Supreme Court allows appeal against lower court's application of average reasonable person standard in contract dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the National Bank of Greece's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision in a contract dispute involving the plaintiffs. The lower court had applied the standard of the 'average reasonable and honest person' to assess the defendants' conduct, a criterion the Supreme Court found legally unsupported for this context. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's judgment and remanded the case for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914 and 922 of the Civil Code; Article 300 of the Civil Code: The standard of the average reasonable and honest person of the relevant circle of activity does not apply when the law requires specific knowledge or expertise of the counterparties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 432 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 432/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Αναστασία Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τρανταφυλλάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου-Δεληγιάννη, που ανακάλεσε την από 4/3/2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Η. του Π., 2) Π. Η. του Π., 3) Ο. χήρας Π. Η., 4) Σ. Η. του Π., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σούσουρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/4/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22132/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2398/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/11/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, η εκτίμηση των περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων, και ιδίως της αγωγής, από το δικαστήριο της ουσίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, προς βεβαίωση λόγου αναίρεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Το δικαστήριο, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επίδικου δικαιώματος, που αποτελούν την ιστορική της βάση, προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της.
Η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αρ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 538/2014).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής και τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια.
Τούτο διότι, το δικαστήριο, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου (ΑΠ 308/2015, ΑΠ 502/2014). Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 120/2015, ΑΠ 529/2015). Όταν, όμως, το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που είναι αναγκαία για το, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ορισμένο του περιεχομένου της και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία δεν περιέχονται στο δικόγραφο αυτής, και δεχθεί την αγωγή ως ορισμένη παρά την αοριστία της, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 661/2015, ΑΠ 935/2014).
Δεν συνιστά όμως το λόγο αυτό η λήψη υπόψη διευκρινιστικών της αγωγής περιστατικών που προέκυψαν στα πλαίσια αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και ακριβέστερου προσδιορισμού των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική και νομική βάση αυτής, αν και διαφοροποιείται ως προς τα στοιχεία αυτά, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση (ΑΠ 487/2020, ΑΠ 559/2008, ΑΠ 1321/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, από την εκτίμηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, δέχθηκε, ως προς το περιεχόμενο της ιστορικής βάσης αυτής, τα ακόλουθα: "...Ότι οι ενάγοντες είναι θύματα της πολύκροτης υπόθεσης "των πλαστών τραπεζικών ομολόγων παρατράπεζας Κ." για την οποία εκδόθηκε η υπ' αρθμ. 940, 941-942, 1074, 1194-1195/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, με την οποία καταδικάσθηκαν για όλες τις επιμέρους πράξεις η πρώτη εναγομένη (Π.
Κ. συζ. Ν.) σε ποινή καθείρξεως 15 ετών για κακουργηματική πλαστογραφία με την επιβαρυντική περίπτωση του Ν. 1608/50 και για κακουργηματική απάτη και ο δεύτερος εναγόμενος (Θ Π. του Ι.) σε ποινή κάθειρξης 11 ετών για απλή συνέργεια σε κακουργηματική πλαστογραφία με την επιβαρυντική περίπτωση του Ν. 1608/50 και για απλή συνέργεια σε κακουργηματική απάτη.
Ότι κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1990-1996 οι δύο πρώτοι εναγόμενοι τελούσαν σε υπαλληλική σχέση με τις τράπεζες "Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." (ΕΚΤΕ) και "Εθνική Στεγαστική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε" (ΕΣΤΕ), των οποίων καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη τράπεζα. Ότι κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο η μεν πρώτη των εναγομένων, δικηγόρος Θεσσαλονίκης, διατέλεσε ως νομική σύμβουλος στις ως άνω Τράπεζες, ο δε δεύτερος των εναγομένων ως υπάλληλος και δη Υποδιευθυντής στο τμήμα ομολόγων του υποκαταστήματος της Πλ.
Αριστοτέλους της ΕΚΤΕ και στη συνέχεια Υποδιευθυντής του υποκαταστήματος της Καλαμαριάς της ΕΚΤΕ. Ότι η πρώτη των εναγομένων εκμεταλλευόμενη την ως άνω ιδιότητά της, ενεργώντας παράνομα και υπαίτια κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτή υπηρεσίας και κατά κατάχρηση αυτής, έχοντας σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε, εν γνώσει της ψευδώς, στον Π.
Η. (πατέρα των πρώτου, δεύτερου και τέταρτου των εναγόντων και σύζυγο της τρίτης ενάγουσας), ενεργούντος για τον εαυτό του και για λογαριασμό των πρώτου και δεύτερου των εναγόντων, ότι της είχε ανατεθεί από τις άνω τράπεζες η διαχείριση ενός ειδικού επενδυτικού προγράμματος στεγαστικών ομολόγων της ΕΚΤΕ και της ΕΣΤΕ με σταθερό επιτόκιο 24% και ότι τα χρήματα που θα της παρέδιδαν, προκειμένου να συμμετάσχουν στο ως άνω επενδυτικό πρόγραμμα, θα τα κατέθετε για λογαριασμό τους στις εν λόγω τράπεζες, οι οποίες και θα εξέδιδαν επ' ονόματι αυτών τους αντίστοιχους τίτλους και όλα τα παραστατικά έγγραφα.
Ότι με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις, έπεισε τον Π. Η. και μέσω αυτού και τους πρώτο και δεύτερο των εναγόντων, να της παραδώσουν, στις 20-9-1995 τα επί μέρους χρηματικά ποσά, ανερχόμενα συνολικά στο ποσό των 41.000.000 δραχμών, εκ του οποίου το ποσό των 12.000.000 δραχμών, ήτοι 35.216,00 ευρώ, ανήκε στον Π.
Η., ενώ το ποσό των 29.000.000 δραχμών, ήτοι 85.106,00 ευρώ, στον Π. Η. και στους πρώτο και δεύτερο των εναγόντων κατ' ισομοιρία. Ότι η πρώτη εναγομένη ουδέποτε κατέθεσε τα χρηματικά αυτά ποσά στην τράπεζα για λογαριασμό τους, όπως τους, διαβεβαίωνε, αλλά αντιθέτως τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, χορηγώντας σ' αυτούς πλαστά παραστατικά, τίτλους και ομόλογα, που η ίδια είχε καταρτίσει, φέροντες όμως γνήσιους αριθμούς τίτλων και ομολόγων, προσπορίζοντας στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας τους.
Ότι η εναγομένη δικηγόρος προέβη στις ως άνω υπαίτιες και παράνομες πράξεις της, (πλαστογραφίας και απάτης) εκτελώντας ένα σχέδιο εξαπάτησης αθώων θυμάτων, που είχε καταστρώσει με τη συνδρομή του δεύτερου εναγόμενου, Θ. Π., ο οποίος, εκμεταλλευόμενος την ως άνω ιδιότητά του, της παρείχε άμεση συνδρομή στην πρώτη εναγομένη, κατά τη διάρκεια και εκτέλεση των προαναφερόμενων αξιόποινων πράξεων της και συγκεκριμένα υποδείκνυε σ' αυτήν τις κατά περίπτωση μεθόδους και τον τρόπο δράσης της, παρέχοντάς της τη συνδρομή και τις διευκολύνσεις, και δη προμήθευσε στην πρώτη εναγομένη τα έγγραφα των άνω τραπεζών και τους γνήσιους αριθμούς τίτλων και ομολόγων και της υπέδειξε τον τρόπο πλαστογράφησής των, όπως έπραξε και στις άλλες περιπτώσεις για τις οποίες καταδικάσθηκε, ώστε να μην αποκαλυφθεί η πλαστότητα, και να επιτευχθούν οι άνω σκοποί των, ενεργώντας με πρόθεση και με σκοπό τον πορισμό παρανόμου περιουσιακού οφέλους, κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν από την εναγομένη Τράπεζα υπηρεσίας και κατά κατάχρηση αυτής, και ότι η αδικοπραξία αυτού, τελεί σε αιτιώδη εσωτερική σχέση με την ανατεθείσα σ' αυτόν από την προστήσασα εναγομένη Τράπεζα υπηρεσία, με την έννοια ότι η ζημιογόνος αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος δεν ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς τη συνδέουσα αυτόν και την προστήσασα σχέση πρόστησης.
Και, ότι συνεπεία της σε βάρος τους παράνομης συμπεριφοράς των άνω εναγομένων, ο Π. Η. και οι πρώτος και δεύτερος των εναγόντων υπέστησαν θετικές, αποθετικές ζημίες και ηθική βλάβη...". Ακολούθως, το Εφετείο, έκρινε ότι η αγωγή περιέχει όλα τα απαιτούμενα για το ορισμένο αυτής στοιχεία και απορρίπτοντας τον υποβληθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, έκρινε αυτή νόμιμη, κατ' άρθρα 914, 922 ΑΚ.
Με βάση το διαλαμβανόμενο περιεχόμενο της αγωγής, στο δικόγραφο εκτίθενται με πληρότητα τα απαιτούμενα στοιχεία, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, την πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά αυτής ζημίας στους αναιρεσίβλητους, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία των αναιρεσίβλητων, και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας.
Επίσης, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα στοιχεία εκείνα που απαιτούνται για την ίδρυση της ευθύνης της προστήσασας τράπεζας ΕΚΤΕ από την αδικοπραξία του προστηθέντος και αναφερόμενου ειδικά υπαλλήλου της δευτέρου εναγομένου (Θ. Π.), επίσης μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, ήτοι, η σχέση πρόστησης, με βάση την συνδέουσα αυτούς εργασιακή σχέση, η ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αδικοπραξία πληρούσα τις ως άνω προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και, συνιστάμενη στην παροχή απλής συνδρομής στην ως άνω αδικοπραγήσασα (Π.
Κ.) και ότι η ενέργεια αυτή του ανωτέρω προστηθέντος έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας αυτής, καθώς και ότι μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως και της υπηρεσίας που είχε ανατεθεί στον προστηθέντα αυτόν υφίσταται εσωτερική συνάφεια.
Εξάλλου, πρέπει να λεχθεί ότι κατά το δικόγραφο της αγωγής και η αναφερόμενη πρώτη εναγομένη (Π. Κ.) ήταν προστηθείσα των άνω τραπεζών, αλλά περιγράφονται και πράξεις και παραλείψεις άλλων στελεχών αυτών, με τις οποίες θεμελιώνεται αδικοπρακτική συμπεριφορά τους και εντεύθεν αντικειμενική ευθύνη της αναιρεσείουσας, ως διαδεχθείσας τις προστήσασες όλους τους υπαίτιους της ζημίας, τράπεζες.
