433/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated433/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μάλιστα νομολογιακά γίνεται δεκτή η δυνατότητα σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση, όσο και της πλαγιαστικής αγωγής κατά του ασφαλιστή. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το χρονικό σημείο επίδοσης της αγωγής στον υπόχρεο ασφαλισμένο.
Full text
Απόφαση 433 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 433/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ασφαλιστικής Επιχείρησης με την επωνυμία "ΕUROSTAR ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μάλλιο.
Του αναιρεσιβλήτου: ........ ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πάσχου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 -11-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1721/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 6534/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28-7-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος ανέγνωσε την από 23-12-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Πλαστήρα Αναστασάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πέμπτου λόγου αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 72 Κ.Πολ.Δ "οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του". Εξάλλου, από τη σύγκριση του χρόνου παραγραφής της αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου κατά τον ασφαλιστή και των άλλων υπευθύνων προσώπων, προκύπτει ότι ο ζημιωθείς τρίτος, σε περίπτωση παραγραφής της κατά του ασφαλιστή αξίωσής του (άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 489/1976), μπορεί να ασκήσει κατ' αυτού πλαγιαστικά την από τη σύμβαση ασφάλισης αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, εφόσον βέβαια προκύπτει μεγαλύτερη παραγραφή κατά το άρθρο 10 του ν. 2496/1997.
Μάλιστα νομολογιακά γίνεται δεκτή η δυνατότητα σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση, όσο και της πλαγιαστικής αγωγής κατά του ασφαλιστή. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το χρονικό σημείο επίδοσης της αγωγής στον υπόχρεο ασφαλισμένο.
Αρκεί η επίδοση του δικογράφου της αγωγής στον ασφαλισμένο να έχει γίνει κατά το χρόνο εκδίκασης των αγωγών στο δικαστήριο. Δεν αποκλείεται ο παθών τρίτος μερικές φορές να ασκεί κατά του ασφαλιστή κύρια των ευθεία αξίωσή του και επικουρικά την πλαγιαστική αγωγή για την περίπτωση που ο εναγόμενος ασφαλιστής προτείνει και αποδείξει στην ουσία την ένσταση της παραγραφής του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976.
Ο ενάγων (παθών τρίτος) δανειστής, ζητώντας πλαγιαστικά έννομη προστασία νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος διάδικος. Αίτημα της πλαγιαστικής αγωγής είναι η καταδίκη του εναγομένου (ασφαλιστή) να καταβάλει στο δικαιούχο ασφαλισμένο (οφειλέτη του ενάγοντος και δανειστή του εναγομένου). Η δυνατότητα ικανοποίησης του δανειστή από το δικαίωμα του οφειλέτη, όπως και η αδράνεια του οφειλέτη προς ενάσκηση του δικαιώματός του αποτελούν στοιχεία για τη δικαιολόγηση του εννόμου συμφέροντος στην άσκηση της σχετικής πλαγιαστικής αγωγής, που βέβαια πρέπει πάντοτε να έχει την απαιτούμενη πληρότητα του περιεχομένου της για να μην απορρίπτεται ως αόριστη (ΑΠ 398/2007).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αποτελούν οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Για να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 2/1989).
Συνεπώς, δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη και να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αόριστο ή αλυσιτελή, αφού οι ισχυρισμοί αυτοί, ως μη έχοντες επίδραση στο διατακτικό της αποφάσεως, είναι επουσιώδες και δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.
Επίσης, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη τον ισχυρισμό, αλλά του απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με τους πρώτο, δεύτερο, τέταρτο και έκτο λόγους αναιρέσεως προβάλλει κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης πλημμέλειες από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, κατά την συνεκδίκαση των αντίθετων Εφέσεών και της αντεφέσεώς της κατά της πρωτόδικης απόφασης, δεν έλαβε υπόψη τους κατωτέρω και παραδεκτά προβληθέντες ισχυρισμούς ήτοι :
α)την ένσταση παραγραφής της αγωγικής αξιώσεως κατ' αυτής, ως ασφαλιστικής εταιρείας που είχε ασφαλίσει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εκ της λειτουργίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου ως προς την κυρία (εκ της συμβάσεως ασφαλίσεως) βάση της (άρθρο 10 παρ. 2 ν. 489/1976) όπως και την ένσταση απαραδέκτου της αγωγής κατά την πλαγιαστική της βάση (εκ του άρθρου 72 Κ.Πολ.Δ), διότι δεν αποδεικνύεται ότι προηγήθηκε επίδοση της αγωγής στην ασφαλισμένη της β)τον ισχυρισμό ότι η πλαγιαστική αγωγή ασκήθηκε πρόωρα γιατί δεν είχε προηγηθεί εξώδικη όχληση ή επίδοση στον ασφαλισμένο σχετικής αγωγής του ζημιωθέντος τρίτου, γ)τον προβληθέντα ισχυρισμό περί αοριστίας του αγωγικού κονδυλίου για αποζημίωση βάσει των διατάξεων του άρθρου 931 ΑΚ και δ)την ένσταση συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου που επέβαινε στο ζημιογόνο αυτοκίνητο χωρίς να έχει προσδεθεί με τη ζώνη ασφαλείας.
Οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλονται οι αιτιάσεις που προαναφέρθηκαν είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Πιο συγκεκριμένα, ο πρώτος λόγος είναι απορριπτέος κατά μεν το μέρος που αφορά την ένσταση της παραγραφής, διότι τέτοιο ζήτημα δεν τέθηκε ενώπιον του Εφετείου, αφού η ως άνω ένσταση είχε γίνει δεκτή με την πρωτόδικη απόφαση και, ως εκ τούτου, η αναιρεσείουσα δεν είχε έννομο συμφέρον να εκφράσει κατά της ως άνω απόφασης σχετικό παράπονο, κατά το μέρος δε που αφορά τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της πλαγιαστικής αγωγής, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτέλεσε λόγο της εφέσεως ή της αντεφέσεως της αναιρεσείουσας, αλλά διαλαμβάνεται μόνο στις προτάσεις που κατέθεσε η αναιρεσείουσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες έχουν συρραφεί στις κατατεθείσες ενώπιον του Εφετείου προτάσεις, χωρίς να γίνεται ειδική επίκληση και αναφορά.
Ο δεύτερος λόγος, κατά το μέρος που αφορά τον ισχυρισμό περί προώρου ασκήσεως της πλαγιαστικής αγωγής είναι απορριπτέος, αφενός μεν διότι τέτοιος ισχυρισμός δεν έχει προβληθεί παραδεκτά με τις προτάσεις ενώπιον του εφετείου, αφετέρου δε γιατί από την επισκόπηση της πρωτόδικης απόφασης προκύπτει ότι η πλαγιαστική αγωγή επιδόθηκε στην ασφαλισμένη Γ1 στις 3-12-2001 και συντάχθηκε η υπ' αριθ. .....
έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μεσολογγίου ......., ακολούθως δε επιδόθηκε στις 7-12-2001 στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία δυνάμει της υπ' αριθ. ...... εκθέσεως επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ........ Γι' αυτό και είναι αβάσιμες οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο επιπλέον αιτιάσεις από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Ο τέταρτος λόγος, κατά το μέρος που αφορά τον ισχυρισμό περί αοριστίας του κονδυλίου της αγωγής, με βάσει τις διατάξεις του άρθρου 931 ΑΚ, είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ως άνω ισχυρισμό τον οποίο απέρριψε σιωπηρώς κατ' ουσίαν κρίνοντας ότι είναι ουσιαστικά βάσιμο το ως άνω κονδύλιο της αγωγής.
Τέλος, απορριπτέος είναι και ο έκτος λόγος της αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα και αποτελούσα λόγο της αντεφέσεώς της ένσταση συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, για το λόγο ότι δεν είχε προσδεθεί με τη ζώνη ασφαλείας, διότι όταν εκκαλείται μόνο το κεφάλαιο της αποζημίωσης αυτό και μόνο μεταβιβάζεται στο Εφετείο και όχι και το κεφάλαιο της υπαιτιότητας με το οποίο δεν συνέχεται αναγκαστικά.
Πιο συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου αυτός προσέβαλε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μόνο ως προς τα κεφάλαια αυτής που αφορούσαν τα επιδικασθέντα πρωτοδίκως ποσά της χρηματικής παροχής του άρθρο υ931 ΑΚ και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και όχι και το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, δοθέντος ότι η προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση συνυπαιτιότητος, απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση, ενώ η αντίθετη έφεση της αναιρεσείουσας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δεν αφορούσε το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, αλλά το ίδιο κεφάλαιο της αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 ΑΚ που προσέβαλε με την έφεσή του ο αναιρεσίβλητος, καθώς και την απόρριψη του ισχυρισμού της ότι ο τραυματισμός του αναιρεσιβλήτου δεν ήταν αποτέλεσμα τροχαίου ατυχήματος, αλλά συμπλοκής αυτού με τρίτον.
