Legislator Case Law & Legislation
432/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment, remands case for retrial due to death of a party.

Case Number 432/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the final judgment of the Athens Court of Appeal, ruling that the appeal was inadmissible because a party had died before the oral hearing concluded. The appellant argued the lower court's decision was legally flawed, while the opposing parties contended the judgment was correct. The court held that the death of a litigant after the appeal was filed but before the final ruling necessitated a remand for a new trial to ensure all parties could participate.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286(a), 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Article 573(1) of the same Code: The appeal is suspended if a party dies after the appeal is filed but before the oral hearing concludes, requiring the case to be remanded for a new trial.

Keywords

AI generated
death of party suspension of appeal remand for retrial final judgment annulment oral hearing conclusion

Cited Legislation

AI generated
Articles 286(a), 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 493(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 206 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 432 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 432/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Α. Κ. του Ν., κατοίκου…., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καλαβρό. Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Α.Λ του Σ., κατοίκου ………., 2) Ν. Π. του Π., κατοίκου…., 3) Μ. Μ. κατοίκου., 4) Α. Α. του Ε., κατοίκου Θρακομακεδόνων Αττικής, 5) Χ. Π. κατοίκου ., 6α) Π.Π. του Π., κατοίκου ., υπό την ιδιότητά του ως καθολικού διαδόχου του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Β. Λ., 6β) Π. Π. του Π., κατοίκου ., υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Β. Λ. και 6γ) Ε. Λ.του Η., κατοίκου …… υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Β. Λ. Οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5η, 6οςα και 6ηβ αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Ευστάθιο Ευσταθίου και Λεωνίδα Πεγιάδη, ενώ η 6ηγ αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 555/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 3038/2003 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 389/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αρ.3038/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις 3297/2009 μη οριστική και 4258/2015 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της υπ' αρ. 4258/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-11-2016 αίτησή του. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 1-6-2018 αίτηση - κλήση του καλούντος - αναιρεσείοντος.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση επ' αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος (Ολ.Α.Π. 27/1987), οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.Α.Π. 31/2009).

Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι ναι μεν η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής αποτελεί προϋπόθεση της επέλευσης της διακοπής της δίκης και είναι αναγκαία και για την επανάληψη αυτής, η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου της από τον υπέρ του οποίου η διακοπή της δίκης, δεν εμποδίζει τον αντίδικο του, που έλαβε γνώση, καθ' οιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και αφού θεώρησε τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291 ΚΠολΔ, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο "περί επανάληψης" της βιαίως διακοπείσας δίκης προς τον υπέρ του οποίου η διακοπή διάδικο.

Τέτοιο δικόγραφο μπορεί να είναι και η περιέχουσα πρόσκληση του τελευταίου (κληρονόμου) προς επανάληψη της δίκης κλήση προς συζήτηση της υποθέσεως, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ περί αποποιήσεως της κληρονομιάς (Α.Π. 47/2018).

Από δε το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη δικάσιμο της 11-12-2017 κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων γνωστοποίησε το θάνατο του έκτου αυτών Β. Λ.. Στη συνέχεια με την πάροδο της τετράμηνης προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ ο αναιρεσείων επέδωσε στους αρχικούς διαδίκους και στους καθολικούς διαδόχους του άνω αποβιώσαντος την από από1-6- 2018 κλήση του για επανάληψη της διακοπείσας δίκης για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο αυτή η αναιρεσίβλητη Ε. Α. του Η. μολονότι είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για τη δικάσιμο αυτή με θυροκόλληση ως προκύπτει από την9489Β/2-8-2018 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Α.

Β. δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τα άρθρα 242 παρ 2 και 573 παρ 1 ΚΠοΛΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της κλητευθείσας ανωτέρω αναιρεσίβλητης (αρθ. 576 παρ 2 ΚΠοΛΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 914ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ), δ) επέλευση ζημίας και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.

Παράνομη, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 914ΑΚ, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, ενώ ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε (ΑΠ 864/2014, ΑΠ 137/2005, ΑΠ 1920/2008).

Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει, είτε από δικαιοπραξία, οπότε μάλιστα μπορεί να συρρέουν αδικοπρακτική και δικαιοπρακτική ευθύνη, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288ΑΚ, και που είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος (ΑΠ 292/2015).

Κατά δε το άρθρο 920ΑΚ, "όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 920ΑΚ, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι:

α) Υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο. Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων μπροστά σε τρίτους με επιχειρήματα υπέρ της αληθείας τους, ενώ διάδοση είναι η απλή ανακοίνωση (κοινολόγηση) των ειδήσεων που άλλος έχει υποστηρίξει. Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο, κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στην πιο πάνω διάταξη αγαθά, ήτοι την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου.

Οι υποστηριζόμενες δε ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες, να αναφέρονται δηλαδή σε ορισμένα γεγονότα, διότι αόριστες υπόνοιες, χωρίς αναφορά σε ορισμένα γεγονότα, δεν αποτελούν "ειδήσεις". Επιπλέον οι ειδήσεις αυτές πρέπει να είναι και αναληθείς, δηλαδή ή να μην αληθεύει εξολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται παραποιημένο.

Αν το γεγονός αυτό αληθεύει, δεν γεννάται ευθύνη από την προαναφερόμενη διάταξη, αλλά ενδεχομένως από εκείνη του άρθρου 919ΑΚ, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας των υποστηριζόμενων ή διαδιδόμενων ειδήσεων. Πρέπει δηλαδή, αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις να γνωρίζει ή υπαιτίως (δηλαδή από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών.

Διαφορετικά, ευθύνη από την παραπάνω διάταξη δεν τον βαρύνει, γ) Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα προαναφερόμενα αγαθά του θιγομένου, χωρίς να αρκεί η διαπίστωση ότι αυτές είναι αφηρημένα ικανές να εκθέσουν τα αγαθά αυτά σε κίνδυνο.

Και δ) ύπαρξη ζημίας (περιουσιακής), αιτιωδώς προκαλούμενης από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα παραπάνω αγαθά. Επιπλέον ο παθών, εκτός από την αποζημίωση, με βάση την αδικοπραξία του άρθρου 920ΑΚ, δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις αναληθείς ειδήσεις(ΑΠ408/2007). Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 § 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.

Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του.

Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας, εκδηλούμενη είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2ΑΚ) όπως προαναφέρθηκε και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή.

Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της (σωματική, πνευματική, ηθική, τιμή κ.λ.π.). Έτσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητος. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητος του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητος του προσώπου, ακόμη και όταν αυτές απλώς τον καθιστούν ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των επαγγελματικών του καθηκόντων ή άλλων εκφάνσεων της δραστηριότητος του, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.

Ειδικότερα, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρ. 361-363 ΠΚ (ΑΠ726/2015, 1750/2014).

Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις αυτές εξύβριση διαπράττει, όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Ως γεγονός, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ' αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου.

Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι πρόσφορο κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση ή αποδοχή του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, επιπλέον, και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση κατ' άρθρο 362 ΠΚ, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Ωστόσο ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικό και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο γεγονότα που θίγουν την τιμή και την υπόληψη άλλου υπό την προαναφερόμενη έννοια, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, να τον αποζημιώσει και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρ. 367 § 1ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρ. 361 - 367ΠΚεφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 1394/2017, 271/2012).

Έτσι, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362 και 366 παρ. 1, 3 του ΠΚ, προκύπτει ότι, αν το δυσφημιστικό γεγονός είναι αληθές, δεν στοιχειοθετείται ούτε το έγκλημα της δυσφήμησης (άρθρο 366 παρ. 1ΠΚ), αλλά είναι δυνατό να στοιχειοθετείται το από το άρθρο 361ΠΚ προβλεπόμενο έγκλημα της εξύβρισης, αν ο ισχυρισμός ή η διάδοση έγιναν κακόβουλα, ήτοι από τον τρόπο που εκδηλώθηκε ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η δυσφήμηση, προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, που υπάρχει, όταν ο συγκεκριμένος τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς εν γνώσει του επιλέχθηκε, για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου [ΑΠ (Ποιν.) 395/2013, ΑΠ (Ποιν.) 2680/2008].

Σύμφωνα δε με την παρ.1 του άρθρου 367 ΠΚ, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης κατ' αρχήν - αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη [προστασία] δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις Κατ" εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 367ΠΚ, και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού.

Από την ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 367 του ΠΚ προκύπτει ότι ο νόμος εισάγει εξαιρέσεις, όσον αφορά την εκδήλωση έκφρασης γνώμης ή κρίσης, έστω και δυσμενούς, συναπτόμενης προς επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες, επιτρεπομένης της κριτικής, αφού έτσι προάγεται η επιστήμη, η δε ανταλλαγή γνωμών άγει στην έρευνα και στη διαπίστωση της πιο ωφέλιμης προοδευτικής αρχής, χάριν της προστασίας του ανθρώπου.

Με τη διάταξη αυτή εισάγεται λόγος που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης. Νόμιμο καθήκον είναι εκείνο που πηγάζει από τον νόμο και παρέχει δικαίωμα στον φορέα να ενεργήσει, εντός όμως των προδιαγεγραμμένων ορίων (ΑΠ 488/2010). Η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του Π.Κ.

αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής, ενώ η προβολή, από τον προσβληθέντα ισχυρισμού από την διάταξη του άρθρου 367 παρ.2 του Π.Κ. αποτελεί αντένσταση κατά της, από την διάταξη της πρώτης παραγράφου του αυτού άρθρου από το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ., ενστάσεως (Α.Π. 354/2012, 121/2012).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 11/2017).

Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικαστικός συλλογισμός και δυνατόν η παραβίαση να εντοπισθεί και στην ελάσσονα πρόταση, όταν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ. ΑΠ 36/1988). Επίσης, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα. Τα διδάγματα της κοινής πείρας δύνανται να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ.4 του ΚΠολΔ.), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ.).

Ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένως, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντιθέτως, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ110/2019).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).

Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν έχει εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη(ΑΠ1909/2014).

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/20Θ4, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφ' όσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως, (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 388/2018). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 118/2017).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2ΚΠοΛΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Ο ενάγων το έτος 1995 ήταν άμισθος επικουρικός καθηγητής χειρουργικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, με σπουδές και διακρίσεις στην Αμερική στην χειρουργική ογκολογία (συμμετείχε σε διεθνείς διαγωνισμούς, διετέλεσε επιστημονικός συνεργάτης της αμερικανικής αντικαρκινικής εταιρίας και ερευνητής στα διανοσοκομειακά προγράμματα κλινικής έρευνας Ν., χειρουργός στα νοσοκομεία M.

M. C, Μ. M.C., B. M. H κ.λ) και διευθυντής του Α' χειρουργικού τμήματος του Γ. Π. Α. Ν. Π. "…..". Οι εναγόμενοι στο χρονικό διάστημα που αναφέρεται η αγωγή (1995-1998) ήταν: α) Ο πρώτος εξ αυτών [Α. Λ.] άμισθος - επίκουρος καθηγητής νευροχειρουργικής και διευθυντής του νευροχειρουργικού τμήματος του ΓΠΝΑ "Γ. Γ.", β) Ο δεύτερος (Ν.

Π.) χειρουργός ιατρός και υπηρετούσε ως Διευθυντής στο Β' χειρουργικό τμήμα του νοσοκομείου "….". Επίσης ήταν ιδρυτικό μέλος και μέλος του ΔΣ της Ελληνικής Εταιρίας Χειρουργικής Ογκολογίας, διετέλεσε μέλος της Ελληνικής Εταιρίας Περιοχικής Χημειοθεραπείας, της Ελληνικής Εταιρίας Χειρουργικών Λοιμώξεων, της Ελληνικής Αντικαρκινικής Εταιρίας ώς και διεθνών ενώσεων και οργανισμών, γ) Ο τρίτος (Μ.

Μ.) ιατρός πνευμονολόγος, ο οποίος υπηρέτησε σε σειρά κρατικών νοσοκομείων και από το 1989 ήταν διευθυντής του ΕΣΥ του πνευμονολογικού τμήματος στο προαναφερόμενο αντικαρκινικό νοσοκομείο [συνταξιοδοτήθηκε το 2007]. δ) Ο τέταρτος (Α. Α.) ιατρός παθολόγος - ογκολόγος. Από το 1986 υπηρέτησε ως διευθυντής του Α' ογκολογικού - παθολογικού τμήματος του άνω αντικαρκινικού νοσοκομείου [συνταξιοδοτήθηκε το 2….] και κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ήταν Πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής του εν λόγω νοσοκομείου.

Διετέλεσε αιρετός πρόεδρος του παθολογικού τομέα (1…-1…), της επιστημονικής επιτροπής (1….-1….), Διευθυντής, της ιατρικής υπηρεσίας του άνω νοσοκομείου, τακτικό μέλος και πρόεδρος της Επιτροπής Ογκολογίας του κεντρικού συμβουλίου υγείας του Υπουργείου Υγείας (1….- 2….), διευθυντής του ιατρικού περιοδικού J. of the B.O., αντιπρόεδρος της εταιρίας Ογκολόγων παθολόγων Ελλάδας, τακτικό μέλος του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Αντικαρκινικών Ινστιτούτων και μέλος αντικαρκινικών εταιριών Ευρώπης και ΗΠΑ, ενώ έχει συγγράψει εργασίες σε ελληνικά και διεθνή περιοδικά πάνω στο αντικείμενο του.

ε) Η Πέμπτη (Χ. Π.) ιατρός β…… με σπουδές στο Παρίσι στον τομέα της αιματολογίας, της ανθρώπινης βιολογίας και της καρκινολογίας και με εξειδίκευση την εργαστηριακή αιματολογία και τη δημόσια υγεία. Διετέλεσε πρόεδρος της ΕΙΝΑΠ (1..-1….), γενική γραμματέας καταναλωτή στο Υπουργείο Ανάπτυξης (1….-2….), πρόεδρος του Ενιαίου Φορέα Ελέγχου Τροφίμων (2….-2….), Διοικητής της 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και νήσων Αιγαίου (2….-2….) και γενική γραμματέας δημόσιας υγείας στο Υπουργείο Υγείας (2….-2…).

στ) Ο έκτος είναι άμισθος επίκουρος καθηγητής της χειρουργικής. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και διετέλεσε πρόεδρος της Ελληνικής Αντικαρκινικής Εταιρίας και της Ελληνικής Εταιρίας Χειρουργικής Ογκολογίας. Υπηρέτησε επί δεκαετίες στο νοσοκομείο "….." αρχικά ως Διευθυντής της Β' και ακολούθως της Α' χειρουργικής κλινικής [συνταξιοδοτήθηκε το 1…..).

Επίσης, υπήρξε μέλος της Ελληνικής Εταιρίας Χημειοθεραπείας, της αμερικανικής εταιρίας Κλινικής Ογκολογίας, της αμερικανικής ένωσης Χειρουργικής Ογκολογίας, ενώ έχει επιδείξει και συγγραφικό έργο. Μετά από έγγραφη καταγγελία του δευτέρου εναγομένου ιατρού σε βάρος του ενάγοντος ιατρού περί διάπραξης πειθαρχικών αδικημάτων από τον τελευταίο, με την υπ' αρ. .../1..-1..-1… απόφαση του Δ.Σ του νοσοκομείου ……..

διατάχθηκε η διενέργεια Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης, η οποία ανατέθηκε στον πρώτο εναγόμενο, προκειμένου να διερευνηθεί η βασιμότητα ή μη των καταγγελιών του δευτέρου εναγόμενου. Η καταγγελία αφορούσε: α) γενικώς διοικητική δυσλειτουργία του Β' χειρουργικού τμήματος του άνω νοσοκομείου, στο οποίο διευθυντής ήταν ο δεύτερος εναγόμενος, β) διατάραξη των διαπροσωπικών σχέσεων μεταξύ των μελών του τμήματος αυτού, γ) λανθασμένες, κατά την επιστημονική του κρίση, ιατρικές πράξεις του ενάγοντος, οι οποίες συνίσταντο σε λανθασμένες ιατρικές εκτιμήσεις, ιατρικά λάθη, ιατρική αμέλεια και εσφαλμένες, αδόκιμες, πειραματικές και επιθετικές χειρουργικές επεμβάσεις, με συνέπεια την από αμέλεια επέλευση σωματικών βλαβών και θανάτων σε ασθενείς της χειρουργικής κλινικής.

Ο πρώτος εναγόμενος, στον οποίο είχε ανατεθεί διενέργεια της Ε.ΔΕ, μετά από εξέταση (20) μαρτύρων, κυρίως ιατρών του νοσοκομείου …….. και τη μελέτη των κατατεθέντων σε αυτόν εγγράφων, εξέδωσε εντός επτά μηνών, στις 1../…/1…, πολυσέλιδο (173 σελίδες) πόρισμα... στο οποίο, κατά τα κύρια σημεία του, διατυπώνονταν τα ακόλουθα συμπεράσματα: 1) Υπάρχει σοβαρή διοικητική και επιστημονική δυσλειτουργία στο Β' χειρουργικό τμήμα και οι διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ των μελών του έχουν διαταραχθεί σε επικίνδυνο βαθμό, όπως φαίνεται από τις συνεχείς αντιπαραθέσεις του Διευθυντή του τμήματος προς τα στελέχη της κλινικής του.

Κύρια αιτία είναι η όλη πρακτική του κ. Κ……. {ενάγοντος} στη διοίκηση του τμήματος και, σύμφωνα με τις καταθέσεις, η δεσποτική, αντιδεοντολογική και συχνά υβριστική συμπεριφορά του προς τους συνεργάτες του, 2) Οι φάκελοι των ασθενών δεν ενημερώνονται πλήρως, πολλοί φάκελοι των ασθενών λείπουν από το αρχείο, άλλοι φάκελοι εξαφανίζονται και επανεμφανίζονται μυστηριωδώς, τα βιβλία πρακτικών του χειρουργείου δεν τηρούνται κανονικά, υπάρχουν σελίδες σχισμένες, στις περισσότερες σελίδες δεν αναφέρεται τίποτε όσον αφορά τα ευρήματα κατά την εγχείρηση και την χειρουργική τεχνική, το βιβλίο του 1…..

