Legislator Case Law & Legislation
433/2007 AI generated

433/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 433/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 433 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 433/2007

Legislator headnote

AI generated

433/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 433 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 433/2007

Keywords

AI generated
refusal under eea agreement definitive clearance of opposition summary debt enforcement outstanding copyright royalties insufficiently substantiated grievances denial of subsidies
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 433 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 433/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Α. Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΞΑΓΩΓΙΚΩΝ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ (Ο.Α.Ε.Π.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κεραμέα και Χαράλαμπο Παμπούκη.

Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ Α.Ε- ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Απόστολο Γεωργιάδη και Νικόλαο Μουσά.

Β. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Αναστάσιο Τσώνη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ Α.Ε.- ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Απόστολο Γεωργιάδη και Νικόλαου Μουσά.

ΥΠΕΡ Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΞΑΓΩΓΙΚΩΝ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ (Ο.Α.Ε.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Κεραμέα και Χαράλαμπο Παμπούκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, την από 10-4-2003 προσεπίκληση- ανακοίνωση δίκης του Οργανισμού Ασφάλισης Εξαγωγικών Πιστώσεων και την από 17-9-2003 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6619/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν : ο υπό στοιχεία Α. αναιρεσείων με την από 16 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του και τους από 20 Ιανουαρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής και το υπό στοιχεία Β. αναιρεσείον με την από 17 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 22 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων. Οι πληρεξούσιοι του υπό στοιχεία Α αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατάσταση, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Οι υπό κρίση κατά της αυτής αποφάσεως αιτήσεις αναιρέσεως από 16.11.2004 του "Οργανισμού Ασφάλισης Εξαγωγικών Πιστώσεων" (Ο.Α.Ε.Π.) με τους πρόσθετους από 20.1.2006 λόγους της και από 17.11.04 του Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να συνεκδικασθούν κατά τα άρθρα 573 παρ. 1 και 246 του ΚΠολΔ, προσκομίζεται δε για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, η με αριθ. 1350/2004 Γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., θετική ως προς όλους τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης.

ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν. 1157/12.5.1981 η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επόμενη της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7μ.μ. ώρα της τελευταίας ημέρας εάν δε αυτή είναι κατά νόμον εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας. Από την αδιάστικτη διατύπωση των εν λόγω διατάξεων, όπως και των όμοιων διατάξεων του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτές, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν, εφαρμόζονται τόσο επί των προθεσμιών ενεργείας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε, αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει προς εξαιρετέα ή Σάββατο, αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα, 7 μ.μ., της επόμενης εργάσιμης ημέρας (ΟλΑΠ 266/1985). Τέτοια προπαρασκευαστική προθεσμία είναι και εκείνη των τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρων ημερών οι οποίες πρέπει να έχουν περάσει από την κατάθεση και επίδοση των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως μέχρι την ημέρα της συζητήσεως της αναιρέσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ως ημέρα συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως νοείται εκείνη που αρχικώς ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος του Αρείου Πάγου, και όχι αυτή που προσδιορίζεται μεταγενέστερα κατόπιν αναβολής από αυτήν ή ματαιώσεως, ανεξάρτητα από το ποιος επιμελήθηκε για τον προσδιορισμό της αρχικής ημέρας συζητήσεως (Ολ. Α.Π. 654/1984, 143/1984, 123/1972). Η εκπρόθεσμη άσκηση - επίδοση - των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως έχει ως συνέπεια την απόρριψή τους ως απαράδεκτων, το απαράδεκτο δε αυτό λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως γιατί ανάγεται στην προδικασία. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με την υπ' αριθ. 40/ 31.1.2005 πράξη του Προέδρου του Α΄ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως του Ο.Α.Ε.Π. ορίστηκε για την αρχική δικάσιμο της 20.2.2006, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για την παρούσα της 9.10.2006. Ο αναιρεσείων κατέθεσε το με χρονολογία 20.1.2006 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναιρέσεως στις 20.1.2006, σύμφωνα με την επισυναπτόμενη οικεία πράξη καταθέσεως, που συντάχθηκε από τον αρμόδιο γραμματέα. Έτσι, έστω και αν την ίδια ημέρα επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη αντίγραφο του δικογράφου αυτού, επειδή η τριακοστή ημέρα, από την επομένη της κατάθεσής του και της επίδοσής του (19.2.2006) είναι Κυριακή, η πιο πάνω 30ήμερη προθεσμία, λήγει την 7η της επόμενης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή στις 20.2.2006, η οποία ήταν και η αρχική δικάσιμος της υποθέσεως. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπροθέσμως και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

ΙΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ., αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νομικά βάσιμο της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί είτε αρκέστηκε σε λιγότερα. Η τυχόν δε παραπέρα ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής η αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφο αυτής των περιστατικών τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα με βάση αυτό, ώστε αυτό να είναι ως λογικό επακόλουθο αυτών σαφές, ελέγχεται αντίστοιχα ως παράβαση με βάση τους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου κώδικα ιδρύεται λόγος αναίρεσης της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας για έλλειψη νόμιμης βάσης όταν από την αιτιολογία αυτής δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή τα αναγκαία κατά νόμο για την εφαρμογή ή μη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου πραγματικά περιστατικά ή όταν η απόφαση έχει ελλιπείς αιτιολογίες σε ουσιώδες ουσιαστικό ζήτημα, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο αν ορθώς ή όχι εφαρμόστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου. Οι κανόνες δικονομικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ποια ουσιώδη και απαραίτητα στοιχεία πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής για να είναι ορισμένη, δεν αποτελούν αντικείμενο παραβιάσεως ευθείας ή εκ πλαγίου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και με επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση χωρίς αιτιολογία δέχθηκε ότι η αγωγή με την οποία ζητείτο ασφαλιστική αποζημίωση ήταν ορισμένη ως προς την ασφαλιστική ζημία, ενώ ήταν αόριστη διότι αν και "κατά την ασφαλισμένη σύμβαση οι εκατέρωθεν παροχές και αντιπαροχές της αναιρεσίβλητης και των γιουγκοσλαβικών εταιρειών έπρεπε να συμψηφίζονται ανά μήνα, η αναιρεσίβλητη στο δικόγραφο της αγωγής τις συμψήφιζε σε ετήσια βάση". Ο λόγος αυτός, όπως ανωτέρω διατυπώνεται, είναι απαράδεκτος διότι έκτος του ότι η προβαλλόμενη με αυτόν πλημμέλεια - παραβίαση του δικονομικού κανόνα του άρθρου 216 ΚΠολΔ - δεν ελέγχεται αναιρετικά κατά τον επικαλούμενο αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και εκτιμώμενος ως λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 [ποσοτική αοριστία της αγωγής] είναι αόριστος αφού δεν αναφέρεται ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής, ώστε να διαπιστωθεί αν η παράθεση των επικαλούμενων περιστατικών ήταν αναγκαία για την εξειδίκευση του στοιχείου της ασφαλισμένης ζημίας,