Κατά συνέπεια το κεφάλαιο της υπαιτιότητας δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο. Βέβαια, με την ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα με τις έγγραφες προτάσεις της αντέφεση για το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αυτή επανέφερε ενώπιον του εφετείου την προβληθείσα πρωτοδίκως ένσταση συνυπαιτιότητας, πλην όμως, σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν απαραδέκτως, αφού κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 522 και 523 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, το κεφάλαιο της υπαιτιότητας δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη, κατά την επιδίκαση αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ., προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις ΑΚ 929 και 932, είναι δυνατόν να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.
Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διατύπωση της ΑΚ 931 παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές από τις ΑΚ 929 και 932.
Όμως, για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξίωσης απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις ΑΚ 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης που επιδρά στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που χρειάζονται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων κατά τις ΑΚ 929 και 932, από τα οποία ειδικά περιστατικά θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του.
Προέχον πάντως και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς η προστασία αυτή να συνδέεται αναγκαία με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931 που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία, προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί.
Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική: α)από την κατά την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β)από την κατά την ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Εξυπακούεται ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις μπορούν να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη μιας των λοιπών (ΑΠ 381/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος στην επιτρεπτώς κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ επισκοπούμενη από 20-11-2001 αγωγή του εκθέτει, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα:
Εκ του βαρύτατου τραυματισμού του έχει υποστεί ανήκεστη βλάβη της υγείας του, μη αναστρέψιμη, καθόσον κατά το ένδικο ατύχημα, εκτός των λοιπών σωματικών κακώσεων και παραμορφώσεων, υπέστη και ολική τύφλωση του δεξιού οφθαλμού του μη αναστρέψιμη, λόγω της βαρείας οπτικής και λειτουργικής βλάβης που υπέστη, από την οποία κατέστη ανενεργός, δεν ανταποκρίνεται καθόλου ούτε στην αντίληψη του φωτός, ενώ είναι έντονα έκδηλος αποκλίνων στραβισμός, λόγω του ότι ο συγκεκριμένος (δεξιός οφθαλμός) δεν έχει καθόλου οπτική οξύτητα και δεν δύναται να αποκατασταθεί η λειτουργικότητα του μελλοντικά, καθώς και ολική απώλεια όσφρησης, καταστάς έτσι ανάπηρος εφ' όρου ζωής, λόγω δε της αναπηρίας του αυτής και της παραμόρφωσης που υπέστη, η οποία είναι μη αναστρέψιμη και των εξ αυτής συνεπειών, είναι πλέον βέβαιον ότι δεν θα μπορέσει στο μέλλον να ασκήσει το επάγγελμα του γεωπόνου τεχνολόγου, που ασκούσε προ του επίδικου τραυματισμού του, εργαζόμενος προς τούτο στο .......
Μεσολογγίου, ως απόφοιτος Τεχνολόγος-Γεωπόνος Ζωϊκής Παραγωγής ΤΕΙ Λάρισας, είχε δε προς τούτο μόνιμη σταθερή και προσοδοφόρα εργασία, αποκερδαίνοντας από την εργασία του αυτή κατά μήνα το ποσό των 300.000 δραχμών περίπου, καθώς και οποιοδήποτε άλλο συναφές προς τούτο επάγγελμα, Δεν θα έχει στο μέλλον οποιαδήποτε δυνατότητα για απασχόληση και για ανάπτυξη των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων, με τις οποίες κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα πετύχαινε συνεχή οικονομική και κοινωνική πρόοδο, η δε αναπηρία του αυτή θα επιδράσει σε όλες τις μελλοντικές κοινωνικές, οικογενειακές και λοιπές συναναστροφές του και στην εν γένει κοινωνική του εξέλιξη, δεδομένου ότι κατά την ημερομηνία του ατυχήματος διήνυε το 32ο έτος της ηλικίας του σήμερα δε το 35ο αυτής και είναι ανύπαντρος.
Επιπλέον, μειονεκτεί ως άτομο λόγω της σοβαρότητας του τραυματισμού του και της εφ' όρου ζωής αναπηρίας του που επιδρά στην μείωση της προσωπικότητάς του, στην απώλεια της ελπίδας για να δημιουργήσει δική του οικογένεια, την άσκηση από τον ίδιο οποιουδήποτε επαγγέλματος ως και στην έλλειψη κοινωνικών συναναστροφών.