είναι σχεδόν λευκό, ο ενάγων διατηρεί δακτυλογραφημένα βιβλία πρακτικών, ανυπόγραφα και όχι επίσημα του νοσοκομείου και το πρόγραμμα του χειρουργείου εκπονείται και κοινοποιείται καθυστερημένα. 3) Υπάρχει συνεχής αντιδικία του κ. Κ….. με όλα τα θεσμοθετημένα όργανα του νοσοκομείου, που έχει ιδιαίτερα οξυνθεί το τελευταίο διάστημα, όπως φαίνεται από τις πλείστες μηνύσεις που ο κ.

Κ……ς έχει υποβάλλει εναντίον τους και την εξ αυτών καθημερινή παρουσία στα δικαστήρια πλείστων ιατρών, υπαλλήλων κ.α για μαρτυρικές καταθέσεις. 4) Υπάρχει καθημερινή επί μήνες ενασχόληση δεκάδων υπαλλήλων του νοσοκομείου όλων των βαθμιδών, στη σύνταξη, εκτύπωση και κυκλοφορία των σχετικών εγγράφων, που ανέρχονται σε πολλές δεκάδες χιλιάδες σελίδες. 5) Ο κ.

Κ…… ακολουθεί εξαιρετικά ριψοκίνδυνη - επικίνδυνη χειρουργική τακτική στην αντιμετώπιση των ασθενών του, όπως επιβεβαιώνεται και από πλείστους θανάτους που αναφέρθηκαν και περιλαμβάνονται στο πόρισμα [παρατίθεται ικανός αριθμός συγκεκριμένων περιστατικών ασθενών] και ειδικότερα: α) υποβάλλει σε βαρύτατες επεμβάσεις ασθενείς με γενίκευση του καρκίνου τους (πνευμονικές, ηπατικές κ.λ.π μεταστάσεις) που ως εκ τούτου είναι πέραν αυτού του είδους των χειρουργικών χειρισμών, β) Υποβάλλει σε βαρύτατες εγχειρήσεις υπερήλικες ή βαρέως πάσχοντες καρκινοπαθείς, εγχειρήσεις που η βιολογική αντοχή αυτών των ασθενών δεν τις επιτρέπει, γ) Πραγματοποιεί εκτεταμένες βιοψίες ή και εξαιρέσεις οργάνων με σκοπό αποκλεισμό τυχόν νεοπλασίας ή υποτροπής και χωρίς να υπάρχουν τα ανάλογα παρακλινικά ή εγχειρητικά στοιχεία, δ) Εκτελεί βαρείες επεμβάσεις και εξαιρέσεις οργάνων σε ασθενείς με καλοήθεις παθήσεις, επεμβάσεις πολύ μεγαλύτερες από ότι επιβάλλει η πάθησή τους, ε) Προβαίνει σε εκτεταμένες αφαιρέσεις δέρματος και καλύψεις με αντίστοιχους μυοδερματικούς κρημνούς και σε σειρά επανεμβάσεων;

που ενίοτε υπερβαίνουν τις 10, προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι ανάλογες επιπλοκές, στ) Για τη χειρουργική προετοιμασία όλων αυτών των ασθενών και για τις βαρύτατες και εξαιρετικά αιμορραγικές επεμβάσεις στις οποίες υποβάλλονται, χορηγούνται τεράστιες ποσότητες αίματος και πλάσματος. Κατά μέσο όρο στους εξετασθέντες ασθενείς χορηγήθηκαν 22 μονάδες αίματος και 27 μονάδες πλάσματος, ζ) Οι αμφισβητούμενες ιατρικές πράξεις του κ.

Κ…… και η διοικητική δυσλειτουργία του τμήματος, που προκύπτει από την εν γένει συμπεριφορά του, έχουν δημιουργήσει σοβαρή κρίση εμπιστοσύνης μεταξύ των στελεχών του Β' χειρουργικού τμήματος, η) Όλα τα ανωτέρω συνεπάγονται, εκτός των άλλων, και σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις για το ίδρυμα, ενώ έχουν προκαλέσει συνολικά την απώλεια χιλιάδων ημερών εργασίας που δυστυχώς αφαιρούνται από αυτούς που την έχουν περισσότερη ανάγκη, από του πάσχοντες καρκινοπαθείς, θ) Ο κ.Κ…..

έγινε η αιτία ώστε τα προβλήματα που δημιούργησε με τη συμπεριφορά του και την ιατρική του πρακτική να τείνουν να αποδιοργανώσουν όλο το νοσοκομείο. Η διατύπωση των άνω συμπερασμάτων ολοκληρώνεται με την θέση του διενεργήσαντος την ΕΔΕ ότι η κατάσταση αυτή πρέπει να αντιμετωπισθεί το ταχύτερο, δεν μπορεί να παρατείνεται πλέον και δεν μένει παρά η απόδοση των ευθυνών και η λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων από τα αρμόδια όργανα του νοσοκομείου και της πολιτείας.

Ως κατακλείδα παραθέτει την άποψη του 6ου εναγομένου κ. Λ….., κορυφαίου ειδικού στα θέματα χειρουργικής ογκολογίας ότι "Η λειτουργία του Β' χειρουργικού τμήματος από την παρουσία του κ. Κ…… πρέπει να αντιμετωπισθεί με ριζικότητα, γιατί ο ίδιος απέδειξε ανικανότητα στη λειτουργία του τμήματος και ότι είναι επικίνδυνος στη συνέχιση της διεύθυνσής του", την οποία αποδέχεται πλήρως.

Το εν λόγω πόρισμα υποβλήθηκε στο ΔΣ του άνω νοσοκομείου και έλαβαν γνώση πλείστοι όσοι υπάλληλοι, ιατροί και μέλη του ΔΣ του νοσοκομείου, ενώ κάποιο άγνωστο πρόσωπο το διοχέτευσε στον τύπο και δημοσιεύθηκε σχετικό άρθρο σε βάρος του ενάγοντος στην ημερήσια εφημερίδα τα …… της 2../7/1…. με τίτλο "Θάνατο σκορπούσε γιατρός".

Το άνω νοσοκομείο με την υπ' αρ. …/1….. απόφαση του ΔΣ του, υπέβαλε το πόρισμα της ΕΔΕ: α) Στο Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών του ΕΣΥ του Υπουργείου Υγείας ως παραπεμπτήριο πειθαρχικό έγγραφο, β) στο ΔΣ του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών ως πειθαρχικό κατηγορητήριο με το ερώτημα της οριστικής παύσης και ανάκλησης της άδειας ασκήσεως ιατρικού επαγγέλματος και 3) στην Εισαγγελία του Πειραιά ως μηνυτήρια αναφορά προς ποινική διερεύνηση (25) περιπτώσεων ασθενών.

Επί σχετικής μήνυσης του ενάγοντος κατά του πρώτου εναγομένου, που διενήργησε την άνω ΕΔΕ και κατά του δευτέρου εναγομένου που είχε προβεί στην ως άνω καταγγελία, για τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμησης και της παραβίασης της επαγγελματικής εχεμύθειας (δημοσιοποίηση του πορίσματος της άνω ΕΔΕ), μετά από ένορκη προανάκριση, εκδόθηκε το υπ' αρ, 891/1996 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς (βλ.

σχετικό προσκομιζόμενο), το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των ως άνω δύο ιατρών. Ακολούθως ενημερώθηκε το ΔΣ του σωματείου της ΕΙΝΑΠ περί των ιστορούμενων στην άνω ΕΔΕ πραγματικών περιστατικών και της υποβολής του πορίσματος στη διοίκηση του νοσοκομείου, καθώς και για καταγγελίες ασθενών και συγγενών τους και επιστημονικών επιτροπών - οργάνων του νοσοκομείου.

Σημειωτέον, ότι από το έτος 1992 μέχρι το έτος 1996 είχαν γίνει πολλές καταγγελίες ασθενών και συγγενών θανόντων ασθενών μετά από επεμβάσεις του ενάγοντος χειρουργού ιατρού και είχαν εκδοθεί και άλλα προηγούμενα πορίσματα ΕΔΕ, Με την υπ' αρ. 109/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά αθωώθηκε κατ' έφεση, μετά από έφεση του Εισαγγελέα, ο τέταρτος εναγόμενος ιατρός (Α.

Α.) για παράβαση καθήκοντος, μηνυθείς από τον ενάγοντα για το ότι στις 1../../1… όντας πρόεδρος της επιστημονικής επιτροπής του νοσοκομείου ……. και διενεργήσας ΕΔΕ σε βάρος του ενάγοντος, δεν ενήργησε αμερόληπτα και υιοθέτησε ψευδή συμπεράσματα σε βάρος του ενάγοντος για παραβίαση του κανονισμού του χειρουργείου.

Με την υπ' αρ. 120-120Α /2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, ο δεύτερος εναγόμενος ιατρός που είχε καταγγείλει τον ενάγοντα και είχε καταθέσει ως μάρτυρας στις ΕΔΕ αθωώθηκε της κατηγορίας της ψευδορκίας μάρτυρος και έπαυσε οριστικά η κατ' αυτού ποινική δίωξη για συκοφαντική δυσφήμηση του ενάγοντος - εγκαλούντος, λόγω ανάκλησης και αποδοχής, μετά από σχετική δήλωση του κατηγορουμένου - εναγομένου ότι "η κατάθεσή του αποδίδει επιστημονικές αξιολογήσεις, που ίσως αποδόθηκαν με τόνο υπερβολής και δεν είχε πρόθεση να μειώσει την προσωπικότητα του εγκαλούντος ιατρού".

Με την υπ' αρ, 983/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, αθωώθηκε ο επιμελητής ιατρός του Β' χειρουργικού τμήματος του νοσοκομείου Μ…. Γ. Μ…… για την κατηγορία της ψευδορκίας μάρτυρος κατά την άνω ΕΔΕ του πρώτου εναγομένου και για συκοφαντική δυσφήμηση του ενάγοντος - εγκαλούντος, για το λόγο ότι όσα κατέθεσε ο άνω μηνυόμενος επιμελητής ιατρός, δεν αποδείχθηκε ότι ήταν ψευδή και κατέθεσε όσα κατέθεσε, σχετικά με την εγχείρηση του ασθενούς Μ.

Γ….., από καθήκον μαρτυρίας αλλά και δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία της κλινικής και του νοσοκομείου, που υπηρετούσε, χωρίς σκοπό εξύβρισης του ενάγοντος - εγκαλούντος. Με την υπ' αρ. 7497/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς ο πρώτος εναγόμενος αθωώθηκε από την κατηγορία της ψευδούς καταμήνυσης του ενάγοντος και έπαυσε οριστικά η κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη για συκοφαντική δυσφήμηση του ενάγοντος με το ως άνω πόρισμα της ΕΔΕ που διενήργησε, μετά από δήλωση του άνω κατηγορουμένου, ότι δεν είχε καμία πρόθεση να θίξει την τιμή και την υπόληψη ή να μειώσει την επαγγελματική και εγνωσμένη επιστημονική ικανότητα του εγκαλούντος, αναγνωρίζοντας ότι ορισμένα από τα συμπεράσματα της ΕΔΕ περιείχαν υπερβολές, χωρίς όμως πρόθεση προσβολής της προσωπικότητας του εγκαλούντος, ενώ ο εγκαλών - ενάγων δήλωσε ότι ανακαλεί την ως άνω έγκλησή του και ότι "παραιτείται πάσης κατά του κατηγορουμένου απαιτήσεώς του ενώπιον των αστικών δικαστηρίων".

Η άνω δήλωση του κατηγορουμένου έγινε αφού είχε προηγηθεί η απαλλαγή του ενάγοντος όλων των συναφών κατηγοριών για αδόκιμες χειρουργικές επεμβάσεις και παράβαση των κανόνων ιατρικής δεοντολογίας α) από το Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών ΕΣΥ του Υπουργείου Υγείας στη συνεδρίαση της 16/12/1998 [τιμωρήθηκε κατά πλειοψηφία με έγγραφη επίπληξη μόνο για ατελή συμπλήρωση των φακέλων ιστορικού των ασθενών και για πλημμελή τήρηση πρακτικών χειρουργείου], β) από την ολομέλεια του πειθαρχικού συμβουλίου του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών δυνάμει της υπ' αρ. 1/1997 απόφασής του και γ) από την υπ' αρ. 503/1996 εισαγγελική διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς με την οποία αρχειοθετήθηκε το ποινικό σκέλος της υπόθεσης, ενώ και έρευνα που διέταξε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και η άσκηση ποινικής δίωξης για (4) περιπτώσεις χειρουργικών επεμβάσεων επί ασθενών με την κατηγορία της ανθρωποκτονία εξ αμελείας, για τις τρεις εξ αυτών περιπτώσεις που κατέληξαν να εκδικασθούν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς απαλλάχθηκε ομοφώνως με την καταστάσα αμετάκλητη υπ' αρ. 2349/1998 απόφαση του άνω δικαστηρίου.

Ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι η ένδικη έφεση εναντίον του είναι απαράδεκτη, γιατί ο ενάγων με την άνω δήλωσή του ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου παραιτήθηκε πάσης κατ' αυτού απαίτησης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί η ποινική διαδικασία και οι αστικές αξιώσεις αφορούσαν τη διεξαχθείσα ΕΔΕ σε βάρος του ενάγοντος και όχι τις δηλώσεις του στον τύπο.

Το ΑΣ της Ε……, της οποίας το 1……ήταν πρόεδρος ως προαναφέρθηκε η πέμπτη εναγομένη ιατρός, όταν έλαβε γνώση του πορίσματος της άνω ΕΔΕ και ενημερώθηκε για τις γενόμενες σε βάρος του ενάγοντος καταγγελίες ιατρών και ασθενών και τον γενόμενο θόρυβο στον τύπο, ήλθε σε επαφή με πέντε ιατρούς του άνω νοσοκομείου που συγκροτούσαν την αιρετή επιστημονική επιτροπή και στις 01/8/1995 εξέδωσε ένα σχετικό δελτίο τύπου, το οποίο υπέγραψε η πέμπτη εναγόμενη και ο πρόεδρος της επιστημονικής επιτροπής τέταρτος εναγόμενος, το οποίο διένεμαν σε δημοσιογράφους σε σχετική συνέντευξη τύπου που έλαβε χώρα στο αμφιθέατρο του εν λόγω νοσοκομείου.

Μετά τη δημοσιοποίηση του πορίσματος της άνω ΕΔΕ, αλλά πριν από την έκδοση των αποφάσεων του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΕΣΥ, στο οποίο ήταν ενταγμένος ο ενάγων, οι εναγόμενοι φέρονται ότι προέβησαν στις ακόλουθες δηλώσεις στα Μ.Μ.Ε αναφορικά με το πρόσωπο του ενάγοντος και της υπέρβασης εκ μέρους του των ορίων της επιτρεπτής χειρουργικής ριζικότητας στις επεμβάσεις που πραγματοποιούσε σε καρκινοπαθείς ασθενείς:

Ο πρώτος εναγόμενος [Α. Λ.ς]: α] Στην εφημερίδα Α… της 29/7/1995 σε άρθρο του δημοσιογράφου Α. Α. με τίτλο "…………." και υπό τον υπότιτλο "20 ΘΑΝΑΤΟΙ" αναγράφεται επί λέξει: "Η ένορκη διοικητική εξέταση, όπως είπε στην "Α" ο κ. Λ.. {α' εναγόμενος), διήρκεσε μήνες και περιλαμβάνει 173 δακτυλογραφημένες σελίδες, στις οποίες γίνεται εκτενής αναφορά στη δραστηριότητα του ιατρού, από τις καταθέσεις που έδωσαν 21 συνάδελφοι του.

Κατά την διάρκεια της ΕΔΕ εξετάστηκαν 25 περιπτώσεις χειρουργικών επεμβάσεων, 20 από τις οποίες είχαν καταλήξει στο θάνατο ασθενών..". Περαιτέρω οι δηλώσεις του κ. Λ.συνεχίζονται ως εξής υπό τον τίτλο "ΤΟΝ ΑΘΩΟΣΑΝ": "... Είναι χαρακτηριστικό, όπως μας τόνισε ο Α. Λ.ς, ότι από το 1…. ο γιατρός Ν… Μ… είχε καταγγείλει τον κ.

Κ….. Η υπόθεση έφτασε στον εισαγγελέα, ο οποίος αθώωσε τον ιατρό, αφού δεν προέκυψαν επιβαρυντικά στοιχεία γι αυτόν. Τότε ο κ. Λ…… δεν είχε πάρει θέση, αφού δεν είχε συγκεντρώσει στοιχεία για την δράση του κ. Κ…....". Τα άνω γεγονότα είναι αληθή και δεν προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος. Ήταν μια προσεκτική απάντηση σε σχετική δημοσιογραφική ερώτηση, αποφεύγοντας να παραβιάσει τα όρια ευπρέπειας ως ιατρός και το απόρρητο της ΕΔΕ, που ήδη είχε παραβιαστεί με τη διοχέτευσή του στον τύπο.

Το αν στις 21 καταθέσεις περιλαμβάνονται 13 ή περισσότερες καταθέσεις ιατρών δεν συνιστά ψεύδος που μειώνει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος. Επίσης, η μη εκφορά άποψης επί των όσων διαλαμβάνονταν στην καταγγελία του ιατρού Ν. Μ….το 1….κατά την κατάθεση του πρώτου εναγομένου στην πταισματοδίκη' ήταν δικαιολογημένη, γιατί κατ' αυτήν την χρονική στιγμή δεν είχε ιδία αντίληψη των πραγματικών περιστατικών, λόγω της μη συμμετοχής του στο εν λόγω χειρουργικό τμήμα, β] Στην εφημερίδα …….