ΙV.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 341 ΑΚ που καθορίζουν τις προϋποθέσεις της υπερημερίας του οφειλέτη, 342 ΑΚ κατά το οποίο "ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη", 343 και 383 ΑΚ που καθορίζουν τις συνέπειες και τα δικαιώματα του οφειλέτη, μεταξύ των οποίων επί αμφοτεροβαρούς συμβάσεως και το δικαίωμα υπαναχωρήσεως, και 344 εδ. β΄ ΑΚ, κατά το οποίο ο οφειλέτης κατά την υπερημερία ευθύνεται ακόμη και για τυχηρά με ευρεία έννοια, δηλαδή και για περιστατικά ανωτέρας βίας, συνάγεται ότι στο πλαίσιο αμφοτεροβαρούς σύμβασης ο οφειλέτης καθυστερούμενης παροχής δεν καθίσταται μεν υπερήμερος και άρα ο δανειστής της παροχής αυτής δεν μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης για όσο διάστημα η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο οφειλέτης δεν έχει ευθύνη, ότι όμως η επέλευση τέτοιου γεγονότος μετά την περιέλευσή του σε υπερημερία δεν αίρει την υπερημερία του και δεν καθιστά ανίσχυρο το δικαίωμα της υπαναχώρησης που τυχόν ασκηθεί από τον δανειστή της καθυστερούμενης παροχής. Άρση της υφιστάμενης υπερημερίας, δηλαδή παύση των αποτελεσμάτων της, μπορεί να επέλθει είτε με την πλήρη εκπλήρωση της ενοχής (εκπλήρωση της αρχικής παροχής και της τυχόν οφειλόμενης λόγω της υπερημερίας αποζημιώσεως ή των τόκων) είτε από λόγους που ανάγονται στο πρόσωπο του δανειστή (μη αποδοχή προσήκουσας προσφοράς της παροχής, παροχή νέας προθεσμίας προς εκπλήρωση, σύγχυση κλπ.), όχι όμως και λόγω επέλευσης γεγονότος, έστω και ανώτερης βίας, που καθιστά εφεξής δικαιολογημένη την καθυστέρηση εκ μέρους του οφειλέτη. Γιατί ο νόμος στο γεγονός αυτό προσδίδει μόνο την έννομη συνέπεια της μη επέλευσης της υπερημερίας και όχι της άρσεως της ήδη επελθούσης. Τα αυτά ισχύουν και όταν οι συμβληθέντες κατά την κατάρτιση της σύμβασης επιφύλαξαν για τον εαυτό τους το δικαίωμα της υπαναχώρησης στην περίπτωση υπαίτιας παράβασης της σύμβασης (ΑΚ 361, 389], λόγω της ταυτότητας της καταστάσεως. Στην υπό κρίση υπόθεση, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τον προβληθέντα από τους αναιρεσείοντες πρωτοδίκως και με την έφεσή τους ισχυρισμό ότι η μη εκτέλεση της ασφαλισμένης σύμβασης οφείλεται σε λόγους ανώτερης βίας και συγκεκριμένα στην πολεμική επέμβαση των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην πρώην Γιουγκοσλαβία το έτος 1999 και συνεπώς η καταγγελία της σύμβασης αυτής από τις γιουγκοσλαβικές εταιρείες [αντισυμβαλλόμενες της ασφαλισμένης αναιρεσίβλητης] δεν ήταν αυθαίρετη, εκ τούτου ο ασφαλισμένος κίνδυνος, που ήταν η αυθαίρετη από μέρους των αλλοδαπών εταιρειών καταγγελία της ασφαλισμένης σύμβασης, δεν επήλθε, δέχθηκε ανελέγκτως, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, ως προς τον ισχυρισμό αυτό τα εξής: 1) Με το άρθρο 14 παρ. 4 της ασφαλισμένης 10091/07 συμβάσεως - πλαίσιο, η οποία καταρτίστηκε στις 5.5.1997 μεταξύ της αναιρεσίβλητης και των γιουγκοσλαβικών εταιρειών RMHK TREPCA, που εδρεύει στην πόλη Κοσόβκα Μιτροβίτσα του Κοσσυφοπεδίου, και GENEX, που εδρεύει στο Βελιγράδι., είχε συμφωνηθεί ότι "σε περίπτωση αδυναμίας εκ μέρους των πωλητών και / ή του αγοραστή να παραδώσουν τις συμφωνηθείσες ποσότητες επί τρεις συναπτούς μήνες, ο αγοραστής και / ή οι πωλητές έχουν το δικαίωμα να ακυρώσουν το υπόλοιπο της σύμβασης....". 2) Με την ασφαλιστική σύμβαση - που καταρτίστηκε στη συνέχεια μεταξύ του αναιρεσείοντος Ο.Α.Ε.Π. και της αναιρεσίβλητης - καλύπτονταν ασφαλιστικά οι κίνδυνοι από την "αυθαίρετη καταγγελία" της άνω 10091/1997 εμπορικής συμφωνίας εκ μέρους των αλλοδαπών εταιρειών, εφόσον η αυθαίρετη καταγγελία αποκλειστικώς, ευθέως και αμέσως προκάλεσε αιτιωδώς την οριστική παύση των εργασιών που περιγράφονται στην εν λόγω συμφωνία. 3) Μετά την υπογραφή της άνω ασφαλισμένης σύμβασης, οι αλλοδαπές εταιρείες παρέβησαν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους να παραδίδουν και πωλούν στην ενάγουσα [αναιρεσίβλητη] τις προβλεπόμενες από τη σύμβαση ποσότητες μετάλλων, με αποτέλεσμα να μην εξοφλούνται προσηκόντως οι απαιτήσεις της και να αυξάνει σταδιακά το έναντι αυτής χρέος τους. 4) Τούτο οφειλόταν σε υπαιτιότητα των αλλοδαπών εταιρειών, διότι εκτός του ότι είχαν έλλειψη οργάνωσης, παρά τη συμβατική υποχρέωσή τους να διοχετεύουν τα παραγόμενα προϊόντα στην ενάγουσα κατά προτίμηση, προκειμένου να αυξήσει τις εισπράξεις της τα πωλούσε σε τρίτους. 