Legislator Case Law & Legislation
432/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of appeal due to improper evidence assessment.

Case Number 432/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision rejecting the appeal. The appellant argued the lower court failed to properly evaluate evidence regarding a breach of a notarial deed, while the appellate court found the claim substantively baseless. The court ruled that because the appeal was filed with a request for total rejection of the original suit, the appellate court was obligated to re-examine the case's substance rather than merely correct specific errors, thereby validating its dismissal of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c), 522, 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appellate court must re-examine the substance of a case when an appeal requests total rejection of the original suit, rather than correcting isolated errors in evidence assessment.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal against appeal re-examination of substance total rejection of suit evidence assessment transferred effect dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 522 of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183(1) of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 367/2011
Supreme Court Case 1608/2008
Supreme Court Case 250/2014
Supreme Court Case 1057/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 432 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 432/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή-Εισηγήτρια, Κανέλλα Τζαβέλλα-Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Ν., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Μ. του Γ., 2) Ν. Μ. του Γ., κατοίκων ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Βασίλειο Χειρδάρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και Ελένη Μπακή που ανακάλεσε την από 18/10/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/12/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου.

Εκδόθηκε η 66/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 887/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4491/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/1/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ'αρθμ. 4491/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή του για διάρρηξη της αναφερόμενης σ'αυτή καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ.3 ΚΠολΔ).

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 961/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους αναιρετικούς λόγους πρώτο, πέμπτο, κατά το επικουρικό σκέλος του, έκτο, κατά το τρίτο σκέλος του και έβδομο, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρθμ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη Α] : 1) την 22/2002 αγωγή του εναγομένου Γ.Μ.

και άλλων 45 συνιδιοκτητών περί διανομής του τότε ενιαίου και ήδη σε τρία τμήματα χωρισμένου ακινήτου κατά των αδελφών Z., 2) την 128/2004 απόφαση του ΠΠρΛασιθίου, 3) το από 2-8-2016 αντίγραφο της οικείας σελίδας του βιβλίου διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Σητείας, 4) τις από 5-1-2003 προτάσεις των εναχθέντων με την ως άνω αγωγή αδελφών Ζ.

και 5) τα από 27-7-73,20-12-74,29-12-74,29-4-76 και 9-2-74 έγγραφα του Υποθηκοφυλακείου Σητείας, που προσκόμισε νόμιμα με επίκληση, από τα οποία αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο καταρτίσεως της γονικής παροχής και της επιδόσεως της ένδικης αγωγής τα τρία οικόπεδα που ανήκαν στον οφειλέτη του, ήταν και είναι επίδικα και αμφισβητούμενης κυριότητας, Β] : 1) τα υπ'αρθμ. 227/29-10-2006 και 447/29-10-2007 ΦΕΚ, στα οποία είναι δημοσιευμένο το ΓΠΣ του Δήμου Σητείας, 2) το υπ'αρθμ.540/28-6-2017 έγγραφο της Υπηρεσίας Δόμησης Δήμου Σητείας και 3) 12 φωτογραφίες, που προσκόμισε νόμιμα μετ'επικλήσεως, από τα οποία αποδεικνύεται ότι μεγάλο τμήμα του ως άνω ακινήτου βρίσκεται στη ζώνη προστασίας φαραγγιών Ρίχτη και έχουν κατασκευασθεί σ'αυτό λυματοδεξαμενές, με συνέπεια να είναι ασήμαντη η αξία του, Γ] το υπ'αρθμ. ...

διανεμητήριο συμβόλαιο, σύμφωνα με το οποίο η αξία του αδιανέμητου ακινήτου στο χωριό Έξω Μουλιανά Σητείας ανερχόταν πριν την κατάτμηση, κατά μεν τους συμβαλλομένους σε 300.000 δρχ., κατά δε τον Έφορο σε 2.270.000 δρχ. ή 6.666 ευρώ, επομένως η αξία της προκυψάσης από την κατάτμηση εκτάσεως των 560 τ.μ. δεν υπερέβαινε το 2009 τα 1.500 ευρώ, Δ] την ανωμοτί εξέταση του αναιρεσείοντος ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, 50 φωτογραφίες των φερομένων ακινήτων του οφειλέτη Γ.Μ., την από Ιούλιο 2016 Τεχνική Έκθεση του πολιτικού Μηχανικού Δ.Θ., την από 21-7-2016 Έκθεση της μεσίτριας αστικών συμβάσεων Β.

Φ. και την υπ'αρθμ.10887/2018 ένορκη βεβαίωση της μεσίτριας Β. Ζ., που προσκόμισε νόμιμα με επίκληση, προς ανταπόδειξη της ενστάσεως των εφεσιβλήτων περί επάρκειας της περιουσίας του οφειλέτη του. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση (5ο φύλλο) ότι λήφθηκαν υπόψη η ανωμοτί εξέταση του ενάγοντος που περιέχεται στα 66/2011 πρακτικά συνεδριάσεως του ΠΠρΛασιθίου, η υπ'αρθμ. 10887/2018 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα που λήφθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τον εκκαλούντα Κ.Κ., κατ'άρθρο 529 ΚΠολΔ, το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιον, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως, οι παραπάνω, από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, εγγράφου, (σφάλμα αναγνώσεως), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη (ΑΠ 909/2008).

