους 496.845,20 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, που είχε επιδικαστεί με την 10741/2007 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για κεφάλαιο, ποσού 461.055,58 ευρώ και δικαστική δαπάνη 4.620 ευρώ και προέρχεται από την 95/1081/18.4.1979 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ της πιστούχου και της εταιρείας με την επωνυμία "Τ.
Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που στη συνέχεια μετατράπηκε στην εταιρεία με την επωνυμία "Τ. Μ. ΑΕΒΕ", και του καθ' ου η εκτέλεση, ως εγγυητή, με την από 28.1.1987 σύμβαση εγγυήσεως και τις από 10.9.1980,21.12.1984, 11.4.1985, 28.3.1986, 26.2.1987, 20.6.1990, 3.9.1991, 11.12.1991, 21.1.1992, 28.9.1992, 14.10.1993, 22.7.1994, 29.3.1995, 13.7.1995, 14.4.1997 και 24.7.1997 πρόσθετες πράξεις αυξήσεως της πιστώσεως.
Μέρος της απαίτησής της, ποσού 200.000 ευρώ, δυνάμει της 45219Σ\2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι εξοπλισμένη με πρώτη προσημείωση υποθήκης στο εν λόγο ακίνητο, που έχει εγγραφεί στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Ν. Φιλαδέλφειας στον τόμο 4 φύλλο 35 και α.α.1 και το προνόμιο της αυτό ανήγγειλε νόμιμα με την παραπάνω αναγγελία της, Β) Το ανακόπτον (Β' Ταμείο Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) με την 17084/186/27.11.2009 αναγγελία του κατά του οφειλέτη, ως διευθύνοντα συμβούλου της εταιρείας με την επωνυμία "Τ.
Κ. Μ. ΑΕΒΕ" για την συνολική απαίτησή του για κεφάλαιο, ύψους 37.738,32 ευρώ και πρόσθετα τέλη ύψους 13.649,57 ευρώ, που αφορούσε μη καταβληθείσες και βεβαιωμένες ταμειακά ασφαλιστικές εισφορές από 01-04- 2004 έως και 31-10-2008, σύμφωνα με το συνημμένο στην ανωτέρω αναγγελία πίνακα χρεών, Γ) οι καθ' ων οι ανακοπές και συγκεκριμένα Γ1) ο πρώτος καθ' ου Σ.
Κ. του Α., με την, από 21.11.2009, αναγγελία του για τη συνολική απαίτησή του 43.727,37 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων και εξόδων, με βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας του (προϊστάμενος κοφτηρίου υφασμάτων) στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ. Μ. ΑΕΒΕ" (βιοτεχνία ετοίμων ενδυμάτων), της οποίας ο καθ' ου η αναγκαστική εκτέλεση οφειλέτης ήταν πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της.
Η ανωτέρω αναγγελθείσα απαίτηση επιδικάστηκε δυνάμει της 3750/2008 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (η οποία κατά τον χρόνο σύνταξης του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης είχε καταστεί τελεσίδικη), για κεφάλαιο 33.439 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων από 1.1.2008, που εκδόθηκε σε βάρος της εργοδότριας εταιρίας και του καθ' ου η εκτέλεση, ευθυνόμενοι σε ολόκληρο, με βάση τα από 5.6.2007 και από 7.6.2007 ιδιωτικά συμφωνητικά αναγνώρισης χρέους της εργοδότριας εταιρείας και του καθ' ου η εκτέλεση, αντίστοιχα, και πέντε συναλλαγματικές, που δόθηκαν προς διασφάλιση για την τήρηση των συμφωνηθέντων, εκ των οποίων η μία ποσού 33.439 ευρώ ήταν αποδοχής του καθ' ου η εκτέλεση.