Τα εκτιθέμενα στοιχεία αδικοπραξίας του ανωτέρω προστηθέντος υπαλλήλου της ήδη αναιρεσείουσας (δευτέρου εναγομένου) είναι αρκετά για την ευθύνη του ιδίου σε αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας των εναγόντων, εντεύθεν δε και της αντικειμενικής ευθύνης της προστήσασας τράπεζας και κατ' επέκταση της αναιρεσείουσας.
Δεν ήταν δε απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αγωγή για τη θεμελίωση της ευθύνης του ως άνω προστηθέντος της τελευταίας και, συνεπώς, για το ορισμένο αυτής, ότι αυτός επέδειξε συγκεκριμένη συμπεριφορά, με την οποία προκάλεσε στους αναιρεσίβλητους την απόφαση να συναλλαγούν με την ανωτέρω πρώτη εναγομένη και να πεισθούν ότι συναλλάσσονται με την τράπεζα ΕΣΤΕ στη σκοπούμενη επένδυση.
Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής ως διαδικαστικού εγγράφου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι, ισχυρίστηκαν στο δικόγραφο, εκτός των άλλων, αφενός μεν ότι τα γραμμάτια είσπραξης που παρέδιδε η ανωτέρω πρώτη εναγομένη στους εξαπατώμενους ήταν πλαστογραφημένα φωτοαντίγραφα γνήσιων εγγράφων της Τράπεζας ΕΣΤΕ που είχε χορηγήσει σ' αυτήν ο δεύτερος, σαφώς δε κατά το όλο νόημα του περιεχομένου της αγωγής, τέτοιας μορφής ήταν και εκείνα που παραδόθηκαν στους αναιρεσίβλητους, αναφέρεται δε ειδικά ότι ήταν πλαστοί οι τίτλοι που τους παραδόθηκαν (σελίδα 69 της αγωγής), και εκτίθεται ότι οι κωδικοί αριθμοί, οι οποίοι αναγράφονταν στους τίτλους που παραδόθηκαν σ' αυτούς, ήταν υπαρκτοί αριθμοί γνήσιων κωδικών (σελίδα 16 της αγωγής) και ότι τούτους είχε χορηγήσει ο πρώτος στη δεύτερη.
Επίσης, στο δικόγραφο της αγωγής διαλαμβάνεται ότι η συναλλαγή με την πρώτη έλαβε χώρα εντός της τράπεζας, υπό τα βλέμματα όλων των υπαλλήλων, προς απόκτηση εμπιστοσύνης και ότι αυτοί εντελώς ανυποψίαστοι ουδέποτε μπορούσαν να φανταστούν ότι λάμβαναν πλαστά παραστατικά και ότι τα τελευταία έφεραν σφραγίδες και υπογραφές.
Είναι δε εμφανές, από τη διατύπωση του περιεχομένου ότι ο όλος τρόπος ενέργειας της ανωτέρω πρώτης εναγομένης και του συνεργού της δευτέρου εναγομένου, ότι εκτίθεται πως εφαρμόστηκε και στην περίπτωση των αναιρεσίβλητων και ότι τα αμέσως προηγουμένως αναφερόμενα στοιχεία πρόκλησης εμπιστοσύνης και σχηματισμού πίστης και ασφάλειας ότι πρόκειται για αληθή συναλλαγή συντρέχουν και στους αναιρεσίβλητους.
Έτσι, στην αγωγή εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης των αναιρεσίβλητων και την ευθύνη της αναιρεσείουσας για την αποκατάσταση της ζημίας τους, ώστε η αγωγή να είναι ορισμένη. Διαφορετικό είναι το ζήτημα αν θα προκύψει από τις αποδείξεις η βασιμότητα των περιστατικών αυτών, ώστε να κριθεί η αγωγή βάσιμη και κατ' ουσίαν.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αρ. 14, ορθά εκτιμώμενος ως και από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω της προβαλλόμενης αιτίασης ότι το Εφετείο δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη συνεπεία της αοριστίας της και έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς, που δεν είχαν προταθεί από τους αναιρεσίβλητους με την αγωγή τους είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 του ΑΚ, για τη θεμελίωση αξίωσης προς αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικώς οι εξής προϋποθέσεις: α) πράξη ή παράλειψη του δράστη που είναι παράνομη, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευομένου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, β) η πράξη ή η παράλειψη να είναι υπαίτια, οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) πρόκληση θετικής ή αποθετικής ζημία, δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και της ζημίας.
Η τελευταία υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική των πραγμάτων πορεία, και επέφερε πράγματι, το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη ήταν ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, δηλαδή αν η επελθούσα ζημία τελεί στη συγκεκριμένη περίπτωση σε αιτιώδη, κατά την ανωτέρω έννοια, σύνδεσμο προς την παράνομη πράξη του αδικοπραγήσαντος, αποτελεί ζήτημα κρινόμενο κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας. (ΟλΑΠ 23/1988, ΑΠ 669/2017, ΑΠ 631/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία, ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η διάταξη έχει εφαρμογή επί προστήσαντος φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο δεν συνδέεται συμβατικά με τον ζημιωθέντα τρίτο.
Η εφαρμογή της προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης, που υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και, κατά τη οποία, ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή, έστω, στις γενικές οδηγίες και εντολές ή, μόνο, στην επίβλεψη του πρώτου, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία.
Η σχέση πρόστησης έχει τέτοια ευρύτητα ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής ή και σε μη δικαιοπρακτική σχέση, όπως σε de facto συμβατική σχέση, χωρίς να έχει ιδιαίτερη κρισιμότητα η τυχόν ιδιότητα του προστηθέντος ως αντιπροσώπου του προστήσαντος.
Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου (ΟλΑΠ 20/2009, ΑΠ 1325/2007, ΑΠ 22/2004, ΑΠ 411/2003), β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αδικοπραξία πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.
Η τελευταία (κατάχρηση υπηρεσίας) υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών, οι οποίες δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφ' όσον, μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας, η οποία ανατέθηκε σ' αυτόν, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια, ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 1440/2014, ΑΠ 1462/2013, ΑΠ 1396/2011, ΑΠ 331/2010).
Δηλαδή, πρέπει να κατέστη δυνατή η τέλεση της αδικοπραξίας, εξαιτίας, ακριβώς, της σχέσης, των μέσων και των ευκαιριών που ανέθεσε ο προστήσας, στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον προστηθέντα, με τη χρησιμοποίηση τους για άλλο σκοπό από εκείνο για τον οποίο του ανατέθηκαν (ΑΠ 1856/2013, Α.Π. 1888/2013, ΑΠ 337/2010) και ο ζημιωθείς τρίτος δεν γνώριζε την κατάχρηση, ούτε όφειλε να την γνωρίζει (ΑΠ 552/2013, ΑΠ 959/2004, ΑΠ 799/2001).
Αντίθετα, ο προστήσας δεν ενέχεται έναντι του ζημιωθέντος προς αποζημίωση αυτού, όταν η αδικοπραξία είναι άσχετη ή ξένη με την υπηρεσία που είχε ανατεθεί στον προστηθέντα, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική συμπεριφορά του προστηθέντος και την άσκηση ή κατάχρηση της υπηρεσίας του.
Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της βλαπτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, πλην όμως οφείλεται σε αίτια ανεξάρτητα από αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας (ΑΠ 9/2011).
Η εν λόγω αστική ευθύνη του προστήσαντος είναι γνήσια αντικειμενική, εφόσον αυτός, χωρίς ίδιο πταίσμα, ευθύνεται για το πταίσμα, του υπ' αυτού προστηθέντος (ΑΠ 844/2008). Δικαιολογητικό λόγο της ευθύνης αυτής αποτελεί το γεγονός, ότι ο προστήσας ωφελείται από τις υπηρεσίες του προστηθέντος, διευρύνοντας το πεδίο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και καρπούμενος τα οφέλη της.
Ως εκ τούτου, είναι εύλογο να φέρει αυτός την ευθύνη για τους κινδύνους, που προκύπτουν από τη δραστηριότητα του προστηθέντος. Άλλωστε με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων, οι οποίοι αποκτούν ένα επιπλέον οφειλέτη, εκτός από τον προστηθέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν.
Τη συνδρομή της ανωτέρω προϋπόθεσης ευθύνης από το άρθρο 922 ΑΚ, φέρει το βάρος να επικαλεστεί και να αποδείξει εκείνος που ζημιώθηκε από τη συμπεριφορά του προστηθέντος προκειμένου να θεμελιώσει το δικαίωμά του προς αποζημίωση (ΑΠ 555/2000). Η έννοια της πρόστησης είναι νομική και η ύπαρξη ή μη ευθύνης του προστήσαντος, υπό τα ανελέγκτως από το ουσιαστικό δικαστήριο, δεκτά γενόμενα περιστατικά, ελέγχεται αναιρετικά εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 959/2004).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, αδιάφορα από το αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.
Αρκεί, για να ενέχεται καθένας από τα περισσότερα πρόσωπα, οι πράξεις ή παραλείψεις των οποίων, επέφεραν σωρευτικώς τη ζημία, εις ολόκληρον έναντι του ζημιωθέντα, η ενέργεια καθενός να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 299/2007).
Ούτε απαλλάσσεται κάποιος από αυτούς της ευθύνης εκ του ότι μόνη η ιδική του θετική ή αρνητική ενέργεια, χωρίς τη συνδρομή και των λοιπών, δεν θα επέφερε τη ζημία είτε και εκ του ότι δεν δύναται να εξακριβωθεί τίνος εκ τούτων η πράξη επέφερε τη ζημία (ΑΠ 208/2006). Στην έννοια της "κοινής πράξης" υπάγεται, όχι μόνο η κατά συναυτουργία τέλεση της άδικης πράξης η οποία θεμελιώνει την αδικοπραξία, αλλά κάθε σύμπραξη ή συμμετοχή με οποιαδήποτε μορφή, στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, όπως η ηθική αυτουργία, η άμεση και η απλή συνέργεια, η παραυτουργία (εάν τα περισσότερα πρόσωπα που πραγματώνουν με τη συμπεριφορά τους ορισμένη αδικοπραξία δεν έχουν μεταξύ τους καμιά συνεννόηση), η αναγκαία αιτιότητα, δηλαδή η περίπτωση που η ζημία προήλθε από τις ενέργειες περισσότερων προσώπων, από τις οποίες, όμως, καθεμιά μόνη της δεν ήταν ικανή να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα που επήλθε.
Σε περίπτωση ευθύνης του προστήσαντος για αποζημίωση τρίτου, που ανέκυψε λόγω της πρόκλησης σ' αυτόν ζημίας, περιουσιακής ή μη, από αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντος από εκείνον υπαλλήλου του, έχουν εφαρμογή και οι διατάξεις των άρθρων 300 και 330 ΑΚ (ΑΠ 530/2014).