της 0./8/1…..σε άρθρο του δημοσιογράφου Α. Α. με τίτλο "…….." αναγράφονται επί λέξει τα εξής: "... Επικίνδυνο και υπεύθυνο για τους θανάτους ασθενών, χαρακτηρίζουν τον κ. Κ……., ο νευροχειρουργός κ. Λ…… που διενήργησε την επίμαχη ΕΔΕ, αλλά και ο πνευμονολόγος και πρόεδρος της επιστημονικής επιτροπής του "Μ" Μ.

Μ…….ς". Τα ανωτέρω συνιστούν συμπέρασμα και ερμηνεία του συντάκτη του άνω άρθρου. Δεν παρατίθενται εντός εισαγωγικών, αλλά κατά δημοσιογραφική απόδοση με τη χρήση πλάγιου λόγου. Ο πρώτος εναγόμενος από το περιεχόμενο του δημοσιεύματος δεν προκύπτει ότι προέβη σε τέτοιου περιεχομένου δήλωση, κάτι άλλωστε που προκύπτει ότι ο άνω συντάκτης του δημοσιεύματος δεν αναφέρει ως πηγή των ανωτέρω συγκεκριμένη συνέντευξη ή δήλωση του πρώτου εναγομένου.

Ο τελευταίος απλώς διατύπωσε σοβαρές διαφωνίες με τις ιατρικές χειρουργικές ενέργειες του ενάγοντος. Προφανώς ο συντάκτης του δημοσιεύματος αντλεί το χαρακτηρισμό της επικινδυνότητας του ενάγοντος από το διαρρεύσαν πόρισμα της εν λόγω ΕΔΕ, όπου γίνεται λόγος ότι ο ενάγων επέδειξε ανικανότητα στη λειτουργία του τμήματος και ότι είναι επικίνδυνος στη συνέχιση της διεύθυνσής του, και τον αποδίδει εσφαλμένα σε δήλωση του πρώτου εναγομένου στον τύπο.

Η δευτερογενής όμως επεξεργασία και απομόνωση στοιχείων του διαρρεύσαντος πορίσματος από το συντάκτη του δημοσιεύματος, αποδίδει διαφορετικό περιεχόμενο και νόημα από αυτό όταν αυτά είναι ενταγμένα στο όλο περιεχόμενο του πορίσματος. Σε κάθε περίπτωση οι επιστημονικές κρίσεις που διατυπώνονται στο πόρισμα της ΕΔΕ συνιστούν όχι δηλώσεις αλλά εκδηλώσεις που έγιναν στο πλαίσιο άσκησης νομίμων καθηκόντων, γ] Στην εφημερίδα ……….της 0./8/1…..

σε άρθρο του Λ. Κ με τίτλο " Η ΕΙΝΑΠ ΖΗΤΑ ΝΑ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ Η ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΥ" και με υπότιτλο τη δήλωση του Α. Λ…… "ΩΣ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΡΙΨΟΚΙΝΔΥΝΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΙ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΑΚΤΙΚΗ ΤΟΥ Κ…….

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ……" αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "... Σκληρή γλώσσα όμως, χρησιμοποίησε και ο Πρόεδρος της επιτροπής χειρουργείου του νοσοκομείου …… Α. Λ., ο οποίος ήταν εκείνος που διενήργησε την Ένορκη Διοικητική Εξέταση. Αναφερόμενος, λοιπόν, στον Α. Κ. χαρακτήρισε ως "εξαιρετικά ριψοκίνδυνη και αντιδεοντολογική τη θεραπευτική τακτική που ακολουθούσε".

Για του λόγου του αληθές επικαλέστηκε μάλιστα τις μαρτυρίες αναισθησιολόγων οι οποίοι είχαν αρνηθεί να συνεργαστούν με τον κ. Κ…... ..". Τα παραπάνω δεν αποτελούν δήλωση του πρώτου εναγομένου, αλλά άντληση πληροφορικών από το πόρισμα της ΕΔΕ. Πρόκειται για αναπαραγωγή τμήματος των γενικών συμπερασμάτων της ΕΔΕ, όπου ο πρώτος εναγόμενος διατύπωσε επιστημονικές κρίσεις στο πλαίσιο άσκησης νομίμων καθηκόντων .

Δ] Στην εφημερίδα Ε….. Τ…..Σ της 0../…/1…. υπό τον τίτλο ΕΥΘΥΝΕΣ ΣΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ ΥΓΕΙΑΣ - ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ ΣΟΚ ΑΠΟ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΤΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ" και υπό τον υπότιτλο "ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΥΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ" ο συντάκτης του άρθρου θ.. Α αναφέρει επί λέξει: "... Ο αναισθησιολόγος είχε χαρακτηρίσει την κατάσταση της ασθενούς πολύ βαριά και δεν συμφώνησε για να μπει στο χειρουργείο.

Το ίδιο και η ασθενής, η οποία έλεγε και ξανάλεγε ότι μια στις χίλιες οι πιθανότητες της να βγει ζωντανή από το χειρουργείο. Παρόλα αυτά ο κ. Κ. προχώρησε στην επέμβαση. Αποτέλεσμα: Η ασθενής πέθανε. Είναι μια από τις πολλές περιπτώσεις για τις οποίες κατηγορείται ο κ. Α. Κ., έτσι όπως την περιέγραψε ο νευροχειρουργός του νοσοκομείου …..

κ. Θ….. Λ…. (φωτό-αναφέρεται στην φωτογραφία του Α. Λ.., η οποία δημοσιεύεται σε κεντρική θέση του άρθρου). Ο άνθρωπος που έφερε σε πέρας το δύσκολο έργο της Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης, παρουσίασε με τα μελανότερα χρώματα τη δραστηριότητα του διευθυντή της Β' Χειρουργικής κλινικής, αποκαλύπτοντας παράλληλα ότι έφτασε στο σημείο να κάνει επεμβάσεις ακόμη και χωρίς την συγκατάθεση συγγενών.

Ο κ. Κ…. - είπε ο νευροχειρουργός - έκανε εγχειρήσεις που η βιολογική κατάσταση πολλών ασθενών δεν το επέτρεπε. Έκανε αφαίρεση οργάνων, ενώ κάτι τέτοιο δεν ήταν αναγκαίο. Υπήρξαν επίσης, δύο περιπτώσεις θανάτων που οφείλονται σε λανθασμένες εκτιμήσεις...". Το άνω απόσπασμα δεν αποτελεί δήλωση του πρώτου εναγομένου.

Πρόκειται για αυτοτελή δημοσιογραφική εργασία του συντάκτη του επίμαχου άρθρου, στο οποίο έχουν καταχωρισθεί στοιχεία του διαρρεύσαντος στον τύπο πορίσματος της ΕΔΕ. Αποδίδεται στον πρώτο εναγόμενο γιατί αυτός διενήργησε την ΕΔΕ, κάτι που προκύπτει από την αντιπαραβολή της άνω φερομένης δηλώσεως και του περιεχομένου του πορίσματος της ΕΔΕ.

Ο συντάκτης του επίμαχου δημοσιεύματος παρέθεσε μία σύνοψη των όσων διαλαμβάνονται στις σελίδες 83-87 του εν λόγω πορίσματος και των συμπερασμάτων της ΕΔΕ. Αντιθέτως σε πραγματικές αυτούσιες δηλώσεις του πρώτου εναγομένου στον τύπο {ΝΕΑ της …… και ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ της …..] αναφορικά με τον ενάγοντα, αυτός δηλώνει: 1) ΝΕΑ της ……. "Εμένα μου ανέθεσε το ΔΣ του νοσοκομείου να εξετάσω κάποιες συγκεκριμένες καταγγελίες που έχουν γίνει από γιατρούς της Β' χειρουργικής κλινικής.

Υπήρχαν καταγγελίες για διοικητική δυσλειτουργία του τμήματος, για διαταραγμένες διαπροσωπικές σχέσεις και για λανθασμένες ιατρικές πράξεις από τον διευθυντή της κλινικής κ. Κ…. Από την ΕΔΕ προέκυψε ότι υπήρξαν περιπτώσεις ασθενών με καλοήθεις παθήσεις, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε βαριές εγχειρήσεις.

Υπήρξαν 5-6 τέτοιες περιπτώσεις. Νομίζω ότι κάποια από τα ιατρικά δεδομένα δεν εκτιμήθηκαν σωστά από τον κ. Κ……. Κάποιες από τις ιατρικές ενέργειες στις οποίες προέβη θα μπορούσαν να γίνουν με διαφορετικό τρόπο. Υπάρχουν περιπτώσεις οι οποίες πρέπει να ερευνηθούν γιατί ενδεχομένως δεν τηρήθηκαν ιατρικοί κανόνες".

ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ της …… "Κατέθεσα το πόρισμα πριν από τρεις εβδομάδες στο ΔΣ του νοσοκομείου. Στη συνέχεια στάλθηκε στον υπουργό Υγείας, στον εισαγγελέα και στους ιατρικούς συλλόγους. Τα παραπτώματα που βαρύνουν τον κ. Κ……..είναι υπέρβαση των ορίων της ιατρικής. Μ' αυτά που αναφέρω στο πόρισμα δεν διεκδικώ το αλάθητο.

Το έκανα με βάση τα στοιχεία που έψαξα. Μπορεί να φέρει αύριο ο κ. Κ…….. κάποια άλλα στοιχεία που να τα ανατρέπει αυτά, που εγώ βρήκα ή δεν τα πρόσεξα. Ή κάποιος άλλος γιατρός να εκτιμήσει ότι στη Ν. Υόρκη ή αλλού εφαρμόζεται αυτή η τεχνική. Αυτό δεν μπορώ να το αποκλείσω". Ο δεύτερος εναγόμενος [Ν. Π]: Φέρεται να έχει προβεί στις ακόλουθες δηλώσεις σε μέσα μαζικής ενημέρωσης:

α] Την ……. σε συνέντευξη τύπου στο αμφιθέατρο του νοσοκομείου …… φέρεται να έχει ισχυρισθεί ότι ο ενάγων ήταν υπεύθυνος για τους θανάτους (25) ασθενών του. Από τα προσκομιζόμενα όμως δημοσιεύματα και κασέτες δεν αποδεικνύεται ότι διατυπώθηκε κατ' αυτόν τον τρόπο, ούτε ο ενάγων επικαλείται για τη συγκεκριμένη δήλωση κάποιο δημοσίευμα, β] Στην εφημερίδα τα ΝΕΑ της …… και με τον τίτλο "ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΤΟΥ ΠΙΑΣΩ ΤΟ ΧΕΡΙ", πάνω από το οποίο δημοσιεύθηκε φωτογραφία του 2ου εναγομένου με τον υπότιτλο "Ν..

Π.ς: Στις καταγγελίες του στηρίχθηκε η ΕΔΕ που κατέληξε στο πόρισμα εναντίον του Α. Κ." καταγράφεται η ακόλουθη δήλωση του δευτέρου εναγομένου " Αισθανόμουν άσχημα. Δεν μπορούσα όμως να του πιάσω το χέρι. Ούτε μπορούσα να πιάσω τους συγγενείς και να τους ενημερώσω. Αυτό δεν είναι μόνο αντιδεοντολογικό, αλλά και κακοήθεια.

Κατήγγειλα, ως όφειλα, τα διάφορα περιστατικά. Όμως υπήρχαν διοικήσεις που δεν ήθελαν και διοικήσεις που δεν μπορούσαν. Όλοι δήλωναν αναρμόδιοι" λέει στα ΝΕΑ ο επιμελητής κ. Ν. Π., οι καταγγελίες του οποίου αποτέλεσαν τη βάση για τη διεξαγωγή της ΕΔΕ και το καταδικαστικό για τον κ. Κ. πόρισμα. Για την συμπεριφορά του κ.

Κ. στο χειρουργείο, αλλά και γενικότερα, ο Π. υποστήριξε ότι δεν γινόταν διάλογος και ότι αποφάσιζε μόνος του, παρά τις αντίθετες απόψεις. "... Μπροστά σε αυτή την κατάσταση αναγκάστηκα να κάνω τις καταγγελίες για τις οποίες ο κ. Κ.ς μου έχει υποβάλλει μήνυση, όπως και στους περισσότερους γιατρούς, κάτι που - όπως λέει ο Π. - είναι χαρακτηριστικό για το κλίμα και τη συνεργασία που είναι απαραίτητα για τη λειτουργία του νοσοκομείου ...".

Η υποβολή μηνύσεων από μέρους του ενάγοντος σε βάρος του και σε βάρος άλλων συναδέλφων του που διαφωνούσαν μαζί του με τις ιατρικές ενέργειές του και το άσχημο κλίμα που δημιουργήθηκε συνεπεία των μηνύσεων, ως και ότι υπήρχε πρόβλημα επικοινωνίας του ενάγοντος με τους συνεργάτες του είναι αληθή γεγονότα.

Η έκφραση "δεν μπορούσα να του πιάσω το χέρι" δεν είναι μειωτική για τον ενάγοντα και προφανώς είχε το νόημα ότι δεν μπορούσε να ακουστεί η διαφορετική επιστημονική άποψη του δευτέρου εναγομένου στον ενάγοντα. γ] Στην εφημερίδα ΕΘΝΟΣ της ….. και με τίτλο "………." και υπέρτιτλο "Καταλογίζουν ευθύνες για συγκάλυψη της υπόθεσης" σε κείμενο της δημοσιογράφου Π.

Χ., κύρια θέση στο οποίο κατέχει η φωτογραφία του 2ου εναγομένου με υπότιτλο "Ο επιμελητής κ. Ν.Π. που έκανε την καταγγελία σε βάρος του Κ." είπε "... Δεν εφήρμοζε αυτό που λένε κοινά αποδεκτά στην θεραπεία κατά του καρκίνου" και υπό τον τίτλο "Διαφώνησε" καταγράφονται αυτολεξεί τα ακόλουθα: "...0 επιμελητής κ.

Ν. Π. υπογράμμισε ότι σε πολλές χειρουργικές επεμβάσεις διαφώνησε με τον Κ. επάνω στο χειρουργικό κρεβάτι". Δεν πρόκειται για δήλωση μειωτική του προσώπου του ενάγοντος αλλά για έκφραση διαφορετικής επιστημονικής γνώμης από εκείνη του ενάγοντος, δ] Στην εφημερίδα ….. της ……. σε άρθρο του δημοσιογράφου Ο.

Α.με τίτλο "Ευθύνες στον Υπουργό Υγείας" και με υπότιτλο "Οι διοικήσεις δεν ήθελαν να θίξουν το θέμα... Στα συρτάρια οι αναφορές" του οποίου δεσπόζει υπερκείμενη φωτογραφία του 2ου εναγομένου αναφέρονται επί λέξει τα ακόλουθα: "... Συμμετείχα σε πολλές επεμβάσεις που έκανε ο κ. Κ.. Κάποιες ήταν σαφώς αμφισβητούμενες.

Έξω από αυτό που σήμερα η χειρουργική θεωρεί παραδεκτό. Δεν ήταν απλώς ότι οι ασθενείς κινδύνευαν. Πέθαιναν. Παρόλα αυτά ουδέποτε ο γιατρός έκανε αποδεκτή την επιστημονική μου γνώμη!". Ο χειρουργός Ν.Π. (φωτά) εδώ και χρόνια εργαζόταν στη Β' χειρουργική κλινική του νοσοκομείου ……δίπλα στον κ. Κ.. Επανειλημμένως σε συζητήσεις που γίνονταν μεταξύ των γιατρών του τμήματος τόσον αυτός, όσο και οι άλλοι συνάδελφοι του είχαν εκφράσει τις αντιρρήσεις τους σας μεθόδους που χρησιμοποιούσε ο διευθυντής τους.

Ουδέποτε όμως εισακούσθηκαν. Καταγγελίες. Έτσι, ο κ. Ν. Π. έκανε πέρσι την πρώτη έγγραφη καταγγελία στο διοικητικό συμβούλιο του νοσοκομείου. Από κει και πέρα ξεκίνησε η Ε.Δ.Ε βάσει της οποίας ο κ. Κ. κατηγορείται για το θάνατο είκοσι ασθενών... "Όταν είδα ότι δεν βγαίνει τίποτα με τις συζητήσεις λέει ο κ. Π.ς απευθύνθηκα στα αρμόδια όργανα.

Προσέκρουσα σε διοικήσεις του νοσοκομείου που δεν ήθελαν να θίξουν το θέμα, σε διοικήσεις που ήθελαν, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι. Υπήρξαν αποφάσεις επιστημονικών επιτροπών που έμειναν στα συρτάρια. Ανθρωποι όμως πέθαιναν. Είναι απαράδεκτο αυτό που συνέβαινε. Ούτε ψεύτικη ελπίδα μπορείς να πουλάς σε καρκινοπαθείς, ούτε να στερείς χρόνο από τη ζωή τους ακόμη και αν τους έχει μείνει λίγη...".

Πρόκειται για επιστημονική άποψη που εξέφρασε ο δεύτερος εναγόμενος για το ότι ορισμένες χειρουργικές επεμβάσεις που διενεργούσε ο ενάγων και είχαν καταλήξει σε θάνατο των ασθενών ήταν αμφισβητούμενες και ότι ποτέ δεν λάμβανε υπόψη τις διαφορετικές χειρουργικές κρίσεις και τακτικές. Ενισχυτικό των ανωτέρω ότι τα ανωτέρω δεν συνιστούν γεγονότα, αλλά κρίσεις, έστω και με υπερβολή, είναι οι εκθέσεις των πραγματογνωμόνων Μ.

