Legislator Case Law & Legislation
432/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against murder conviction citing sufficient sentencing reasoning under Article 79 of Criminal Code.

Case Number 432/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against her conviction for intentional homicide and illegal weapon carrying. The court found the lower court's reasoning on sentencing under Article 79 of the Criminal Code was sufficient and comprehensive. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 473, 474 of the Code of Criminal Procedure; Article 79 of the Criminal Code: The Supreme Court reviews appeals against sentencing decisions and dismisses them if the lower court provided a full and clear rationale for the penalty calculation based on statutory criteria.

Keywords

AI generated
intentional homicide conviction Article 79 Criminal Code sentencing reasoning sufficiency appeal against conviction legal costs award Supreme Court review criminal appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 473 paragraphs 2, 3 and 474 of the Code of Criminal Procedure
Article 299 of the Criminal Code
Article 79 of the Criminal Code
Article 510 paragraphs 1 D and E of the Code of Criminal Procedure
Article 578 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 432 / 2024 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 432/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Οικονόμου, Δημήτριο Τράγκα, Κωστούλα Πρίγγουρη - Εισηγήτρια και Παρασκευή Τσούμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 10 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευδοκίας Πούλου, (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης B. B. G. του M. Q., κρατουμένης στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Γυναικών Ελεώνα Θηβών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ζαχαρόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 38/2022 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Βορείου Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15.5.2023 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 577/2023.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα η οποία πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 15.5.52023 αίτηση της B. B. G. του M. κρατούμενης στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Γυναικών Ελεώνα Θηβών για αναίρεση της υπ' αριθ. 38/2022 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Βορείου Αιγαίου, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 11.5.2023, με την οποία καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, της παράνομης οπλοφορίας και της παράνομης οπλοχρησίας σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα πέντε (15) ετών και τεσσάρων (4) μηνών, ως και σε χρηματική ποινή 300 ημερησίων μονάδων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2 και 3 και 474 ΚΠοινΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 ΠΚ πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 63 του ν. 4855/2021 "όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση αφαίρεσης ζωής άλλου ανθρώπου. Ο δόλος γενικώς διαγιγνώσκεται από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, ήτοι το πληγέν σημείο του σώματος, την ένταση του πλήγματος, την απόσταση δράστου και θύματος, πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση ζωής άλλου (έστω και μη προσδιορισμένης ταυτότητας) και αρκεί για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης της ανθρωποκτονίας και ενδεχόμενος δόλος, ο οποίος υπάρχει όταν, παρότι ο δράστης θεώρησε ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα της πράξεως ή παραλείψεώς του τον θάνατο άλλου, εντούτοις δεν απέστη αποδεχόμενος την πραγμάτωση αυτού, βεβαίως απαιτείται προς τούτο να διακριβωθεί ότι ο δράστης επιδοκιμάζει το ενδεχόμενο αποτέλεσμα της πράξης του (ΑΠ 284/2010).

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.

Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Όμως, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπίτρεπτα η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Βορείου Αιγαίου με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται κατά το είδος τους (πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων στο ακροατήριο, αναγνωσθείσες δύο από 22/5/2020 προανακριτικές καταθέσεις απολιπομένων και μη ανευρεθέντων μαρτύρων G.

M. και A. Y., έγγραφα, υπ' αρ. πρωτ. .../2020 ιατροδικαστική έκθεση, υπ' αρ. πρωτ. ....20 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης, απολογία κατηγορουμένης) αποδείχθηκαν τα εξής: "Η κατηγορούμενη, υπήκοος Αφγανιστάν, από το έτος 2019 που ήρθε στην Ελλάδα διέμενε προσωρινά με το σύζυγό της και τα δύο ανήλικα τέκνα της στη σκηνή 601.