Για την αντιμετώπιση όλων των παραπάνω δυσμενών κοινωνικών, οικογενειακών και επαγγελματικών επιπτώσεων και την αποκατάσταση της μειωμένης από την εν λόγω αναπηρία του προσωπικότητάς του, δεδομένων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ότι όλοι οι άνθρωποι που "σημαδεύτηκαν" με αναπηρία ή παραμόρφωση του σώματος τους, μετέχουν εφεξής στην κοινωνική οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας από μειονεκτική θέση, θα πρέπει να του επιδικασθεί υπό του δικαστηρίου ως αποζημίωση του, βάσει του άρθρου 931 του ΑΚ το ποσό των εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών, η οποία κρίνεται αναγκαία, ώστε να του παρασχεθεί η δυνατότητα να δημιουργήσει και να διατηρήσει οικονομική και κοινωνική αυτοτέλεια του ιδίου περίπου επιπέδου, που θα είχε χωρίς την παρεμβολή του ατυχήματος.
Η ως άνω αξίωση του περί αποζημιώσεως είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την αιτούμενη χρηματική μου ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 929 και 932 του ΑΚ. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, ως προς την εν λόγω αξίωση, είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ. Το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του την έκρινε ορισμένη και νόμιμη, απορρίπτοντας σιωπηρώς τον περί αοριστίας αυτής ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, ο δε περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται σ' αυτήν η αιτίαση ότι υπέπεσε στην ως άνω πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ.- Όπως ορίζεται στην ΑΚ 932, αν συντρέξουν οι προϋποθέσεις του Νόμου, το δικαστήριο επιδικάζει εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Αυτό ισχύει είτε πρόκειται για ηθική βλάβη είτε για ψυχική οδύνη. Η διατύπωση αυτή του νόμου είναι ελαστική και επιτρέπει να ληφθούν υπόψη διάφορα στοιχεία. Τα στοιχεία αυτά δεν προσδιορίζονται από τον ίδιο το νόμο.
Σχετική διάπλασή τους έχει γίνει από τη νομολογία με τη βοήθεια της θεωρίας. Τα στοιχεία αυτά λαμβάνονται από το πρόσωπο είτε του υπόχρεου είτε του δικαιούχου της χρηματικής ικανοποιήσεως. Από την πλευρά του υπόχρεου λαμβάνεται κυρίως υπόψη μεταξύ άλλων προσδιοριστικών στοιχείων, η περιουσιακή και η κοινωνική κατάσταση τούτου.
Αυτό όμως δεν ισχύει στην περίπτωση που ενάγεται ασφαλιστική εταιρεία, της οποίας δεν λαμβάνεται υπόψη η περιουσιακή κατάσταση γιατί η ευθύνη της είναι εγγυητική. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' και 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Προς εξεύρεση της παραβίασης του νόμου ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς στην απόφαση και συγκροτείται από την μείζονα πρόταση, την ελάσσονα πρόταση και το συμπέρασμα (διατακτικό). Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 ελέγχεται το σφάλμα στη μείζονα πρόταση ή στην υπαγωγή της ελάσσονος στη μείζονα εφόσον υπάρχει σφάλμα στο διατακτικό.
Αν το σφάλμα εντοπίζεται στην ελάσσονα πρόταση, δηλαδή, όταν η περιγραφή των περιστατικών είναι ατελής, ελλιπής ή αντιφατική, ώστε να μη μπορεί να διαγνωστεί, αν τα περιστατικά υπάγονται, στον εφαρμοστέο νομικό κανόνα η παράβαση ελέγχεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19. Ειδικότερα, σε σχέση με το λόγο αυτό, έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπαρκής αιτιολογία, η οποία έχει ως συνέπεια την αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό κατά τρόπο σαφή και επαρκή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, στην συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και συγκεκριμένα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το ατύχημα υπέστη ηθική βλάβη και ειδικότερα, αισθάνθηκε πόνο, στενοχώρια, και ταλαιπωρία. Το δικαστήριο δε, αφού έλαβε υπόψη τη σοβαρότητα του τραυματισμού, την κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών και τα διδάγματα της κοινής πείρας έκρινε ότι έπρεπε να επιδικασθεί στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) εύλογη χρηματική ικανοποίηση ποσού 10.000.000 δρχ.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τόσο την απευθυνόμενη κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας και της ασφαλισμένης οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου από 8-7-2002 έφεση του αναιρεσιβλήτου, όσον και την ασκηθείσα με τις προτάσεις για το αγωγικό αυτό κονδύλιο αντέφεση της αναιρεσείουσας.