5) Επί αγωγής της ενάγουσας, το φθινόπωρο του 1998 κατά των αλλοδαπών εταιρειών, λόγω σοβαρού χρεωστικού υπολοίπου, το δημοτικό δικαστήριο της πόλεως Κοσόβκα Μητροβίτσα της Γιουγκοσλαβίας εξέδωσε την αριθ. 162/6.10.1998 απόφαση, στην οποία περιέλαβε σύμβαση των ανωτέρω με την οποία συνομολογείται οφειλή των εταιρειών αυτών 44.676.605.78 δολ. ΗΠΑ, στην οποία περιλαμβάνεται και οφειλή τους από την ασφαλισμένη σύμβαση - πλαίσιο, αναγνωρίζεται δε ότι το χρέος ήταν ληξιπρόθεσμο και απαιτητό την άνω ημερομηνία, 6.10.1998. Ο τίτλος αυτός που ενσωματώνει δικαστικό συμβιβασμό κηρύχθηκε εκτελεστός με την 4492/02 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. 6) Μετά το συμβιβασμό αυτό στις 6.10.98 η σύμβαση εξακολούθησε μέχρι και τον Απρίλιο του 1999 οπότε σταμάτησε η λειτουργία των εργοστασίων της εταιρείας TREPCA, 7) Στις 4.8.1999, η ενάγουσα εγγράφως κατήγγειλε τη σύμβαση, επικαλούμενη τη μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων των άνω εταιρειών, τάσσοντας σ' αυτές προθεσμία καταβολής του μέχρι τότε οφειλόμενου ποσού των 51.462.403,47 δολ. ΗΠΑ, το οποίο όμως δεν εξόφλησαν. 8) Η καταγγελία που έγινε εκ μέρους της ενάγουσας - αγοράστριας [αναιρεσίβλητης] στις 4.8.1999 ήταν σύμφωνη με το άνω άρθρο [14 παρ. 4] της εμπορικής σύμβασης, διότι οι πωλήτριες [γιουγκοσλαβικές] εταιρείες δεν ήταν συνεπείς με τους όρους της πολύ πλέον των τριών συναπτών μηνών, αφού τουλάχιστον από τον Οκτώβριο του 1998 δεν παρέδιδαν ποσότητες μετάλλων αντίστοιχες προς τις ποσότητες μεταλλευμάτων που παραλάμβαναν από την ενάγουσα. 9) Το γεγονός ότι κατά το τρίτο 10ήμερο Μαρτίου 1999 άρχισαν από πλευράς ΝΑΤΟ εχθροπραξίες στο έδαφος της Γιουγκοσλαβίας δεν ήταν αυτό που οδήγησε τις εν λόγω εταιρείες στην αδυναμία εκτελέσεως της συμβάσεως, αφού και πριν την επέμβαση των δυνάμεων του ΝΑΤΟ προέβαιναν σε παραδόσεις μετάλλων πολύ μικρότερης αξίας από τις συμφωνημένες, 10) Η οφειλή τους από τις πλημμελείς παραδόσεις και τη μη τήρηση των λοιπών υποχρεώσεων τους από την 10091/1997 σύμβαση - πλαίσιο ανερχόταν ήδη κατά μήνα Δεκέμβριο 1998 σε ποσόν άνω των 20.000.000 δολ. ΗΠΑ, ενώ κατά την έναρξη των εχθροπραξιών, οπότε και σταμάτησε η λειτουργία των εργοστασίων των εν λόγω εταιρειών, το από την ίδια σύμβαση χρέος τους προς την ενάγουσα που συνέχιζε μέχρι τότε να εκπληρώνει τις συμβατικές υποχρεώσεις της, χορηγώντας μετάλλευμα, ανερχόταν σε ποσό τουλάχιστον 25.000.000 δολ. ΗΠΑ. Κατόπιν τούτων το Εφετείο έκρινε ότι ήταν αβάσιμος ο περί ακυρότητας της καταγγελίας λόγω ανώτερης βίας ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, και ότι η συμπεριφορά των αλλοδαπών εταιρειών στοιχειοθετούσε την απαιτούμενη από το ασφαλιστήριο "αυθαίρετη καταγγελία", η οποία συνέτρεξε ως ασφαλιστική περίπτωση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες) τις προαναφερόμενες περί υπερημερίας και υπαναχώρησης διατάξεις του ΑΚ που εφάρμοσε, πολύ δε περισσότερο τις - μόνες - επικαλούμενες με το αναιρετήριο διατάξεις των άρθρων 225, 627, 630, 656, και 834 του ΑΚ, από τις οποίες προκύπτει η έννοια της ανώτερης βίας, αφού δεν δέχθηκε ότι οι εχθροπραξίες δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της ανώτερης βίας, αλλά, κατά την πρόδηλη έννοια των παραδοχών του, ότι η αναιρεσίβλητη άσκησε το συμβατικό δικαίωμα καταγγελίας, λόγω υπαίτιας παράβασης της σύμβασης από μέρους των αλλοδαπών εταιρειών, που είχε γεννηθεί πριν επέλθει το επικαλούμενο γεγονός ανώτερης βίας, το οποίο δεν επέφερε κατάλυση του δικαιώματός της αυτού διότι είχε λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της υπερημερίας τους, και ότι η εξέλιξη αυτή της ασφαλισμένης σύμβασης, που οφειλόταν σε υπαιτιότητα των εν λόγω εταιριών, στοιχειοθετούσε την κατά το ασφαλιστήριο "αυθαίρετη καταγγελία". Κατ' ακολουθία ο