Στη σκηνή 603 στο ΚΥΤ Μόριας διέμενε προσωρινά, επίσης από το έτος 2019, το θύμα, ήτοι η Z. (επιθ.) A. (ον.) του R. και της Ν. γεννηθείσα την ... στο Ιράν, μαζί με το σύζυγό της και τα δύο τέκνα της, καθώς και με άλλες τρεις οικογένειες. Στις 22 Μαίου 2020 σημειώθηκε εντός του παραπάνω χώρου του ΚΥΤ Μόριας, έξωθεν των σκηνών, επεισόδιο μεταξύ του ενός τέκνου της κατηγορουμένης και ενός άλλου ανηλίκου, τα οποία έσπευσε να χωρίσει η Z.

A. Το τέκνο της κατηγορούμενης άρχισε να κλαίει καθώς η Z. A., στην προσπάθειά της να λήξει το παραπάνω επεισόδιο, το πήρε από το χέρι για να το πάει στους γονείς του στη σκηνή 601. Αμέσως τότε, περί ώρα 18.20, βγήκε από τη σκηνή η κατηγορούμενη, μητέρα του άνω ανηλίκου, η οποία στο χρόνο εκείνο ήταν έγκυος στο τρίτο της τέκνο και, κρατώντας στο χέρι της ένα μαχαίρι χρώματος κόκκινου, συνολικού μήκους 22,5 εκατοστών με μήκος λάμας 12 εκατοστά, έπληξε με αυτό την Z.

A. στον λαιμό, προκαλώντας της σοβαρότατο τραύμα στην αριστερή κλειδική μοίρα (άνωθεν της κλείδας), με τραυματική ρήξη παραπλεύρων μυών και τρώση μεγάλου αγγείου (ανωνύμου αρτηρίας), με μήκος περίπου 2εκ. και βάθος περίπου 17εκ, εκ του οποίου, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός της στις ... Επιπλέον, η κατηγορούμενη στον ανωτέρω τόπο και χρόνο με πρόθεση έφερε μαζί της παράνομα το προπεριγραφέν μαχαίρι, χωρίς την προβλεπόμενη άδεια της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής της και δίχως προορισμό για τέχνη, θήρα, αλιεία, οικιακή, επαγγελματική, εκπαιδευτική ή άλλη συναφή χρήση, ενώ προσέτι κάνοντας με πρόθεση χρήση του μαχαιριού αυτού διέπραξε την προαναφερθείσα άδικη πράξη σε βάρος της Z.

A. Η κατηγορούμενη αποφάσισε να σκοτώσει την Z. A. και εκτέλεσε την πράξη της αυτή ευρισκόμενη σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, καθώς ουδόλως αποδείχθηκε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα το θύμα την προκάλεσε με οποιονδήποτε τρόπο. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι βρέθηκε σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής επειδή η θανούσα Z.

A. τη συγκεκριμένη ημέρα κτύπησε το ανήλικο τέκνο της και απειλούσε τη ζωή αυτού και της ίδιας δεν επιβεβαιώθηκε από κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο. Αντίθετα η κατηγορούμενη διαψεύστηκε από τις νόμιμα αναγνωσθείσες στο ακροατήριο ένορκες καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων G. M. και A. Υ., οι οποίοι ουδόλως αναφέρουν περί τέτοιας προηγούμενης συμπεριφοράς του θύματος εκείνη την ημέρα.

Ο εξετασθείς στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού μάρτυρας B. O., σύζυγος της κατηγορουμένης, ο οποίος άλλωστε δεν ήταν και αυτόπτης μάρτυρας του συμβάντος, κατέθεσε μεν στο παρόν Δικαστήριο ότι επιστρέφοντας στη σκηνή είδε το ανήλικο τέκνο τους με αίματα στη μύτη, ωστόσο η κατάθεσή του αυτή δεν κρίνεται πειστική, καθόσον, αν και του επισημάνθηκε κατά την εξέτασή του στο παρόν Δικαστήριο ότι δεν είχε καταθέσει κάτι τέτοιο στην πρώτη κατάθεση που έδωσε αμέσως μετά το συμβάν στην προδικασία, δεν δικαιολόγησε την παράλειψή του αυτή πειστικά.