Έτσι, ο καθ' ου η εκτέλεση αναγνώρισε, ότι οφείλει το ανωτέρω ποσό των 33.439 ευρώ υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρίας. Στο ποσό αυτό (για το οποίο εκδόθηκε η παραπάνω διαταγή πληρωμής) περιλαμβάνονταν απαιτήσεις του καθ' ου οι ανακοπές για δώρο Χριστουγέννων των ετών 2005 και 2006, δεδουλευμένες αποδοχές από 1.12.2005 έως 30.3.2007 (με βάση μηνιαίο μισθό 1.084,76 ευρώ), δώρο Πάσχα 2006, επίδομα αδείας 2006, και αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του, όπως αυτά αναλυτικά αναφέρονται στην παραπάνω αναγγελία του.
Ο παραπάνω καθ' ου οι ανακοπές αναγγέλθηκε προνομιακά για το ποσό των 41.607,37 και τυχαία για το ποσό των 2.521 ευρώ. Γ2) Η δεύτερη των καθ' ων οι ανακοπές Ε. Κ. με την, από 25.11.2009, αναγγελία της για τη συνολική απαίτησή της 21.929,28 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων και εξόδων με βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας της, ως πωλήτρια, προς την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Τ.
Μ. ΑΕΒΕ", στην οποία εργάστηκε από 1.3.1997 έως 31.1.2007. Η ανωτέρω αναγγελθείσα απαίτησή της επιδικάστηκε δυνάμει της 3748/2008 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατά τον χρόνο σύνταξης του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης είχε καταστεί τελεσίδικη, για κεφάλαιο 17.459 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων, που εκδόθηκε σε βάρος της εργοδότριας εταιρίας και του καθ' ου η εκτέλεση, ευθυνόμενοι σε ολόκληρο, με βάση τα από 5.6.2007 και από 7.6.2007 ιδιωτικά συμφωνητικά αναγνώρισης χρέους της εργοδότριας εταιρείας και του καθ' ου η εκτέλεση, αντίστοιχα, και τέσσερις συναλλαγματικές, που δόθηκαν προς διασφάλιση για την τήρηση των συμφωνηθέντων, εκ των οποίων η μία ποσού 17.459 ευρώ ήταν αποδοχής του καθ' ου η εκτέλεση.
Έτσι, ο καθ' ου η εκτέλεση αναγνώρισε, ότι οφείλει το ανώτερο ποσό των 17.459 ευρώ υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρίας. Στο ποσό αυτό (για το οποίο εκδόθηκε η παραπάνω διαταγή πληρωμής) περιλαμβάνονταν απαιτήσεις της καθ' ης οι ανακοπές για δώρο Χριστουγέννων των ετών 2005 και 2006, δεδουλευμένες αποδοχές από 1.12.2005 έως 31.1.2007 (με βάση μηνιαίο μισθό 879,12 ευρώ από 1.1.2005), δώρο Πάσχα 2006, αναλογία δώρου Πάσχα 2007, επίδομα αδείας 2006 και αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της, όπως τα ποσά αυτά αναφέρονται αναλυτικά στην παραπάνω αναγγελία της.
Η εν λόγω καθ' ης οι ανακοπές αναγγέλθηκε προνομιακά για το ποσό των 20.979,28 ευρώ και τυχαία για το ποσό των 950 ευρώ, Γ3) η τρίτη των καθ' ων οι ανακοπές Γ. Δ., με την, από 21.11.2009, αναγγελία της για την συνολική απαίτησή της 13.729,37 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων και εξόδων, με βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας της, ως πωλήτρια, προς την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ.
Μ. ΑΕΒΕ", στην οποία εργάστηκε από 17.2.2003 έως 15.1.2007. Η ανωτέρω αναγγελθείσα απαίτησή της επιδικάστηκε δυνάμει της 9934/2008 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών (η οποία κατά το χρόνο σύνταξης του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης είχε καταστεί τελεσίδικη), για κεφάλαιο 10.636 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων, που εκδόθηκε σε βάρος της εργοδότριας εταιρείας και του καθ' ου η εκτέλεση, ευθυνόμενοι σε ολόκληρο, με βάση τα από 5.6.2007 και από 7.6.2007 ιδιωτικά συμφωνητικά αναγνώρισης χρέους της εργοδότριας εταιρείας και του καθ' ου η εκτέλεση, αντίστοιχα, και δύο συναλλαγματικές αποδοχής της εργοδότριας εταιρείας και τριτεγγυήσεως του καθ' ου η εκτέλεση, που δόθηκαν προς διασφάλιση για την τήρηση των συμφωνηθέντων.