και Ο. αναπληρωτή καθηγητή χειρουργικής Α.Π.Θ και διευθυντή του αντικαρκινικού νοσοκομείου Θ. Θ. και επίκουρου καθηγητή χειρουργικής Π.Α και διευθυντή Γ χειρουργικής κλινικής του αντικαρκινικού νοσοκομείου Αθηνών …… αντίστοιχα, που γνωμάτευσαν κατόπιν απόφασης του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΕΣΥ πριν αυτό λάβει απόφαση αν θα πρέπει να τιμωρήσει τον ενάγοντα, οι οποίοι αναφέρουν:

Ο πρώτος εξ αυτών ότι "ο κ. Κ.διεύρυνε τις ενδείξεις για εγχείρηση με αποτέλεσμα να επιχειρήσει εκτομές εκεί που ή δεν επιβάλλονταν ή δεν κατέστη δυνατόν να γίνουν. Έτσι οι ασθενείς οδηγήθηκαν σε βαριές μετεγχειρητικές καταστάσεις με κακή ποιότητα υπολοίπου ζωής ή και τον θάνατο" και ο δεύτερος "είναι άστοχος στην επιλογή κατάλληλων ασθενών να εφαρμόσει την τακτική του {επιθετικός χειρουργός}, διότι το τελικό αποτέλεσμα τον προδίδει".

Αντίθετα οι πραγματογνώμονες Δ.. Τ. καθηγητής χειρουργικής ογκολογίας και Μ. Φ. αποφαίνονται ότι ο ενάγων δεν προέβη σε πειραματικές, αδόκιμες ή μη ενδεδειγμένες χειρουργικές επεμβάσεις, ε] Την 01/8/1995 στο αμφιθέατρο του άνω νοσοκομείου στη συνέντευξη τύπου στους συντάκτες των Μ.Μ.Ε δήλωσε τα ακόλουθα: "...

Ο κ. Κ. δήλωσε ότι υπάρχουν λόγοι αντιζηλίας. Εν τοιαύτη περιπτώσει και οι ασθενείς γιατί πέθαιναν; Για λόγους αντιζηλίας;... Το να κάνεις μια χειρουργική επέμβαση συνηθισμένη με κακή ένδειξη σε έναν άνθρωπο που δεν την χρειάζεται, αυτό δεν λέγεται ερευνητική ιατρική. Δηλαδή τι πας να ερευνήσεις; Αν οι άρρωστοι αντέχουνε;...".

Αποτελεί οξεία χειρουργική κρίση του δευτέρου εναγομένου και διαφωνία του για τις ιατρικές πρακτικές του ενάγοντας. Ο τρίτος εναγόμενος [Μ Μ.ς]: Φέρεται ότι προέβη στις ακόλουθες δηλώσεις σε τηλεοπτικούς σταθμούς, ραδιοφωνικά μέσα και στον έντυπο τύπο αναφορικά με τον ενάγοντα: α] Στις ….. δήλωσε προς τους δημοσιογράφους και τις τηλεοπτικές κάμερες τα ακόλουθα, τα οποία μεταδόθηκαν στα δελτία ειδήσεων των τηλεοπτικών σταθμών A., Μ.

κ.λ: ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ (A…..): Ο γιατρός Μ.. Μ… ένας από τους συντάκτες του πορίσματος χαρακτήρισε τον γιατρό Κ. επικίνδυνο. Μ. Μ….: "Με βάση τα στοιχεία, εγώ προσωπικά... δεν μπορώ προσωπικά... λέω ότι... αρχικά ... ότι ... είναι αρκετά συγκροτημένα τα στοιχεία της ΕΔΕ". ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αυτό σημαίνει ότι είναι επικίνδυνος όντως.

Μ. Μ….: Είναι μία προσωπική γνώμη... έτσι; που θα πω αυτή τη στιγμή. Το πόρισμα της επιστημονικής επιτροπής είναι σαφές προς αυτή τη κατεύθυνση". Μ. Μ: "Όταν εγώ, σαν εκπρόσωπος της επιστημονικής επιτροπής πήγα στην Εισαγγελία με αυτό το πόρισμα που ήτανε σαφές, έτσι; η Εισαγγελία χωρίς κατά την γνώμη μου ε...

ε... ε... την ανάλογη υπευθυνότητα... έτσι; τότε... έβαλε στο αρχείο αυτή την υπόθεση...", β] Στην εφημερίδα Α. της 1ης Αυγούστου 1…σε άρθρο με τίτλο "ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ Ο ΧΑΣΑΠΗΣ - ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ" αναφέρονται επί λέξει τα ακόλουθα: "... Ένας από τους πρώτους γιατρούς που κατηγόρησαν τον κ. Κ., ο Μ. Μ. με χθεσινές δηλώσεις του συνέχισε να υποστηρίζει τις απόψεις του, ότι ο χειρουργός προχωρούσε σε επεμβάσεις με πειραματικό και επικίνδυνο τρόπο", γ] Στην εφημερίδα …… της 1ης Αυγούστου 1995 σε άρθρο του δημοσιογράφου κ.

Α. Α….. με τίτλο "ΛΕΥΚΕΣ ΜΠΛΟΥΖΕΣ, ΒΡΩΜΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ" αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "...Επικίνδυνο και υπεύθυνο για τους θανάτους των ασθενών, χαρακτηρίζουν τον κ. Κ……, ο νευροχειρουργός κ. Λ…… που διενήργησε την επίμαχη ΕΔΕ, αλλά και ο πνευμονολόγος και πρόεδρος της επιστημονικής επιτροπής του …….

κ. Μ. Μ…... Μάλιστα ο κ. Μ…… υποστήριξε ότι στο παρελθόν η Εισαγγελία Πειραιά χωρίς υπευθυνότητα έβαλε στο αρχείο της παρόμοιας μορφής καταγγελίες που είχαν γίνει εις βάρος του κ. Κ……". Τα συγκεκριμένα αποσπάσματα έχουν ως σημείο αναφοράς το ίδιο βιοτικά συμβάν, ήτοι τις φερόμενες δηλώσεις στις 31/7/1995. Δηλαδή ο τρίτος εναγόμενος δεν έκανε τρεις ξεχωριστές δηλώσεις σε τρία διαφορετικά έντυπα εφημερίδων αλλά μία στις 31/7/1995 Η πλειοψηφία των δηλώσεων του τρίτου εναγομένου στις 31/7/1995 αποτελούν προϊόν αυτοτελούς και πρωτότυπης δημοσιογραφικής εργασίας στην οποία υπάρχει δευτερογενής επεξεργασία και δημοσιογραφική απόδοση φερομένων δηλώσεων.

Οι φερόμενες δηλώσεις του τρίτου εναγομένου παρουσιάζονται από τις άνω αποσπασματικές αναφορές, που επικαλείται ο ενάγων, με τρεις διαφορετικούς τρόπους και με τρία διαφορετικά νοήματα. Οι ερμηνείες, τα δημοσιογραφικά σχόλια, τα συμπεράσματα (π.χ ο γιατρός Μ… Μ…. ένας από τους συντάκτες του πορίσματος χαρακτήρισε το γιατρό Κ….

επικίνδυνο) και η απόδοση σε πλάγιο λόγο, χωρίς τη χρήση εισαγωγικών της κρίσης που φέρεται να εκφράστηκε από τον τρίτο εναγόμενο δεν συνιστούν δηλώσεις του παρά δημοσιογραφική δευτερογενή επεξεργασία με βάση το άνω πόρισμα. Ο εν λόγω εναγόμενος εξέφρασε την προσωπική του γνώμη ως προς τη βασιμότητα και αξιοπιστία του πορίσματος της ΕΔΕ, που συνιστά μία αξιολογική κρίση, που δεν είναι ικανή και πρόσφορη να προκαλέσει προσβολή του προσώπου του ενάγοντος.

Επικαλέστηκε τα συμπεράσματα του πορίσματος χωρίς να ανταποδώσει χαρακτηρισμό. Την κρίση περί επικίνδυνου την εξέφερε ο δημοσιογράφος που έγραψε το άρθρο. Η θέση της αναφοράς περί θέσης στο αρχείο της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Πειραιώς του πορίσματος της επιστημονικής επιτροπής, συνιστά αληθές γεγονός και η εκφορά κρίσης για την ενέργεια αυτή δεν προσβάλλει την προσωπικότητα του ενάγοντος, αλλά επιχειρεί την ευαισθητοποίηση των αρμοδίων φορέων για την διαλεύκανση της υπόθεσης, αφού η επισήμανση κατ' επανάληψη της δυσλειτουργίας του Β' χειρουργικού τμήματος δεν είχε οδηγήσει στην επίλυση του προβλήματος, δ] Την 01/8/1995 στην ως άνω προγραμματισμένη συνέντευξη στο αμφιθέατρο του νοσοκομείου ΜΕΤΑΞΑ προς τους υγειονομικούς συντάκτες των Μ.Μ.Ε [Μ….., A…, Ε…., Ν….κ.λ] αναφερόμενος στο πρόσωπο του ενάγοντος είπε μεταξύ άλλων "Εδώ κριτικάρουμε και καταδικάζουμε εδώ στην Ελλάδα και την ευθανασία ακόμα.

Αυτός {δηλαδή ο ενάγων} δεν έκανε καν ευθανασία. Έκανε κακοθανασία...". Η δήλωση αυτή παρουσιάσθηκε την ίδια ημέρα {…….} στο κεντρικό (βραδινό) δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού A…. με το εξής εισαγωγικό σχόλιο του δημοσιογράφου: "Το επιστημονικό προσωπικό του νοσοκομείου πέρασε στην αντεπίθεση και περιέγραψε με τα πιο μελανά χρώματα τον χειρουργό κ.

Α….. Κ….....". Πρόκειται για μία απομονωμένη και συγκεκομμένη φράση που δεν αποδίδει το πραγματικό νόημα της συνολικής δήλωσης στο οποίο αυτή εντασσόταν, η οποία δεν παρατίθεται. Η μη παράθεση του όλου κειμένου στο οποίο αυτή εντάσσεται αλλοιώνει το πραγματικό νόημα και δεν μπορεί να αξιολογηθεί με ασφάλεια.

Σε κάθε περίπτωση αποτελεί μία δυσμενή και οξεία έκφραση γνώμης αναφορικά με τις βαρύτατες ιατρικές επιθετικές - ριζικές επεμβάσεις του ενάγοντος σε καρκινοπαθείς ασθενείς που σχεδόν αμέσως μετά αποβίωσαν, χωρίς να υπάρχει ειδικός σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος, ε] Στην εφημερίδα ….. στις 02/8/1995 σε άρθρο της δημοσιογράφου Στ.

Σ…… με τίτλο "ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΣΥΓΚΑΛΥΨΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΑΤΡΟ ... Φ….." αναφέρονται τα ακόλουθα: "Οι ασθενείς ήσαν έρμαια στα χέρια του Α. Κ….., ενός ανθρώπου, όπως τόνισε ο χειρουργός κ, Μ….ς, που ήταν της λογικής "αποφασίζω και διατάζω". Πλην της φράσης που είναι σε εισαγωγικά "αποφασίζω και διατάζω" το υπόλοιπο τμήμα της φερόμενης δήλωσης αποτελεί αξιολογική κρίση της συντάκτριας του δημοσιεύματος.

Η φράση αποφασίζω και διατάζω υποδηλώνει την έλλειψη συνεργασίας εκ μέρους του ενάγοντος και της μη λήψης υπόψιν των αποφάσεων του ογκολογικού συμβουλίου του νοσοκομείου 1)Στην· εφημερίδα τα ΝΕΑ στις 30/8/1995 σε άρθρο της δημοσιογράφου Α. Α. με τίτλοι- "ΠΑΡΑΠ...ΖΕΊΑΙ Ο Κ……." αναφορικά με την αναστολή λειτουργίας του Β' χειρουργικού τμήματος και την πρόθεση του Υπουργού Υγείας να απομακρύνει τον πρόεδρο του ΔΣ μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ακόλουθα: "...

Παρόμοια άποψη έχει και ο εκπρόσωπος των γιατρών του Δ.Σ του νοσοκομείου κ. Μ. Μς: "Μια τέτοια ενέργεια θα βρει αντίθετους τους γιατρούς του νοσοκομείου! Η λήψη μιας τέτοιας απόφασης δυστυχώς θα οδηγήσει στο "πάγωμα" της υπόθεσης και θα επιβεβαιώσει τις φήμες για προσβάσεις του κ. Κ….στο Υπουργείο Υγείας...".

Το δημοσίευμα αναφέρεται στην ομόφωνη απόφαση του ΔΣ του νοσοκομείου ……. με την οποία ανακλήθηκε η άδεια του ενάγοντος και ανεστάλη η λειτουργία του Β' χειρουργικού τμήματος έως ότου αποφανθούν τα αρμόδια δικαιοδοτικά όργανα για την εν λόγω υπόθεση. Η δήλωση του άνω εναγόμενου αφορούσε το ενδεχόμενο αντικατάστασης του προέδρου του ΔΣ του νοσοκομείου επειδή συμμετείχε στη λήψη της άνω απόφασης.

Στο εν λόγω δημοσίευμα αναγράφεται μεταξύ άλλων "Οι φήμες μιλούσαν για αντικατάσταση του προέδρου του ΔΣ ... και μόλις χθες άρχισαν να επιβεβαιώνονται και να δημιουργούν ακόμη μεγαλύτερη αναστάτωση στο νοσοκομείο .... Σε συνάντηση που είχε ο υπουργός με 4 εκπροσώπους του ΔΣ του συλλόγου εργαζομένων τους γνωστοποίησε ότι προτίθεται να διορίσει νέο ΔΣ στο νοσοκομείο...".

Στη φημολογία αυτή ο τρίτος εναγόμενος ως εκπρόσωπος -των ιατρών" στο ΔΣ του νοσοκομείου τοποθετήθηκε εκφράζοντας την αντίθεσή του στη διαφαινόμενη αντικατάσταση του ΔΣ και επισήμανε ότι μία τέτοια ενέργεια θα προκαλούσε αντιδράσεις στο σύνολο της ιατρικής κοινότητας του νοσοκομείου, ενώ εξέφρασε και την ανησυχία του ότι μία τέτοια ενέργεια θα επιβράδυνε την διαλεύκανση της υπόθεσης.

Επομένως, αποτελεί κρίση για τις ενδεχόμενες συνέπειες μιας μελλοντικής και αβέβαιης εξέλιξης από την αντικατάσταση του ΔΣ του νοσοκομείου, ζ] Στην εφημερίδα ……..στις ……… σε άρθρο της δημοσιογράφου κ. Στ. Σ…… με τίτλο "ΓΙΑΤΡΟΣ ΚΑΤΗΓΟΡΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ 4 ΑΣΘΕΝΩΝ ΤΟΥ" και υπότιτλο "ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΤΑΙ Ο ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ Α…..

Κ……" αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής: "... Οι ασθενείς ήταν έρμαια στα χέρια του Α…. Κ….., είχε πει ο χαρακτηριστικά ο γιατρός κ. Μς...". Η ανωτέρω φράση συνιστά ισχυρισμό της συντάκτριας του άρθρου και όχι δήλωση του άνω εναγομένου. Σε κάθε περίπτωση η φράση αυτή συνιστά αξιολογική κρίση με σκοπό να αναδείξει την αδιαφορία που έδειχνε ο ενάγων στις συλλογικές αποφάσεις των οργάνων του νοσοκομείου και στην έλλειψη συνεργασίας με τους συνεργάτες του.

Ο τέταρτος εναγόμενος [Α. Α.]: Φέρεται να προβαίνει στις ακόλουθες ενέργειες δια του τύπου: α] Την 01/8/1995 υπέγραψε για την επιστημονική επιτροπή, ως πρόεδρος της Δελτίο Τύπου, που συνυπέγραψε και η πρόεδρος του ΔΣ της Ένωσης Ιατρών Νοσηλευτηρίων Αθηνών - Πειραιώς {ΕΙΝΑΠ} Χ…..Π….., το οποίο απηύθυνε προς τους υγειονομικούς συντάκτες - εκπροσώπους των ΜΜΕ, στους οποίους και διανεμήθηκε την ίδια ημέρα στην ως άνω προγραμματισμένη κοινή συνέντευξη τύπου του ΔΣ της ΕΙΝΑΠ, της Επιστημονικής Επιτροπής και εκπροσώπων Ιατρικής Υπηρεσίας Νοσοκομείου …….στο αμφιθέατρο του εν λόγω νοσοκομείου, με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Τα επιστημονικά και συνδικαλιστικά όργανα του νοσοκομείου "……." σε συνεργασία με το Δ.Σ της ΕΙΝΑΠ, μετά τις πρόσφατες δημόσιες καταγγελίες για τη λειτουργία του Δ/ντού της ………' χειρ/κής Κλινικής του νοσοκομείου, προς αποκατάσταση της αλήθειας, της αξιοπιστίας του προσφερομένου ιατρικού έργου από το νοσοκομείο, της αξιοπρέπειας και του κύρους του Ιατρικού σώματος, αλλά κυρίως για την προστασία της ασφάλειας και της ποιότητας παροχής περίθαλψης στους ασθενείς, με υψηλό αίσθημα ευθύνης οφείλουμε να ενημερώσουμε την κοινή γνώμη και να καλέσουμε τους αρμόδιους φορείς να αναλάβουν επίσης τις ευθύνες τους.

Το πρόσφατο πόρισμα της ΕΔΕ, που διέρρευσε στον τύπο λίγες ημέρες μετά την κατάθεσή του από τη Διοίκηση του Νοσοκομείου στο Υπ. Υγείας και σε άλλες αρμόδιες υπηρεσίες είναι αποτέλεσμα γνωστής και πολύμηνης προσπάθειας γιατρού αναγνωρισμένου επιστημονικού, ηθικού κύρους και θητείας στο ΕΣΥ, μετά από την απόφαση ανάθεσης εκ μέρους του Δ.Σ και μετά από πολλαπλές, πολύχρονες και κοπιαστικές προσπάθειες και καταγγελίες επιστημονικών οργάνων^ Επιστημονικών Επιτροπών του νοσοκομείου "………", συνεργατών - γιατρών της Β' χειρουργικής κλινικής και καταγγελίες ασθενών και συγγενών τους.