Επίσης, το αναφερόμενο από τον ίδιο μάρτυρα επεισόδιο μεταξύ των δύο ως άνω γυναικών είκοσι ημέρες προ του συμβάντος δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση. Επομένως, ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι βρισκόταν σε βρασμό ψυχικής ορμής κατά τον ανωτέρω χρόνο που αποφάσισε και εκτέλεσε από πρόθεση την προπεριγραφείσα πράξη πρέπει να απορριφθεί.

Επίσης, από το μέσο που χρησιμοποίησε η κατηγορούμενη (μαχαίρι με μήκος λάμας 12 εκατοστά), το σημείο του σώματος που έπληξε (λαιμός- αριστερή κλειδική μοίρα, ήτοι σημείο ζωτικής σημασίας για τον ανθρώπινο οργανισμό) και το είδος του τραύματος (τρώση μεγάλου αγγείου - ανωνύμου αρτηρίας), αποδεικνύεται ότι η κατηγορούμενη τη στιγμή της πλήξης της θανούσας με το μαχαίρι ήθελε το θάνατο της χωρίς να αρκείται στον τραυματισμό της.

Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη στον άνω χρόνο και τόπο, ενεργώντας όχι εν βρασμώ ψυχικής ορμής αλλά νηφάλια, επεδίωκε το θάνατο της Z. A., πλήττοντας καίριο σημείο του σώματος της τελευταίας, αποτέλεσμα το οποίο και επέτυχε. Για το λόγο αυτό η πράξη της δεν στοιχειοθετεί το έγκλημα της θανατηφόρας σωματικής βλάβης (311ΠΚ), αλλά της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (299 παρ.1ΠΚ), απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών αυτής.

Τέλος, η κατηγορούμενη ισχυρίζεται ότι τέλεσε την παραπάνω πράξη τελούσα σε κατάσταση μειωμένου καταλογισμού (36ΠΚ), ένεκα του ότι βρισκόταν σε προχωρημένη εγκυμοσύνη και έβλεπε το τέκνο της να αιμορραγεί από το κτύπημα της θανούσας και την τελευταία να την απειλεί. Ωστόσο, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η θανούσα δεν προέβη προηγουμένως εκείνη την ημέρα σε κάποια επιθετική, με έργα ή λόγια, συμπεριφορά σε βάρος της κατηγορουμένης και του τέκνου αυτής.

Περί νοσηρής δε διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών αυτής ένεκα της κατάστασης της εγκυμοσύνης της ουδέν στοιχείο (όπως π.χ ιατρικές εξετάσεις, μάρτυρες) εισφέρθηκε στο δικαστήριο. Κάτι τέτοιο δεν κατατέθηκε ούτε από τους G. M. και A. Υ. (βλ. τις αναγνωσθείσες καταθέσεις τους), οι οποίοι από το έτος 2019 διαβιούσαν στον ίδιο περιορισμένο χώρο με την κατηγορούμενη στο ΚΥΤ Μόριας και τη γνώριζαν, αλλά ούτε ακόμη και από τον ίδιο το σύζυγό της που εξετάστηκε ως μάρτυρας στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου.

Από μόνο δε το γεγονός ότι βρισκόταν σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, λαμβανομένων ακόμη υπόψη και των τυχόν ορμονολογικών διαταραχών που επιφέρει συνήθως η κατάσταση αυτή σε συνδυασμό και με όλες τις συνθήκες διαβίωσής της, δεν δύναται να κριθεί ότι η κατηγορούμενη κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο έπασχε από ψυχική ή διανοητική διαταραχή ή διατάραξη της συνείδησής της και δη σε σημείο τέτοιο που να μην έχει ή να έχει μειωμένη ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης της ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή της για το άδικο αυτό.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη στον ανωτέρω χρόνο είχε πλήρως την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης της και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή της για το άδικο αυτό, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το ότι, όταν διαπίστωσε ότι έπληξε θανάσιμα τη Z. A., ετράπη άμεσα σε φυγή, προκειμένου να μη συλληφθεί.

