Legislator Case Law & Legislation
433/2011 AI generated

433/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 433/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 433 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Legislator headnote

AI generated

433/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 433 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Keywords

AI generated
failure to post security sanction against insured claimant security requirement claimant entitlement security for costs deposit termination of insurance benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 433 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, διάκριση από σύμβαση έργου. Επαρκής αιτιολογία. Η μη λήψη υπ’ όψη αποδεικτικών εγγράφων δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο της μη λήψεως υπ’ όψη «πραγμάτων». Αβάσιμοι αναιρετικοί λόγοι για μη λήψη υπ’ όψη αποδεικτικών μέσων και για παραμόρφωση εγγράφου. Επί αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης, δεν τίθεται ζήτημα συμμόρφωσης του δικαστηρίου της παραπομπής προς την αναιρετική απόφαση.

Αριθμός 433/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 14η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Γ. Β. του Ν., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Πήτα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 467/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3103/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατ' αυτής ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 2078/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκανε δεκτή την αίτηση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Κατόπιν, το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5169/2008 απόφαση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-11-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 24-11-2009 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη, Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψή της. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 576 παρ.1 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 24-2-2009 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας ... στο προσκομιζόμενο από την αναιρεσίβλητη αντίγραφο της από 10-11-2008 αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν κλήση του αναιρεσείοντος, υπογραφόμενη από την πληρεξούσια δικηγόρο αυτού, Μαριάννα Παπαδάκη, προς την αναιρεσίβλητη για να παρασταθεί κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 8-12-2009, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή (14-12-2010), η επίσπευση της συζήτησης γίνεται από τον αναιρεσείοντα. Επομένως, παρά την απουσία αυτού, που δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο της ως άνω, μετ' αναβολή δικασίμου ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, η υπόθεση πρέπει να ερευνηθεί σαν και αυτός να ήταν παρών (ΚΠολΔ 226 παρ. 4 εδ. 1, 3, 4, 568 παρ.4, 576 παρ.2).

ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει εντολές και οδηγίες, που δεσμεύουν τον εργαζόμενο ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζόμενου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης, η οποία ενδέχεται μεν να είναι χαλαρή σε περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας, όπως λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών γνώσεων αυτού, πρέπει, όμως, να διατηρείται έστω εν μέρει για να θεωρηθεί η παρεχόμενη εργασία ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005). Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και, ειδικότερα, αν εκείνος που παρέχει τις υπηρεσίες του δεν υποβάλλεται σε καμιά νομική ή προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, υπό την ανωτέρω έννοια, υπάρχει σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών ή η ασφάλιση στο ΙΚΑ. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ, που ορίζει ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, προκύπτει ότι κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της συμβάσεως έργου είναι το ότι οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στο τελικό αποτέλεσμα και όχι σ' αυτή καθ' εαυτή την εργασία, που θα απαιτηθεί για την επίτευξή του. Αντικείμενο της συμβάσεως αυτής μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές, αλλά επαναλαμβανόμενο σε ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια. Σε κάθε περίπτωση, όμως, τη μίσθωση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξαρτήσεως από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, επιλέγοντας το χρόνο και τον τρόπο εκτελέσεώς του μέσα στις συμβατικές προθεσμίες, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχό του. Τέλος, ο νομικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίδεται σε αυτή από τους συμβαλλόμενους, αλλά αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την περί αυτού κρίση από το σύνολο των περιστατικών που αποδεικνύονται σε συγκεκριμένη περίπτωση. Περαιτέρω, οι αναιρετικοί λόγοι του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' και 19 ΚΠολΔ ιδρύονται ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη εσφαλμένα στην υπαγωγή ή μη των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα αυτού ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι, όμως, και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, κατά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής ουσιώδη: Με το από 2-10-1987 ιδιωτικό συμφωνητικό η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη) ανέθεσε στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) το έργο της είσπραξης ασφαλίστρων από τους πελάτες της, έξω από τους στεγασμένους χώρους και τις εγκαταστάσεις αυτής. Οι εισπράξεις διενεργούνταν σε περιοχές που εκάστοτε καθόριζε η εναγομένη, η οποία είχε επιφυλάξει το δικαίωμα να τις προσδιορίζει ελεύθερα, σύμφωνα με τις ανάγκες της. Ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να χρησιμοποιεί αποδείξεις της εναγομένης, με τις οποίες αυτή τον εφοδίαζε και να μη διενεργεί τις εισπράξεις στο δικό του όνομα. Ο ίδιος ήταν υποχρεωμένος να αποδίδει λογαριασμό καθημερινά και να καταθέτει τις εισπράξεις της προηγούμενης ημέρας στο αρμόδιο όργανο της εναγόμενης, με απειλή ποινικής ρήτρας για κάθε ημέρα καθυστέρησης. Ο ενάγων έπρεπε να εκτελεί το έργο με επιμέλεια, προσοχή και ταχύτητα, επιβαρυνόμενος προσωπικά με κάθε δαπάνη για την προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του (όπως τα έξοδα των μετακινήσεών του). Ο ίδιος, μέσα στην καθορισμένη περιοχή της δραστηριότητάς του, ήταν απολύτως ελεύθερος να καθορίζει το χρόνο και τον τρόπο επισκέψεως των οφειλετών, σύμφωνα με την εμπειρία και τις γνώσεις του, χωρίς να έχει υποχρέωση ούτε να απασχολείται καθημερινώς ούτε να πραγματοποιεί ορισμένο ύψος εισπράξεων σε συγκεκριμένο χρόνο. Η εναγόμενη έπρεπε να καταβάλλει στον ενάγοντα, ως αντάλλαγμα για την εκτέλεση του έργου, αμοιβή καθοριζόμενη σε ποσοστό επί των πραγματοποιούμενων εισπράξεων, επί της οποίας γίνονταν οι κατά νόμο κρατήσεις, που η εναγομένη ήταν υποχρεωμένη να αποδίδει αρμοδίως. Για την είσπραξη της αμοιβής, ο ενάγων εξέδιδε τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ως ελεύθερος επαγγελματίας με έδρα στην περιοχή του Δήμου ... (στην οδό ... αρ. 63). Σύμφωνα με τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές, ο Εφετείο έκρινε ότι στο πλαίσιο της εν λόγω συμβάσεως η είσπραξη των ασφαλίστρων είχε ανατεθεί στον ενάγοντα εργολαβικώς, διότι, αν και γινόταν με αποδείξεις της εναγομένης και σε περιοχή που αυτή καθόριζε, δεν είχαν προσδιορισθεί ούτε τα χρονικά όρια ούτε ο τρόπος της απασχόλησης του ενάγοντος, αλλ' αυτός ήταν ελεύθερος να ενεργεί κατά το δοκούν, χωρίς να λαμβάνει συγκεκριμένες οδηγίες ή εντολές από την εναγομένη και χωρίς να υπόκειται σχετικώς σε έλεγχο ή εποπτεία, εκτός από τη συμμόρφωση στην υποχρέωση απόδοσης των εισπράξεων σε ημερήσια βάση. Και ακόμη, διότι οι συμβληθέντες είχαν αποβλέψει όχι στην εργασία ενάγοντος καθ' εαυτή, αλλά στην επίτευξη της εισπράξεως των οφειλόμενων ασφαλίστρων, ως αποτελέσματος. Κατόπιν αυτού, ο Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων δεν παρείχε εξαρτημένη εργασία, περιστατικό το οποίο δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι είχε ασφαλισθεί στο ΙΚΑ, διότι αυτό έγινε για να μην μείνει ανασφάλιστος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 του ν. 1305/1982, κατά την οποία στην ασφάλιση του ΙΚΑ υπάγονται και πρόσωπα που παρέχουν εργασία ή υπηρεσία με αμοιβή με οποιαδήποτε άλλη σχέση (δηλαδή, εκτός της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας), εφόσον δεν υπάγονται στην ασφάλιση άλλου φορέα, αλλά παρείχε ανεξάρτητες υπηρεσίες με σύμβαση έργου και, συνακόλουθα, αφού έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με τις κρίσεις αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε εκείνες των άρθρων 649, 653, 654 και 655 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης. Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" τα αποδεικτικά μέσα, γι' αυτό και η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να εκτιμήσει αποδεικτικά μέσα, των οποίων έγινε επίκληση και προσκομιδή από τους διαδίκους, δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης, αλλά εκείνον εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη μια σειρά διαφόρων κατηγοριών εγγράφων (όπως καταστάσεις μισθοδοσίας, καθημερινές εντολές προϊσταμένων, αποζημιώσεις πελατών, καταθέσεις χρημάτων στην Τράπεζα κλπ), τα οποία, μάλιστα, δεν προσδιορίζονται ούτε ως προς τα στοιχεία ούτε ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης περιεχόμενο αυτών Επομένως, εφ' όσον δεν πρόκειται για "πράγματα" κατά την ως άνω έννοια, αλλά για αποδεικτικά μέσα αορίστως επικαλούμενα, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς το αν λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο μέσο απόδειξης. Ο λόγος, όμως, δεν γεννάται, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα κατ` είδος, έστω, αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκε το αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως διατυπώνεται το παράπονο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη την κατάθεση της μάρτυρα του αναιρεσείοντος Μ. Δ., διότι το αποδεικτικό του πόρισμα υπήρξε τελείως διαφορετικό από τα όσα η μάρτυρας αυτή κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Από την υπάρχουσα, όμως, στην απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και "από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και την κατάθεση της μάρτυρα αυτής, την οποία ρητώς μνημονεύει και την αξιολόγησε μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, που είχαν τεθεί υπό την κρίση του προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, που ήδη έχει προεκτεθεί. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, ενώ κατά τα λοιπά πλήττει απαραδέκτως τις ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, η παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση αυτή δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως διατυπώνεται το παράπονο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 2-10-1987 γραπτής συμβάσεως που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και χαρακτήριζε τη μεταξύ τους σχέση ως μίσθωση έργου, ενώ από όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία προέκυπτε ότι επρόκειτο για μίσθωση εξαρτημένης εργασίας. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ανέγνωσε ορθώς το ως άνω έγγραφο, το οποίο είχε ονομασθεί από τα μέρη σύμβαση έργου και, προκειμένου να οδηγηθεί κυριαρχικά στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της σχέσεως που συνέδεε τους διαδίκους, δεν στηρίχθηκε μόνο στην ονομασία που είχε δοθεί από τους ενδιαφερόμενους, αλλά αξιολόγησε το έγγραφο μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, που είχαν τεθεί υπό την κρίση του και κατέληξε στο πόρισμα, που έχει προεκτεθεί. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.18 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή αν δεν ακολούθησε, ως προς το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Το νομικό ζήτημα μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Δεν επιλύεται, όμως, νομικό ζήτημα αν η αναιρετική απόφαση ακυρώνει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτή δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά. Αν από τη διαφορετική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών θεμελιώνονται διαφορετικές νομικές λύσεις, ο παραμερισμός της νομικής λύσεως της παραπεμπτικής αναιρετικής αποφάσεως δεν θεμελιώνει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.18 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο της παραπομπής στην περίπτωση αυτή λειτουργεί αυτόνομα. Στην προκείμενη περίπτωση, με την 2078/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 3103/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, στο σύνολό της, για τον εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως της έλλειψης νόμιμης βάσης, διότι, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, δέχθηκε ότι η επίμαχη από 2-10-1987 έγγραφη σύμβαση των διαδίκων έχει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας. Το δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εκτιμώντας κυριαρχικά τις αποδείξεις, έκρινε ότι η ως άνω σύμβαση που συνδέει τους διαδίκους δεν έχει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αλλά συμβάσεως μισθώσεως έργου. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.18 ΚΠολΔ και, επομένως, ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της παραπομπής μη συμμόρφωση προς την άνω αναιρετική απόφαση, είναι απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 10-11-2008 αίτηση αναιρέσεως.- Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη χίλια εκατό (1.100) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Φεβρουαρίου 2011. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 22α Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