Επανειλημμένες ΕΔΕ και πορίσματα Επιστημονικών Επιτροπών από το ……. μέχρι και σήμερα για το ίδιο θέμα δεν έτυχαν της δέουσας προσοχής και διεκπεραίωσης ούτε από το Υπ. Υγείας ούτε από τη Δικαιοσύνη. "Κοινός τόπος" όλων αυτών των πορισμάτων, αποτελεί η ασυνήθης, παράδοξη, μέχρι επικινδυνότητας, αντιδεοντολογική και αντιεπιστημονική συμπεριφορά του ίδιου συναδέλφου απέναντι σε ασθενείς και συνεργάτες του.

Από τη συμπεριφορά αυτή, όπως προκύπτει και από την παρούσα ΕΔΕ θίγονται εξαιρετικά ευαίσθητες πτυχές της Ιατρικής Δεοντολογίας αλλά και του πρωτογενούς και αδιαμφισβήτητου ανθρωπιστικού χαρακτήρα της Ιατρικής. Τονίζουμε: κανένας γιατρός, δεν έχει το δικαίωμα να πειραματιστεί, να βραχύνει το χρόνο ζωής ή να επιδεινώνει την ποιότητα ζωής και του πλέον τελεσίδικα καταδικασμένου ασθενούς.

Κανένας γιατρός "επιθετικός", "τεχνικός" ή "τεχνοκράτης" δεν έχει το δικαίωμα να μη σέβεται το δικαίωμα του ασθενούς να πεθάνει με αξιοπρέπεια και μέσα στις λιγότερο δυνατόν επώδυνες συνθήκες. Κανένας γιατρός δεν έχει το δικαίωμα στο όνομα της οποιασδήποτε "τεχνικής δεξιότητας" να συμπεριφέρεται ως "ιδιοκτήτης" του σώματος της ζωής και της ποιότητας έστω και της ολιγοήμερης επιβίωσης του ασθενούς.

Στην προκειμένη περίπτωση όμως έχουμε να κάνουμε, όπως προκύπτει από το πόρισμα της ΕΔΕ με μια μεμονωμένη, ακραία περίπτωση αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς. Είμαστε υποχρεωμένοι να την στιγματίσουμε όσο και αν αυτό "πονάει" το ιατρικό σώμα. Είμαστε ακόμη υποχρεωμένοι να καταγγείλουμε όλους όσους προσπάθησαν ή επιδιώκουν την συγκάλυψη και την αποσιώπηση αυτής της υπόθεσης. 1ον.

Την προηγούμενη Διοίκηση του νοσοκομείου "ΜΕΤΑΞΑ" και την προηγούμενη Πολιτική Ηγεσία του Υπ. Υγείας που δεν διεκπεραίωσαν όπως όφειλαν προηγούμενες ΕΔΕ και πορίσματα. 2ον. Την ολιγωρία της σημερινής Πολιτικής Ηγεσίας του Υπ. Υγείας που μόνο 6 ολόκληρους μήνες μετά τις επικλίσεις της Διοίκησης του Νοσοκομείου, των Επιστημονικών του Οργάνων και της ΕΙΝΑΠ έστειλε Επιθεωρητή Υγείας! Εντύπωση όμως προκαλεί και η πρόσφατη στάση ουδετερότητας της Πολιτικής Ηγεσίας του Υπ Υγείας η οποία για άλλα θέματα λιγότερο σοβαρά και συγκεκριμένα δεν φείδεται χαρακτηρισμών και καταγγελιολογίας.

Το Υπ. Υγείας οφείλει, άμεσα να συγκαλέσει το Κεντρικό Πειθαρχικό Όργανο και μέχρι την δικαστική διεκπεραίωση της υπόθεσης να αναστείλει την άδεια λειτουργίας του συναδέλφου. Δεν είναι δυνατόν μπροστά σε τόσο σοβαρές καταγγελίες και γεγονότα να αφήνεται έρμαιο διασυρμού και αναξιοπιστίας το μεγαλύτερο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο της χώρας! Τις ευθύνες τους επίσης πρέπει να αναλάβουν με αρμόδια πειθαρχικά όργανα του Ιατρικού Συλλόγου, οι Επιστημονικές Εταιρίες και η Πανεπιστημιακή Κοινότητα.

Θεωρούμε ότι τόσο τα Επιστημονικά Όργανα του Νοσοκομείου όσο και οι εκπρόσωποι της Ιατρικής Υπηρεσίας, αλλά και το Δ.Σ έχουν στο ακέραιο πράξει το καθήκον τους. Το περιστατικό αυτό αποδεικνύει ότι παρά τα τεράστια προβλήματα και τις δυσλειτουργίες των Δημ. Νοσοκομείων σήμερα, τα οποία έχουν δημιουργηθεί από ανεπαρκείς και ατελέσφορες πολιτικές μέσα στο ΕΣΥ λειτουργούν μηχανισμοί προστασίας των ασθενών, ελέγχου και αυτοελέγχου του Ιατρικού σώματος.

Η πολιτεία παρά τις επανειλημμένες προτάσεις των συνδικαλιστικών φορέων αρνείται πρακτικά να θεσμοθετήσει και να οργανώσει και τους απαραίτητους μηχανισμούς ελέγχου της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών, σε συνεργασία με την ιατρική κοινότητα. Σε ότι αφορά τις καθημερινές δηλώσεις και αντιδηλώσεις που ορισμένα δημοσιεύματα του τύπου περί "πόλεμο συμφερόντων" και "επιστημονικών τεχνικών και επιτευγμάτων" τονίζουμε:

αρκεί η αναφορά σε 2 ή 3 μόνο περιστατικά από τις δεκάδες που περιέχονται στο πόρισμα για να καταρριφθεί η "επιστημοφάνεια" και να αναδειχθεί η αντιδεοντολογική ιατρική συμπεριφορά. Δεν θα το πράξουμε. Διότι σεβόμαστε την ιατρική δεοντολογία, την Ιατρική και τον άρρωστο. Δεν πρόκειται να συμμετέχουμε στον εξευτελισμό και στον παραπέρα εκχυδαϊσμό της ιατρικής λειτουργίας.

Τα οποιαδήποτε συμφέροντα, σκοπιμότητες και πολιτικές συγκαλύψεις πρέπει να αναζητηθούν από την άλλη πλευρά, που επί χρόνια συγκαλύπτεται και αποσιωπάται από διαδοχικές πολιτικές ηγεσίες του Υπ. Υγείας και Διοικήσεις του Νοσοκομείου". Το δελτίο τύπου το υπέγραψε με την άνω ιδιότητά του για ενημέρωση της κοινής γνώμης καλώντας τους αρμόδιους φορείς να αναλάβουν τις ευθύνες τους.

Στην κοινή συνέντευξη τύπου η συμμετοχή του άνω εναγομένου εστιάστηκε στην εκφορά της επιστημονικής κρίσης της επιστημονικής επιτροπής του νοσοκομείου …….., β] Στην εφημερίδα ……. στις …….. φέρεται να έδωσε συνέντευξη, η οποία δημοσιεύθηκε υπό τον τίτλο "ΥΠΟΘΕΣΗ ΚΡΙΤΣΕΛΗ, ΝΑ ΑΝΑΛΑΒΟΥΝ ΤΙΣ ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΟΥΣ" και υπό τον υπότιτλο "Η ΕΙΝΑΠ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ "……" ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΑΝ ΕΥΘΥΝΕΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΗΓΕΣΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΥΓΕΙΑΣ, ΓΙΑ ΣΥΓΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ", όπου αναφέρεται επί λέξει: "...

Όπως επεσήμανε ο πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής του Νοσοκομείου Αθ. Α……, δύο από αυτές (εννοείται τις ε.δ.ε) που διενεργήθηκαν στο ……. το 92 και 93 παραδόθηκαν μεταξύ άλλων και στη Δικαιοσύνη, "ετέθησαν από τις Εισαγγελικές αρχές βιαστικά στο αρχείο". Την ίδια στιγμή, μια ακόμη ε.δ.ε, που έφθασε στη σημερινή πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας, σημείωσε ο Αθ.

Α….., οδήγησε μήνες μετά την κατάθεση της στην αποστολή στο νοσοκομείο ενός επιθεωρητού Υγείας, ο οποίος όμως δεν κατέληξε σε κανένα πόρισμα για την βασιμότητα ή όχι των καταγγελιών". Το άνω απόσπασμα πέραν του ότι δεν αποτελεί δήλωση του άνω εναγομένου αναφέρεται σε αληθή πραγματικά περιστατικά. Η κρίση αυτή εκφράστηκε για να καταδείξει την ανάγκη διεξοδικής έρευνας της υπόθεσης και να αρθούν οι δυσλειτουργίες του νοσοκομείου, γ] Στην εφημερίδα …….

στις …… σε άρθρο του Λ.. Κ. αναφέρεται επί λέξει: "... Ο πρόεδρος της επιστημονικής επιτροπής του νοσοκομείου Α. Α. από την πλευρά του κατηγόρησε τον χειρουργό Α. Κ. ότι εφήρμοζε θεραπευτικούς μεθόδους που εκφεύγουν των ορίων της αποδεκτής θεραπείας του καρκίνου...". Τα ανωτέρω αποτελούν επιστημονικές κρίσεις που είχαν διαπιστωθεί στην από …..

απόφαση της επιστημονικής επιτροπής, τα οποία αντέγραψε ο συντάκτης του δημοσιεύματος, δ] Στην εφημερίδα τα ΝΕΑ στις 28/02/1998 προέβη σε δήλωση υπό τον τίτλο "ΠΑΡΕΒΑΙΝΕ ΤΗΝ ΙΑΤΡΙΚΗ" και τον υπέρτιτλο "ΠΩΣ ΑΠΕΒΙΩΣΑΝ 4 ΚΑΡΚΙΝΟΠΑΘΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΕΓΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ Α. Κ". Στη δήλωση αυτή και υπό τον τίτλο (εντός πλαισίου) "ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΗΣ ΟΓΚΟΛΟΓΙΚΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΤΟΥ ……" αναφέρονται τα εξής: "Αναφερόμενος στη δίωξη που ασκήθηκε προχθές εις βάρος του κ.

Κ…. από την Εισαγγελία Πειραιά, ο διευθυντής της Α' Ογκολογικής κλινικής του νοσοκομείου Πειραιά κ. Α.ς Α., ο οποίος είχε συντάξει το πόρισμα της πρώτης ΕΔΕ που είχε διενεργηθεί το ….. τόνισε στα ΝΕΑ: .... Η απόφαση της Εισαγγελίας Πειραιά να ασκήσει δίωξη εις βάρος του κ. Κ. μας καλύπτει. Κατά τη γνώμη των θεσμικών οργάνων ο κ.

Κ. παράβαινε την ιατρική τέχνη, δεν έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει, με αποτέλεσμα κάποιοι άνθρωποι να χάσουν πρόωρα τη μάχη για τη ζωή...". Τα ανωτέρω δεν αποτελούν δηλώσεις του άνω εναγομένου μειωτικές της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος. Η πέμπτη εναγομένη (Χ.Π.): Με την ιδιότητά της ως προέδρου της Ε.IN.Α.Π προέβη στις ακόλουθες δηλώσεις:

α] Στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ραδιοτηλεοπτικού σταθμού ….. (δημοσιογράφος Π. Π…..) αναφερόμενη στο πρόσωπο του ενάγοντος δήλωσε "... αποτελεί μία ακραία και μεμονωμένη περίπτωση αντιδεοντολογικής και αντιεπιστημονικής συμπεριφοράς το περιστατικό το οποίο συζητάμε ...". Με τα παραπάνω, που αποτελούν μία επιλεκτική και αποσπασματική παράθεση της δήλωσης της άνω εναγομένης, επαναλαμβάνεται ένα από τα συμπεράσματα του πορίσματος της ΕΔΕ β] Την …, με την άνω ιδιότητά της υπέγραψε το προαναφερθέν δελτίο τύπου με το άνω περιεχόμενο.

Το δελτίο τύπου με το άνω περιεχόμενο αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της συνταγματικά κατοχυρωμένης προστασίας της συνδικαλιστικής δράσης και είχε ως στόχο την ανάσχεση των δημοσιογραφικών παρερμηνειών, την ενημέρωση της κοινής γνώμης για ένα θέμα που είχε πάρει διαστάσεις στον τύπο, την προστασία της ασφάλειας και της ποιότητας παροχής περίθαλψης στους ασθενείς και την ευαισθητοποίηση των αρμοδίων φορέων και για να μην αφήνεται έρμαιο διασυρμού και αναξιοπιστίας το μεγαλύτερο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο της χώρας, γ] Στην συνέντευξη τύπου της …… στο αμφιθέατρο του νοσοκομείου ……..επανέλαβε και επιβεβαίωσε τα αναφερόμενα στο Δελτίο Τύπου και δήλωσε για τον ενάγοντα τα ακόλουθα :<Δεν ξέρω αν πρόκειται για παθολογική περίπτωση, αλλά είναι πλήρης ασέβεια στους κανόνες ιατρικής δεοντολογίας και απέναντι στον άρρωστο. ...

Ας τεθεί ο άνθρωπος... περιστασιακά ... όχι μονίμου ... σε μία ... μικρής διάρκειας χρονική διαθεσιμότητα, ώστε να γίνει η δικαστική διερεύνηση και να ... τελειώσει αυτή η ιστορία". Πέραν της αποσπασματικής επίκλησης των άνω φράσεων από τον ενάγοντα τα ανωτέρω αποτελούν παράθεση των σημείων του κοινού δελτίου τύπου των οργάνων του νοσοκομείου και δεν προσβάλλουν για τους προαναφερθέντες λόγους την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, δ] Στις 02/8/1995 στην εφημερίδα "……." δήλωσε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "όταν μελέτησα το πόρισμα της ΕΔΕ μου δημιούργησε αισθήματα απέχθειας και αηδίας η υπόθεση του γιατρού Κ…..

είναι μία μεμονωμένη ακραία περίπτωση αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς το ΔΣ της ΕΓΝΑΠ στιγματίζει την υπόθεση Κ…… ακόμα και αν αυτό πονάει το ιατρικό σώμα". Η δήλωση αναφέρεται σε προκληθέντα συναισθήματα και όχι σε γεγονότα, ε] Στην εφημερίδα ……στις 02/8/1995 σε άρθρο της Π, Χ., πλην των αναφερομένων στο ως άνω δελτίο τύπου αναφέρονται οι ακόλουθες δηλώσεις της "...Προσωπικά αισθάνομαι κατά πρώτον, θλίψη γι' αυτά που έκανε ο Κ.

και, κατά δεύτερον, απέχθεια. Καταγγέλλουμε ότι είχαν γίνει πριν από χρόνια πέντε ε.δ.ε σε βάρος του, ενώ άλλες δύο βρίσκονται σε εξέλιξη. Το Υπουργείο δείχνει ολιγωρία. Οφείλει να συγκαλέσει αμέσως το Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο και να αναστείλει την άδεια του Κ.". Τα ανωτέρω περί θλίψης και απέχθειας συνιστούν έκφραση της εσωτερικής διάθεσης και των συναισθημάτων της άνω εναγομένης, ενώ τα υπόλοιπα συνιστούν τμηματική καταχώρηση σημείων του κοινού δελτίου τύπου, στ] Στην εφημερίδα …….

στις 02/8/1995 σε άρθρο του Θ. Λ. με τίτλο "ΝΑ ΤΕΘΕΙ Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΣΕ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ" και τον υπέρτιτλο "ΕΙΝΑΠ: ΤΟΝ ΚΑΛΥΠΤΑΝ ΟΙ ΔΙΟΙΚΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ..'…" μεταξύ άλλων φέρεται ότι δήλωσε "...Όλες οι πράξεις του γιατρού Κ………η κάλυπταν οι διοικήσεις του νοσοκομείου και η προηγούμενη ηγεσία του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, η οποία γνώριζε τα πάντα για τις παράνομες ιατρικές ενέργειες του χειρουργού, ενώ όλες οι σε βάρος του ΕΔΕ δεν έτυχαν της δέουσας προσοχής ούτε και από τη Δικαιοσύνη.

Κοινό τόπο όλων των πορισμάτων αποτελεί η ασυνήθης παράδοξη μέχρι επικινδυνότητας αντιδεοντολογική και αντιεπιστημονική συμπεριφορά του ιδίου συναδέλφου απέναντι σε ασθενείς και σε συνεργάτες του...". Τα ανωτέρω συνιστούν δημοσιογραφική απόδοση μέρους του συνολικού περιεχομένου του εν λόγω δελτίου τύπου, ζ] Στην εφημερίδα τα ……..

στις 21/02/1996 δήλωσε μεταξύ άλλων τα εξής: "... Η υπόθεση αυτή είναι μία τραγωδία για όλους. Δεν μας εμπιστεύεται κανείς. Τέτοια θέματα θα πρέπει να είναι υπόθεση του κλάδου και όχι της Δικαιοσύνης. Δεν μπορεί να αποφαίνονται κάποιο για θέματα που δεν είναι ειδικοί, τόνισε χαρακτηριστικά η κ. Π…., η οποία άφησε αιχμές για τους πραγματογνώμονές που κλήθηκαν για να εξετάσουν τις καταγγελίες κατά του Κ…..".

Τα ανωτέρω συνιστούν προσωπικές απόψεις της άνω εναγομένης σχετικά με το κύρος και την αξιοπιστία του συστήματος της δημόσιας υγείας από την παρατεταμένη δικαστική εμπλοκή του νοσοκομείου και τη συνακόλουθη αναστάτωση που προκλήθηκε σε ασθενείς και στην κοινή γνώμη και προσωπικές θέσεις της ότι τέτοιου είδους ζητήματα πρέπει να διευθετούνται σε ένα πρότερο στάδιο μέσω των θεσμοθετημένων οργάνων του νοσοκομείου, η δε αναφορά στην ανάγκη κρίσης του ζητήματος από ειδικούς αφορά την απαιτούμενη εξειδίκευση των πραγματογνωμόνων.