Επομένως, αφού απορριφθεί και ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί μειωμένου καταλογισμού (36ΠΚ), πρέπει αυτή να κηρυχθεί ένοχη των παραπάνω πράξεων, όπως και πρωτοδίκως.".

Στη συνέχεια το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας με το ακόλουθο διατακτικό:

"Την 22α.5.2020 και ώρα 18.20 μ.μ., εντός του ΚΥΤ Μόριας Λέσβου και συγκεκριμένα στη Ζώνη 1 πλησίον των γραφείων της EASO έμπροσθεν της σκηνής 603 με περισσότερες πράξεις της τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα: 1) Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα, δηλαδή με πρόθεση να σκοτώσει άλλον, ευρισκόμενη σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, αφαίρεσε τη ζωή άλλου.

Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, ευρισκόμενη σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, επιτέθηκε στην Z. (επιθ.) A. (ον.) του R. και της Ν., γεννηθείσα την ... στο Ιράν, προσωρινά διαμένουσα εν ζωή στο ΚΥΤ Μόριας Λέσβου, με πρόθεση να τη σκοτώσει, αφού για ήσσονος σημασία αφορμή την έπληξε μία φορά με αιχμηρό αντικείμενο, ήτοι με μαχαίρι, χρώματος κόκκινου, συνολικού μήκους 22,5 εκατοστών με μήκος λάμας 12 εκατοστών, στον λαιμό, προκαλώντας της σοβαρότατο τραύμα στην αριστερή κλειδική μοίρα (άνωθεν της κλείδας), με τραυματική ρήξη παραπλεύρων μυών και τρώση μεγάλου αγγείου (ανωνύμου αρτηρίας), με μήκος περίπου 2εκ.

και βάθος περίπου 17εκ, εκ του οποίου ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός της στις .... 2) Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με πρόθεση έφερε μαζί της παράνομα όπλο κατά την έννοια του Ν. 2168/1993, το οποίο ήταν πρόσφορο για επίθεση και άμυνα και συγκεκριμένα ένα μαχαίρι, χρώματος κόκκινου, συνολικού μήκους 22,5 εκατοστών, με μήκος λάμας 12 εκατοστών, χωρίς την προβλεπόμενη άδεια της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής της και δίχως προορισμό για τέχνη, θήρα, αλιεία, οικιακή, επαγγελματική, εκπαιδευτική ή άλλη συναφή χρήση. 3) Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο με πρόθεση κάνοντας χρήση όπλου, κατά την έννοια του Ν. 2168/93, διέπραξε κακούργημα.

Συγκεκριμένα, με τη χρήση του υπό στοιχείο 2) του παρόντος μαχαιριού διέπραξε το κακούργημα της υπό στοιχείο 1) αναφερθείσας ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σε βάρος της Z. (επιθ.) A. (ον.) του R. και της Ν., γεννηθείσας την ... στο Ιράν, προσωρινά διαμένουσας εν ζωή στο ΚΥΤ Μόριας Λέσβου".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 α, 27, 94, 299 παρ. 1 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με αρθρ. 63 Ν. 4855/2021 1 παρ. 1 περ.

α' εδ. β' υποπερ. αβ, 10 παρ. 1, 13 εδ. β, 14 και 16 ν. 2168/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται οι ακόλουθες κρίσιμες παραδοχές για τη στοιχειοθέτηση των αδικημάτων.

Ότι στο χώρο του ΚΥΤ Μόριας Λέσβου όπου διέμεναν σε σκηνές τόσο η οικογένεια της αναιρεσείουσας όσο και αυτή του θύματος σημειώθηκε επεισόδιο μεταξύ ενός ανηλίκου τέκνου της αναιρεσείουσας και ενός άλλου ανήλικου. Ότι το θύμα Z. A. επενέβη και χώρισε τα ανήλικα και πήρε το ανήλικο τέκνο της αναιρεσείουσας για να το πάει στους γονείς του.