Έτσι, ο καθ' ου η εκτέλεση αναγνώρισε, ότι οφείλει το ανωτέρω ποσό των 10.636 ευρώ υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρίας. Στο ποσό αυτό (για το οποίο εκδόθηκε η παραπάνω διαταγή πληρωμής) περιλαμβάνονταν απαιτήσεις της καθ' ης οι ανακοπές για δώρο Χριστουγέννων των ετών 2005 και 2006, δεδουλευμένες αποδοχές από 1.12.2005 έως 31.1.2007 (με βάση μηνιαίο μισθό 658,30 ευρώ από 1.1.2005), δώρο Πάσχα 2006, αναλογία δώρου Πάσχα 2007, επίδομα αδείας 2006 και αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της, όπως τα ποσά αυτά αναφέρονται αναλυτικά στην παραπάνω αναγγελία της.
Η εν λόγω καθ' ης οι ανακοπές αναγγέλθηκε προνομιακά για το ποσό των 13.180,37 ευρώ και τυχαία για το ποσό των 549 ευρώ, Γ4) η τέταρτη των καθ' ων οι ανακοπές Θ. Κ., με την από 25.11.2009 αναγγελία της για την συνολική απαίτησή της 13.285,80 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων και εξόδων, με βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας της, ως γαζώτρια, προς την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ.
Μ. ΑΕΒΕ", στην οποία εργάστηκε από 1.9.2005 έως 30.7.2007. Η ανωτέρω αναγγελθείσα απαίτησή της επιδικάστηκε δυνάμει της 44830/2007 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών (η οποία κατά τον χρόνο σύνταξης του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης είχε καταστεί τελεσίδικη), για κεφάλαιο 10.000 ευρώ πλέον νομίμων τόκων, που εκδόθηκε σε βάρος της εργοδότριας εταιρείας και του καθ' ου η εκτέλεση, ευθυνόμενοι σε ολόκληρο, με βάση τα από 5.6.2007 και από 7.6.2007 ιδιωτικά συμφωνητικά αναγνώρισης χρέους και δύο συναλλαγματικές, που δόθηκαν προς διασφάλιση για την τήρηση των συμφωνηθέντων.
Έτσι, ο καθ' ου η εκτέλεση αναγνώρισε, ότι οφείλει το ανωτέρω ποσό των 10.000 ευρώ υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρίας. Στο ποσό αυτό (για το οποίο εκδόθηκε η παραπάνω διαταγή πληρωμής) περιλαμβάνονταν απαιτήσεις της καθ' ης οι ανακοπές για δεδουλευμένες αποδοχές της από 1.5.2006 έως 30.7.2007 (με βάση μηνιαίο μισθό 592,1 ευρώ από 1.1.2005), δώρο Πάσχα των ετών 2006 και 2007, επίδομα αδείας 2006, δώρο Χριστουγέννων 2006, και αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της, όπως τα ποσά αναφέρονται αναλυτικά στην παραπάνω αναγγελία της.
Η εν λόγω καθ' ης οι ανακοπές αναγγέλθηκε προνομιακά για το ποσό των 12.565,80 ευρώ και τυχαία για το ποσό των 720 ευρώ (δικαστικά έξοδα). Οι απαιτήσεις όμως αυτές των καθ' ων οι ανακοπές δεν υπάγονταν στη νομική κατηγορία των αξιώσεων από την παροχή εξαρτημένης εργασίας (975 αριθ. 3 ΚΠολΔ όπως ήδη ισχύει), αφού, οι έννομες σχέσεις της παροχής εξαρτημένης εργασίας αυτών (από τις οποίες απορρέουν οι εν λόγω απαιτήσεις τους) συνέδεαν τους καθ' ων οι ανακοπές με το νομικό πρόσωπο της εργοδότριας εταιρείας "Τ.