δεύτερος λόγος των αναιρέσεων από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, παραβίαση των άνω διατάξεων [225, 627,630, 656, και 834 του ΑΚ], ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές της απόφασης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά δε το υπόλοιπο μέρος του με το οποίο πλήσσεται η περαιτέρω παραδοχή της απόφασης ότι "η έναρξη των εχθροπραξιών στην Γιουγκοσλαβία δεν ήταν η κατ' εξοχήν αιτία για την αδυναμία εκτελέσεως των συμβατικών υποχρεώσεων των αλλοδαπών εταιρειών" ενόψει της οποίας, κατά τους αναιρεσείοντες, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός τους έπρεπε να γίνει τουλάχιστον εν μέρει δεκτός, είναι αλυσιτελής διότι πλήσσεται επάλληλη αιτιολογία, ενώ η προεκτεθείσα για τον ισχυρισμό αυτό αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και σύμφωνα με όσα προαναφέθηκαν δεν πλήσσεται αποτελεσματικά. V.- Η αναιρετική πλημμέλεια για παραβίαση των κανόνων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: 1] Στο άρθρο 9 της 10091/1997 σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, ως προς τον τρόπο καταβολής του ποσού της μακροπρόθεσμης πιστώσεως των 16.500.000 δολ. ΗΠΑ, αναφέρεται ότι το ποσό αυτό θα καταβληθεί υπό την προϋπόθεση ότι όλα τα παρελθόντα υπόλοιπα θα έχουν εξοφληθεί. Η πρόβλεψη αυτή συνομολογήθηκε με τις αλλοδαπές εταιρείες και αναμφισβήτητα τις δέσμευε, με την έννοια ότι ήταν υποχρεωμένες να εκπληρώσουν τις παλαιότερες υποχρεώσεις τους προς την ενάγουσα, προκειμένου να λάβουν τη μακροπρόθεσμη πίστωση, ακριβέστερα δε από την πίστωση αυτή το ποσό των 11.000.000 δολ. ΗΠΑ, δεδομένου ότι τα ποσά των 2.000.000 και 3.000.000 δολ. ΗΠΑ είχαν ήδη καταβληθεί πριν την υπογραφή της ασφαλιστικής συμβάσεως, και ειδικότερα το μεν πρώτο στις 21-4-1997, το δε δεύτερο στις 23-5-1997, λίγο μετά την υπογραφή της εμπορικής συμφωνίας με τις αλλοδαπές εταιρείες, γεγονότα ήδη γνωστά στον Ο.Α.Ε.Π. κατά την υπογραφή της ασφαλιστικής συμβάσεως. 2] Η ρύθμιση και δέσμευση αυτή των αλλοδαπών εταιρειών έναντι της ενάγουσας κατά κανένα τρόπο δεν αποτελούσε όρο του ενεργού της ασφαλιστικής συμβάσεως, ώστε να δεσμεύει την ενάγουσα σε σχέση με τις ασφαλιστικές της υποχρεώσεις και τα ασφαλιστικά της δικαιώματα... Αντιθέτως, το ακριβές και αληθές περιεχόμενο της συμβάσεως αυτής είναι ότι η ασφαλιστική υποχρέωση του Ο.Α.Ε.Π. ενεργοποιείται από και διά της διαθέσεως των πιστώσεων στον αλλοδαπό φορέα, όπως τούτο ρητά προβλέπεται στο άρθρο 3 παρ. 1 εδ. β' του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, σύμφωνα με το οποίο αν ο ασφαλισμένος πραγματοποιεί την επένδυση με περισσότερες πιστώσεις, η ασφάλιση κάθε πίστωσης ισχύει από την ημερομηνία κατά την οποία η κάθε μεμονωμένη πίστωση ετέθη στην απόλυτη διάθεση ή υπό τον έλεγχο του αλλοδαπού φορέα στη χώρα υποδοχής. Από τις παραδοχές αυτές γίνεται φανερό, ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, αμέσως ή εμμέσως, στη σχετική εμπεριεχόμενη στο άρθρο 3 παρ. 1 εδ. β΄ του ασφαλιστηρίου συμβολαίου δήλωση βουλήσεως των μερών, και δεν ερμήνευσε αυτή, αλλά περιορίστηκε σε ότι ρητώς συνάγεται ως νόημα από τη γραμματική διατύπωσή της. Το δε εξ αντιδιαστολής επιχείρημα, κατά το οποίο " αν η εξόφληση των παλαιών υπολοίπων της TREPCA αποτελούσε συμφωνημένη αίρεση της ασφαλιστικής συμβάσεως ή προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της ασφαλιστικής υποχρεώσεως του Ο.Α.Ε.Π., θα έπρεπε να αποτελεί ρητό όρο της συμβάσεως αυτής, τη στιγμή μάλιστα που το κείμενο της υπογράφτηκε ύστερα από διαπραγματεύσεις που διάρκεσαν πέντε μήνες περίπου" το χρησιμοποιεί το Εφετείο όχι για να αποσαφηνίσει ερμηνευτικώς ένα διαπιστωμένο κενό στη δήλωση των συμβληθέντων, αλλά για να αποκλείσει τούτο, τονίζοντας ότι ο όρος αυτός της σύμβασης δεν έχρηζε ερμηνείας. Επομένως, αφού δεν προκύπτει ότι συνέτρεχε νόμιμη προς εφαρμογή αυτών περίπτωση, είναι αβάσιμος ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος των αναιρέσεων που αποδίδει στην απόφαση ερμηνεία των προαναφερθεισών δηλώσεων βουλήσεως κατά παράβαση των κανόνων τούτων του ΑΚ.