Τότε η αναιρεσείουσα βγήκε από τη σκηνή κρατώντας ένα μαχαίρι με μήκος λάμας 12 εκατοστά και ευρισκόμενη σε ήρεμη ψυχική κατάσταση έπληξε με αυτό στο λαιμό το θύμα προκαλώντας τρώση μεγάλου αγγείου(ανώνυμης αρτηρίας) εξαιτίας της οποίας επήλθε ο θάνατος αυτής. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε τη μη λήψη υπόψη της κατάθεσης του μάρτυρος συζύγου της αναιρεσείουσας O.

B. είναι αβάσιμη αφενός διότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό αποδεικτικό μέσο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης του ή από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή του, αφετέρου στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται η παραδοχή ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν αυτόπτης του συμβάντος και τα αναφερόμενα από αυτόν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι επιστρέφοντας στη σκηνή είδε το ανήλικο τέκνο του με αίματα στη μύτη δεν κρίνονται πειστικά, καθόσον αυτά δεν αναφέρθηκαν στην πρώτη κατάθεσή του μετά το συμβάν.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσβάλλει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης είναι αβάσιμοι.

Εξάλλου η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα μετά άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαίο κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα.

Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ θεωρούνται μεταξύ άλλων 1) η (υπό στοιχ. α) το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα, 2) η (υπό στοιχ. γ) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη, 3) η (υπό στοιχ. δ) το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, 4) η (υπό στοιχ. ε) το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 133 ΠΚ "όταν ο δράστης κατά το χρόνο τέλεσης αξιόποινης πράξης δεν έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, το δικαστήριο μπορεί... β) να επιβάλει μειωμένη ποινή άρθρο (83)".

Για να συντρέξει η α) ελαφρυντική περίσταση από το άρθρο 84 παρ. 2α πρέπει η ζωή του μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης να χαρακτηρίζεται από το σεβασμό στα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιικών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά δε την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο να συμμορφώνεται με αυτόν ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από το συγκεκριμένο δράστη.

Έτσι ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο αλλά με την πεποίθηση - υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη. Άλλωστε το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη, το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια.

Συνακόλουθα αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται, αστικούς κανόνες η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε λευκό ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 ΚΠΔ, για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου, προκειμένου να αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού.

Από το συνδυασμό όλων όσων προεκτέθηκαν είναι φανερό πως για τη θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και επιπλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (Ολ ΑΠ 2/2022) β) η ελαφρυντική περίσταση από το άρθρο 84 παρ. 2γ' ΠΚ προϋποθέτει επίκληση κατά τρόπο ορισμένο και απόδειξη ότι ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη από προγενέστερη ανάρμοστη (αληθή ή νομιζόμενη) συμπεριφορά του παθόντος ή ότι ο δράστης παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που προκάλεσε σ' αυτόν προγενέστερη άδικη (αξιόποινη ή μη) σε βάρος του πράξη του παθόντος.

Η δε ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος κατά του δράστη πρέπει κατ' αρχήν, να τελεί σε χρονική εγγύτητα (υπηρετική της αιτιώδους σχέσης) και οπωσδήποτε σε αιτιώδη σχέση με την εγκληματική πράξη του δράστη, δηλαδή να αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος δεν θα δρούσε χωρίς αυτή (ΑΠ 1190/2017) γ) η ελαφρυντική περίσταση της έμπρακτης μετάνοιας (84 παρ. 2δ' ΠΚ) προϋποθέτει η μετάνοια του υπαιτίου όχι μόνο να, είναι ειλικρινής, αλλά να συνδυάζεται με περιστατικά που να μαρτυρούν ειλικρινή προσπάθεια άρσης ή μείωσης των συνεπειών της πράξης (ΑΠ 271/2019), δ) η ελαφρυντική αυτή περίσταση από το άρθρο 84 παρ. 2ε προϋποθέτει η συμπεριφορά του υπαιτίου να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη.

Η αναγνώριση, δηλαδή, της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ, προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, διότι τότε μόνο η επιλογή του αυτή μαρτυρεί την πραγματική του διάθεση και ενέχει σοβαρή στάση για τη βελτιωμένη και χωρίς παραπτώματα διαβίωσή του για την οποία και πρέπει να επιβραβευθεί.