Η φράση "η οποία άφησε αιχμές για τους πραγματογνώμονες που κλήθηκαν για να εξετάσουν τις καταγγελίες κατά του Κ……" συνιστά δημοσιογραφικό σχόλιο στο πλαίσιο της δευτερογενούς επεξεργασίας της δήλωσης. Ο έκτος εναγόμενος (Β. Λ.): Στην ημερήσια πολιτική εφημερίδα Ο ΛΟΓΟΣ στις 02/8/1995 δήλωσε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "...Οι ειδικευόμενοι γιατροί έφευγαν από το τμήμα του Διευθυντή της ….' χειρουργικής, γιατί όπως υποστήριζαν δεν ήθελαν να μείνουν, λόγω των επικίνδυνων πειραμάτων που γίνονταν εκεί...".

Ο άνω εναγόμενος αρνείται ότι έκανε τις άνω δηλώσεις στην εν λόγω εφημερίδα. Η εφημερίδα, στο πρόλογο της, αναφέρεται στην από 01/8/1995 κοινή συνέντευξη τύπου στο αμφιθέατρο του νοσοκομείου …….., στην οποία όμως ο εναγόμενος δεν ήταν παρών. Προφανώς η εφημερίδα αποδίδει στον άνω εναγόμενο πληροφορίες που συγκέντρωσε η συντάξασα το άνω άρθρο κατά το ρεπορτάζ αυτής από άλλους γιατρούς είτε παρόντες είτε απόντες από την άνω συνέντευξη.

Η συμμετοχή του άνω εναγόμενου συνίσταται μόνο στο γεγονός ότι κλήθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας στο πλαίσιο της Ε.Δ.Ε που διενήργησε ο πρώτος εναγόμενος. Οι εναγόμενοι ιατροί προέβησαν σε κρίσεις, δηλώσεις και τοποθετήσεις, όταν ρωτήθηκαν σχετικά από τους δημοσιογράφους μετά το πόρισμα της ΕΔΕ. Ανέφεραν αληθή κατά τα ουσιώδη στοιχεία περιστατικά για όσα συνέβαιναν στην κλινική που διεύθυνε ο ενάγων, με κάποιες ενδεχομένως υπερβολές, που δεν εντάσσονταν όμως στο πλαίσιο αξιοποίνου, ενώ οι κρίσεις, δηλώσεις και τοποθετήσεις τους διογκώθηκαν από τους αποδέκτες τους, αρμόδιους για τη μεταφορά των γεγονότων στο αναγνωστικό κοινό των εφημερίδων και το κοινό των τηλεοπτικών μέσων από υπερβάλλοντα επαγγελματικό ζήλο και προς προσέλκυση αναγνωστών και θεατών, επενδύοντας αυτές με εντυπωσιακές βαρύγδουπες λέξεις, φράσεις και τίτλους που ποτέ δεν είχαν εκφέρει οι εναγόμενοι.

Οι τελευταίοι, από επιστημονικό ενδιαφέρον και προς προστασία του προαναφερόμενου νοσοκομείου, εξέφρασαν απλώς την επιστημονική τους άποψη για την επιθετική χειρουργική ιατρική, που ασκούσε ο ενάγων στους καρκινοπαθείς ασθενείς του, και για τις συνέπειες αυτής, τις διοικητικές παραλείψεις που πράγματι συνέβαιναν και τη διατάραξη των διαπροσωπικών σχέσεων του ενάγοντας και του προσωπικού της κλινικής, αναπαράγοντας και τα συμπεράσματα της ΕΔΕ και των εκθέσεων των πραγματογνωμόνων με επιστημονικά κριτήρια χωρίς σκοπό να προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη ούτε το επιστημονικό κύρος και την προσωπικότητα του ενάγοντος.

Οι όποιες υπερβολές και αντιδικίες που έφθασαν και στα ποινικά δικαστήρια οφείλονται σε έλλειψη αμοιβαίας συνεργασίας των διαδίκων και δη των ιατρών και του προσωπικού της Β' χειρουργικής κλινικής του άνω νοσοκομείου που εκ τούτου δυσλειτουργούσε, έλλειψη για την οποία μεγάλη εοθύνη έχει και ο ενάγων.

Ο τελευταίος, όπως προαναφέρθηκε, με ανάκληση των εγκλήσεων κατά των 2ου και 4ου των εναγόμενων, παραδέχθηκε εμμέσως πλην σαφώς ότι οι άνω κατηγορούμενοι δεν είχαν δόλο, ήτοι σκοπό να προσβάλλουν την τιμή και την προσωπικότητά του, συμβιβαζόμενος προφανώς με αυτούς και αποδεχόμενος τις σχετικές δηλώσεις των κατηγορουμένων αυτών, ότι δεν είχαν πρόθεση να προσβάλλουν την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος - ενάγοντας.

Άλλωστε όλοι οι εναγόμενοι ιατροί είχαν προηγουμένως καλές σχέσεις με τον ενάγοντα, πλην απλώς διαφώνησαν με την χειρουργική ιατρική πρακτική. Οι συνεντεύξεις, δηλώσεις και τοποθετήσεις των εναγομένων στα ΜΜΕ [εφημερίδες, τηλεοπτικούς σταθμούς] αρκούνται σε έκφραση γνώμης και αξιολογικής κρίσης για τη δυσλειτουργία στη Β' χειρουργική κλινική του ενάγοντας και την επιθετική -ριζική χειρουργική που ακολουθούσε ως διευθυντής σε καρκινοπαθείς ασθενείς του, που σαν γεγονότα ήταν αληθή και που είχαν ως αποτέλεσμα να γίνουν πολλές προηγηθείσες χρονικά καταγγελίες ασθενών και οικείων αποθανόντων ασθενών και να προκαλέσουν αναστάτωση στην κοινή γνώμη και στην ιατρική οικογένεια του εν λόγω νοσοκομείου.

Οι στον τύπο αναφερόμενες δυσμενείς για τον ενάγοντα εκφράσεις "για επικινδυνότητα, πειραματισμούς, ανικανότητα, αντιδεοντολογία, κακοθανασία, αμέλεια του ενάγοντος, θανάτους ασθενών αυτού κ.ά." δεν αποδείχθηκε ότι αποτελούν δηλώσεις των εναγομένων. Οι τελευταίοι περιορίσθηκαν γενικώς στα συμπεράσματα του πορίσματος της ΕΔΕ σε επαναλήψεις αυτών και σε εκφράσεις της επιστημονικής τους γνώμης γι' αυτά.

Κατ' ακολουθία όλων αυτών, οι εναγόμενοι με τις προαναφερθείσες τοποθετήσεις τους περί της ιατρικής πρακτικής του ενάγοντος, των καταγγελιών, των διενέξεων και του θορύβου που είχε δημιουργηθεί γιο τον ενάγοντα από την επιθετική χειρουργική που ακολουθούσε σε καρκινοπαθείς ασθενείς, περιέγραψαν, τόσον στην ΕΔΕ όσο και στα Μ.Μ.Ε, πραγματικά περιστατικά αληθή και εξέφρασαν επιστημονικές απόψεις και κρίσεις για την επιστημονική και επαγγελματική εργασία του ενάγοντος, για τη μη αποδεκτή από την πλειοψηφία των χειρουργών επιθετική χειρουργική πρακτική αυτού στην εν λόγω κλινική, που είναι αληθές πραγματικό γεγονός, για τον υπαρκτό σε βάρος του ενάγοντος και σε βάρος του νοσοκομείου θόρυβο στα Μ.Μ.Ε και για την ανησυχία της κοινής γνώμης μετά από τις έγγραφες καταγγελίες και μηνύσεις πολιτών - ασθενών και οικείων θανόντων ασθενών εγχειρισθέντων από τον ενάγοντα.

Κινήθηκαν δε, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον με μόνο σκοπό τη διαλεύκανση της υπόθεσης, την καθησύχαση της κοινής γνώμης, την προστασία της δημόσιας υγείας και της αξιοπιστίας και της φήμης του προαναφερόμενου νοσοκομείου και του επιστημονικού προσωπικού αυτού. Οι άνω δυσμενείς κρίσεις με κάποιο τόνο υπερβολής, με τον τρόπο που εκδηλώθηκαν και υπό τις περιστάσεις που έγιναν, χωρίς αναφορές σε ψευδή περιστατικά και χωρίς να υπερβαίνουν το αναγκαίο προς τούτο μέτρο, δεν είχαν σκοπό, εκ μέρους των εναγόμενων, εξύβρισης του ενάγοντος και προσβολής της τιμής, της προσωπικότητας και του επαγγελματικού κύρους αυτού και έτσι ο κατ' αρχήν άδικος χαρακτήρας αυτών αίρεται κατ' άρθρο 367 ΠΚ.· Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και οι λόγοι της έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι." Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ελάχιστα αναφέρθηκε στις αποφάσεις των πειθαρχικών οργάνων και των ποινικών δικαστηρίων, χωρίς, έστω και συνοπτική αναφορά στο περιεχόμενο τους, ενώ επίσης δεν αναφέρεται στο ευνοϊκό γι'αυτόν αποτέλεσμα των πολιτικών δικαστηρίων, ως προς τη διεκδίκηση χρηματικής ικανοποίησης από μέρους του πρώτου και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων.

Ομως οι παραπάνω αιτιάσεις προβάλλονται αλυσιτελώς, εφόσον δεν συνάπτονται, πλην της αόριστης αναφοράς τους, με προβολή συγκεκριμένης αναιρετικής πλημμέλειας.

Περαιτέρω, σχετικά με τον πρώτο εναγόμενο - αναιρεσίβλητο Α. Λ. επισημαίνονται τα εξής: Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης που αφορά τον ανωτέρω ως προς το δημοσίευμα της εφημερίδας …….. της 1-8-1995, το οποίο έλαβε χώρα μετά τη δημοσιοποίηση του πορίσματος της ΕΔΕ και πριν την έκδοση των αποφάσεων του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΕΣΥ ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ 19,1 και 8 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, με το πρώτο σκέλος αυτού ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο που έκανε δεκτό πως σε άρθρο του δημοσιογράφου Α. Αναγνώστου στην άνω εφημερίδα με τίτλο "………." αναγράφονται, επί λέξει τα εξής:"... Επικίνδυνο και υπεύθυνο για τους θανάτους ασθενών, χαρακτηρίζουν τον κ. Κ……... ο νευρογειρουργός κ. Λ. που διενήργησε την επίμαχη ΕΔΕ, αλλά και ο πνευμονολόγος και πρόεδρος της επιστημονικής επιτροπής τον "….." Μ.

Μ….ς". Κατά ταύτα τα αναφερόμενα συνιστούν συμπέρασμα και ερμηνεία του συντάκτη του άνω άρθρου διότι δεν παρατίθενται εντός εισαγωγικών, αλλά κατά δημοσιογραφική απόδοση με τη χρήση πλάγιου λόγου. Ο πρώτος εναγόμενος από το περιεχόμενο του δημοσιεύματος, δεν προκύπτει, ότι προέβη σε τέτοιου περιεχομένου δήλωση, κάτι άλλωστε που προκύπτει ότι ο άνω συντάκτης του δημοσιεύματος δεν αναφέρει ως πηγή των ανωτέρω συγκεκριμένη συνέντευξη ή δήλωση τον πρώτου εναγομένου.

Ο τελευταίος απλώς διατύπωσε σοβαρές διαφωνίες με τις ιατρικές χειρουργικές ενέργειες τον ενάγοντος. Προφανώς ο συντάκτης τον δημοσιεύματος αντλεί το χαρακτηρισμό της επικινδυνότητας τον ενάγοντος από το διαρρεύσαν πόρισμα της εν λόγω ΕΔΕ, όπου γίνεται λόγος, ότι ο ενάγων επέδειξε ανικανότητα στη λειτουργία του τμήματος και ότι είναι επικίνδυνος στη συνέχιση της διεύθυνσής του, και το αποδίδει εσφαλμένα σε δήλωση του πρώτου εναγομένου στον τύπο.

Η δευτερογενής όμως επεξεργασία και απομόνωση στοιχείων του διαρρεύσαντος πορίσματος από το συντάκτη του δημοσιεύματος, αποδίδει διαφορετικό περιεχόμενο και νόημα από αυτό, όταν αυτά είναι ενταγμένα στο όλο περιεχόμενο τον πορίσματος. Σε κάθε περίπτωση, οι επιστημονικές κρίσεις που διατυπώνονται στο πόρισμα της ΕΔΕ συνιστούν όχι δηλώσεις αλλά εκδηλώσεις, που έγιναν στο πλαίσιο άσκησης νομίμων καθηκόντων".

Έτσι όμως, διέλαβε στην απόφαση του αντιφατικές και ενδοιαστικές αιτιολογίες. Συγκεκριμένα, ως προς το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού (πλημμέλεια άρθρου 559 αρ 19 ΚΠοΛΔ), ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση της παράβασης εκ πλαγίου, των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ και 361, 362 και 363 ΠΚ ισχυριζόμενος, ότι η λέξη "χαρακτηρίζει" αναφέρεται σε δήλωση και όχι σε δημοσιογραφική ερμηνεία, ο πλάγιος λόγος που επικαλείται η απόφαση είναι ο γλωσσολογικός ορισμός αναφοράς σε δήλωση τρίτου προσώπου, η λέξη "προφανώς" καθιστά ενδοιαστική την αιτιολογία της προσβαλλομένης καθώς και ότι ενώ δέχεται, ότι ο συντάκτης του δημοσιεύματος δεν αναφέρεται σε δήλωση του ανωτέρω σχετικά με τον χαρακτηρισμό "επικίνδυνος" στην συνέχεια αναφέρει, ότι αυτός (ο δημοσιογράφος) τον αποδίδει εσφαλμένα σε δήλωσή του αναιρεσίβλητου προς την άνω εφημερίδα, ενώ περαιτέρω έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες λαμβάνον υπόψη το αβάσιμο πόρισμα της ΕΔΕ, το οποίο δεν παραθέτει αυτολεξεί και δεν αναφέρει την απαλλακτική απόφαση του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών ΕΣΥ του Υπουργείου Υγείας, την απαλλακτική απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΙΣΑ, την 503/1996 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά για αρχειοθέτηση του ποινικού μέρους της υπόθεσης και την 2349/1998 αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, κατά το πρώτο σκέλος του. Τούτο δε διότι, το Εφετείο το μεν δέχεται, πως τα προαναφερθέντα αποτελούν προσωπική εκτίμηση, συμπέρασμα και ερμηνεία του ως άνω άρθρου, με πηγή γνώσης του τα αναφερόμενα στη διενεργηθείσα ΕΔΕ, η οποία οριοθετεί την, κατ'αυτήν, ανικανότητα του αναιρεσείοντος προς τη λειτουργία και τη διεύθυνση του τμήματος του, το δε εστιάζει αόριστα στην ύπαρξη "πλάγιου λόγου" και την έλλειψη εισαγωγικών, ώστε να αποδώσει τη σχετική καταγραφή στην ελεύθερη εκτίμηση του δημοσιογράφου.

Άλλωστε, η λέξη "χαρακτηρίζουν", η οποία προσιδιάζει στις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα πλημμέλειες, στη συνέχεια, χωρίς επαρκή αιτιολογία και τεκμηρίωση, δεν αποδίδει τη σχετική περιγραφή στον πρώτο αναιρεσίβλητο, αλλά στον τύπο. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο τούτο, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναίρεσης του άρθρου 559 αρ 1 και 8 ΚΠολΔ που το αφορούν λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού λόγου αναίρεσης.

Σχετικά με το δημοσίευμα στην εφημερίδα ……….. της ……….. ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου και επικουρικά ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ και 361, 362 και 363 ΠΚ. Ειδικότερα σχετικά με το άνω δημοσίευμα σε άρθρο του Λ.Κ…… με τίτλο " Η ΕΙΝΑΠ ΖΗΤΑ ΝΑ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ Η ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΥ" και με υπότιτλο τη δήλωση του Α.

Λ……η "ΩΣ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΡΙΨΟΚΙΝΔΥΝΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΙΤΗ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΑΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΡΙΤΣΕΛΗ

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ……" αναφέρονται επί λέξει τα " εξής; "... Σκληρή γλώσσα όμως, χρησιμοποίησε και ο Πρόεδρος της επιτροπής χειρουργείου του νοσοκομείου Μ…, Α. Λ…..ς; ο οποίος ήταν εκείνος που διενήργησε την Ένορκη Διοικητική Εξέταση. Αναφερόμενος, λοιπόν, στον Α…. Κ….. χαρακτήρισε ως "εξαιρετικά ριψοκίνδυνη και αντιδεοντολογική τη θεραπευτική τακτική που ακολουθούσε". Για του λόγου του αληθές επικαλέστηκε μάλιστα τις μαρτυρίες αναισθησιολόγων οι οποίοι είχαν αρνηθεί να συνεργαστούν με τον κ. Κ……. ..", το Εφετείο έκανε δεκτό ότι τα παραπάνω δεν αποτελούν δήλωση του πρώτου εναγομένου, αλλά

άντληση πληροφοριών από το πόρισμα της ΕΔΕ, και αναπαραγωγή τμήματος των γενικών συμπερασμάτων της ΕΔΕ, όπου ο πρώτος εναγόμενος διατύπωσε επιστημονικές κρίσεις στο πλαίσιο άσκησης νομίμων καθηκόντων. Συναφώς, ο αναρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλάγιου τις άνω διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ και 361, 362, 363 ΠΚ περιλαμβάνοντες αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες (αρθ 559 αρ 19 ΚΠοΛΔ) και επικουρικά ευθέως, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή αυτών (αρθ 559 αρ 1 ΚΠοΛΔ).

Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι έσφαλε το Εφετείο, δεχόμενο ότι αντικειμενικά ψευδείς και αβάσιμες παραδοχές συνιστούν επιστημονικές κρίσεις από ιδιαίτερο νομικό καθήκον. Περιέχει δε αντιφατικές αιτιολογίες συνιστάμενες στο ότι, ενώ από το περιεχόμενο του δημοσιεύματος, προκύπτει, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος ο οποίος και αναφέρεται ως εκείνος που σε χρόνο παρελθοντικό διεξήγανε την ΕΔΕ, "χρησιμοποίησε σκληρή γλώσσα", "αναφερόμενος" σε χρόνο ενεστώτα στον αναιρεσείοντα, "χαρακτήρισε" ως εξαιρετικά ριψοκίνδυνη και αντιδεοντολογική τη θεραπευτική τακτική που ακολούθησε καθώς και ότι "για του λόγου το αληθές" "επικαλέστηκε τις μαρτυρίες αναισθησιολόγων".