VΙ.- Με το άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. ια΄ του ν. 1796/1988 "Σύσταση Οργανισμού Ασφάλισης Εξαγωγικών Πιστώσεων (Ο.Α.Ε.Π.) και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 42 παρ.1 του ν. 3427/2005, ορίζεται ότι "Ο Ο.Α.Ε.Π. παρέχει εγγυήσεις, ασφαλίσεις και αντασφαλίσεις για τις ακόλουθες πράξεις: α] .... β]...... ια] επενδύσεις που πραγματοποιούνται στο εξωτερικό από ελληνικές επιχειρήσεις. Ενόψει του σκοπού του νόμου αυτού που είναι η υποστήριξη της εξαγωγικής δραστηριότητας των ελληνικών επιχειρήσεων, ασφάλιση πίστωσης για εισαγωγική δραστηριότητα είναι άκυρη. Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από περιεχόμενό της προκύπτει δέχθηκε ότι: 1] "... ως προς τη σύμβαση ασφαλίσεως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα με αίτησή της και ύστερα από μακρές διαπραγματεύσεις με τον εναγόμενο Οργανισμό κατάρτισε την υπ' αριθμ. 3/22-9-1997 ασφαλιστική σύμβαση επενδύσεως εξωτερικού, με ημερομηνία ενάρξεως της ασφαλίσεως την 5-5-1997, ημερομηνία λήξεως την 30-11-2002, ασφάλιστρο 1,1% ετησίως, ανώτατη ασφαλιζόμενη αξία τα 26.500.000 δολ. ΗΠΑ, αναλυόμενη ως ακολούθως: α) 16.500.000 δολ. ΗΠΑ ως μακροπρόθεσμη πίστωση, ανακυκλούμενη ετησίως στην διετή διάρκεια του ασφαλιστηρίου, β) 2.000.000 δολ. ΗΠΑ, ανακυκλούμενο πιστωτικό όριο για πιστώσεις 180 ημερών για μηχανολογικό εξοπλισμό, και γ) 8.000.000 δολ. ΗΠΑ, ανακυκλούμενο πιστωτικό όριο για πιστώσεις 180 ημερών για πώληση μεταλλευμάτων". 2] Με την εμπορική αυτή συμφωνία η ενάγουσα, απέβλεπε στην εξασφάλιση του δικαιώματος να προμηθεύεται, ώστε να μπορεί να διαθέτει και να πωλεί στη διεθνή αγορά σε ετήσια βάση 100.000 περίπου μετρικούς τόνους πρώτης ύλης μολύβδου και ψευδαργύρου παραγωγής των μεταλλουργικών εργοστασίων της πρώτης αντισυμβαλλόμενης, η οποία με τη συμφωνία αυτή εξασφάλιζε σημαντική προχρηματοδότηση της παραγωγικής διαδικασίας των επιχειρήσεων της σε μετρητά, καθώς και προμήθεια των απαραίτητων μηχανημάτων και ανταλλακτικών για τη λειτουργία των ορυχείων και εργοστασίων της, ενώ η ενάγουσα από την πλευρά της αναλάμβανε την υποχρέωση να προμηθεύει την TREPCA με μετάλλευμα μολύβδου και ψευδαργύρου, το οποίο θα. εξασφάλιζε αυτή από άλλες πηγές...... Οι ειδικότερες υποχρεώσεις της ενάγουσας με βάση την εν λόγω εμπορική συμφωνία συνίσταντο: α) στην καταβολή ποσού 16.500.000 δολ. ΗΠΑ για τη χρηματοδότηση των παραγωγικών διαδικασιών της TREPCA ως μακροπρόθεσμη πίστωση, με υποχρέωση επιστροφής του στην ενάγουσα κατά τη λήξη της συμβάσεως.....". 3] Από την μακροπρόθεσμη πίστωση των 16.500.000 δολ. ΗΠΑ, ποσά 2.000.000 δολ. ΗΠΑ και 3.000.000 δολ. ΗΠΑ είχαν ήδη καταβληθεί πριν την υπογραφή της ασφαλιστικής σύμβασης, και ειδικότερα το μεν πρώτο στις 21.4.1997, το δε δεύτερο στις 23.5.1997, γεγονότα ήδη γνωστά στον Ο.Α.Ε.Π. κατά την υπογραφή της ασφαλιστικής συμβάσεως, και 3] το απομένον υπόλοιπο των 11.500.000 δολ. ΗΠΑ τέθηκε στη διάθεση των αλλοδαπών εταιρειών το Δεκέμβριο του 1997, οπότε και εξοφλήθηκαν όλες οι προηγούμενες οφειλές τους από παλαιότερη συνεργασία τους με την ενάγουσα. Από τις παραδοχές αυτές της απόφασης, είναι σαφές ότι η εμπορική συνεργασία μεταξύ της αναιρεσίβλητης και των αλλοδαπών εταιρειών, αποτελούσε επενδυτική δραστηριότητα της αναιρεσίβλητης στο εξωτερικό [κατά το εδ. ια΄ της παρ. 1 του ν. 1796/88], στο πλαίσιο της οποίας είχε ενταχθεί και η υποχρέωση της τελευταίας για την καταβολή του ποσού 16.500.000 δρχ. για τον αναφερόμενο στην απόφαση σκοπό, μέρος του οποίου 5.000.000 δολ. ΗΠΑ είχε καταβληθεί πριν την υπογραφή της ασφαλιστικής συμβάσεως. Ούτε αμέσως ούτε εμμέσως από τις άνω παραδοχές, αλλά και από όλο γενικά το περιεχόμενό της απόφασης, συνάγεται ότι η άνω μακροπρόθεσμη πίστωση κατά το πιο πάνω ποσό των 5.000.000 δολ. ΗΠΑ διατέθηκε για την εξόφληση τιμήματος εμπορευμάτων που η αναιρεσίβλητη είχε προηγουμένως αγοράσει προς εισαγωγή τους στην Ελλάδα, ώστε η σύμβαση ασφαλίσεως να είναι άκυρη διότι οι διατάξεις του νόμου 1796/88 δεν επιτρέπουν στον αναιρεσείοντα Οργανισμό να ασφαλίζει εισαγωγικές πιστώσεις.