Συνεπώς, ο προστήσας, εναγόμενος από το ζημιωθέντα τρίτο για αποκατάσταση της ζημίας του, μπορεί να προτείνει τον ισχυρισμό ότι, εκείνος που ζημιώθηκε, συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή στην έκτασή της και να ζητήσει να μην επιδικαστεί αποζημίωση ή να μειωθεί το ποσό αυτής. Ο ισχυρισμός αυτός μείωσης ή άρσης της υποχρέωσης προς αποζημίωση, προβάλλεται υπό μορφή ένστασης (ΑΠ 810/2017, ΑΠ 263/2013).
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της διέπουσας το δίκαιο αρχής της καλής πίστης, προκύπτει σαφώς ότι, όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, αφήνεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστή, σταθμίζοντος τις περιστάσεις και τον βαθμό πταίσματος του ζημιώσαντος και του ζημιωθέντος, είτε να μειώσει το ποσό της αποζημίωσης είτε, αναλόγως της επιρροής που άσκησε η υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής, είναι: α) Να υφίσταται συμβατική ή εξωσυμβατική υποχρέωση προς αποζημίωση. β) Συμπεριφορά του ζημιούμενου θετική ή αποθετική που συνέβαλε στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας. γ) Πταίσμα του ζημιωθέντος από δόλο ή αμέλεια, η οποία συνίσταται στην παράλειψη της απαιτούμενης προς περιφρούρηση των ιδίων συμφερόντων επιμέλειας, με συμπεριφορά αντίθετη προς τον από τις περιστάσεις κοινωνικώς επιβαλλόμενο τρόπο και δ) Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του ζημιωθέντος και του ζημιογόνου γεγονότος ή της ζημίας του (ΑΠ 1630/2010).
Δηλαδή, για να εφαρμοσθεί η παραπάνω διάταξη, πρέπει, πλην άλλων, ο ζημιωθείς να συνέβαλε με την συμπεριφορά του στην επέλευση ή την έκταση της ζημίας (ΑΠ 1673/2013, ΑΠ 766/2007, ΑΠ 945/2002). Αμέλεια του ζημιωθέντος συντρέχει, κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν αυτός δεν κατέβαλε την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, ήτοι την επιμέλεια του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου (από άποψη μόρφωσης, περιβάλλοντος, ηλικίας, τόπου διαμονής κλπ) της δραστηριότητάς του (ΑΠ 2144/2013, ΑΠ 2252/2013).
Δεν αποτελούν κριτήριο οι ατομικές ιδιότητες των προσώπων, οι ειδικές γνώσεις ή οι εξαιρετικές ικανότητες αυτών. Έτσι, για να διαπιστωθεί αν ο ζημιωθείς επέδειξε την επιμέλεια που όφειλε, εξετάζεται πρώτα, αν ο, κατά τα άνω, τυπικός εκπρόσωπος του κύκλου του, μπορούσε με κατάλληλη ενέργεια ή παράλειψη να αποφύγει στη συγκεκριμένη περίπτωση τη ζημία ή να την περιορίσει και ύστερα, αν εκείνος που ζημιώθηκε, όφειλε, ως έντιμος και επιμελής κοινωνικός άνθρωπος, να προβεί στη δυνατή αυτή ενέργεια ή παράλειψη, την οποία όφειλε, από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από τις αρχές της καλής πίστης, να επιχειρήσει και η οποία ήταν ικανή, κατ' αιτιώδη συνάφεια, να την αποτρέψει (τη ζημία).
Εάν όφειλε να ενεργήσει ή να παραλείψει, πλην όμως, συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον που επιβάλλεται από τις περιστάσεις, είτε γιατί δεν προέβλεψε αδικαιολόγητα την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεως του, ήλπιζε όμως ανεπίτρεπτα ότι θα το αποφύγει και έτσι παρέλειψε να πάρει τα κατάλληλα μέτρα, που υπάρχουν και συνηθίζονται να παίρνονται, συνεπεία δε αυτής της συμπεριφοράς του δεν αποτρέπει τη ζημία του, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, ή να μειώσει το ποσό της (ΑΠ 337/2010, ΑΠ 1084/2008, ΑΠ 708/2004), υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη ή παράλειψη του ζημιωθέντος πρέπει να συνδέεται όχι γενικώς, αλλά με όλα τα στοιχεία που αποτελούν το νόμιμο λόγο της ευθύνης του (ΑΠ 686/2013, ΑΠ 368/2011).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις ως άνω, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, διατάξεις (ΑΠ 487/2020, ΑΠ 363/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε, μετά τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που νόμιμα προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, και κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητος, τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, στην οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" (εφεξής ΕΚΤΕ) και σ' αυτήν προηγουμένως είχε συγχωνευθεί η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με απορρόφηση η την επωνυμία "Εθνική Στεγαστική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" (εφεξής ΕΣΤΕ), είναι καθολική διάδοχος των εν λόγω απορροφούμενων τραπεζικών εταιρειών και έχει υποκατασταθεί νομίμως σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τούτων...Στο ευρισκόμενο επί της οδού Αριστοτέλους Θεσσαλονίκης υποκατάστημα της ΕΚΤΕ, παρείχε, η δικηγόρος τον Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, Π.
Κ., μη διάδικος στην παρούσα δίκη, (πρώτη εναγομένη της ένδικης αγωγής), τις νομικές υπηρεσίες της, σε υποθέσεις στεγαστικών δανείων από το έτος 1980 (με μικρή διακοπή το χρονικό διάστημα από 18-10-1989 έως 06.12.1990, λόγω των εις βάρος υπονοιών, ότι προέβη σε απόπειρα χρηματισμού του προϊσταμένου χορήγησης δανείων) μέχρι 09.11.1992 οπότε εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση.
Μετά τη λύση της συνεργασίας της με την ΕΚΤΕ, η Π. Κ. συνεργάσθηκε, με τα ίδια καθήκοντα, με την ως άνω απορροφούμενη τραπεζική εταιρεία ΕΣΤΕ. Ο δεύτερος εναγόμενος, Θ. Π., μη διάδικος στην παρούσα δίκη, εργαζόταν από το 1984 ως υπάλληλος στο άνω επί της πλατείας Αριστοτέλους υποκατάστημα της ΕΚΤΕ και είχε αναλάβει την έκδοση των ενταλμάτων πληρωμής για τους συνεργάτες δικηγόρους της τράπεζας, ενώ από το έτος 1989 είχε αναλάβει και την ευθύνη του τμήματος ομολόγων τράπεζας, της άνω και στη συνέχεια προήχθη σε Υποδιευθυντή του καταστήματος της Καλαμαριάς.
Εξαιτίας των ως άνω καθηκόντων του είχε συνεργασία με την προαναφερόμενη δικηγόρο, από το έτος 1984 και αναπτύχθηκαν μεταξύ των φιλικές σχέσεις. Κατά τα τέλη του έτους 1990, ο Θ. Π. απεκάλυψε στην Π. Κ., ότι διαχειριζόταν χρηματικά κεφάλαια τρίτων γνωστών του, εκτός τραπεζικής διαδικασίας και κέρδιζε χρήματα, λόγω του υψηλότερου του νομίμου εισπραττόμενου τόκου.
Η Π. Κ., αποφάσισε να εκμεταλλευθεί την εμπειρία του ανωτέρω στις τραπεζικές συναλλαγές των ομολόγων, και έτσι κατέστρωσαν εγκληματικό σχέδιο προσέλκυσης κεφαλαίων τρίτων, προκειμένου να αποκτήσουν αμφότεροι παράνομο περιουσιακό όφελος. Ειδικότερα αυτή, ενόψει του ότι ήταν ευφυής, διέθετε πειθώ και είχε αναπτύξει ευρύ κοινωνικό κύκλο, συνέλαβε και εκτέλεσε το σχέδιο, προσέλκυσης και ιδιοποίησης κεφαλαίων τρίτων, με ψευδείς παραστάσεις για δήθεν ιδιαίτερη και μεγάλη απόδοσή τους και της αντίστοιχης έκδοσης πλαστών τραπεζικών ομολόγων, επί τραπεζικών μάλιστα εντύπων, τα οποία όπως θα αναφερθεί παρακάτω τα χορηγούσε σ' αυτήν ο Θ.
Π.. Κατά την υλοποίηση του σχεδίου της αυτού, παρίστανε σε τρίτα πρόσωπα, που επιθυμούσαν να επενδύσουν τα χρήματά τους σε τραπεζικά προγράμματα με υψηλές αποδόσεις, ότι δήθεν ήταν νομική σύμβουλος των άνω τραπεζών, ήτοι των ΕΚΤΕ και ΕΣΤΕ, ενώ στην πραγματικότητα ήταν εξωτερικός συνεργάτης τούτων ασχολούμενη μόνον με τον έλεγχο των αιτήσεων δανεισμού και αμειβόμενη για κάθε επιμέρους αίτηση - και ότι λόγω της ιδιότητας της αυτής είχε τη δυνατότητα να μεσολαβεί για την προώθηση κάθε τραπεζικής συναλλαγής, καθώς και ότι της είχε ανατεθεί από τις άνω τράπεζες η αποκλειστική διαχείριση ενός ειδικού επενδυτικού προγράμματος πενταετούς διάρκειας, σύμφωνα με το οποίο, αν κάποιος της, παρέδιδε χρήματα ή ομόλογα ή τίτλους του Δημοσίου, αυτή θα τα επένδυε σε ομόλογα (στεγαστικά ή άλλα), τα οποία δήθεν θα απέφεραν σταθερό επιτόκιο 24% ετησίως, δηλαδή υψηλότερο του αντιστοίχου της διατραπεζικής αγοράς, με δυνατότητα εξόφλησης των τόκων ανά τρίμηνο και λήψης στεγαστικού δανείου με ευνοϊκούς όρους.
Διαβεβαίωνε δε αυτή εν γνώσει ψευδώς τους υποψηφίους επενδυτές, ότι δήθεν τα χρηματικά ποσά ή το προϊόν ρευστοποίησης των τίτλων που της παρέδιδαν τα κατέθετε στις άνω τράπεζες, οι οποίες και τα εισέπρατταν, επενδύοντας αυτά στο άνω επενδυτικό πρόγραμμα και εκδίδοντας στο όνομα και για λογαριασμό τους, τους αντίστοιχους τίτλους, καθώς και όλα τα σχετικά παραστατικά έγγραφα και ότι, όλα τα εν λόγω έγγραφα ήταν γνήσια.