Δεν περιλαμβάνεται όμως στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 272/2020,ΑΠ 333/2011, ΑΠ 1573/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το επικουρικό σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρθμ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο από εσφαλμένη ανάγνωση των υπ'αρθμ. 2000α και 2000β πιστοποιητικών του Υποθηκοφυλακείου Σητείας που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα επίδικα ακίνητα ήταν ελεύθερα βαρών και εκνικήσεως τρίτων, ενώ στα έγγραφα αυτά αναγράφεται μόνον ότι στη μερίδα των αναιρεσιβλήτων δεν υπάρχουν βάρη και γραμμένη κάποια αγωγή, χωρίς να γίνεται αναφορά στην εγγραφή της αγωγής διανομής στην μερίδα του αρχικού εναγομένου και οφειλέτη του Γ.Μ..

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την, κατ'άρθρο 561 αρθμ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των ανωτέρω εγγράφων προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά ανέγνωσε σ' αυτά ότι, σχετικά με τα οικόπεδα και τα αγροτεμάχια, που περιγράφονται στο υπ'αρθμ. ... συμβόλαιο του συμβ/φου Χρήστου Στείρου, δεν υπάρχει κανένα υποθηκικό βάρος ή κατάσχεση μέχρι τις 15-9-2016 σε βάρος των αναιρεσιβλήτων και ότι στα βιβλία διεκδικήσεων καμία απολύτως αγωγή δεν είναι καταχωρημένη κατά των αναιρεσιβλήτων και του Γ.

Μ. του Ε., που να έχει σχέση με τα ίδια ως άνω ακίνητα, συνεκτιμώντας δε το περιεχόμενο αυτών των εγγράφων με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κατέληξε στην κρίση ότι κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής υπήρχε εμφανής περιουσία που επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του αναιρεσείοντος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 352 και 335 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς, ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την υπόθεση, κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου.

Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και της αποδείξεώς του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου, αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ350/2020, ΑΠ 188/2017).

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρθμ.11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τη δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων, που περιέχεται στη σελίδα 18 των έγγραφων προτάσεων που αυτοί κατέθεσαν κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και συνίσταται στο ότι :< η αγωγή διανομής δεν είχε μέχρι τότε διαγραφεί, ενώ ως προς τις υποθήκες, αυτές υπήρχαν μεν, αλλά δεν υπάρχουν σήμερον>.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι οι αναφορές αυτές των αναιρεσιβλήτων δεν αποτελούν δικαστική ομολογία, υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ώστε να καταλήξουν σε διατύπωση συμπερασμάτων και κρίσεων καθώς και επιχειρήματα προς στήριξη της ενστάσεώς τους περί υπάρξεως επαρκούς περιουσίας του οφειλέτη Γ.Μ., για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του αναιρεσείοντος.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολ 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1293/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τους αναιρεσίβλητους και συγκεκριμένα ότι στην περιουσία του οφειλέτη Γ.Μ. περιλαμβάνεται και αγροτεμάχιο κείμενο στην Κοινότητα Σκοπής Δήμου Σητείας Κρήτης, στη θέση Αγ.Γεώργιος, ακαλλιέργητο, μη αρδευόμενο, εκτάσεως 9.355,28 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 11.489,91 ευρώ και πραγματικής 39.292 ευρώ, το οποίο απέκτησε με το 25068/1972 διανεμητήριο συμβόλαιο.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρθμ.8 του άρθρου 559ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ'άρθρο 561 αρθμ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, (σφάλμα αναγνώσεως), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη (ΑΠ 909/2008).

Δεν περιλαμβάνεται όμως στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 909/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους λόγους αναιρέσεως δεύτερο, κατά το επικουρικό σκέλος του, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρθμ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ'αρθμ. ... διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβ/φου Σητείας Χ.Περράκη με το να αναγνώσει εσφαλμένα ότι με αυτό περιήλθαν στον οφειλέτη του, Γ.Μ., το ακίνητο στη θέση Αγ.

Γεώργιος Σκοπής Σητείας, εμβαδού 9.355,28 τ.μ., το ακίνητο στη θέση Αγκαθιάς ή Τσαγκαριανά, εκτάσεως 4.585 τ.μ., δύο ακίνητα, χωριζόμενα με δρόμο, συνολικής εκτάσεως 17.774 τ.μ., στη θέση Σωροί Χαμεζίου και το ακίνητο στη θέση Πλατάνια Έξω Μουλιανών Σητείας, εμβαδού 6.617,47 τ.μ., άρτιο και οικοδομήσιμο, αντικειμενικής αξίας 13.340 ευρώ και πραγματικής 23.822,90 ευρώ, ενώ, αν είχε αναγνώσει ορθά το ως άνω διανεμητήριο συμβόλαιο, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι στον Γ.Μ.