Και τούτο διότι κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση νοείται ότι συντρέχει στο πρόσωπο του δράστη εκείνου ο οποίος πράγματι μεταστράφηκε ηθικά και ψυχικά, έχοντας αντιληφθεί τις συνέπειες της αξιόποινης πράξης του με την αποχή του μετά ταύτα από οιασδήποτε φύσης επιλήψιμη ενέργεια και εγκληματική εκδήλωση (ΑΠ 850/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου η αναιρεσείουσα διά του συνηγόρου της προέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί συνδρομής στο πρόσωπό της των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α', γ', δ', ε' και 133 ΠΚ. Το Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα παραπάνω στοιχεία και από το αναγνωσθέν ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης, αποδείχθηκε μεν ότι η τελευταία δεν έχει καταδικαστεί για κάποιο έγκλημα πριν από την τέλεση των άνω πράξεων, ωστόσο, όπως κατέθεσε και η ίδια απολογούμενη στο παρόν δικαστήριο, το έτος 2019 εισήλθε στη χώρα μαζί με την οικογένειά της από τα τουρκικά παράλια χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, όπως άλλωστε έπραξε και σε όλες τις χώρες που διέσχισε φεύγοντας από το Αφγανιστάν.

Συνεπώς, αφού η κατηγορούμενη επέδειξε επανειλημμένως παράνομη συμπεριφορά πριν την τέλεση των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχη, πρέπει, σύμφωνα και με τ' ανωτέρω λεχθέντα, ανεξαρτήτως του λευκού ποινικού της μητρώου, να απορριφθεί το αίτημα αναγνώρισης στο πρόσωπο της του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ2α ΠΚ.

Γ. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω στοιχεία αποδείχθηκε, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω στο σκεπτικό περί ενοχής της παρούσας, ότι δεν προηγήθηκε των πράξεων της κατηγορουμένης κάποια ανάρμοστη συμπεριφορά ή άδικη πράξη της θανούσας εναντίον της κατηγορουμένης, ώστε να δύναται να υποστηριχθεί ότι η κατηγορούμενη ωθήθηκε στις πράξεις της από αυτούς τους λόγους, απορριπτομένου συνεπώς και του αιτήματος αυτής να αναγνωριστεί στο πρόσωπό της το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 γ ΠΚ.

Δ. Επιπλέον, για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2δ ΠΚ απαιτείται ο υπαίτιος να έχει επιδιώξει με συγκεκριμένο τρόπο να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Δεν συνιστά ειλικρινή μετάνοια η απλή δήλωση συγγνώμης από τον δράστη ή η καλή διαγωγή αυτού ή η δήλωση ομολογίας της πράξης κατά τη διεξαγωγή της δίκης ή η παράδοσή του στις αρμόδιες αρχές μετά την πράξη.

Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα ως άνω στοιχεία, δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η κατηγορούμενη επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων της, δοθέντος και του ότι, μόνη η παράδοσή της στις αρχές, μετά την έκδοση σε βάρος της εντάλματος σύλληψης από την Ανακρίτρια Πλημ/κών Μυτιλήνης και την τροπή, της σε φυγή αμέσως μετά την τέλεση των πράξεων, δεν συνιστά ειλικρινή μετάνοια αυτής, σύμφωνα και με τ' ανωτέρω λεχθέντα. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αυτής να της αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2δ ΠΚ.