Ενώ η πραγματικότητα, την οποία βεβαίως γνώριζε και ο Θ. Π., ήταν, ότι αυτή δεν υπήρξε ποτέ νομική σύμβουλος των άνω τραπεζών, αλλά συνεργάτης τους, με τα ως άνω καθήκοντα, χωρίς να της έχει ανατεθεί ποτέ διαχείριση και μάλιστα αποκλειστική ειδικού επενδυτικού ιδιοποίησης κεφαλαίων τρίτων, με ψευδείς παραστάσεις για δήθεν ιδιαίτερη και μεγάλη απόδοσή τους και της αντίστοιχης έκδοσης πλαστών τραπεζικών ομολόγων, επί τραπεζικών μάλιστα εντύπων, τα οποία όπως θα αναφερθεί παρακάτω τα χορηγούσε σ' αυτήν ο Θ.
Π.. Κατά την υλοποίηση του σχεδίου της αυτού, παρίστανε σε τρίτα πρόσωπα, που επιθυμούσαν να επενδύσουν τα χρήματά τους σε τραπεζικά προγράμματα με υψηλές αποδόσεις, ότι δήθεν ήταν νομική σύμβουλος των άνω τραπεζών, ήτοι των ΕΚΤΕ και ΕΣΤΕ, ενώ στην πραγματικότητα ήταν εξωτερικός συνεργάτης τούτων ασχολούμενη μόνον με τον έλεγχο των αιτήσεων δανεισμού και αμειβόμενη για κάθε επιμέρους αίτηση και ότι λόγω της ιδιότητας της αυτής είχε τη δυνατότητα να μεσολαβεί για την προώθηση κάθε τραπεζικής συναλλαγής, καθώς και ότι της είχε ανατεθεί από τις άνω τράπεζες η αποκλειστική διαχείριση ενός ειδικού επενδυτικού προγράμματος πενταετούς διάρκειας, σύμφωνα με το οποίο, αν κάποιος της παρέδιδε χρήματα ή ομόλογα ή τίτλους του Δημοσίου, αυτή θα τα επένδυε σε ομόλογα (στεγαστικά ή άλλα), τα οποία δήθεν θα απέφεραν σταθερό επιτόκιο 24% ετησίως, δηλαδή υψηλότερο του αντιστοίχου της διατραπεζικής αγοράς, προγράμματος, το οποίο δεν υφίστατο καθώς το προαναφερόμενο επιτόκιο (24% ετησίως) ήταν ανύπαρκτο και φανταστικό.
Επιπλέον, τα χρήματα που εισέπραττε από τους επενδυτές, ουδέποτε τα κατέθετε σε τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομά τους, αλλά σε δικούς της ατομικούς λογαριασμούς, ενώ τα έγγραφα που παρέδιδε σ' αυτούς, ως δήθεν παραστατικά των απαιτήσεών τους ήταν πλαστά, τα οποία χορηγούσε σ' αυτήν ο συνεργός της δεύτερος εναγόμενος.
Με τις άνω ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της, έπεισε μεγάλο αριθμό προσώπων, να της παραδώσουν διάφορα χρηματικά ποσά, τα οποία, αντί να χρησιμοποιήσει για τους προεκτεθέντες σκοπούς, τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, παραδίδοντας στους παθόντες πλαστούς τίτλους και πλαστά παραστατικά έγγραφα των άνω τραπεζών, τα οποία, ως προεκτέθηκε, κατήρτιζε με τη συνδρομή του Θ.
Π.. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, ο τελευταίος που λόγω της υπαλληλικής του ιδιότητας στην ΕΚΤΕ, είχε πρόσβαση σε γνήσια παραστατικά και άλλα τραπεζικά έγγραφα, χορήγησε ορισμένα τέτοια έγγραφα στην Π. Κ., η οποία στη συνέχεια τα αναπαρήγαγε (κατά κανόνα με φωτοτυπίες αυτών) και τα πλαστογραφούσε, συμπληρώνοντας τα με τα αναγκαία στοιχεία των τραπεζικών εγγράφων, ώστε να φαίνονται γνήσια, έθετε κατ' απομίμηση υπογραφές προσώπων, πού εμφανίζονταν ως υπάλληλοι των ως άνω τραπεζών, καθώς και σφραγίδες που δεν χρησιμοποιούνταν πλέον από τις τράπεζες αυτές και είχαν περιέλθει στην κατοχή της από την ως άνω προηγούμενη συνεργασία της με τις ανωτέρω τράπεζες, ενώ ορισμένες φορές προέβαινε και στη χαρτοσήμανση των εν λόγω πλαστών εγγράφων, για να προσδώσει εγκυρότητα σ' αυτά.
Ακολούθως, τα συμπληρωμένα με τον τρόπο αυτό έγγραφα, τα παρέδιδε στους παθόντες επενδυτές, παρουσιάζοντας αυτά ως γνήσια έγγραφα, προκειμένου να τους παραπλανήσει ότι αυτοί διενεργούσαν νόμιμες συναλλαγές και ότι δήθεν συμμετείχαν στα εκάστοτε επενδυτικά προγράμματα. Στη διαδικασία αυτή, της έκδοσης και λειτουργίας των ομολόγων, μύησε την ανωτέρω δικηγόρο Π.
Κ., ο Θ. Π., ο οποίος, εκτός από τη χορήγηση των γνησίων εγγράφων, της επεξήγησε τον τρόπο συμπλήρωσης των ομολόγων και την ενημέρωσε για τον τρόπο χρησιμοποίησης τους, ώστε να είναι σε θέση να δίνει διευκρινίσεις στους επενδυτές και να τους πείθει ότι διαχειρίζεται τα σχετικά επενδυτικά προγράμματα των άνω τραπεζών, ως έχουσα μεγάλη εμπειρία και αξιοπιστία.
Επίσης, ο Θ. Π., με την ιδιότητα του προϊσταμένου του τμήματος συναλλαγών της ΕΚΤΕ και λόγω της, κατά τα προεκτεθέντα, ενασχόλησης του με τα ομόλογα, σε ορισμένες περιπτώσεις της χορηγούσε αριθμούς γνησίων τίτλων ομολόγων εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου, τους οποίους έθετε αυτή επί των πλαστών φωτοαντιγράφων προαγοράς τίτλων και τους χορηγούσε στους παθόντες επενδυτές.
Πολλές φορές μάλιστα ο Θ. Π. παρευρισκόταν στο δικηγορικό γραφείο της Π. Κ., όπου γίνονταν οι συναντήσεις με τους ενδιαφερόμενους επενδυτές, προκειμένου να νομιμοποιήσει με την παρουσία του τις παράνομες συναλλαγές της τελευταίας, ενώ στις περιπτώσεις που δεν μπορούσαν να συναντήσουν αυτήν, επισκέπτονταν, κατόπιν προτροπής της, τον ίδιο στο κατάστημα της πλατείας Αριστοτέλους και αργότερα, μετά την προαγωγή του σε υποδιευθυντή του καταστήματος της άνω τράπεζας στην Καλαμαριά, τον συναντούσαν εκεί, αυτός δε πράγματι "εξυπηρετούσε" τους συναλλασσόμενους με την Π.
Κ. επενδυτές. Η άνω συμπεριφορά του Θ. Π. συνετέλεσε κατά τρόπο αποτελεσματικό στην ενθάρρυνση αυτής να εκτελέσει τις ως άνω παράνομες πράξεις της, αφού γνώριζε ότι οποιοδήποτε πρόβλημα εμφανιζόταν στο χώρο της τράπεζας, κατά τη χρήση των πλαστών εγγράφων που εξέδιδε, θα το αντιμετώπιζε ο ίδιος, χωρίς την ανάμειξη άλλων υπαλλήλων, οι οποίοι ενδεχομένως θα ανακάλυπταν την παράνομη δράση της.
Η άνω περιγραφόμενη παράνομη δραστηριότητα της Π. Κ. διήρκεσε με την κατά τον ως άνω τρόπο συνέργεια του Θ. Π., από τις αρχές του έτους 1991 έως και της συλλήψεως της, την 23-1-1996. Μετά από νομότυπη έρευνα που διενεργήθηκε στο γραφείο της, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν πολλά πλαστογραφημένα έντυπα, που εφέροντο ότι εκδόθηκαν από τις άνω τράπεζες, βιβλιάρια καταθέσεων, καθώς και δεκάδες πλαστές αποδείξεις προαγοράς τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, μεταξύ δε των κατασχεθέντων ήταν και ένα ασυμπλήρωτο πρωτότυπο έντυπο απόδειξης προαγοράς τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο είχε επισυναφθεί με συνδετήρα μία επαγγελματική κάρτα του δεύτερου εναγομένου, φέρουσα το ονοματεπώνυμο του και την ιδιότητά του ως υποδιευθυντή του υποκαταστήματος Καλαμαριάς της Ε.Κ.Τ.Ε., στο πίσω μέρος της οποίας υπήρχε χειρόγραφο σημείωμα απευθυνόμενο στην Π.
Κ. με το περιεχόμενο "Χρόνια Πολλά - Καλές Επιτυχίες", υποδηλώνοντας με τον πιο έκδηλο τρόπο τη συμμετοχή του στην ως άνω εγκληματική δραστηριότητα της ανωτέρω (Π. Κ.), εκτός των άλλων και με τη χορήγηση σ' αυτήν ασυμπλήρωτων πρωτότυπων έντυπων αποδείξεων προαγοράς τίτλων τον Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία κατείχε λόγω της ιδιότητάς του ως προϊσταμένου του τμήματος συναλλαγών της ΕΚΤΕ....
Μετά την αποκάλυψη της ως άνω εγκληματικής δραστηριότητας των προαναφερομένων, ασκήθηκε σε βάρος τους αλλά και κατ' άλλων προσώπων, ποινική δίωξη και με την υπ' αριθ. 940, 941, 942, 1074, 1194 και 1195/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό, η μεν Π. Κ. καταδικάσθηκε για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως των πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση, με σκοπό συνολικού οφέλους, μεγαλύτερου των 150.000 Ευρώ, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (σε βαθμό κακουργήματος) με τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950 (για τους καταχραστές του Δημοσίου) και της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, μεγαλύτερης τον ποσού των 73.000 Ευρώ κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (σε βαθμό κακουργήματος) κατ' εξακολούθηση, της επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης 15 ετών, ο δε Θ.
Π., κρίθηκε ένοχος για απλή συνέργεια στις άνω πράξεις, με την αιτιολογία ότι αυτός παρείχε υλική και ψυχική συνδρομή στην Π. Κ. πριν από την εκτέλεση των προαναφερομένων αδίκων πράξεων της, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (σε βαθμό κακουργήματος) και του επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης 11 ετών, οι δε αιτήσεις αναιρέσεως που άσκησαν αμφότεροι κατά της άνω αποφάσεως απορρίφθηκαν με την υπ' αριθ. 64/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου....