Έτσι όμως όλως αντιφατικά δέχεται, ότι ο δημοσιογράφος αναπαρήγαγε τμήμα των γενικών συμπερασμάτων τις ΕΔΕ, αφού: (α) γίνεται σαφής μνεία σε αναφορές του πρώτου αναιρεσίβλητου σε ύστερο της συντάξεως του πορίσματος χρόνο, (β) γίνεται σαφής μνεία σε επίκληση ειδικών μαρτυριών αναισθησιολόγων προς υποστήριξη των δηλώσεων αυτών, επίκληση η οποία δεν θα είχε κανένα νόημα, εάν επρόκειτο περί δημοσιογραφικής αναπαραγωγής του πορίσματος, το οποίο θεμελιωνόταν - εσφαλμένα και ψευδώς σε πλείστες αναφορές και γ) γίνεται σαφής χρήση λέξεων που παραπέμπουν σε δηλώσεις του αναιρεσιβλήτου, ενώ δεν αναφέρει αυτούσιο το περιεχόμενο του πορίσματος της ΕΔΕ, στο οποίο η απόφαση παραπέμπει.

Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, όσον αφορά την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ενώ το Εφετείο δέχεται, ότι δεν πρόκειται για δήλωση του εναγόμενου, αλλά για αναπαραγωγή του πορίσματος της ΕΔΕ δεν είναι σαφής και πλήρης η συναφής αιτιολογία, διότι ουδόλως προσδιορίζεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, πως η διαφορά μεταξύ παρελθόντος και ενεστώτος χρόνου δεν επηρεάζει την πραγματική ή μη εκφορά των συγκεκριμένων χαρακτηρισμών από τον ανωτέρω αναιρεσίβλητο και πως αυτές αποδίδονται, χωρίς ειδικότερη σαφή αιτιολόγηση σε απλή δημοσιογραφική εργασία του συντάκτη του επίμαχου άρθρου.

Μετά ταύτα, παρέλκει η έρευνα του έτερου επικουρικού λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού ως βάσιμου λόγου του αναιρετηρίου. Σχετικά με το δημοσίευμα στον ……. τύπο της 2-8-1995 υπό τον τίτλο: "ΕΥΘΥΝΕΣ ΣΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ ΥΓΕΙΑΣ - ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ ΣΟΚ ΑΠΟ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΤΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ" και υπό τον υπότιτλο "ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΥΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ" ο συντάκτης του όρθρου Θ…...

Α…… αναφέρει επί λέξει: "... Ο αναισθησιολόγος είχε χαρακτηρίσει την κατάσταση της ασθενούς πολύ βαριά και δεν συμφώνησε για να μπει στο χειρουργείο. Το ίδιο και η ασθενής, η οποία έλεγε και ξανάλεγε ότι μια στις χίλιες οι πιθανότητες της να βγει ζωντανή από το χειρουργείο. Παρόλα αυτά ο κ. Κ……. προχώρησε στην επέμβαση.

Αποτέλεσμα: Η ασθενής πέθανε. Είναι μια από τις πολλές περιπτώσεις για τις οποίες κατηγορείται ο κ. Α….. Κ…., έτσι όπως την περιέγραψε ο νευροχειρουργός του νοσοκομείου …… κ. Θ…. Λ….. (φωτό-αναφέρεται φωτογραφία του Α. Λ…., η οποία δημοσιεύεται σε κεντρική θέση του άρθρου). Ο άνθρωπος που έφερε σε πέρας το δύσκολο έργο της Ενορκης Διοικητικής Εξέτασης, παρουσίασε με τα μελανότερα χρώματα την δραστηριότητα του διευθυντή της Β' Χειρουργικής κλινικής αποκαλύπτοντας παράλληλα ότι έφτασε στο σημείο να κάνει επεμβάσεις ακόμη και χωρίς την συγκατάθεση συγγενών.

Ο κ. Κ - είπε ο νευροχειρουργός - έκανε εγχειρήσεις που η βιολογική κατάσταση πολλών ασθενών δεν το επέτρεπε. Έκανε αφαίρεση οργάνων, ενώ κάτι τέτοιο δεν ήταν αναγκαίο. Υπήρξαν επίσης, δύο περιπτώσεις θανάτων που οφείλονται σε λανθασμένες εκτιμήσεις...". Το Εφετείο, στην προκειμένη περίπτωση δέχθηκε, ότι το άνω απόσπασμα δεν αποτελεί δήλωση του πρώτου εναγομένου, αλλά πρόκειται για αυτοτελή δημοσιογραφική εργασία του συντάκτη του επίμαχου άρθρου, στο οποίο έχουν καταχωρισθεί στοιχεία του διαρρεύσαντος στον τύπο πορίσματος της ΕΔΕ.

Αποδίδεται δε στον πρώτο εναγόμενο, γιατί αυτός διενήργησε την ΕΔΕ, κάτι που προκύπτει από την αντιπαραβολή της άνω φερόμενης δηλώσεως και του περιεχομένου του πορίσματος της ΕΔΕ ,καθώς και ότι ο συντάκτης του επίμαχου δημοσιεύματος παρέθεσε μία σύνοψη των όσων διαλαμβάνονται στις σελίδες 83-87 του εν λόγω πορίσματος και των συμπερασμάτων της ΕΔΕ, ενώ, στις πραγματικές αυτούσιες δηλώσεις του πρώτου εναγομένου στον τύπο (ης και ΕΣ ΤΗΣ Σ της 30/7/1995] αναφορικά με τον ενάγοντα, αυτός δηλώνει: 1) Στα …..

της 29/7/1995 "Εμένα μου ανέθεσε το ΔΣ του νοσοκομείου να εξετάσω κάποιες συγκεκριμένες καταγγελίες που έχουν γίνει από γιατρούς της Β' χειρουργικής κλινικής. Υπήρχαν καταγγελίες για διοικητική δυσλειτουργία τον τμήματος, για διαταραγμένες διαπροσωπικές σχέσεις και για λανθασμένες ιατρικές πράξεις από τον διευθυντή της κλινικής κ.

Κ. Από την ΕΔΕ προέκυψε ότι υπήρξαν περιπτώσεις ασθενών με καλοήθεις παθήσεις, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε βαριές εγχειρήσεις. Υπήρξαν 5-6 τέτοιες περιπτώσεις. Νομίζω ότι κάποια από τα ιατρικά δεδομένα δεν εκτιμήθηκαν σωστά από τον κ. Κ.. Κάποιες από τις ιατρικές ενέργειες στις οποίες προέβη θα μπορούσαν να γίνουν με διαφορετικό τρόπο.

Υπάρχουν περιπτώσεις οι οποίες πρέπει να ερευνηθούν γιατί ενδεχομένως δεν τηρήθηκαν ιατρικοί κανόνες" και 2) στο …………. της 30/7/1995 "Κατέθεσα το πόρισμα πριν από τρεις εβδομάδες στο ΔΣ του νοσοκομείου. Στη συνέχεια στάλθηκε στον υπουργό Υγείας, στον εισαγγελέα και στους ιατρικούς συλλόγους. Τα παραπτώματα που βαρύνουν τον κ.

Κ. είναι υπέρβαση των ορίων της ιατρικής. Μ' αυτά που αναφέρω στο πόρισμα δεν διεκδικώ το αλάθητο. Το έκανα με βάση τα στοιχεία που έψαξα. Μπορεί να φέρει αύριο ο κ. Κ. κάποια άλλα στοιχεία που να τα ανατρέπει αυτά, που εγώ δεν τα βρήκα ή δεν τα πρόσεξα. Ή κάποιος άλλος γιατρός να εκτιμήσει ότι στη Ν. Υόρκη ή αλλού εφαρμόζεται αυτή η τεχνική.

Αυτό δεν μπορώ να το αποκλείσω". Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, σχετικά με το παραπάνω δημοσίευμα ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση, ως προς το σχετικό δημοσίευμα αυτό, για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο παρέβη εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ και 361, 262 και 363 ΠΚ καθόσον διέλαβε σχετικώς αντιφατικές μεταξύ τους ή ανεπαρκείς αιτιολογίες με αποτέλεσμα η προσβαλλομένη απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης.

Τούτο δε διότι, ενώ αναφέρεται στο δημοσίευμα ο αναιρεσίβλητος ως εκείνος που σε χρόνο παρελθοντικό διεξήγαγε την ΕΔΕ, φέρεται να "είπε" σε χρόνο ενεστώτα στον συντάκτη του άρθρου ότι ο αναιρεσείων έκανε εγχειρήσεις που η βιολογική κατάσταση πολλών ασθενών δεν το επέτρεπε, έκανε αφαίρεση οργάνων, ενώ κάτι τέτοιο δεν ήταν αναγκαίο και προκάλεσε τον θάνατο δύο ασθενών από λανθασμένες εκτιμήσεις και "παρουσίασε με τα μελανότερα χρώματα" την δραστηριότητα του αναιρεσείοντος, φράση που δεν υπάρχει στο πόρισμα της ΕΔΕ και αφορά δήλωση του αναιρεσίβλητου.

Αυτός φέρεται ότι "απεκάλυψε παράλληλα", ότι έφθασε στο σημείο να κάνει επεμβάσεις χωρίς τη συγκατάθεση των ασθενών, κάτι που ομοίως δεν αναφέρει το πόρισμα, του οποίου δεν γίνεται αυτολεξεί παράθεση στην προσβαλλομένη απόφαση. Στην συνέχεια δε ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ότι η ταυτότητα των ψευδών αναφορών του πορίσματος και των δηλώσεων, δεν συνιστά κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, αμάχητο τεκμήριο γεγονός που αποτελεί θεμελιωτικό στοιχείο της αντιφατικότητας, άλλως της ανεπάρκειας των αιτιολογιών.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθόσον το Εφετείο, ενώ έκρινε, ότι τα γραφέντα στο άνω άρθρο δεν συνιστούν δήλωση του ανωτέρω εναγομένου-αναιρεσίβλητου, αλλά αυτοτελή δημοσιογραφική εργασία του συντάκτη αυτού που στηρίζεται στις 83-87 σελίδες του πορίσματος της ΕΔΕ, δεν προβαίνει όπως έπρεπε σε περαιτέρω αιτιολόγηση της διαφοράς της χρήσης παρελθόντος και ενεστώτος χρόνου από τον συγκεκριμένο δημοσιογράφο, και τις συνακόλουθες αναγκαίες εκτιμήσεις, για τις επίμαχες δηλώσεις, ώστε να δύναται να αποδοθούν σε κρίση του συντάκτη του άρθρου, που στηρίζεται στην άνω ΕΔΕ και μόνο και όχι σε δηλώσεις του αναιρεσίβλητου, στερώντας έτσι την απόφασή του νομίμου βάσεως.

Σχετικά με τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Ν. Π. γίνονται δεκτά τα εξής: Ως προς τις δηλώσεις που φέρεται, ότι έκανε στην εφημερίδα …… της 2-8-1995 και με τον τίτλο "ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΤΟΥ ΠΙΑΣΩ ΤΟ ΧΕΡΙ", πάνω από το οποίο δημοσιεύθηκε φωτογραφία του 2ου εναγομένου με τον υπότιτλο "Ν. Π: Στις καταγγελίες του στηρίχθηκε η ΕΔΕ που κατέληξε στο πόρισμα εναντίον του Α.

Κ…..", καταγράφεται η ακόλουθη δήλωση του δευτέρου εναγομένου "Αισθανόμουν άσχημα. Δεν μπορούσα όμως να του πιάσω το χέρι. Ούτε μπορούσα να πιάσω τους συγγενείς και να τους ενημερώσω. Αυτό δεν είναι μόνο αντιδεοντολογικό, αλλά και κακοήθεια. Κατήγγειλα, ως όφειλα, τα διάφορα περιστατικά, όμως υπήρξαν διοικήσεις που δεν ήθελαν και διοικήσεις που δεν μπορούσαν.

Όλοι δήλωναν αναρμόδιοι" λέει στα ΝΕΑ ο επιμελητής κ. Ν. Π.ς, οι καταγγελίες του οποίου αποτέλεσαν τη βάση για τη διεξαγωγή της ΕΔΕ και το καταδικαστικό για τον κ. Κ…πόρισμα. Για την συμπεριφορά του κ. Κ…. στο χειρουργείο, αλλά και γενικότερα, ο Π….. υποστήριξε ότι δεν γινόταν διάλογος και ότι αποφάσιζε μόνος του, παρά τις αντίθετες απόψεις. "...

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση αναγκάστηκα να κάνω τις καταγγελίες για τις οποίες ο κ. Κ…. μου έχει υποβάλλει μήνυση, όπως και στους περισσότερους γιατρούς, κάτι που - όπως λέει ο Π…..ς - είναι χαρακτηριστικό για το κλίμα και τη συνεργασία που είναι απαραίτητα για τη λειτουργία του νοσοκομείου ...". Το Εφετείο δέχτηκε ότι η υποβολή μηνύσεων από μέρους του ενάγοντος σε βάρος του και σε βάρος άλλων συναδέλφων του που διαφωνούσαν μαζί του με τις ιατρικές ενέργειες τού και το άσχημο κλίμα που δημιουργήθηκε συνεπεία των μηνύσεων, ως και ότι υπήρχε πρόβλημα επικοινωνίας τον ενάγοντος με τους συνεργάτες του είναι - αληθή γεγονότα.

Η έκφραση "δεν μπορούσα να του πιάσω το χέρι" δεν είναι μειωτική για τον ενάγοντα και προφανώς είχε το νόημα, ότι δεν μπορούσε να ακουστεί η διαφορετική επιστημονική άποψη του δευτέρου εναγομένου στον ενάγοντα". Έτσι όμως κατά τον αναιρεσείοντα παραβίασε την διάταξη του άρθρου 559αρ 1 ΚΠοΛΔ και δη τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής κατά την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του Α57, 59, 914, 920 κα, 932 του ΑΚ σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 κα. 363 του ΠΚ, κατά τον έλεγχο της άνω συμπεριφοράς και δη της έκφρασης "δεν μπορούσα να του πιάσω το χέρι".

O άνω λόγος είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, ανεξάρτητα από το ότι η έκφραση "δεν μπορούσα να του πιάσω το χέρι", όπως φέρεται διατυπωθείσα, είχε την έννοια, ότι δεν μπορούσε ο εν λόγω αναιρεσίβλητος να εμποδίσει τον αναιρεσείοντα από τη διενέργεια ακατάλληλων ιατρικών πράξεων και είναι αντικειμενικά μειωτική για την προσωπικότητα του τελευταίου, το Εφετείο, σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε, δεχόμενο, κατ'ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 367 παρ.1γ ΠΚ και μη εφαρμογή αυτής της παρ.2 του ίδιου άρθρου, ότι η δήλωση αυτή (εντασσόμενη στις κοινές για όλους τους αναιρεσιβλήτους παραδοχές, στις οποίες παραλείπει να αναφερθεί ο αναιρεσείων, με αποσπασματική και επιλεκτική παράθεση αυτών), έγινε "από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με σκοπό τη διαλεύκανση της υπόθεσης, την καθησύχαση της κοινής γνώμης, την προστασία της δημόσιας υγείας και της αξιοπιστίας και της φήμης του προαναφερομένου νοσοκομείου και του επιστημονικού του προσωπικού, ότι είχε κάποιο τόνο υπερβολής, χωρίς όμως αναφορά σε ψευδές περιστατικό και χωρίς να υπερβαίνει το αναγκαίο προς τούτο μέτρο και δεν είχε σκοπό την εξύβριση του αναιρεσείοντα και την προσβολή της τιμής, της προσωπικότητας και του επαγγελματικού του κύρους".

Σύμφωνα με το έτερο σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και επικουρικά του αριθ. 1 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι παραβιάστηκαν εκ πλαγίου και επικουρικά ευθέως οι διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ και 361, 362 και 363 ΠΚ, που θεμελιώνουν το παράνομο της συμπεριφοράς.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν διέλαβε κάποια αιτιολογία σχετικά με την αναφορά του αναιρεσίβλητου ότι προέβη σε καταγγελία ως όφειλε όμως υπήρχαν διοικήσεις που δεν ήθελαν και διοικήσεις που δεν μπορούσαν. Όλοι δήλωναν αναρμόδιοι ..". Ακόμη ότι η αναφορά πως οι διοικήσεις του νοσοκομείου "δεν ήθελαν" ενώ άλλες "δεν μπορούσαν" να επιληφθούν-των καταγγελιών του δεύτερου αναιρεσίβλητου περί επιβλαβών για την υγεία και τη ζωή των ασθενών πράξεων του, υπολαμβάνει, κατα πρώτον μεν, ότι υπήρχαν τέτοιες πράξεις, κατά δεύτερον δε ότι αυτός είτε είχε εξασφαλίσει κακώς την εύνοια της διοίκησης του νοσοκομείου", "είτε "μπορούσε να ασκήσει επιρροή επ' αυτής ώστε να μην πράξει εναντίον του τα νόμιμα.

Το ίδιο δε ισχύει και ως προς την αναφορά ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος "δεν μπορούσε να πιάσει τους συγγενείς και να τους ενημερώσει", η οποία και πάλι υπολαμβάνει την τέλεση πράξεων επιβλαβών για την υγεία και τη ζωή των ασθενών. Οι ανωτέρω αναφορές, που είναι εκτός από ψευδείς, αφού απορρίφθηκαν κατά την πειθαρχική και ποινική διαδικασία που ασκήθηκε σε βάρος του και, για τον λόγο αυτό, κατ' αντικειμενική κρίση προσβλητικές της τιμής, της υπόληψης, της επαγγελματικής του πίστης και της εν γένει προσωπικότητάς του.