Και ναι μεν στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται ως προσδιοριστικό στοιχείο της χρηματικής ικανοποίησης η οικονομική κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση, πλην όμως η έννοια της σχετικής περικοπής της εν λόγω απόφασης είναι προδήλως-ότι η κρίση αυτή αναφέρεται στην οικονομική κατάσταση του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) και της πρώτης εναγομένης (εφεσίβλητης) Γ1, οδηγού και κυρίως του ζημιογόνου αυτοκινήτου που είχε ασφαλίσει την έναντι των τρίτων ευθύνη της εκ της λειτουργίας του στην αναιρεσείουσα, της οποίας η ευθύνη είναι, όπως προαναφέρθηκε, εγγυητική.
Εξάλλου, από κανένα στοιχείο, πέραν της ως άνω λεκτικής διατυπώσεως, δεν προκύπτει ότι το Εφετείο για την κρίση του επί του εν λόγω ζητήματος έλαβε πράγματι υπόψη την οικονομική κατάσταση της αναιρεσείουσας. Κρίνοντας έτσι το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932, 297 και 298 του ΑΚ και 10 παρ. 1 του ν. 489/1976, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Επομένως, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ διότι "δεν εξηγεί αν δέχεται κατ' ουσίαν την αγωγή κατά την κύρια βάση της ή κατά την επικουρική πλαγιαστική της βάση", αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτήν απορρίφθηκαν στο σύνολό τους οι ασκηθείσες εκ μέρους των διαδίκων εφέσεις κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και η εκ μέρους της αναιρεσείουσας ασκηθείσα αντέφεση επί της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου και επικυρώθηκε έτσι η απόφαση αυτή, με την οποία η αγωγή του αναιρεσιβλήτου έγινε εν μέρει δεκτή κατά την κύρια βάση της (εκ της αδικοπραξίας) κατά την απεύθυνσή της κατά της πρώτης εναγομένης (κυρίας και οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου) και κατά την επικουρική (εκ του άρθρου 72 ΑΚ) βάση της κατά της αναιρεσείουσας (αφού κατά την κύρια βάση της ως προς αυτήν απορρίφθηκε ως παραγεγραμμένη κατ' αποδοχή της σχετικής ενστάσεώς της).
Τέλος, οι προσαπτόμενες κατά της προσβαλλομένης απόφασης με τους δεύτερο, πέμπτο και έκτο λόγους αιτιάσεις από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, έτσι όπως διατυπώνονται, με απλή δηλαδή αναφορά στους αριθμούς που στοιχειοθετούν τις πλημμέλειες αυτές, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του νομικού σφάλματος στο οποίο υπέπεσε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέες προεχόντως ως αόριστες, γιατί δεν συγκροτούν τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις αυτές λόγους αναιρέσεως.
IV. Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν με επίκληση, για την απόδειξη ισχυρισμού που προτάθηκε νόμιμα και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό για αρχή έγγραφης απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 1190/82). Αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχτηκε μόνον επικουρικά στο αποδεικτικό μέσο, ενώ κύρια στηρίχτηκε σε άλλο νόμιμο και επαρκές μέσο απόδειξης δεν ιδρύεται ο λόγος. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 346 και 453 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι για να λάβει υπόψη το δικαστήριο και εκτιμήσει ένα αποδεικτικό μέσο, όπως είναι το έγγραφο, πρέπει όχι μόνον να προσκομίζεται αυτό, αλλά και να γίνεται επίκλησή του, είτε από εκείνον που το προσκομίζει είτε από τον αντίδικο αυτού.
Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως είναι και εκείνος της αναφοράς στο περιεχόμενο του προσκομιζόμενου εγγράφου, προς απόδειξη ισχυρισμού, αρκεί από τα για το σκοπό αυτό εκτιθέμενα να συνάγεται η επίκληση του αποδεικτικού μέσου σαφώς. Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός από αυτά και χωρίς διάκριση από ποια μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως αποδίδονται στο Εφετείο οι πλημμέλειες από το εδάφιο 11 περ. β' και γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι, για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη την από ....... γνωμάτευση του καθηγητή Ιατρικής ........, την οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε νόμιμα η αναιρεσείουσα για ν' αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι ο τραυματισμός του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος δεν είναι συνέπεια τροχαίου ατυχήματος, ενώ, αντίθετα, έλαβε υπόψη για να στηρίξει την κρίση του, αναφορικά με την βαρύτητα του τραυματισμού και την προκληθείσα στον αναιρεσίβλητο αναπηρία, χωρίς όμως αυτός να επικαλεσθεί νόμιμα α)την από ......