Περαιτέρω, από τη συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση όλων των αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε ότι μεταξύ των προσώπων που προσέγγισε η πρώτη εναγομένη, Π. Κ. και εκδήλωσε την απατηλή συμπεριφορά της ήταν και ο πατέρας των πρώτου, δεύτερου και τέταρτου των εναγόντων και σύζυγος της τρίτης εξ αυτών, Π.
Η.. Ειδικότερα, ο τελευταίος, που ήταν εργολάβος οικοδομών, το έτος 1992 ανέλαβε την ανέγερση συγκροτήματος με μεζονέτες σε οικόπεδο, το οποίο ανήκε στον σύζυγο της πρώτης εναγομένης, Ν. Κ., και στον Κ. Μ. (μάρτυρα αποδείξεως) κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε έκαστο. Ο Ν. Κ. έφερε σε επαφή τον Π. Η. με την πρώτη εναγομένη σύζυγο του, η οποία του συστήθηκε ως νομική σύμβουλος των τραπεζών ΕΚΤΕ και ΕΣΤΕ και ως διαχειρίστρια ενός ελκυστικού επενδυτικού προγράμματος των άνω τραπεζών και ειδικότερα ενός ειδικού επενδυτικού προγράμματος ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, πενταετούς διάρκειας, το οποίο απέφερε υψηλά κέρδη λόγω του σταθερού αφορολόγητου επιτοκίου ύψους 24%, επιδοτούμενου από την Ε.Ο.Κ.
Ο Π. Η. αρχικά αρνήθηκε να συμμετάσχει στο πρόγραμμα, καθόσον, λόγω του επαγγέλματος του είχε ανάγκη ρευστότητας χρημάτων και δεν μπορούσε να τα δεσμεύσει σε επένδυση. Ωστόσο η πρώτη εναγομένη, μετά από αρκετό χρονικό διάστημα, του τηλεφώνησε και ζήτησε να συναντηθούν, προκειμένου να τον φέρει σε επαφή με υποψήφιο πελάτη για τις κατοικίες που ανέγειρε.
Κατά τη συνάντηση τους, του παρέστησε πάλι ψευδώς την ύπαρξη του παραπάνω επωφελούς επενδυτικού προγράμματος και, κατά τρόπο φορτικό, του παρέστησε ότι ήταν μοναδική ευκαιρία να επενδύσει σ' αυτό, λόγω των ιδιαίτερα ευνοϊκών όρων του. Προκειμένου, μάλιστα, να τον πείσει, του είπε ότι οι σχετικοί τίτλοι που εκδίδονταν ήταν τρίμηνης διάρκειας, ωστόσο τον διαβεβαίωσε ότι σε περίπτωση που χρειαστεί τα χρήματα, θα μπορούσε να "σπάσει" το πρόγραμμα και να τα αναλάβει.
Επιπλέον τον διαβεβαίωσε ότι πριν τη λήξη της τρίμηνης διάρκειας του προγράμματος, θα την ειδοποιούσε αν ενδιαφερόταν να αποσύρει τα ανανεώσει την επένδυση, οπότε και στην τελευταία περίπτωση η ανανέωση θα γινόταν αυτόματα, χωρίς να χρειαστεί να μεταβεί στην τράπεζα. Τον διαβεβαίωσε επίσης ψευδώς ότι τα χρηματικά ποσά που θα της παρέδιδε, εάν αποφάσιζε τελικά να συμμετάσχει στο πρόγραμμα, θα τα κατέθετε για λογαριασμό του στις ανωτέρω τράπεζες, οι οποίες και θα εξέδιδαν στο όνομα αυτού τους αντίστοιχους τίτλους.
Μάλιστα, για να ενισχύσει την αληθοφάνεια των ισχυρισμών της και την πεποίθηση ότι έχει σχέσεις απόλυτης εμπιστοσύνης και με την ΕΣΤΕ και με την ΕΚΤΕ, πρότεινε στον Π. Η. να μεταβεί στο κατάστημα της ΕΚΤΕ στην Καλαμαριά, προκειμένου να γνωρίσει προσωπικά τον υποδιευθυντή, εννοώντας προφανώς τον δεύτερο εναγόμενο, Θ.
Π., ο οποίος είχε ήδη μετατεθεί στο εν λόγω υποκατάστημα ως υποδιευθυντής. Κατόπιν τούτου, ο Π. Η., πεισθείς από τις διαβεβαιώσεις της πρώτης εναγομένης, συναντήθηκε μ' αυτήν στο γραφείο της και την ενημέρωσε ότι μπορεί να διαθέσει ορισμένα χρήματα για την επένδυση, καθώς και ότι διαθέτει και ομόλογα, που του παρείχαν μικρότερη απόδοση απ' ό,τι το προτεινόμενο από την πρώτη εναγομένη πρόγραμμα, ως προς τα οποία η τελευταία τον έπεισε ότι μπορούσε η τράπεζα να τα ρευστοποιήσει, επενδύοντας και την αξία αυτών στο πρόγραμμα, καθόσον υπήρχαν επενδυτές, οι οποίοι ενδιαφέρονταν να τα αναλάβουν και να τα χρησιμοποιήσουν αντί ενεχύρου.
Κατόπιν τούτου, ο ανωτέρω υποψήφιος επενδυτής, πεισθείς από τις διαβεβαιώσεις της πρώτης εναγομένης, προγραμμάτισε συνάντηση μαζί της τον Σεπτέμβριο του 1995 στο γραφείο που αυτή διατηρούσε εντός του καταστήματος της ΕΣΤΕ, όπου, ενεργώντας για τον εαυτό του και για λογαριασμό των υιών του, πρώτου και δεύτερου των εναγόντων, της παρέδωσε για πρώτη φορά μετρητά, συνολικού ποσού 29.000.000 δραχμών (ήδη 85.106,38 €), τα οποία ανήκαν κατ' ισομοιρία και στους τρεις, προκειμένου η πρώτη εναγομένη να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για τη συμμετοχή τους στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα και την έκδοση στο όνομα τους των σχετικών τίτλων - στεγαστικών ομολόγων.
Μάλιστα η πρώτη εναγομένη, αφού παρέλαβε από τον Π. Η. τα χρήματα και τα ομόλογα, σηκώθηκε από το γραφείο της και μετέβη στο ταμείο της τράπεζας, προκειμένου να τον εξυπηρετήσει κατά προτεραιότητα παρακάμπτοντας τη σειρά των πελατών. Προς απόδειξη δε των συναλλαγών τους, η πρώτη εναγομένη του παρέδωσε το προσκομιζόμενο με επίκληση από τους ενάγοντες, γραμμάτιο είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με ημερομηνία 20-9-1995, το οττοίο έφερε σφραγίδες της ΕΣΤΕ και υπογραφή δυσανάγνωστη φερόμενου υπαλλήλου της, επί του οποίου αναγράφονται τα στοιχεία του Π.
Η. και των πρώτου και δεύτερου των εναγόντων, ως δικαιούχων, για ποσό πίστωσης 29.000.000 δραχμών, καθώς και ότι αφορά 29 στεγαστικά ομόλογα τρίμηνης προθεσμίας από, μεταβίβαση αρχικού δικαιούχου κοινού λογαριασμού με λήξη 20-12-1995 επενδυτικού προγράμματος και στην ένδειξη "ΛΟΡΑΡΙΑΣΜΟΣ" ανέγραφε τους αριθμούς …-….
και …-…. Επίσης ανέγραφε εκτός των άλλων και αυτολεξεί: "Επενδυτικό πρόγραμμα 1990. Η τράπεζα εγγυάται τη φύλαξη για το διάστημα του τριμήνου. Τόκος προεισπράχθη. Απόδοση 20-12-1995 (24% αφορολ.) έως 30-12-1995. Δικαίωμα ανανέωσης κατόπιν ειδικής εντολής". Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο Π. Η. παρέδωσε αργότερα στην πρώτη εναγομένη επιπλέον το ποσό των 20.000.000 δραχμών, προκειμένου πρόγραμμα, να επενδυθεί στο ίδιο ωστόσο, το ποσό αυτό πολύ σύντομα ανέλαβε σταδιακά, καθόσον το χρειαζόταν για την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας ως εργολάβους.
Εξάλλου, ο Π. Η. και τα τέκνα του (πρώτος και δεύτερος των εναγόντων), κατά τη λήξη του προγράμματος, στις 20-12-1995, δεν ανέλαβαν το παραπάνω χρηματικό ποσό των 29.000.000. δραχμών, κατόπιν ειδοποίησης της πρώτης εναγομένης για την ανανέωση του, εν συνεχεία δε, δεν πρόλαβαν να λάβουν στα χέρια τους νέο παραστατικό για την ανανέωση, ούτε να προβούν σε ρευστοποίηση, αφού αποκαλύφθηκε η παράνομη δράση των δύο πρώτων εναγομένων.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ως άνω γραμμάτιο είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, το οποίο, υπό τις προπεριγραφόμενες συνθήκες και περιστάσεις παρέδωσε η πρώτη εναγομένη, στον Π. Η., ήταν πλαστογραφημένο, δεδομένου ότι δεν είχε εκδοθεί ούτε από την αναγραφόμενη στην αρχή αυτού, εναγομένη, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ούτε από την ΕΣΤΕ, της οποίας υπάρχουν τέσσερις σφραγίδες επ' αυτού, εκ των οποίων οι τρεις φέρουν και υπογραφές του δήθεν υπαλλήλου της και το περιεχόμενο αυτού ουδόλως ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, αλλά αποτελούσε φωτοαντίγραφο γνήσιου εγγράφου, που είχε χορηγήσει ο δεύτερος εναγόμενος, Θ.
Π., υπάλληλος της ΕΚΤΕ, στα πλαίσια της προλεχθείσας συνδρομής του στην ως άνω παράνομη δραστηριότητα της, γνωρίζοντας ότι η πρώτη εναγόμενη χρησιμοποιώντας προδήλως την τεχνογνωσία που απεκόμισε_από την, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, συνεργασία τους, επρόκειτο να το χρησιμοποιήσει για την εξαπάτηση των ενδιαφερομένων επενδυτών και ενισχύοντας έτσι την απόφαση της να συνεχίσει να ιδιοποιείται παρανόμως χρήματα, επί του οποίου η τελευταία είχε θέσει τις σφραγίδες της ΕΣΤΕ και υπογραφές δήθεν υπαλλήλων, ώστε να μη δημιουργείται στον Π.
Η., στο πρόσωπο του οποίου άλλωστε, ως αντιπροσώπου και των πρώτου και δευτέρου ενάγοντων, κρίνεται, κατ' άρθρο 214 ΑΚ, η συνδρομή των στοιχείων της εξαπάτησης από τους δυο πρώτους εναγομένους καμία αμφιβολία για τη γνησιότητα του. Συνεπεία της τελέσεως των ως άνω αξιοποίνων πράξεων της απάτης και της πλαστογραφίας από την Π.