Μ. ΑΕΒΕ" Ανώνυμος Εμπορική και Βιοτεχνική Εταιρεία" και όχι με τον καθ' ου η εκτέλεση Τ. Μ.. Οι απαιτήσεις των καθ' ων οι ανακοπές κατά του καθ' ου η εκτέλεση, που απορρέουν από τις δηλώσεις αναγνώρισης χρέους του τελευταίου αλλά και από την αποδοχή ή τριτεγγύηση εκ μέρους του συναλλαγματικών, συνιστούν νέα αξίωση των καθ' ων οι ανακοπές, που γεννήθηκε από τις παραπάνω αιτίες κατ' αυτού, οι οποίες δεν είναι προνομιακές, κατά την έννοια του νόμου, διότι δεν τελούν σε άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με την παροχή της εργασίας.
Συμπερασματικά, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες νομικές σκέψεις και με όσα έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα κατά τα ανωτέρω, η κατάταξη των καθ' ων οι ανακοπές στην προνομιακή τάξη του άρθρου 975 περ.3 ΚΠολΔ στον προσβαλλόμενο πίνακα για τα κατωτέρω αναφερόμενα ποσά είναι εσφαλμένη. Σύμφωνα με τις προηγούμενες νομικές σκέψεις, από το απομένον επιτευχθέν πλειστηρίασμα, (μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, ποσού 10.488.24, του ποσού των 288,24 ευρώ στο οποίο κατατάχθηκε οριστικά και προνομιακά η υπάλληλος του πλειστηριασμού και του ποσού των 106,50 ευρώ στο οποίο κατατάχθηκε οριστικά και προνομιακά η ΔΟΥ Ν.
Φιλαδέλφειας, ως προς τα οποία δεν προσβλήθηκε ο πίνακας), αφαιρούνται οι ανωτέρω καταταγείσες, οριστικά και προνομιακά, απαιτήσεις των καθ' ων οι ανακοπές, δηλαδή του Σ. Κ., ποσού 41.607,37 ευρώ, της Ε. Κ., ποσού 20.979,28 ευρώ, της Γ. Δ., ποσού 13.180,37 ευρώ και της Θ. Κ., ποσού 12.565,80 ευρώ, ήτοι συνολικά 88.332,82 ευρώ. Το τελευταίο ποσό διαιρείται σε 1/3 και 2/3, ήτοι 29.444,27 και 58,888,54 ευρώ.
Στο πρώτο ποσό (1/3) θα καταταχθούν οι λοιπές προνομιακές απαιτήσεις του άρθρου 975 ΚΠολΔ και στο δεύτερο ποσό θα καταταχθούν οι έχουσες ειδικά προνόμια απαιτήσεις του άρθρου 976 του ίδιου Κώδικα, (ήτοι οι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες). Στην προκειμένη περίπτωση το εκκαλούν - ανακόπτον ΙΚΑ-ΤΕΑΜ έχει αναγγελθεί με την από 27-11 -2009 και με αριθ.
πρωτ. 17084/186/27.11.2009 αναγγελία του Διευθυντή του Β' Ταμείου Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αθηνών για απαίτησή του, συνολικού ποσού 51.387,89 ευρώ, προερχόμενη από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές των ετών από 1.04.2004 έως 31.10.2008, που έχουν βεβαιωθεί ταμειακά, σύμφωνα με τον συνημμένο πίνακα χρεών, και οι οποίες δεν αμφισβητούνται από τους καθ' ων.