Συνεπώς το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 70 και 174 του ΑΚ, ούτε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 1796/88, ή κάποια άλλη θεμελιώδη αρχή που εντάσσεται στην έννοια της δημόσιας τάξης. Συνακόλουθα, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος των αναιρέσεων κατά το μέρος του με το οποίο, όπως εκτιμάται, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι υπέλαβε ως ασφαλίσιμη και άρα έγκυρη την άνω σύμβαση της μακροπρόθεσμης πίστωσης κατά το ποσό των 5.000.000 δολ. ΗΠΑ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, δε αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος και κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού με το να δεχτεί η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η μακροπρόθεσμη πίστωση παρασχέθηκε στο πλαίσιο της επένδυσης που η αναιρεσίβλητη πραγματοποίησε στην αλλοδαπή, εκ του πράγματος απέρριψε τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ότι αυτή κατά το ποσό των 5.000.000 δρχ. αποτελούσε τίμημα για εισαγωγή εμπορευμάτων και ήταν άκυρη.

V

ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 5 παρ. 2 εδ. β' , 6 και 8, του ν. 2496/1997, που εφαρμόζονται αναλόγως και επί της ασφαλιστικής δραστηριότητας του αναιρεσείοντος Ο.Α.Ε.Π., σύμφωνα με το άρθρο 17 του άνω ν. 1769/1988, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθ. 2 παρ. 1 περ. ια΄ και 3 παρ. 1 του τελευταίου αυτού νόμου (όπως το άρθ. 2 ίσχυε πριν το ν. 3427/2005, κατά τα προεκτεθέντα), συνάγονται τα ακόλουθα: Επί ιδιωτικής ασφάλισης, όπως είναι και η παρεχόμενη από τον Ο.Α.Ε.Π. για τον κίνδυνο επένδυσης που πραγματοποιείται στο εξωτερικό από ελληνική επιχείρηση, ασφαλιστική προστασία παρέχεται για τους κινδύνους που πραγματοποιούνται κατά τη χρονική περίοδο που καλύπτεται από την ασφάλιση [ουσιαστική διάρκεια] η οποία μπορεί, εφόσον συμφωνηθεί, να αρχίζει από χρόνο προγενέστερο του χρόνου καταρτίσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως δηλαδή της τυπικής έναρξης. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αναδρομική ασφάλιση, η οποία είναι έγκυρη. Ο ασφαλιστής δεν υποχρεούται όμως στην παροχή του ασφαλίσματος, αν ο λήπτης της ασφαλίσεως γνώριζε κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως ότι η ασφαλιστική περίπτωση είχε ήδη επέλθει. Κίνδυνοι που πραγματοποιήθηκαν - έστω και εν αγνοία των μερών - πριν τη συμφωνηθείσα ουσιαστική έναρξη, δηλαδή πριν και από τη συμφωνημένη ημέρα αναδρομικής έστω ισχύος της συμβάσεως δεν καλύπτονται. Με την ασφάλιση επενδύσεων καλύπτεται ο κίνδυνος να υποστεί ζημία μία επένδυση από τις συγκεκριμένες αιτίες που προβλέπει το άρθρ. 3 παρ. 1 του ν. 1796/1988, όπως η "η αυθαίρετη καταγγελία". Η παροχή στο πλαίσιο της επένδυσης πίστωσης, δεν αποτελεί καθ' εαυτή ζημία του πιστοδότη, αλλά ιδρύει απαίτηση του τελευταίου έναντι του πιστούχου, η ενδεχόμενη ζημία της οποίας, ως περιουσία του πιστοδότη, μπορεί (όπως και στην συγγενή μορφή που προβλέπει το άρθρο 22 του ν. 2496/1997) να καλυφθεί ασφαλιστικώς.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθ' όσον αφορά την ασφαλισμένη ζημία της αναιρεσίβλητης έγιναν δεκτά και τα εξής: 1] Η με αριθ. 10091/1997 σύμβαση - πλαίσιο εμπορικής συνεργασίας μεταξύ της αναιρεσίβλητης και των αναφερόμενων στην απόφαση γιουγκοσλαβικών εταιρειών, με στόχο την πραγματοποίηση της επένδυσης που αναφέρεται σ' αυτή, καταρτίστηκε [υπογράφηκε] στις 5.5.1997, λύθηκε δε με καταγγελία της πρώτης στις 4.8.99. 2] Η καταγγελία οφείλετο στο γεγονός ότι οι αλλοδαπές εταιρείες δεν ήταν συνεπείς με τους όρους της σύμβασης, πολύ πλέον των τριών μηνών, δεδομένου ότι από τον Οκτώβριο του 1998 δεν παρέδιδαν ποσότητες μετάλλων αντίστοιχες προς τις ποσότητες μεταλλευμάτων που παραλάμβαναν από την αναιρεσίβλητη. 3] Μεταξύ του αναιρεσείοντος Ο.Α.Ε.Π. και της αναιρεσίβλητης καταρτίστηκε η με αριθ. 3/22.9.1997 σύμβαση ασφάλισης της άνω επένδυσης εξωτερικού, με ημερομηνία έναρξης [ουσιαστική] την 5.5.1997, όταν υπογράφηκε η 10091/1997 σύμβαση - πλαίσιο εμπορικής συνεργασίας, και λήξης την 30.11.2002, ασφάλιστρο 1,1 % ετησίως, ανώτατη δε ασφαλιζόμενη αξία το ποσό των 26.500.000 δολ. ΗΠΑ. 4] Αντικείμενο της ασφάλισης απετέλεσε και η μακροπρόθεσμη προς τις αλλοδαπές εταιρείες πίστωση 16.500.000 δολ. ΗΠΑ, μέρος της οποίας εκ 2.0000.000 δολ. ΗΠΑ, είχε καταβάλλει η αναιρεσίβλητη στις 25.4.1997, είχε δε συμφωνηθεί ασφάλιστρο επί του μέρους αυτού της συνολικής μακροπρόθεσμης πίστωσης, το οποίο και κατέβαλε. 5] Η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε στις 4.8.1999 με την καταγγελία της αναιρεσίβλητης. 6] Η ζημία της αναιρεσίβλητης από την άνω εμπορική συνεργασία ανήλθε στο - μεγαλύτερο από την ανώτατη ασφαλιζόμενη αξία - ποσό των 53.237.904. Με βάση αυτά, το Εφετείο για τον υπολογισμό της ζημίας που καλυπτόταν ασφαλιστικώς, συνυπολόγισε ως καλυπτόμενη από την ασφαλιστική σύμβαση ζημία και εκείνη από την μη εξόφληση των 2.000.000 δολ. ΗΠΑ, που αποτελούσε μέρος της μακροπρόθεσμης πίστωσης των 16.500.000 δολ. ΗΠΑ. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε την αναφερόμενη στο αναιρετήριο διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, διέλαβε δε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ως προς την ασφαλισμένη ζημία της αναιρεσίβλητης, κατά το μέρος που αυτή αφορά την παροχή της πίστωσης του ποσού των 2.000.000 δολ. ΗΠΑ, αφού δέχθηκε ότι και η παροχή της πίστωσης αυτής, έστω και αν είχε καταβληθεί πριν την ουσιαστική έναρξη της ασφαλίσεως, είχε αποτελέσει αντικείμενό της, είχε συμφωνηθεί ασφάλιστρο και επ' αυτής που η αναιρεσίβλητη κατέβαλε, η δε ασφαλιστική περίπτωση, δηλαδή η ζημία από την μη πληρωμή της πίστωσης αυτής, επήλθε μετά την έναρξη της ασφάλισης. Είναι δε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη, αδιάφορο για την εγκυρότητα της σύμβασης το γεγονός ότι η άνω πίστωση είχε χορηγηθεί πριν από την έναρξη της ασφάλισης. Εξάλλου, οι προαναφερόμενες αιτιολογίες της απόφασης δεν αντιφάσκουν προς εκείνες που το Εφετείο διέλαβε σε σχέση με τις συμβάσεις πωλήσεως που είχαν καταρτισθεί μεταξύ της αναιρεσίβλητης και των ίδιων αλλοδαπών εταιρειών πριν την 5.5.1997, ως προς τις οποίες δέχθηκε ότι δεν αποτελούσαν τμήμα της ασφαλισμένης 10091/1997 σύμβασης - πλαίσιο και συνεπώς δεν καλύπτονταν από την επίμαχη 3/22.9.1997 ασφαλιστική σύμβαση, και για το λόγο αυτό, δεχόμενο σχετικό λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση - που είχε κρίνει αντιθέτως και είχε δεχθεί την αγωγή στο σύνολό της - αναγνωρίζοντας ότι ο αναιρεσείων Ο.Α.Ε.Π. όφειλε στην αναιρεσίβλητη, το μικρότερο ποσό των 19.456.149,96 δολ. ΗΠΑ. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο πέμπτος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