Ε. Περαιτέρω, για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου (84 παρ2εΠΚ), πρέπει η συμπεριφορά του να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη, από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του, μη αρκούσης της απλής καλής και συνήθους συμπεριφοράς και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής χωρίς παραβατικότητα και μόνον, διότι η καλή συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνον έλλειψης παραβατικότητας, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβίασης των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ίδια ως άνω στοιχεία δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει μετά την τέλεση των άνω πράξεων σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα της κατηγορουμένης, δοθέντος και του ότι, σύμφωνα με τ ανωτέρω λεχθέντα, δεν αρκεί η έλλειψη παραβατικότητας αυτής στο διάστημα που κρατείται, ενώ και η αναγνωσθείσα στο ακροατήριο βεβαίωση ημερομισθίων αφορά τον ευεργετικό υπολογισμό των ημερών κράτησής της, λόγω του ότι έχει μαζί της το πιο μικρό ανήλικο τέκνο της (105Β παρ.4 ΠΚ) και όχι λόγω κάποιας συγκεκριμένης εργασίας που παρέχει αυτή, η οποία, άλλωστε, σε κάθε περίπτωση όταν παρέχεται στο σύνηθες μέτρο αποβλέπει στον ευεργετικό υπολογισμό της ποινής. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αυτής να της αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2εΠΚ.

ΣΤ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 133 Π Κ, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 ΠΚ) σε όποιον κατά το χρόνο που τέλεσε αξιόποινη πράξη είχε συμπληρώσει το δέκατο όγδοο όχι όμως και το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του. Το δικαστήριο μπορεί: α) να διατάξει τον περιορισμό του σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων (άρθρο 54) εφόσον κρίνει ότι η τέλεση της πράξης οφείλεται στην ελλιπή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, λόγω της νεαρής ηλικίας του και ότι ο περιορισμός αυτός θα είναι αρκετός για να αποφευχθεί η τέλεση άλλων εγκλημάτων, ή β) να επιβάλει μειωμένη ποινή (άρθρο 83). Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 3 εδ. β' του άρθρου 130.

Στην προκειμένη περίπτωση, η κατηγορούμενη φερόταν αρχικά από τη σύλληψή της ως γεννηθείσα την 1-1-1997 (ούσα δηλαδή, κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων 23 ετών), ενώ ήδη με τη σημερινή δήλωσή της φέρεται γεννηθείσα στις 15-12-2000 (ούσα δηλαδή, κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων 19 ετών). Ωστόσο ακόμη και αν πράγματι ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο τέλεσης των πράξεων, ηλικίας 19 ετών η κατηγορούμενη, παρά το νεαρό της ηλικίας της είχε εμπειρία ζωής, ως μητέρα τότε δύο ανήλικων τέκνων, που είχε εγκαταλείψει τη χώρα της και εν τω μεταξύ διασχίσει παρανόμως διάφορες χώρες προκειμένου τελικά να εισέλθει πάλι παρανόμως στην Ελλάδα από τα τουρκικά παράλια. Λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη την όλη προσωπικότητα της κατηγορουμένης και τις εν γένει συνθήκες τέλεσης των άδικων πράξεων κρίνεται ότι κατά την τέλεση αυτών δεν επηρεάστηκε από ανωριμότητα της μετεφηβικής ηλικίας ούτε τα παραπάνω εγκλήματα που αυτή τέλεσε ανάγονται σε παραβατική συμπεριφορά που χαρακτηρίζει νέους μετεφηβικής ηλικίας. Αντίθετα αποδεικνύεται ότι η κατηγορούμενη ενήργησε κάνοντας συνειδητή επιλογή των πράξεων της και, σύμφωνα με την άποψη που επικράτησε στο Δικαστήριο, δεν συντρέχει λόγος επιβολής σε αυτήν μειωμένης ποινής λόγω μετεφηβικής ηλικίας, κατ' άρθρο 133 ΠΚ, απορριπτομένου συνεπώς και του αιτήματός της αυτού".

Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 84 παρ. 2α', γ', δ', ε' και 133 ΠΚ και επαρκώς αιτιολογημένα απέρριψε τους σχετικούς αυτοτελείς ισχυρισμούς, αφού κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα πριν από την τέλεση των ανωτέρω εγκλημάτων δεν έζησε σύννομο βίο καθόσον το 2019 εισήλθε στην Ελλάδα μαζί με την οικογένειά της από τα τουρκικά παράλια χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις.

