Legislator Case Law & Legislation
433/2012 AI generated

433/2012 · 433/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 433/2012
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 433 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 433/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο ΚοσÎ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 433/2012

Απόφαση 433 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 433/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Αμερικανικής Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΛΑΪΦ ΙΝΣΟΥΡΑΝΣ ΚΟΜΠΑΝΥ (AMERICAN LIFE INSURANCE COMPANY)", που εδρεύει στις Η.Π.Α. και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπούρα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Θ. Δ. του Μ., κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ρήγο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/4/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3114/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4741/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/11/2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 29/11/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αιτήσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρ. 15 του Ν. 1483/1984 "1. Απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας της εργαζομένης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης όσο και για το χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθενείας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη ...". Εξάλλου, κατά το άρθρ. 10 του ΠΔ 176/15/15-7-1997 "Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών σε συμμόρφωση με την Οδηγία 95/85 ΕΟΚ". "1. Απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 1483/1984. 2. Σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 1483/1984, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία γραπτώς και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση και προς τις αρμόδιες υπηρεσίες επιθεώρησης εργασίας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών (που εφαρμόζονται και σε περίπτωση απασχόλησης της εγκύου εργαζομένης με βάση απλή σχέση εργασίας ή έμμισθης εντολής λόγω ακυρότητας των αντίστοιχων συμβάσεων που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτής και του εργοδότη της), η προστασία από αυτές παρέχεται στην εργαζόμενη έγκυο γυναίκα ανεξάρτητα από την εκ μέρους του εργοδότη γνώση της εγκυμοσύνης της, αφενός, αφετέρου δε ότι, η παράλειψη του εργοδότη να αναγγείλει τη γενόμενη καταγγελία της συμβάσεως, δεν επιφέρει την ακυρότητα αυτής. Το έγκυρο της καταγγελίας, εφόσον έχει καταβληθεί και η νόμιμη αποζημίωση, συναρτάται με τον λόγο, που επικαλείται ο εργοδότης, ήτοι από το εάν αυτός κριθεί σπουδαίος. Σκοπός, εξάλλου, της ανωτέρω αναγγελίας είναι η ενημέρωση της αρμόδιας Υπηρεσίας Εργασίας, προκειμένου αυτή να επιληφθεί συναφών με την καταγγελία συνεπειών, όπως η καταχώρηση του απολυομένου στον κατάλογο ανέργων, η καταβολή επιδόματος ανεργίας κ.λπ., ενδέχεται δε να δημιουργηθεί και υποχρέωση για αποζημίωση του μισθωτού, που λόγω της παράλειψης αυτής στερήθηκε ο επίδομα ανεργίας ( βλ. σχετ. μελέτη Χ.Πετίνη, ΔΕΝ 2003.192, Χαρ. Γκούτου-Λεβέντη, Εργατική Νομοθεσία, 1988, σελ. 314, Κουκιάδη, Εργατικό Δίκαιο, σελ. 681, Αλ. Καρακατσάνη, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 1995, παρ. 877). Ανάλογη, εξάλλου, ρύθμιση με αυτή του άρθρου 10 παρ. 2,περ. β' του Π.Δ. 176/1997 υπάρχει και στον Ν. 3198/1955 και ειδικότερα στο άρθρο 9 αυτού, σύμφωνα με την οποία " ο καταγγέλλων την σχέσιν εργασίας εργοδότης υποχρεούται όπως, εντός προθεσμίας οκτώ (8) ημερών από της παραδόσεως του εγγράφου της καταγγελίας εις τον απολυόμενο, να αναγγείλη την καταγγελίαν εις την αρμόδιαν υπηρεσίαν του Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας". Και στην περίπτωση αυτή, η παράλειψη της αναγγελίας, δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά μόνο ποινικές και χρηματικές κυρώσεις, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 9 του ως άνω νόμου ( Α.Π. 1334/1997). Να σημειωθεί, εξάλλου, ότι στο ως άνω άρθρο 10 του Π.Δ. 176/1997 δεν προβλέπεται προθεσμία κοινοποίησης της καταγγελίας. Περαιτέρω, παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, που καθιστά την απόφαση αναιρετέα, υπάρχει, όταν ο δικαστής: α) προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από αυτή, που έχει, β) εφάρμοσε μη εφαρμοστέο κανόνα, για τον οποίο δηλαδή δεν υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις και γ) παρέλειψε να εφαρμόσει εφαρμοστέο κανόνα, μολονότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, την 1-9-2003 προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί στο τμήμα Ομαδικών Ασφαλίσεων Ζωής και Υγείας. Ότι στις 15-7-2007 η ενάγουσα γνωστοποίησε στην εναγομένη ότι βρισκόταν στον δεύτερο μήνα της κυήσεώς της. ότι η εναγομένη, με την από 25-1-2007 έγγραφη καταγγελία της, που κοινοποίησε αυθημερόν στην ενάγουσα, κατήγγειλε την επίδικη εργασιακή σύμβαση, επικαλούμενη προς τούτο σπουδαίο λόγο, καταβάλλοντας (με παρακατάθεση) τη νόμιμη αποζημίωση. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι η εν λόγω καταγγελία δεν κοινοποιήθηκε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και ότι, συνεπώς αυτή, εκ του λόγου (και μόνον) τούτου, είναι άκυρη. Με βάση αυτά, το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, για τον ίδιο λόγο, είχε κάνει δεκτή την αγωγή και είχε αναγνωρίσει ως άκυρη την εν λόγω καταγγελία. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, χωρίς, περαιτέρω να ερευνήσει το βάσιμο του ισχυρισμού της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, που προβλήθηκε τόσο με τις έγγραφες προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και με το εφετήριο, ήτοι ότι η επίδικη καταγγελία έγινε για σπουδαίο λόγο, κατά τα ειδικότερα στα διαδικαστικά αυτά έγγραφα αναφερόμενα και ότι μόνη η ως άνω παράλειψη δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της καταγγελίας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 15 Ν. 1483/1984 και 10 του Π. Δ. 176/1997 και, συνεπώς, κατά παραδοχή του από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 (μόνου) λόγου της ένδικης αίτησης, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Τέλος, η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το διατακτικό.

ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4741/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, εκ δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