έκθεση του ιατροδικαστή ......, β)το από ..... εξιτήριο του Νοσοκομείου Ρίου Πατρών και γ)το υπ' αριθ. ......, έγγραφο του Γ. Νοσοκομείου Πατρών. Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα, τόσο από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και μάλιστα και των εγγράφων που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την προαναφερθείσα από ......
γνωμάτευση του καθηγητή της ιατρικής ........ .Κατά το δεύτερο μέρος του ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι, επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος. Πιο συγκεκριμένα, τα έγγραφα που προαναφέρθηκαν και τα οποία έλαβε υπόψη το Εφετείο πράγματι ο αναιρεσίβλητος τα επικαλέσθηκε απαραδέκτως με την προσθήκη των προτάσεών του που κατατέθηκε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στις 4-2-2003, καθόσον με το κύριο σώμα των προτάσεών του που κατατέθηκαν στο Εφετείο στις 30-1-2003 ο αναιρεσίβλητος αναφέρεται στις προτάσεις του που κατέθεσε πρωτοδίκως χωρίς ειδική επίκληση και αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των ως άνω προσκομιζομένων προτάσεων, πλην όμως την έκθεση του ιατροδικαστή ....., την επικαλέσθηκε και προσκόμισε και η ίδια η αναιρεσείουσα τόσο με την από 16-9-2002 έφεσή της, όσο και με της από 29-1-2003 έγγραφες προτάσεις της, όπου γίνεται σαφής επίκληση της εν λόγω εκθέσεως και αναφορά στο περιεχόμενό της.
Κατά συνέπεια, το εφετείο για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος παραδεκτώς έλαβε υπόψη και την προαναφερθείσα έκθεση. Τέλος, η αποδιδόμενη στο εφετείο αιτίαση ότι έλαβε υπόψη το από ...... εξιτήριο του νοσοκομείου Ρίο Πατρών και το υπ' αριθ. ...... έγγραφο του Γενικού Νοσοκομείου Πατρών, χωρίς νόμιμη επίκληση των εγγράφων αυτών από τον αναιρεσίβλητο, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για να καταρτίσει το αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με την βαρύτητα του τραυματισμού και την αναπηρία του αναιρεσείοντος, στηρίχτηκε κυρίως στην προαναφερθείσα έκθεση του ιατροδικαστή ......., καθώς και στις καταθέσεις των μαρτύρων, τα οποία ήταν επαρκή μέσα για την απόδειξη ως άνω πραγματικών γεγονότων εντελώς δε επικουρικά αναφέρθηκε στα πιο πάνω έγγραφα.
IV. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ποσό της επιδικαστέας κατ' άρθρο 931 ΑΚ αποζημιώσεως δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αφού το ύψος της καθορίζεται ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται επίσης στoν έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ούτε από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και, συγκεκριμένα, αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.
Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ της συνταγματικής διατάξεως που προστατεύει κάποιο δικαίωμα και της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει. Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απ' ευθείας την αρχή της αναλογικότητας, κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους, σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σ' αυτά ν' αποφασίσουν.
Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν πέτυχε σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες, που το ίδιο το άρθρο θέτει και μέσα στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο.
Εν προκειμένω, με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι με το να επιδικάσει με την προσβαλλόμενη απόφασή του στον αναιρεσίβλητο ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης 10.000.000 δρχ. και για αποζημίωση κατ'άρθρο 931 ΑΚ 15.000.000 δρχ., λόγω του τραυματισμού του και της αναπηρίας που υπέστη κατά το αναφερόμενο σ' αυτήν αυτοκινητικό ατύχημα, του οποίου αποκλειστική υπαίτια κρίθηκε η οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου, παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας που ισχύει με βάση το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος για τα άρθρα 931 και 932 ΑΚ. Όμως, σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, επιδικάζοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ως άνω χρηματικά ποσά, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-7-2006 αίτηση της Ασφαλιστικής Επιχείρησης με την επωνυμία "EUROSTAR ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ", για αναίρεση της 6534/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