Ότι πριν από την τέλεση των εγκλημάτων της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης δεν προηγήθηκε κάποια ανάρμοστη συμπεριφορά ή άδικη πράξη της θανούσας εναντίον της. Ότι δεν επέδειξε έμπρακτη και ειλικρινή μετάνοια καθόσον μετά την πράξη της τράπηκε σε φυγή και παραδόθηκε στις αρχές μετά την έκδοση εις βάρος της εντάλματος σύλληψης από την αρμόδια Ανακρίτρια.

Η δε συμπεριφορά της αναιρεσείουσας μετά την τέλεση των πράξεων της δεν υποδηλώνει πραγματική και ηθική μεταστροφή του χαρακτήρα της. Κατά δε την τέλεση των άδικων πράξεών της δεν επηρεάσθηκε από ανωριμότητα της μετεφηβικής ηλικίας, τα δε εγκλήματα που τέλεσε δεν ανάγονται σε παραβατική συμπεριφορά που χαρακτηρίζει νέους μετεφηβικής ηλικίας.

Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1Δ' και Ε' ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, που υποστηρίζουν τα αντίθετα σχετικά με την απόρριψη των ανωτέρω ελαφρυντικών περιστάσεων είναι αβάσιμοι.

Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 του ΠΚ "1. Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι' αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. 2.

Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που προξένησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του. 3.

Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειας του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του, στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) το βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του, κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του. 4.

Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεσή των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος. 5.

Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών. 6.

Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από τον νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της. 7. Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε".

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επέβαλε στην αναιρεσείουσα α) κατά πλειοψηφία την ποινή καθείρξεως των δέκα πέντε (15) ετών για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, β) ομόφωνα την ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών και χρηματική ποινή 300 ημερήσιων μονάδων καθοριζομένου του ύψους της κάθε ημερήσιας μονάδας σε ένα (1) ευρώ για την πράξη της παράνομης οπλοφορίας και γ) ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών για την πράξη της παράνομης οπλοχρησίας, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα κατά τα άνω αποδεικτικά μέσα, πρέπει, σύμφωνα και με όσα εκτενώς αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με βάση τη βαρύτητα των πράξεων που τέλεσε η κατηγορούμενη και το βαθμό της ενοχής της (δόλος), να επιβληθούν σε βάρος της οι αναφερόμενες ειδικότερα στο διατακτικό ποινές για τις πράξεις της, που αποτελούν την ανάλογη και δίκαιη τιμωρία της (γι' αυτές), ύστερα από συνεκτίμηση των συνεπειών των συγκεκριμένων ποινών για την ίδια και τους οικείους της και αφού λήφθηκαν, ιδίως, υπόψη μεταξύ των άλλων, η φύση και το είδος των εν λόγω πράξεών της, τα αίτια που την ώθησαν στην εκτέλεση των εγκλημάτων, καθώς επίσης και όλες οι προπεριγραφόμενες περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την εκτέλεσή τους, σε συνδυασμό με την όλη στάση και διαγωγή της κατά τη διάρκεια και μετά απ' αυτές, λαμβάνοντας υπόψη για τον αριθμό των ημερήσιων μονάδων τη βαρύτητα της πράξης και την ενοχή της γι' αυτή και για το ύψος κάθε ημερήσιας μονάδας την προσωπική και οικονομική της κατάσταση".

Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 ΠΚ και διέλαβε πλήρη και σαφή αιτιολογία για την επιμέτρηση της ποινής. Ειδικότερα έλαβε υπόψη του τα συγκεκριμένα κριτήρια και στοιχεία που προβλέπονται για την επιμέτρηση της ποινής στο άρθρο 79 ΠΚ, το κείμενο του οποίου παρέθεσε στη νομική σκέψη της αποφάσεως του, ενώ δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει στην απόφαση και άλλη ειδικότερη αιτιολογία, για τα στοιχεία αυτά, αφού το περί ποινής σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο με εκείνο επί της ενοχής, ο δε καθορισμός της ποινής ανήκει στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 79 ΠΚ είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθία και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15.5.2023 αίτηση της αναιρεσείουσας B. B. G. του M., κρατούμενης στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Γυναικών Ελεώνα Θηβών για αναίρεση της υπ' αριθ. 38/2022 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