Κ. και της συνέργειας σ' αυτές, με τον προπεριγραφόμενο τρόπο του Θ. Π., οι οποίες συνιστούν και αδικοπραξία, κατά την έννοια του νόμου (άρθρα 914 ΑΚ, 47 παρ. 1, 386 και 216 ΠΚ), η Π. Κ. δεν κατέθεσε τα ανωτέρω ποσά που εισέπραξε, συνολικού ποσού 29.000.000 δραχμών, στην τράπεζα ΕΣΤΕ στο όνομα των φερόμενων ως δικαιούχων, αλλά τα ιδιοποιήθηκε αποκομίζοντας ισόποσο παράνομο όφελος σε βάρος της περιουσίας τους, όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Η προαναφερομένη ζημιογόνος αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος από την τράπεζα ΕΚΤΕ Θ. Π. έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν από την εν λόγω τράπεζα υπηρεσίας και επομένως, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η ως άνω τράπεζα (ΕΚΤΕ) είχε αντικειμενική ευθύνη ως προστήσασα, και ήδη η εναγομένη Τράπεζα ως καθολική διάδοχός υπαλλήλου της τράπεζας, ο οποίος ως προεκτέθηκε συμμετείχε ποικιλοτρόπως στις ως άνω αξιόποινες πράξεις για την αποτελεσματικότητα τούτων.
Επίσης, η αδικοπραξία αυτού, τελεί σε αιτιώδη εσωτερική σχέση με την ανατεθείσα σ' αυτόν από την προστήσασα υπηρεσία, με την έννοια ότι η ζημιογόνος αδικοπρακτική συμπεριφορά τον προστηθέντος δεν ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς τη συνδέουσα αυτόν και την προστήσασα σχέση πρόστησης, καθόσον αποκλειστικά και μόνον λόγω της ιδιότητάς του ως υπαλλήλου της ως άνω τράπεζας και της υπηρεσιακής του απασχόλησης με τα ομόλογα, συνέδραμε στην υλοποίηση του προαναφερόμενου εγκληματικού σχεδίου της Π.
Κ., με τη ψυχική συνδρομή και ενθάρρυνση, με τη βοήθειά του σ' αυτήν παρέχοντας τη γνώση και τη μύησή της στη διαδικασία έκδοσης και λειτουργίας των ομολόγων, με τη χορήγηση εντύπων ομολόγων της τράπεζας και γνησίων κωδικών τούτων. Άλλωστε η ποικιλότροπη συνδρομή του Θ. Π. προς την Π. Κ. στις συναλλαγές της με τους παθόντες διαπιστώθηκε και από τους επιθεωρητές της Κτηματικής Τράπεζας, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προεκτεθείσα από 27-3-1996 έκθεσή των.
Συνακόλουθα τούτων, και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, εφόσον αποδείχθηκε ότι ο ως άνω Θ., Π. προστηθείς υπάλληλος της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη τράπεζα, προκάλεσε ζημία από την προπαρατιθέμενη αδικοπρακτική του συμπεριφορά στους Π.
Η. και στους δύο πρώτους ενάγοντες, η εναγομένη τραπεζική εταιρεία ως υποκαθιστάμενη στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της άνω προστήσασας τράπεζας καθώς και ο ανωτέρω προστηθείς Θ. Π. υποχρεούνται, εις ολόκληρον ο καθένας, να αποκαταστήσουν την περιουσιακή ζημία (θετική και αποθετική) και την ηθική βλάβη των ως άνω παθόντων, εφόσον, ως αποδείχθηκε οι προαναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες πράξεις του προστηθέντος έγιναν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, έστω και καθ' υπέρβαση ή κατά κατάχρηση της εξουσίας του, ήτοι εφόσον μεταξύ της πράξεως και των ανατεθειμένων καθηκόντων υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος, γεγονός που συντρέχει, όταν τα καθήκοντα αποτελούν το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση της πράξεως ή (και) όταν η πράξη εμπίπτει στους τυπικούς κινδύνους που ενυπάρχουν στη δραστηριότητα του οργάνου, όπως συμβαίνει και εν προκειμένω...Συνεπεία δε της προπεριγραφόμενης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των δύο πρώτων εναγομένων, ο Π.
Η. και οι υπ' αυτού αντιπροσωπευόμενοι υιοί του, ήτοι ο πρώτος και ο δεύτερος εκ των εναγόντων, υπέστησαν θετική ζημία συνιστάμενη στην απώλεια των χρημάτων που κατέβαλαν από κοινού και κατά ίσα, μέρη στην πρώτη εναγομένη, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 29.000.000 δραχμών, ήδη 85.106,38 € (και κατά στρογγυλοποίηση 85.106 Ε) ήτοι η θετική ζημία εκάστου ανέρχεται σε 28.368,67 € (85.106 €:3=28.368,67 €).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, αν δεν είχαν καταβάλει το πιο πάνω χρηματικό ποσό στην πρώτη εναγομένη, θα το χρησιμοποιούσαν για την αγορά εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, ετήσιας διάρκειας μετά τη λήξη εκάστου των οποίων θα κεφαλαιοποιούσαν τους τόκους και θα προέβαιναν σε νέα αγορά με την ανανέωση τους, αποκομίζοντας με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων κέρδος από τους τόκους που θα απέφερε το εκάστοτε σχηματιζόμενο κεφάλαιο.
Στη κρίση αυτή οδηγείται το Δικαστήριο τούτο από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως που δεν αναιρείται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο και τουναντίον ενισχύεται και εκ του ότι, ο ανωτέρω, Π. Η., είχε ήδη επενδύσει και στο παρελθόν χρήματα σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου...".
Ακολούθως, το Εφετείο, εκτελώντας τις αναγκαίες μαθηματικές πράξεις για την εξεύρεση της ζημίας των αναιρεσίβλητων, συνιστάμενης αφενός στη θετική ζημία, αφετέρου στην αποθετική, συνιστάμενη στο ποσό των τόκων που θα απέδιδε το χρηματικό ποσό που είχαν παραδώσει στην Π. Κ., εάν τοποθετούσαν τούτο σε Έντοκα Γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, με χρόνο έναρξης από 20-09-1995 για το ποσό των 29.000.000 δρχ.
προσδιόρισε την εκ της αιτίας αυτής επιμέρους ζημία κάθε αναιρεσίβλητου σε 20.510,00 ευρώ, όπως είχε κρίνει και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι "...από την προσήκουσα αξιολόγηση των ως άνω αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκε ότι, ο Π. Η. συναλλάχθηκε με την πρώτη εναγομένη, έχοντας πλήρη πεποίθηση ότι διενεργεί νόμιμες τραπεζικές συναλλαγές με την ΕΣΤΕ καθώς είχε στα χέρια του έντυπα με τη δική της σφραγίδα και υπογραφές φερόμενων υπαλλήλων της.
Την πλαστότητα των εγγράφων αυτών δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσει ο ίδιος, καθώς δεν ήταν εμφανής σε κάποιον τρίτο μη ειδικό, όπως και δεν την αντιλήφθηκε μεγάλος αριθμός άλλων παθόντων από τη δράση της πρώτης εναγομένης. Μάλιστα, στα προαναφερόμενα έγγραφα η πρώτη εναγομένη είχε φροντίσει να περιλάβει τους όρους της επένδυσης με χρήση τραπεζικής ορολογίας, πού είχε κατά τα προαναφερόμενα πληροφορηθεί από τον δεύτερο εναγόμενο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ορισμένοι από αυτούς δεν ήταν σαφείς και σε κάποιον ειδικό θα προκαλούσαν εύλογες απορίες.
Εξάλλου, η συναλλαγή κατά την οποία ο Π. Η. παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη το προαναφερόμενο ποσό των 29.000.000 δραχμών έλαβε χώρα μέσα στο κατάστημα της ΕΣΤΕ, όπου η τελευταία κινούνταν με ιδιαίτερη άνεση, έχαιρε της άμεσης εξυπηρέτησης των υπαλλήλων, έχοντας τη δυνατότητα να παρακάμπτει την προτεραιότητα άλλων πελατών του καταστήματος προκειμένου να εξυπηρετήσει δικούς της πελάτες, διαθέτοντας μάλιστα και προσωπικό γραφείο, στο οποίο τούς δεχόταν.
Το γεγονός δε αυτό αρκούσε για να μην του δημιουργηθεί καμία υποψία για τη νομιμότητα τής συναλλαγής του. Ας επισημανθεί δε ότι ο μάρτυρας αποδείξεως, που ως κατέθεσε εξαπατήθηκε και ο ίδιος από τον Π. Κ., έχοντας ιδίαν αντίληψη περί, του τρόπου αντιμετωπίσεως της τελευταίας υπό των υπαλλήλων της τράπεζας κατέθεσε αυτολεξεί: "...Έμπαινε στην τράπεζα και μόνο που έμπαινε, όλοι στεκόταν...Όχι απλώς μόνο άνεση κινήσεων, αλλά και που έμπαινε στην τράπεζα η Κ., ήταν κατά κάποιο τρόπο σαν να έμπαινε ένα υψηλόβαθμο στέλεχος.".
Περαιτέρω, ούτε και η αυξημένη απόδοση του επιδίκων ομολόγων (24% ετησίως) μπορούσε να κλονίσει την πίστη τον Π. Η. ως προς το νόμιμο των ανωτέρω συναλλαγών, αφού το επιτόκιο αυτό δεν είχε μεγάλη απόκλιση από τα επιτόκια άλλων τραπεζικών προϊόντων κατά το χρονικό εκείνο διάστημα, όπως των ομολόγων της ΕΚΤΕ έκδοσης Ιουλίου 1994, που ανέρχονταν σε 21,50%.
Όλα τα ανωτέρω προσέδιδαν αληθοφάνεια στις παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της πρώτης εναγομένης, με συνέπεια ο Π. Η. να πιστεύει δικαιολογημένα, ότι, μέσω αυτής, συναλλάσσεται νόμιμα με την ΕΣΤΕ. Εξάλλου, η επί του ως άνω επίμαχου γραμματίου είσπραξης αναγραφή της επωνυμίας της εκκαλούσας - εναγομένης "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", δεν αρκεί από μόνη της να προκαλέσει υποψίες σε οποιοδήποτε τρίτο συναλλασσόμενο επενδυτή που δεν είχε εξειδικευμένες γνώσεις σε παρόμοια τραπεζικά επενδυτικά προγράμματα, όπως ήταν ο ανωτέρω, ενόψει του ότι επί του ως άνω επίμαχου γραμματίου είσπραξης, υπήρχαν εντός του κειμένου του δύο σφραγίδες της ΕΣΤΕ, η μία εκ των οποίων έφερε και σχετική υπογραφή εμφαίνουσα ως τεθείσα από υπάλληλό της και στο τέλος τον κειμένου της και κάτω από την ένδειξη "ΕΛΕΓΧΘΗΚΕ 0 ΑΡΙΘΜΟΣ ΤΟΥ ΛΟΓ/ΣΜΟΥ (υπογραφή)" υπήρχαν δύο σφραγίδες της ΕΣΤΕ και επ' αυτών υπογραφή εμφαίνουσα ως τεθείσα από υπάλληλό της καθώς και του ότι οι προαναφερόμενες τράπεζες (ΕΣΤΕ και ΕΚΤΕ), κατά τον επίδικο χρόνο, είχαν δημιουργήσει στο καταναλωτικό κοινό την εντύπωση ότι είχαν το ίδιο λογισμικό και κοινό πελατολόγιο και λειτουργούσαν ως θυγατρικές της εκκαλούσας - εναγομένης Εθνικής Τράπεζας και τελούσαν υπό την αιγίδα της, στην οποία άλλωστε εν τέλει αμφότερες συγχωνεύτηκαν.