δεν περιήλθε ακίνητο στη θέση Αγ.Γεώργιος Σκοπής Σητείας, εμβαδού 9.355,28τ.μ., ούτε ακίνητο στη θέση Αγκαθιάς, ότι η θέση Αγκαθιάς δεν εναλλάσσεται με τη θέση Τσαγκαριανά, όπου αναφέρεται αγροτεμάχιο εκτάσεως ενός στρέμματος, συνορευόμενο με δρόμο και κτήματα Σ., ότι ο ανωτέρω απέκτησε μόνον ένα αγρό στη θέση Σωροί Χαμεζίου, εκτάσεως 6 στρεμμάτων και ότι το ακίνητο στη θέση Πλατάνια έχει έκταση μόνο 2,5 στρέμματα.

Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι αβάσιμοι, διότι από την, κατ'άρθρο 561 αρθμ.2ΚΠολΔ, επισκόπηση του ανωτέρω εγγράφου προκύπτει ότι το Εφετείο ορθώς το ανέγνωσε και συνεκτιμώντας το περιεχόμενό του με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κατέληξε στην κρίση ότι τα εν λόγω ακίνητα περιλαμβάνονταν στην περιουσία του οφειλέτη του αναιρεσείοντος, συνάγοντας έτσι διαφορετικό πόρισμα από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Περαιτέρω, με τους αναιρετικούς λόγους τρίτο, κατά το επικουρικό σκέλος του, τέταρτο, κατά το επικουρικό σκέλος του και έκτο, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι, ενώ οι αναιρεσίβλητοι επικαλούνται α) ότι το ακίνητο στη θέση Αγκαθιάς, εμβαδού 4.000 τμ έχει εμπορική αξία 5.000 ευρώ, το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτό έχει εμβαδόν 5στρέμματα και εμπορική αξία τριπλάσια, ήτοι 15.591,68 ευρώ, β) ότι το ακίνητο στη θέση Σωροί Χαμεζίου έχει πραγματική αξία 50.000 ευρώ, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αξία του ανερχόταν σε 71.098,56 ευρώ, γ) το ακίνητο στο χωριό Έξω Μουλιανά Σητείας, εμβαδού 560,04 τμ έχει πραγματική αξία 40.000 ευρώ, χωρίς να αναφέρουν ότι είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτό είναι άρτιο και οικοδομήσιμο.

Οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρθμ.8 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 αρθμ.1ΚΠολΔ). Με τον έκτο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 2 Ν 690/1948, 6 ΠΔ 24.4/3-5-1985, 180,798,799 ΑΚ, δεχόμενο ότι είναι άρτιο και οικοδομήσιμο το ακίνητο στη θέση Έξω Μουλιανά Σητείας, εμβαδού 560,04 τμ, μολονότι τούτο προέρχεται από κατάτμηση μείζονος αγροτεμαχίου και έχει επαφή μόνο με ιδιωτική διάβαση πλάτους 1,70 μ.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο εφάρμοσε τις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα διατάξεις, οι οποίες όμως δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση.

Ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, και τους λόγους της εφέσεως, δηλαδή τις αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, στις οποίες περιλαμβάνεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν είναι απαραίτητο να εξειδικεύεται, αρκεί να μνημονεύεται ότι συνεπεία του σφάλματος αυτού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, αφού το Εφετείο, λόγω του κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, μετά από καθολική επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως και όχι βάσει των τυχόν αποδιδομένων ειδικωτέρων σφαλμάτων εκτιμήσεως (ΑΠ 367/2011, ΑΠ 1608/2008).

Έτσι, ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν πλήττεται η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καθόλα τα κεφάλαιά της, γιατί έκρινε την αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και το Εφετείο, το οποίο έχει την εξουσία λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως του εκκαλούντος εναγομένου, με την οποία ζητείται η καθ' ολοκληρίαν απόρριψη της αγωγής, δεν ερευνά την ουσιαστική βασιμότητά της, ενόψει του προτεινόμενου παραπόνου για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και αφού διαπιστώσει ότι δεν προκύπτουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παραδοχή της, ακολούθως να απορρίψει την έφεση, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως (ΑΠ 250/2014,ΑΠ 1057/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης εφέσεως του αναιρεσείοντος, η εκτίμηση του περιεχομένου του οποίου ελέγχεται αναιρετικώς (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), σ' αυτό διαλαμβάνεται ως λόγος εφέσεως και η αιτίαση ότι "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ουδόλως αξιολόγησε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε με επίκληση σε ανταπόδειξη των ισχυρισμών των εναγομένων, άλλως κακώς τα εκτίμησε", με βάση δε και αυτό το λόγο της εφέσεως ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή του.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ενόψει του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, με την οποία υποβλήθηκε παράπονο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ερεύνησε την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, την οποία απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, καθώς και τους λόγους της εφέσεως ως κατ'ουσίαν αβάσιμους.

Επομένως, ο έβδομος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αρθμ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ως άνω λόγο της εφέσεως, είναι αβάσιμος.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρθμ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρθμ.1, 191 αρθμ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-1-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ'αρθμ. 4491/2019 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο συνολικό για όλους χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