Η απαίτηση αυτή κατατάσσεται προνομιακά και οριστικά στην 5η τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του ΚΠολΔ., σύμφωνα με το άρθρο 61 του ΚΕΔΕ, που προβλέπει ειδικότερα ότι: "Το Δημόσιον κατατάσσεται εν αναγκαστική εκτελέσει κινητού ή ακινήτου διά τας ληξιπρόθεσμους μέχρι της ημέρας του πλειστηριασμού απαιτήσεις αυτού εκ πάσης αιτίας, μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων και εν τη υπ' αριθ. 5 σειρά του άρθρου 975 του Κωδικός Πολιτικής Δικονομίας. - Διά τας μη ληξιπρόθεσμους εκ πάσης αιτίας απαιτήσεις του, το Δημόσιον κατατάσσεται συμμέτρως μετά των λοιπών δανειστών. - Ως ημέρα του πλειστηριασμού θεωρείται η ημέρα, κατά την οποία διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός, ανεξάρτητα από την ημέρα του πλειστηριασμού, που ορίσθηκε αρχικά", (το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 13 του ν. 3483/2006, ΦΕΚ Α' 169/7-8-2006) σε συνδυασμό με την διάταξη περ.
δ' της παρ. 3 του άρθρου 27 του α.ν. 1846/1951 (Α' 179), όπως προστέθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1469/1984 (Α' 111), η οποία ορίζει ότι "οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την είσπραξη των εσόδων του δημοσίου εφαρμόζονται ανάλογα και για την είσπραξη των εσόδων του Ι.Κ.Α .... ". Επομένως, το ανακόπτον ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατατάσσεται, προνομιακά και οριστικά, για ολόκληρο το ανωτέρω ποσό του 1/3, ήτοι για 29.444,27, αντί για το ποσό των 3.953,14 ευρώ, μόνο, για το οποίο είχε καταταγεί στον προσβαλλόμενο πίνακα.
Περαιτέρω, στον επίδικο πλειστηριασμό, όπως προαναφέρθηκε, αναγγέλθηκε και η επισπεύσασα αυτόν εκκαλούσα - ανακόπτουσα ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ με την από 23-11-2009 αναγγελία της, για το συνολικό ποσό των 496.845,20 ευρώ, η οποία δεν αμφισβητείται από τους καθ' ων, από το οποίο, ποσό 200.000 ευρώ, είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένο με πρώτη προσημείωση υποθήκης, σύμφωνα με όσα προηγουμένως αναφέρθηκαν.
Επομένως, αυτή θα καταταγεί προνομιακά υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησής της στα 2/3, ήτοι για 58.888,54 ευρώ, αντί για το ποσό των 8.119,30 ευρώ, μόνο, για το οποίο είχε καταταχθεί στον προσβαλλόμενο πίνακα. Σε περίπτωση, κατά την οποία εκπέσει η ανωτέρω ανακόπτουσα, που έχει καταταγεί προνομιακά, αλλά τυχαία, στη θέση της κατατάσσεται το ανακόπτον ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για την υπόλοιπη αναγγελθείσα απαίτηση του, όπως νόμιμα έχει ορισθεί στον προσβαλλόμενο πίνακα και για το υπόλοιπο, που θα απομείνει μετά την πλήρη ικανοποίηση της απαίτησης του τελευταίου, συμμέτρως, οι εγχειρόγραφοι δανειστές, δηλαδή η ανακόπτουσα ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, τυχαία, και οι καθ' ων η ανακοπή οριστικά".
Με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές το εφετείο κατέληξε, ότι η εκκαλούμενη απόφαση έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αφού δέχθηκε, ότι οι απαιτήσεις των αναιρεσειόντων ήσαν κατά ένα μέρος εξοπλισμένες με το προνόμιο του άρθρου 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, και τούτο, λόγω του ότι εργοδότης αυτών δεν ήταν ο καθού ο πλειστηριασμός, Τ.