Τα ανωτέρω προκύπτουν αβίαστα από τη σαφή και πειστική κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, η οποία όχι μόνον δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως, Θ. Π., αλλά αντίθετα ενισχύεται απ' αυτήν. Συγκεκριμένα ο μεν μάρτυρας αποδείξεως κατέθεσε αυτολεξεί: "Υπήρχαν και ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗΣ υπήρχαν και ΕΘΝΙΚΗΣ λογότνπα και ο λόγος ήταν τότε, η ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ και η ΕΘΝΙΚΗ τότε είχε το ίδιο λογιστικό λέγεται δεν ξέρω.
Είχε το ίδιο λογισμικό, επομένως εγώ μπορούσα να έχω ένα βιβλιάριο της ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗΣ τράπεζας και να πάω στην ΕΘΝΙΚΗ και να κάνω συναλλαγή και το αντίθετο, διότι χρησιμοποιούσαν το ίδιο Είχαν το ίδιο λογισμικό, ήταν κάτι το κοινό..... θα το πούμε θυγατρική..", ο δε μάρτυρας ανταποδείξεως, που ως κατέθεσε "Είμαι υπάλληλος της Εθνικής και υπάλληλος της πρώην Κτηματικής....επιθεωρητής στην Κτηματική" ενίσχυσε την άνω κατάθεση καταθέτοντας ότι εναγομένη τράπεζα ήταν μεγαλομέτοχος των ΕΣΤΕ και ΕΚΤΕ και τα κέρδη των τραπεζών αυτών πήγαιναν κατευθείαν στην εναγομένη τράπεζα και ότι για ένα διάστημα η ΕΣΤΕ και η εναγόμενη τράπεζα χρησιμοποιούσαν τα ίδια έντυπα και οι υπάλληλοι της μίας τράπεζας μπορούσαν να αποσπασθούν στην άλλη.
Ανεξαρτήτως όμως τούτου, ο Π. Η. προβαίνοντας σε τραπεζική συναλλαγή με την πρώτη εναγομένη, δικηγόρο, εντός τον ως άνω καταστήματος της ΕΣΤΕ, παρουσία των λοιπών υπαλλήλων, δεν μπορούσε να υποψιασθεί ότι πρόκειται για μη νόμιμη τραπεζική συναλλαγή και ότι θα μπορούσε να εξαπατηθεί από υπαλλήλους και συνεργάτες της εν λόγω τράπεζας, αφού παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη το ως άνω χρηματικό ποσό, και η τελευταία αμέσως και παρουσία των υπαλλήλων της τράπεζας το κατέθεσε στο ταμείο αυτής και τον χορήγησε το επίμαχο γραμμάτιο είσπραξης, στο οποίο υπήρχαν τέσσερις σφραγίδες της ΕΣΤΕ και υπογραφές των υπαλλήλων της και επ' αυτού έθεσε και ο ίδιος (Π.
Η.) την υπογραφή του κάτω από την ένδειξη "Ο ΚΑΤΑΘΕΤΗΣ", όπως γίνεται σε νόμιμη τραπεζική συναλλαγή. Επομένως, ο πρωτοδίκως υποβληθείς και επαναφερόμενος με τον έκτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως ισχυρισμός της εκκαλούσας-εναγομένης τράπεζας ότι ο Π. Η. συνέτεινε από αμέλειά του κατά ποσοστό 99% (κρινόμενη αυτή, κατ' άρθρο 214 ΑΚ στο πρόσωπό του που συναλλάχθηκε όχι μόνον στο όνομά του και για λογαριασμό του αλλά και ως άμεσος αντιπρόσωπος των δύο πρώτων εναγόντων υιών του στην εξαπάτησή του και εξ αυτής στην πρόκληση και στην έκταση της ζημίας των, ελέγχεται κατ' ουσία αβάσιμος και επομένως είναι απορριπτέα η περί συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας ένσταση της, με δικονομική συνέπεια να είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο περί τον αντιθέτου έκτος λόγος της εφέσεως της εναγομένης τράπεζας.
Με βάση λοιπόν τις προαναφερόμενες παραδοχές, η συνολική περιουσιακή ζημία, θετική και αποθετική, καθενός εκ των Π. Η. και πρώτου και δεύτερου των εναγόντων ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 48.878,67 ευρώ.... Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο ανωτέρω, Π. Η., πατέρας των πρώτου, δεύτερου και τέταρτου των εναγόντων και σύζυγος της τρίτης ενάγουσας, απεβίωσε στις 20-6-2009, χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τους ενάγοντες, οι οποίοι επομένως υπεισήλθαν στην κληρονομιά κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος....
Ήδη ο ως άνω αποβιώσας είχε εγείρει την υπ' αρθμ. καταθέσεως 7928/2002 αγωγή του από κοινού με τους δύο πρώτους ενάγοντες και με άλλους παθόντες, μη διαδίκους στην παρούσα δίκη, (για την οποία θα γίνει ειδικότερα αναφορά παρακάτω) διώκοντας με το επικουρικό του αίτημα το ως άνω ποσό ως αποζημίωση για αποκατάσταση της ως άνω ζημίας του.
Επομένως το ως άνω ποσό των 48.878,67 ευρώ, δικαιούνται να αξιώσουν οι ενάγοντες, κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, ήτοι δικαιούνται έκαστος το ποσό των 12.219,66 ευρώ (48.878.67 : 4 ). Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι τόσο οι δύο πρώτοι ενάγοντες όσο και ο πατέρας αυτών, Π.
Η., λόγω της σε βάρος τους τελεσθείσας αδικοπραξίας από τον προστηθέντα υπάλληλο της εναγομένης Τράπεζας και της συνεπεία αυτής απώλεια του ποσού των 29.000.000 δραχμών (ήδη 85.106 Ευρώ) υπέστησαν λόγω της στεναχώριας των και ηθική βλάβη, της ψυχικής των ταλαιπωρίας εξαιτίας και της εμπλοκής των στους δικαστικούς αγώνες και δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης.
Ενόψει των προαναφερόμενων συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η επίμαχη αδικοπραξία, του ύψους της ζημίας των, του βαθμού του πταίσματος και τον απατηλού σχεδίου στο οποίο μετήλθε ο προστηθείς υπάλληλος της εναγομένης Τράπεζας, την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας των ιδίων καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, η χρηματική των ικανοποίηση αποτιμάται στο εύλογο ποσό των 2.000 Ευρώ για τον καθένα.
Το ποσό αυτό, μετά στάθμιση των ως άνω κατά νόμο στοιχείων, σύμφωνα και με τους κανόνες της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής, κρίνεται εύλογο (άρθρο 932 ΑΚ)....Επομένως, και με την επισήμανση ότι ο αποβιώσας Π. Η., με την υπ' αριθμ. καταθ. 7928/2002 αγωγή του είχε αξιώσει το ως άνω ποσό ως χρηματική ικανοποίηση για την προκληθείσα σ' αυτόν ηθική βλάβη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου της εναγομένης τράπεζας, και έτσι κατ' άρθρο 933 εδαφ.
β' του ΑΚ, η ανωτέρω αξίωση του άρθρου 932 ΑΚ κληρονομήθηκε κατ' ισομοιρίαν στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του ενάγοντες, έκαστος τούτων δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 500,00 ευρώ...για την ηθική βλάβη που υπέστη ο προαναφερόμενος κληρονομούμενος από την σε βάρος του προπεριγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά, ενώ οι δύο πρώτοι των εναγόντων δικαιούνται επιπλέον και το ποσό των 2.000 € έκαστος ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν και οι ίδιοι από την εν λόγω αδικοπρακτική συμπεριφορά και υπόχρεη για την καταβολή τούτων, όπως προελέχθη, τυγχάνει πλην του προστηθέντος Θ.
Π. και η εκκαλούσα - εναγόμενη τραπεζική εταιρεία, η οποία ευθύνεται ως καθολική διάδοχος της προστήσασας τον δεύτερο εναγόμενο, Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος, καθόσον, όπως αναλυτικά προαναφέρθηκε, ο ανωτέρω προστηθείς ενήργησε εξ αφορμής και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την ανωτέρω τράπεζα και αντίθετα προς τις εντολές της ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των υπηρεσιακών του καθηκόντων...".
Με τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ως, εν μέρει, κατ' ουσίαν βάσιμη, την ένδικη αγωγή, κατά το επικουρικό της αίτημα, που είχε μεταβιβασθεί σ' αυτό με την ένδικη έφεση και ότι πρέπει να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη-εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία οφείλει να καταβάλει: α) σε έκαστο εκ των δύο πρώτων εναγόντων, για την περιουσιακή του ζημία (θετική και αποθετική) το ποσό των 48.878,67 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής των βλάβης το ποσό των 2.000 € και με την ιδιότητα των κληρονόμων του αποβιώσαντος πατέρα τούς, Π.
Η., 12.719,66 ευρώ, απορρίπτοντας τους περί του αντιθέτου, πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο λόγους της ένδικης έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας. Δέχθηκε, δηλαδή, το Εφετείο, με τα προαναφερθέντα ότι: 1) Ο Θ. Π., ήταν υπάλληλος της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας, με την οποία συνδέονταν με εργασιακή σχέση και συνεπώς με σχέση πρόστησης. 2) Ο ανωτέρω υπάλληλος, παρέδωσε στην Π.