V

ΙΙΙ. -Το άρθρο 4 του ν. 2496/1997 ορίζει ότι "1. κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή, μέσα σε δεκατέσσερις (14) ημέρες από τότε που περιήλθε σε γνώση του, κάθε στοιχείο ή περιστατικό, το οποίο μπορεί να επιφέρει σημαντική επίταση του κινδύνου, σε βαθμό που, αν ο ασφαλιστής το γνώριζε, δεν θα είχε συνάψει την ασφάλιση ή δεν θα την είχε συνάψει με τους ίδιους όρους. Από τη σαφή διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι ο ασφαλιστής, για την απαλλαγή του πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει, α] ότι επήλθε επίταση του κινδύνου μετά την κατάρτιση της σύμβασης, και β] ότι η επίταση ήταν τόσο σημαντική, δηλαδή τα συνιστώντα την επίταση του κινδύνου περιστατικά ήταν τόσο ουσιώδη, ώστε δεν θα δεχόταν την κατάρτιση της σύμβασης ή δεν θα δεχόταν να την καταρτίσει υπό τους ίδιους όρους.

Συνεπώς, ο έκτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος των αναιρέσεων, με τον οποίο, όπως εκτιμάται, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της παραβάσεως της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 4 του ν. 2496/1997 δια της απόρριψης της φερόμενης ως προβληθείσης από τους αναιρεσείοντες ενστάσεως περί παραβιάσεως του ασφαλιστικού βάρους της μη επίτασης του κινδύνου κατά τη διάρκεια της σύμβασης, η οποία συνίστατο στο ότι η αναιρεσίβλητη με το να ανεχθεί επί μακρόν την αντισυμβατική συμπεριφορά των Γιουγκοσλαβικών εταιρειών (από τον Οκτώβριο του 1998 μέχρι τον Αύγουστο του 1999]) χωρίς ποτέ να τους ενημερώσει γι' αυτό, επέτεινε τον κίνδυνο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ανεξαρτήτως των αιτιολογιών της, σε ορθό κατέληξε αποτέλεσμα (αρθρ. 578 ΚΠολΔ.), αφού η ένσταση αυτή όπως φέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο Πρωτοδικείο και το Εφετείο είναι αόριστη διότι δεν αναφέρεται αν η επίταση ήταν τόσο σημαντική, ώστε ο αναιρεσείων Ο.Α.Ε.Π. δεν θα δεχόταν την κατάρτιση της σύμβασης ή δεν θα δεχόταν να την καταρτίσει υπό τους ίδιους όρους. Ακολούθως, είναι αλυσιτελείς οι σχετικές από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αιτιάσεις του έβδομου λόγου των αναιρέσεων, με τις οποίες πλήττεται επάλληλη αιτιολογία της απόφασης σε σχέση με την αβασιμότητα του ίδιου αόριστου ισχυρισμού. ΙΧ. - Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 του ΚΠολΔ, ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου για το βάρος της αποδείξεως, που θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί αποδείξεως. Τέτοια όμως απόφαση δεν εκδίδεται, μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως με τα άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2915/2001. Επομένως, ο όγδοος λόγος [και κατά τα δύο υπό στοιχ. α΄ και β΄ σκέλη του] της αίτησης αναίρεσης του Ο.Α.Ε.Π. και οι όγδοος και ένατος λόγοι της αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, είναι απορριπτέοι, προεχόντως ως απαράδεκτοι, γιατί το Εφετείο δεν εξέδωσε παρεμπίπτουσα απόφαση περί αποδείξεως, αλλά δίκασε με τη διαδικασία του άρθρου 270 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001 αντικατάστασή του. Εξάλλου, ο ίδιος όγδοος λόγος και των δύο αιτήσεων ως προς την από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επικουρικά προβαλλόμενη αιτίαση για έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης, καθόσον [κατά τους αναιρεσείοντες] δεν μπορεί να διαγνωσθεί αν η καταψηφιστική κρίση του δικαστηρίου στηρίχθηκε στην απόδειξη της αγωγής ή στην αδυναμία των αναιρεσειόντων να την ανταποδείξουν, είναι επίσης απαράδεκτος. Τούτο διότι οι αναιρεσείοντες παραπονούνται, πράγματι, για εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 340 εδ. β΄ του ΚΠολΔ, που είναι διάταξη δικονομική, και όχι για παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Χ.- Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του και να απαντήσει σε αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που προβλήθηκε απαραδέκτως ή που δεν είναι νόμιμος και συνεπώς γι' αυτό δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύει το λόγο αναιρέσεως που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ. Στην περίπτωση που κρίνεται με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν ένσταση των αναιρεσειόντων για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη είχε επιδιώξει την ικανοποίηση των απαιτήσεών της κατά των αλλοδαπών εταιρειών με τα αναφερόμενα στην απόφαση μέσα και με διαδικασίες του διεθνούς δικαίου, το ότι όμως οι διαδικασίες αυτές δεν είχαν αποδώσει, ούτε και προβλέπεται να συμβεί στο άμεσο μέλλον γεγονός που την οδήγησε να ενεργοποιήσει παράλληλα και τα δικαιώματά της από την ασφαλιστική σύμβαση, δεν καθιστά την άσκηση της αγωγής καταχρηστική, και ότι όσα οι αναιρεσείοντες υποστήριζαν, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη όταν δεν πέτυχε το σκοπό της να καταστήσει κατάχρεες τις αλλοδαπές εταιρείες ώστε να της μεταβιβάσουν σημαντικά περιουσιακά στοιχεία, σκέφθηκε να ενεργοποιήσει την ασφαλιστική σύμβαση, ήταν αβάσιμα, η κρίση του δε αυτή δεν αναιρείτο από το ότι η αναιρεσίβλητη με αιτήσεις της προς τον Υπουργό των Οικονομικών επικαλείτο ότι είχε ανείσπρακτες απαιτήσεις από την επένδυση 48.000,000 δολ. ΗΠΑ, και ότι για το λόγο αυτό διέγραψε ως επισφαλείς απαιτήσεις 4.5000.000.000 δρχ. κατά το οικ. έτος 1999, προκειμένου να μην φορολογηθούν, γεγονός πάντως που δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως παραίτηση αυτής από τις απαιτήσεις της κατά των αλλοδαπών εταιρειών. Το ότι το Εφετείο δεν αναφέρεται καθόλου σε πρόσθετο στοιχείο της ενστάσεως καταχρήσεως συνιστάμενο στο ότι σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας "... " η αναιρεσίβλητη δήλωσε ότι "δεν διεκδικούσε τίποτε από τις γιουγκοσλαβικές εταιρείες", δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι το πρόσθετο αυτό περιστατικό, ανεξαρτήτως του ότι οι αναιρεσείοντες το επικαλέστηκαν για πρώτη φορά στο Πρωτοδικείο με την προσθήκη των προτάσεων μετά τη συζήτηση της αγωγής, κατά την προθεσμία αντικρούσεων, δεν καθιστά αυτό και μόνο νόμιμο τον σχετικό ισχυρισμό.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο ένατος λόγος της αναιρέσεως του Ο.Α.Ε.Π. κατά το μέρος του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθούν και τα λοιπά μέρη του ίδιου λόγου που αιτιώνται για πλημμέλειες σε σχέση με τον μη ερευνηθέντα ως άνω ισχυρισμό, ήτοι από τον αριθ. 11, για μη λήψη υπόψη του προς απόδειξη του άνω ισχυρισμού δημοσιεύματος της εφημερίδας, και από τον αριθ. 19 για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψή του, διότι προϋποθέτουν ουσιαστική έρευνα ουσιώδους ισχυρισμού.

ΧΙ. Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 ΚΠολΔ), ενώ ο συμψηφισμός όλων των εξόδων ή ενός μέρους τους διότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, κατ' άρθρο 179 ΚΠολΔ, απόκειται στην κυριαρχική κρίση, του δικαστηρίου που δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο δέκατος λόγος της αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Ο.Α.Ε.Π., από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία συμψήφισε μερικώς τη δικαστική δαπάνη λόγω του δυσερμήνευτου των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου, παραβίασε την διάταξη του άρθρου 179 ΚΠολΔ, διότι επαναλαμβάνει μόνο τη διάταξη του νόμου, και χωρίς αιτιολογία προσδιόρισε αυτή στο υπέρογκο ποσό των 230.000 ευρώ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι του αναιρεσείοντος Ο.Α.Ε.Π., καθώς και το υπό την προϋπόθεση της παραδοχής της αναιρέσεως αίτημα του ίδιου αναιρεσείοντος (Ο.Α.Ε.Π.) που περιλαμβάνεται στις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, με το οποίο ζητείται να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την έκδοση της 380/2004 απόφασης του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου [σε Συμβούλιο] ώστε να του αποδοθούν οι εγγυήσεις που διατάχθηκαν με την άνω απόφαση, από την παροχή των οποίων εξαρτήθηκε η χορηγηθείσα με αυτή αναστολή εκτελέσεως της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16.11.2004 αίτηση αναιρέσεως και το αίτημα για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Εξαγωγικών Πιστώσεων"

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα [1170] ευρώ.

Απορρίπτει την από 17.11.2004 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εκ διακοσίων ενενήντα τριών [293] ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Μαρτίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