Κ. Μ. αλλά η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ. Μ. ΑΕΒΕ Ανώνυμος Εμπορική και Βιοτεχνική Εταιρεία", της οποίας ο πιο πάνω Τ. Μ. ήταν ο Πρόεδρος του Δ.Σ και Διευθύνων Σύμβουλος και ειδικότερα, λόγω του ότι το παθητικό υποκείμενο της αναγκαστικής κατάσχεσης, που ήταν ο Τ. Μ., ήταν διαφορετικό από το παθητικό υποκείμενο της έννομης σχέσης της παροχής εξαρτημένης εργασίας σε βάρος του οποίου είχε γεννηθεί η αξίωση και επιπλέον, ότι οι δηλώσεις αναγνώρισης χρέους του Προέδρου του ΔΣ της εργοδότριας αυτών ΑΕ συνιστούσαν νέες αξιώσεις των αναιρεσειόντων, που είχαν γεννηθεί από τις δηλώσεις αυτές, με συνέπεια οι απαιτήσεις αυτών να μην είναι προνομιακές.
Έτσι, σύμφωνα με τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έπρεπε η πρωτόδικη απόφαση να εξαφανισθεί στο σύνολό της για το ενιαίο της εκτέλεσης, πλην των εκεί διατάξεων, να γίνει δεκτός ο συναφής λόγος των εφέσεων, με τον οποίο οι αναιρεσίβλητοι αμφισβητούσαν τον προνομιακό χαρακτήρα των απαιτήσεων των αναιρεσειόντων και στη συνέχεια, αφού γίνονταν δεκτές οι εφέσεις των αναιρεσιβλήτων ως κατ' ουσίαν βάσιμες, να κρατηθούν οι υποθέσεις και να δικαστούν οι αντίστοιχες ανακοπές, οι οποίες να γίνουν δεκτές, ως προς το λόγο, με τον οποίο αμφισβητούνταν ο προνομιακός χαρακτήρας των απαιτήσεων των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με όσα είχαν εκεί αναφερθεί, απορριπτόμενων των λοιπών ως ουσιαστικά αβασίμων, και να μεταρρυθμισθεί ανάλογα ο προσβαλλόμενος πίνακας, όπως ειδικότερα θα οριζόταν στο διατακτικό.
Με τους πρώτο και δεύτερο από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, που είναι συναφείς, προβάλλονται οι ακόλουθες αιτιάσεις: Με τον πρώτο από αυτούς, ότι, με το να κρίνει το Εφετείο, ότι οι διατάξεις των άρθρων 975-977 και 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ πρέπει να ερμηνεύονται στενώς και ότι, κατ' ορθή ερμηνεία της διάταξης του αριθμού 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ, το γενικό προνόμιο των απαιτήσεων από την παροχή εξαρτημένης εργασίας υπάρχει και λειτουργεί μόνον, όταν το παθητικό υποκείμενο της αναγκαστικής εκτέλεσης ταυτίζεται με εκείνο της έννομης σχέσης της παροχής εξαρτημένης εργασίας σε βάρος του οποίου έχει γεννηθεί η αξίωση και ότι, σε περίπτωση παροχής εκ των υστέρων εγγύησης υπέρ του εργοδότη (άρθρα 847 επόμ.
ΑΚ) ή στερητικής αναδοχής χρέους (471, 475 ΑΚ) ή σωρευτικής αναδοχής χρέους (άρθρο 477 ΑΚ) ή αφηρημένης αναγνώρισης χρέους (άρθρ. 873 ΑΚ) ή και στην περίπτωση ακόμη της τριτεγγύησης συναλλαγματικής (άρθρα 30 και 32 του ν. 5325/1932), η απαίτηση που απορρέει από τις δικαιοπραξίες αυτές, δεν εξοπλίζεται με το προνόμιο της προαναφερθείσας διάταξης (975 αρ. 3 ΚΠολΔ), αφού δεν τελεί σε άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με την παροχή της εργασίας και με το δεύτερο από αυτούς, ότι με το να εκτιμήσει την επίδικη σύμβαση, μεταξύ του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας και των αναιρεσειόντων, που εργάζονταν σ' αυτήν και είχαν αποκτήσει αξιώσεις σε βάρος της, ως νέα σύμβαση, ενώ, κατά τους αναιρεσείοντες συνιστούσε επιτρεπτή, κατά το άρθρο 361 ΑΚ, σύμβαση επιβεβαίωσης υφιστάμενης ενοχής, με αποτέλεσμα, από τη φύση της σύμβασης αυτής, να μην καθιδρύεται ενοχή ανεξάρτητη από την αιτία της, που ήταν η παροχή εξαρτημένης εργασίας, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή και λανθασμένη ερμηνεία τις παραπάνω διατάξεις.