Κ. γνήσια έντυπα με τίτλο "Γραμμάτιο Εισπράξεως", εκδόσεως της ήδη αναιρεσείουσας Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, τα οποία αφορούσαν στεγαστικό ομόλογο κοινού λογαριασμού, τρίμηνης διάρκειας, καθώς και γνήσιους αριθμούς ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου. 3) Η Π. Κ., είχε εκδώσει φωτοτυπικά αντίγραφα των άνω εντύπων του γραμματίου και είχε συμπληρώσει αυτά με το ανωτέρω καταβληθέν από τους αναιρεσίβλητους ποσό, είχε αναγράψει σ' αυτά γνήσιους κωδικούς αριθμούς ομολόγων και παρέδωσε στους αναιρεσίβλητους κάθε φορά ένα αντίγραφο αυτών, εδραιώνοντας την πεποίθηση ότι διενεργούνται νόμιμες τραπεζικές συναλλαγές με την Εθνική Στεγαστική Τράπεζα της Ελλάδος, εντός του καταστήματος της οποίας γινόταν η συναλλαγή με τον Π.
Η.. Και, 4) ο προαναφερθείς προστηθείς της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας γνώριζε ότι τα ως άνω γραμμάτια είσπραξης και οι κωδικοί αριθμοί ομολόγων θα χρησιμοποιηθούν από την Π. Κ. για την εξαπάτηση των χρημάτων υποψήφιων επενδυτών που θα ανεύρισκε και την υπεξαίρεση των χρημάτων που θα της παρέδιδαν, καθώς και στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι θα χρησιμοποιούνταν κατά την εκτέλεση του σχεδίου της αυτού σε βάρος των αναιρεσίβλητων και αυτός σχημάτισε την κρίση ότι παρείχε με τις πράξεις του αυτές άμεση συνδρομή πριν και κατά την εκτέλεση των αξιόποινων πράξεων της απάτης και πλαστογραφίας, συμμετέχοντας με τον τρόπο αυτό στην πρόκληση της ζημίας των αναιρεσίβλητων.
Με βάση αυτά, το Εφετείο, κατέληξε στο πόρισμα της αντικειμενικής ευθύνης της αναιρεσείουσας Τράπεζας, ως καθολικής διαδόχου της προστήσασας τον ανωτέρω αδικοπραγήσαντα υπάλληλο Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας, για την αποκατάσταση της ζημίας των αναιρεσίβλητων, δεχόμενο ότι ο ως άνω προστηθείς υπάλληλος της ήδη αναιρεσείουσας ενήργησε επ' ευκαιρία της ιδιότητάς του ως υπαλλήλου, ασχολούμενου με τις συναλλαγές και αντίθετα προς της εντολές της προστήσασας Τράπεζας ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, καθώς και ότι μεταξύ της τελεσθείσας, σε βάρος των αναιρεσίβλητων, από την Π.
Κ. απάτης και πλαστογραφίας και της συνεπεία αυτών ιδιοποίησης των χρημάτων αυτών, της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος υπαλλήλου και της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την Τράπεζα, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, "αφού η απάτη και η πλαστογραφία και η συνεπεία αυτών υπεξαίρεση σε βάρος των εναγόντων από την Π.
Κ. δεν θα μπορούσαν να γίνουν χωρίς τη συνέργεια του Θ. Π., ως "προστηθέντος" της Τράπεζας. Έτσι, όμως, το Εφετείο, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 914, 922 του ΑΚ, ως προς την έννοια της πρόστησης, προσδίδοντας σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει. Ειδικότερα, από τις προαναφερθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, δεν προκύπτει σύνδεση του Θ.
Π. με τα παραδοθέντα στην Π. Κ. γραμμάτια είσπραξης και κωδικούς αριθμούς ομολόγων, τα οποία ανήκαν σε άλλη Τράπεζα και όχι στην προστήσασα, επ' ευκαιρία της υπαλληλικής του ιδιότητας ως προστηθέντος της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας, αφού η κατοχή τους προϋποθέτει πρόσβαση λόγω της ιδιότητάς του αυτής σε έντυπα άλλης τράπεζας.
Δεν αναφέρεται ότι αυτά είχαν περιέλθει στην κατοχή του εξαιτίας, ακριβώς, της ειδικής σχέσης του με την προστήσασα Τράπεζα, ή ως μέσα και με ευκαιρία των υπηρεσιακών του καθηκόντων, είτε από το υπηρεσιακό πεδίο δράσης των καθηκόντων του ιδίου ανεξάρτητα από τη χρησιμοποίησή τους για άλλο σκοπό από εκείνο για τον οποίο βρέθηκαν στην κατοχή του είτε άλλων υπηρεσιών της Τράπεζας, ενόψει και της έλλειψης παραδοχής ότι η συγκεκριμένη Τράπεζα είχε συμμετοχή στο επενδυτικό πρόγραμμα.
Τούτο διότι, για την εφαρμογή του άρθρου 922 ΑΚ, ενδιαφέρει η εσωτερική συνάφεια να υφίσταται μεταξύ της αδικοπραξίας του προστηθέντος και της υπηρεσίας του, δηλαδή η ζημιογόνα πράξη που αποδίδεται στον προστηθέντα Θ. Π. στη συγκεκριμένη περίπτωση να μη μπορούσε να τελεστεί χωρίς τη σχέση της πρόστησης και όχι αν η απάτη και η πλαστογραφία και η συνεπεία αυτών υπεξαίρεση των χρημάτων των αναιρεσίβλητων από την Π.
Κ., μπορούσε να γίνει χωρίς τη συνέργεια του προαναφερθέντος, περί της οποίας εκφέρει κρίση η προσβαλλόμενη. Το τελευταίο αφορά μόνο τη συμμετοχή του αδικοπραγήσαντος υπαλλήλου στις αξιόποινες πράξεις της Π. Κ. και τη θεμελίωση τέλεσης από αυτόν αδικοπραξίας σε βάρος των αναιρεσίβλητων και δικής του ευθύνης για αποζημίωση και όχι τη σχέση πρόστησης και την αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος.
Ούτε συνδέεται η διαπιστωθείσα αδικοπρακτική, με τη μορφή της άμεσης συνέργειας, δραστηριότητα του προστηθέντος Θ. Π. με διεκπεραίωση υποθέσεως, που του ανατέθηκε από την προστήσασα Τράπεζα, καθώς και η αδικοπρακτική δραστηριότητά του με τις συνηθισμένες ή χαρακτηριστικές υπηρεσίες της προστήσασας αυτόν Τράπεζας και, ακόμη, δεν υπάρχει παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος βρίσκεται σε χρονικό και τοπικό σύνδεσμο με την ανατεθειμένη σ' αυτόν υπηρεσία.
Εξάλλου, ως προς την απόρριψη της προβληθείσας νόμιμα από την αναιρεσείουσα εκ του άρθρου 300 ΑΚ ένστασης, ότι οι αναιρεσίβλητοι με την εκτιθέμενη αμελή συμπεριφορά τους, που θεμελιώνεται σε περισσότερα πραγματικά περιστατικά, συντέλεσαν στην πρόκληση της ζημίας τους, η προσβαλλόμενη, δέχεται ότι ο Π.
Η., που ενεργούσε στο όνομά του και για λογαριασμό του, αλλά και ως άμεσος αντιπρόσωπος των υιών του (πρώτου κ' δεύτερου των αναιρεσίβλητων προέβη στις περιγραφόμενες συναλλαγές με την Π. Κ. έχοντας πλήρη την πεποίθηση ότι διενεργούνται νόμιμες τραπεζικές συναλλαγές με την Εθνική Στεγαστική Τράπεζα, στην εδραίωση δε της πεποίθησής του αυτής συνέβαλε το γεγονός της πραγματοποίησης της πρώτης συνάντησής του και παράδοσης των χρημάτων εντός του καταστήματος της Τράπεζας, ενώπιον όλων των υπαλλήλων της, χωρίς προσπάθεια αυτής να αποκρύψει κάτι καθώς και στο ότι του χορήγησε τα προαναφερόμενα γραμμάτια είσπραξης που έφεραν σφραγίδες της Τράπεζας και υπογραφές υπαλλήλων της.
Έκρινε, δε, ότι αυτά τα γεγονότα ήταν ικανά να παραπλανήσουν "...οποιοδήποτε τρίτο συναλλασσόμενο-επενδυτή που δεν είχε εξειδικευμένες γνώσεις σε παρόμοια τραπεζικά προγράμματα, όπως ο ανωτέρω" και όχι ένα μέσο συνετό και ευσυνείδητο άνθρωπο του προσδιορισθέντος ως άνω κύκλου της δραστηριότητας του. Έτσι, απαίτησε να έχει ο μέσος συναλλασσόμενος ειδικές γνώσεις, κριτήριο που δεν αξιώνεται κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ, όπως αυτή εκτέθηκε ανωτέρω.
Δεν έκρινε, δε, το Εφετείο, τη συνδρομή ή μη αμέλειας των ζημιωθέντων, η οποία να συνέβαλε στη ζημία τους, αξιώνοντας την επίδειξη συμπεριφοράς του μέσου συνετού και ευσυνείδητου ανθρώπου του κύκλου της δραστηριότητας τούτων και περαιτέρω αξιολογώντας προς τούτο τα όσα δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και προταθέντα από την αναιρεσείουσα για τη στήριξή της σχετικής ένστασής της πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα ότι ο Π.
Η., ως εκ του επαγγέλματός του ως εργολάβος οικοδομών γνώστης της αγοράς και των νόμιμων τραπεζικών εργασιών, ότι παρά ταύτα παρέδωσε τα χρήματα για την επένδυση στην Π. Κ., εκτός κάθε τραπεζικής διαδικασίας, ενώ γνώριζε ότι οι συναλλαγές αυτές γίνονται μόνο στο ταμείο της τράπεζας, ότι τους προκατέβαλε η ανωτέρω τόκους τριμήνου, ενσωματώνοντας αυτούς στο γραμμάτιο είσπραξης, χωρίς να έχει παρέλθει το διάστημα της επένδυσης, πράγμα που δεν στηρίζεται σε τραπεζική διαδικασία, αλλά και αντίκειται στην κοινή λογική και ότι, επιπλέον, μπορούσαν, ανά πάσα στιγμή, να αναλάβουν "σπάσουν" το ποσό που είχαν επενδύσει και ότι δεν υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο σχετικό με την επένδυση, κρίνοντας αν αυτά είναι βάσιμα και αποτελούν συμπεριφορά των αναιρεσίβλητων επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις, η οποία εντάσσεται στη συμπεριφορά, που όφειλε να επιδείξει ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του προσδιορισθέντος ως άνω κύκλου της δραστηριότητας τους.
Συνεπώς, οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, συναφείς και ο πέμπτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, με τους τρεις πρώτους εκ των οποίων (2ο, 3ο και 4ο) η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι με τις παραπάνω κρίσεις της παραβίασε, ευθέως, ήτοι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 922 του ΑΚ και με τον τελευταίο (5ο) την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 του ίδιου Κώδικα, είναι βάσιμοι. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στο σύνολό της, ως προς την αναιρεσείουσα, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2398/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων, που δίκασαν.
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