Οι λόγοι αυτοί αναφέρονται σε ζητήματα εξαιρετικής σημασίας και γενικότερου ενδιαφέροντος επί των οποίων η νομολογία του Αρείου Πάγου δεν είναι ενιαία, αφού υφίσταται απόφαση, με την οποία υποστηρίζεται η άποψη, την οποία ακολούθησε το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1425/2005) και απόφαση, με την οποία υποστηρίζεται αντίθετη άποψη (ΑΠ 1438/2006).
Κατ` ακολουθίαν προς όσα προαναφέρθηκαν και με δεδομένο, ότι πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας και γενικότερου ενδιαφέροντος, αλλά και για την εξασφάλιση της ενότητας της νομολογίας, το δικάζον τμήμα, με ομόφωνη απόφασή του, κρίνει, ότι πρέπει να παραπεμφθούν κατά τη διάταξη του αρθ.23 παρ.2 εδ.γ'του Ν.1756/1988 στην Ολομέλεια αμφότεροι οι λόγοι και συγκεκριμένα: 1) Αν κατά την ορθή ερμηνεία της διάταξης του αριθμού 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ το γενικό προνόμιο των απαιτήσεων από την παροχή εξαρτημένης εργασίας υπάρχει και λειτουργεί μόνον, όταν το παθητικό υποκείμενο της αναγκαστικής εκτέλεσης ταυτίζεται με εκείνο της έννομης σχέσης της παροχής εξαρτημένης εργασίας σε βάρος του οποίου έχει γεννηθεί η αξίωση δηλαδή ατομικά και μόνο με τον εργοδότη και συνεπώς, σε περίπτωση παροχής εκ των υστέρων εγγύησης υπέρ του εργοδότη (άρθρα 847 επόμ.
ΑΚ) ή σωρευτικής αναδοχής χρέους (άρθρο 477 ΑΚ) ή αφηρημένης αναγνώρισης χρέους (άρθρ. 873 ΑΚ) ή τριτεγγύησης συναλλαγματικής (άρθρα 30 και 32 του ν.5325/1932), η απαίτηση που απορρέει από τις δικαιοπραξίες αυτές, δεν εξοπλίζεται με το προνόμιο της προαναφερθείσας διάταξης (975 αρ. 3 ΚΠολΔ), αφού δεν τελεί σε άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με την παροχή της εργασίας και 2) αν η συμφωνία, που αποτυπώθηκε σε γραπτό ιδιωτικό συμφωνητικό και συνοδεύθηκε από αποδοχή συναλλαγματικών προς διασφάλιση της τήρησης των συμφωνημένων, μεταξύ του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας ατομικά και των σ' αυτήν εργασθέντων και αποκτησάντων χρηματικές απαιτήσεις από την παροχή εργασίας σε βάρος της εταιρείας, αποτελεί νέα σύμβαση και η απαίτηση, που ρυθμίζεται με αυτήν παύει να τελεί σε άμεσο αιτιώδη σύνδεσμό με την παροχή της εργασίας και αποστερείται του γενικού προνομίου του αρ. 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ από την παροχή εξαρτημένης εργασίας ή απλώς αποτελεί αυτή σύμβαση επιβεβαιωτική υφιστάμενης ενοχής, ώστε να μην καθιδρύεται ενοχή ανεξάρτητη από την αιτία της, που ήταν η παροχή εξαρτημένης εργασίας στην ανώνυμη εταιρεία και η απαίτηση που ρυθμίζεται με αυτήν να έχει το προνόμιο του άρθρου 975 αρ. 3 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αμφοτέρους τους από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