Άρα, αντίθετα προς ότι έκρινε το δικάσαν δικαστήριο, κατ' ορθή νομική ερμηνεία των ως άνω διατάξεων η αγωγή του θα έπρεπε να γίνει δεκτή, κατά το σκέλος της αυτό. Σχετικά με τα ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε στις κοινές για όλους τους εναγομένους παραδοχές του, ότι το άνω δημοσίευμα ,όπως και όλα τα δημοσιεύματα έλαβαν χώρα μετά την δημοσιοποίηση του πορίσματος της ΕΔΕ και πριν την έκδοση των αποφάσεων του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών του ΕΣΥ και των λοιπών απαλλακτικών αποφάσεων για τον ενάγοντα, οι δηλώσεις δε των εναγομένων αναφέρονται σε αληθή κατά τα ουσιώδη στοιχεία περιστατικά ,αφού υπήρχε δυσλειτουργία του τμήματος στο οποίο υπηρετούσε ο ενάγων καθώς και καταγγελίες ασθενών και οικείων τους που είχαν εγχειρισθεί από τον ενάγοντα, ενώ υπήρχαν και παραλείψεις από τις διοικήσεις του νοσοκομείου.

Προέβησαν δε σε αυτές τις δηλώσεις οι εναγόμενοι από δικαιολογημένο ενδιαφέρον προς διαλεύκανση της υπόθεσης και καθησύχαση της κοινής γνώμης, την προστασία της δημόσιας υγείας και της αξιοπιστίας και φήμης του νοσοκομείου και αν και είχαν κάποιο τόνο υπερβολής, με τον τρόπο που εκδηλώθηκαν και υπό τις περιστάσεις που έγιναν, δεν αναφέρονταν σε ψευδή περιστατικά και δεν υπερέβαιναν το αναγκαίο προς τούτο μέτρο, δεν είχαν δε σκοπό την εξύβριση του ενάγοντος και την προσβολή της τιμής, της προσωπικότητας και του επαγγελματικού κύρους του ενάγοντος με αποτέλεσμα ο άδικος χαρακτήρας τους να αίρεται κατά το άρθρο 367 ΠΚ.

Επομένως, κρίνοντας το Εφετείο, ότι τα αναφερθέντα από τους γιατρούς σε δημοσιεύματα ήταν αληθή, αφού υπήρχαν καταγγελίες εκ μέρους των ασθενών και των οικείων τους για τις μεθόδους που χρησιμοποιούσε ο αναιρεσείων και είχε δημιουργηθεί θόρυβος σε βάρος του νοσοκομείου. Μεταξά, οι δε διοικήσεις του νοσοκομείου παρέλειπαν να πάρουν κάποιο μέτρο.

Επιπλέον δε ότι οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν στις άνω δηλώσεις προκειμένου να διαλευκανθεί η υπόθεση και έγιναν με σκοπό τη διαφύλαξη του δημοσίου συμφέροντος χωρίς να υπερβούν το αναγκαίο μέτρο και χωρίς να υπάρχει από μέρους του σκοπός εξύβρισης του, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις και διέλαβε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες στην απόφασή του και ως εκ τούτου οι λόγοι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.

Όσον αφορά στον δεύτερο αναιρεσίβλητο, σχετικά με το δημοσίευμα στον …………. της 2-8-1995 σε όρθρο του δημοσιογράφου Θ. Α…. με τίτλο "Ευθύνες στον Υπουργό Υγείας" και με υπότιτλο "Οι διοικήσεις δεν ήθελαν να θίξουν το θέμα... Στα συρτάρια οι αναφορές, του οποίου δεσπόζει υπερκείμενη φωτογραφία του 2ου εναγόμενου αναφέρονται επί λέξει τα ακόλουθα: "...

Συμμετείχα σε πολλές επεμβάσεις που έκανε ο κ. Κ. Κάποιες ήταν σαφώς αμφισβητούμενες. Έξω από αυτό που σήμερα η χειρουργική θεωρεί παραδεκτό. Δεν ήταν απλώς ότι οι ασθενείς κινδύνευαν. Πέθαιναν. Παρόλα αυτά ουδέποτε ο γιατρός έκανε αποδεκτή την επιστημονική μου γνώμη!". Ο χειρουργός Ν.Π.(φωτό) εδώ και χρόνια εργαζόταν στη Β' χειρουργική κλινική του νοσοκομείου Μ.

δίπλα στον κ. Κ.. Επανειλημμένως σε συζητήσεις που γίνονταν μεταξύ των γιατρών τον τμήματος τόσον αυτός, όσο και οι άλλοι συνάδελφοι του είχαν εκφράσει τις αντιρρήσεις τους σας μεθόδους που χρησιμοποιούσε ο διευθυντής τους. Ουδέποτε όμως εισακούσθηκαν. Καταγγελίες. Έτσι, ο κ. Ν. Π. έκανε πέρσι την πρώτη έγγραφη καταγγελία στο διοικητικό συμβούλιο του νοσοκομείου.

Από κει και πέρα ξεκίνησε η Ε.Δ.Ε βάσει της οποίας ο κ. Κ. κατηγορείται για το θάνατο είκοσι ασθενών... "Όταν είδα ότι δεν βγαίνει τίποτα με τις συζητήσεις λέει ο κ. Π.ς απευθύνθηκα στα αρμόδια όργανα. Προσέκρουσα σε διοικήσεις του νοσοκομείου που δεν ήθελαν να θίξουν το θέμα, σε διοικήσεις που ήθελαν αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι.

Υπήρξαν αποφάσεις επιστημονικών επιτροπών που έμειναν στα συρτάρια. Άνθρωποι όμως πέθαιναν. Είναι απαράδεκτο αυτό που συνέβαινε. Ούτε ψεύτικη ελπίδα μπορείς να πουλάς σε καρκινοπαθείς, ούτε να στερείς χρόνο από τη ζωή τους ακόμη και αν τους έχει μείνει λίγη...", το Εφετείο δέχθηκε, ότι "Πρόκειται για επιστημονική άποψη που εξέφρασε ο δεύτερος εναγόμενος για το ότι ορισμένες χειρουργικές επεμβάσεις που διενεργούσε ο ενάγων και είχαν καταλήξει σε θάνατο των ασθενών ήταν αμφισβητούμενες και ότι ποτέ δεν λάμβανε υπόψη τις διαφορετικές χειρουργικές κρίσεις και τακτικές.

Ενισχυτικό των ανωτέρω ότι τα ανωτέρω δεν συνιστούν γεγονότα, αλλά κρίσεις, έστω και με υπερβολή, είναι οι εκθέσεις των πραγματογνωμόνων" Μ. και Ο. αναπληρωτή καθηγητή χειρουργικής Α.Π.Ο και διευθυντή τον αντικαρκινικού νοσοκομείου …………. και επίκουρου καθηγητή χειρουργικής Π.Α και διευθυντή Γ χειρουργικής κλινικής τον αντικαρκινικού νοσοκομείου Αθηνών …………..

αντίστοιχα, που γνωμάτευσαν κατόπιν απόφασης τον Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΕΣΥ πριν αυτό λάβει, απόφαση αν θα πρέπει τα τιμωρήσει τον ενάγοντα, οι οποίοι αναφέρουν: Ο πρώτος εξ αυτών ότι "ο κ. Κ……. διεύρυνε τις ενδείξεις για εγχείρηση με αποτέλεσμα να επιχειρήσει εκτομές εκεί που ή δεν επιβάλλονταν ή δεν κατέστη δυνατόν να γίνουν.

Έτσι οι ασθενείς οδηγήθηκαν σε βαριές μετεγχειρητικές καταστάσεις με κακή ποιότητα υπολοίπου ζωής ή και τον θάνατο" και ο δεύτερος "είναι άστοχος στην επιλογή κατάλληλων ασθενών να εφαρμόσει την τακτική του {επιθετικός χειρουργός}, διότι το τελικό αποτέλεσμα τον προδίδει". Αντίθετα, οι πραγματογνώμονες Δημ.

Τ…. καθηγητής χειρουργικής ογκολογίας και Μ….Φ……αποφαίνονται, ότι ο ενάγων δεν προέβη σε πειραματικές, αδόκιμες ή μη ενδεδειγμένες χειρουργικές επεμβάσεις". Ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ, στην έκταση που οι τελευταίες θεμελιώνουν το παράνομο της συμπεριφοράς κατά το άρθρο 914 ΑΚ, γιατί κατ' ορθή νομική ερμηνεία δεν συνιστούν έκφραση επιστημονικής άποψης οι δηλώσεις:

α) ούτε ψεύτικη ελπίδα μπορείς να πουλάς σε καρκινοπαθείς ,ούτε να στερείς χρόνο από τη ζωή τους ακόμη και αν τους έχει μείνει λίγη", β) Έξω από αυτό που σήμερα η χειρουργική θεωρεί παραδεκτό. Δεν ήταν απλώς ότι οι ασθενείς κινδύνευαν .Πέθαιναν και γ)Προσέκρουσα στις διοικήσεις του νοσοκομείου που δεν ήθελαν να θίξουν το θέμα ,σε διοικήσεις που ήθελαν αλλά δεν μπορούσα να κάνουν κάτι.

Υπήρχαν αποφάσεις επιστημονικών επιτροπών που έμειναν στα συρτάρια. Άνθρωποι όμως πέθαιναν. Είναι απαράδεκτο αυτό που συνέβαινε, όλα δε τα ανωτέρω είναι αντίθετα στις αθωωτικές κρίσεις των πειθαρχικών συμβουλίων και του ποινικού δικαστηρίου. Όσον αφορά τα αναφερόμενα στο υπό στοιχείο γ γεγονότα , το Εφετείο κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε, ότι ήταν αληθή, κατά τα ουσιώδη στοιχεία τους, ως προαναφέρθηκε, αφού, καίτοι υπήρχαν καταγγελίες ασθενών και συγγενών τους σε βάρος του ενάγοντος και μολονότι υπήρχε δυσλειτουργία στο τμήμα του ενάγοντος, υπήρχαν παραλείψεις από τις διοικήσεις του νοσοκομείου.

Τα αναφερόμενα στα υπό στοιχεία α και β, το Εφετείο, κατ'ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων, δέχθηκε, ότι δεν συνιστούν γεγονότα αλλά αξιολογικές κρίσεις έστω και οξείες σχετικά με τις μεθόδους που χρησιμοποιούσε ο αναιρεσείων στους ασθενείς του, ενώ περαιτέρω το δικαστήριο αναφέρει στις κοινές για όλους τους εναγόμενους παραδοχές του, ότι προέβησαν οι αναιρεσίβλητοι σε έκφραση γνώμης και αξιολογικής κρίσης για τη δυσλειτουργία στη Β Χειρουργική κλινική του ενάγοντος και την επιθετική -ριζική χειρουργική που ακολουθούσε ως διευθυντής σε καρκινοπαθείς ασθενείς του.

Αυτά, ως γεγονότα ήταν αληθή και είχαν ως αποτέλεσμα να γίνουν πολλές, προηγηθείσες χρονικά, καταγγελίες ασθενών και οικείων αποθανόντων ασθενών και να προκαλέσουν αναστάτωση στην κοινή γνώμη και στην ιατρική οικογένεια του εν λόγω νοσοκομείου.... Κινήθηκαν δε οι αναιρεσίβλητοι από δικαιολογημένο ενδιαφέρον με μόνο σκοπό την διαλεύκανση της υπόθεσης, την καθησύχαση της κοινής γνώμης, την προστασία της δημόσιας υγείας και της αξιοπιστίας και φήμης του νοσοκομείου και του επιστημονικού προσωπικού του, οι δε δυσμενείς κρίσεις αυτές έγιναν, χωρίς αναφορές σε ψευδή περιστατικά και χωρίς να υπερβαίνουν το αναγκαίο προς τούτο μέτρο, δεν είχαν δε σκοπό την εξύβριση του ενάγοντα και την προσβολή της τιμής και της προσωπικότητάς του και του επαγγελματικού του κύρους και έτσι ο κατ'αρχήν άδικος χαρακτήρας τους αίρεται κατ' άρθρο 367 ΠΚ.

Επομένως, κρίνοντας το Εφετείο ότι τα ανωτέρω δεν ήταν ψευδή αλλά συνιστούν κρίσεις που έγιναν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την διαλεύκανση της υπόθεσης και την προστασία της φήμης του νοσοκομείου και χωρίς να υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο και δεν είχαν σκοπό την εξύβριση του αναιρεσείοντος, με αποτέλεσμα να αίρεται ο άδικος χαρακτήρας τους κατ'άρθρο 367 Πκ ορθώς έκρινε.

Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση και για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 1 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο δεν εξέτασε την αντένστασή του εκ του άρθρου 367 παρ.2β ΠΚ, και άλλως επικουρικά, επειδή απέρριψε αυτή. Από τις άνω παραδοχές προκύπτει, ότι το Εφετείο αφενός μεν έλαβε υπόψη του την άνω αντένσταση αφετέρου δε ότι την απέρριψε ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας ορθά την άνω διάταξη σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 912, 920, 932ΑΚ και 361, 362 και 363 ΠΚ.

Τέλος, ο αναιρεσείων αναφερόμενος στη συνέντευξη τύπου που έλαβε χώρα την 1-8-1995 στο αμφιθέατρο του άνω νοσοκομείου ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο που δέχθηκε ότι οι φράσεις "ο κ. Κ……….. δήλωσε ότι υπάρχουν λόγοι αντιζηλίας. Εν τοιαύτη περιπτώσει και οι ασθενείς γιατί πέθαιναν; Για λόγους αντιζηλίας;... Το να κάνεις μια χειρουργική επέμβαση συνηθισμένη με κακή ένδειξη σε έναν άνθρωπο που δεν την χρειάζεται, αυτό δεν λέγεται ερευνητική ιατρική.

Δηλαδή τι πας να ερευνήσεις; Αν οι άρρωστοι αντέχουνε;..." αποτελούν οξεία χειρουργική κρίση τον δευτέρου εναγόμενου [αναιρεσίβλητου] και διαφωνία του για τις ιατρικές πρακτικές του ενάγοντος [αναιρεσείοντος} παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ και 361,362 και 363 ΠΚ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ότι παραβιάστηκαν το μεν ευθέως οι άνω διατάξεις (αρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ) διότι οι άνω δηλώσεις στερούνται επιστημονικού περιεχομένου και θεμελίωσης, αποτελούν αντίκρουση επιχειρήματος ότι οι ψευδείς καταγγελίες έγιναν από προσωπικές αντιζηλίες, το οποίο επιβεβαιώθηκε από τις διαδικασίες που ακολούθησαν και έγιναν σε συνέντευξη τύπου και όχι σε επιστημονικό forum και εκ πλαγίου (αρθ 559αρ 19ΚΠοΛΔ).

γιατί δεν μπορεί να αποτελεί επιστημονική κρίση μια ψευδής δήλωση , αφού οι αιτιάσεις για πρόκληση θανάτων και σωματικών βλαβών σε ασθενείς του, κρίθηκαν αναληθείς από τον πειθαρχικό έλεγχο που υπέστη και την ποινική διαδικασία. Διέλαβε δε ανεπαρκείς αιτιολογίες το Εφετείο σχετικά με το θέμα αυτό, αφού δεν αναφέρει το περιεχόμενο απαλλακτικής απόφασης του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών ΕΣΥ, του Υπουργείου Υγείας, της 1'/1997 απόφαση της Ολομελείας του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΙΣΑ της 503/1996 Εισαγγελικής διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, με την οποία αρχειοθετήθηκε το ποινικό σκέλος της υπόθεσης και της 2349/1998 αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά με την οποία απηλλάγη για το θάνατο τριών ατόμων.

Ο λόγος από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος αφού τα ανωτέρω αποτελούν επιστημονική κριτική, έστω και οξεία, που εστιάζει σε ιατρικές ενέργειες και πρακτικές και όχι σε γενικότερες ανθρώπινες συμπεριφορές. Είναι δε κρίσεις ιατρών για ιατρικές τακτικές και επιλογές, σε έντονο μεν ύφος αλλά πάντα μέσα στα όρια της ιατρικής θεώρησης και εκτίμησης.

Σε αντίθετη περίπτωση, θα ήταν, απαράδεκτα αποκρουστέα η αυστηρή επιστημονική κριτική και αμφισβήτηση στα πλαίσια κάθε επιστημονικής δραστηριότητας. Επομένως, κρίνοντας έτσι και το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις. Ομοίως αβάσιμος είναι ο αναιρετικός λόγος και ως προς την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αφού από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι οι ανωτέρω δηλώσεις συνιστούν επιστημονικές κρίσεις, τα ως άνω δε δημοσιεύματα έλαβαν χώρα μετά τη δημοσιοποίηση του πορίσματος της ΕΔΕ πριν όμως την έκδοση της απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών του ΕΣΥ.

Ως προκύπτει δε και από τις άνω αθωωτικές αποφάσεις, αυτές έλαβαν χώρα σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από τις δημοσιεύσεις, οπότε οι αναιρεσίβλητοι δεν γνώριζαν τα αθωωτικά αποτελέσματα αυτών, το δε δικαστήριο της ουσίας υποχρεούται να διαλάβει στις παραδοχές του τι αποδείχθηκε και τι όχι και όχι να αναφέρει το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων.

Εξάλλου, οι εκ του άρθρου 559 αρ.8 και 1 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, αφού το Εφετείο ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας ορθά τις διατάξεις των άρθρων 367 παρ. 2β ΠΚ σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ και 361, 362, 363 ΠΚ, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε ως αβάσιμο δεχθέν, ότι οι εναγόμενοι προέβησαν στις δηλώσεις αυτές επειδή κινήθηκαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον με μόνο σκοπό την διαλεύκανση της υπόθεσης, την καθησύχαση της κοινής γνώμης, την προστασία της δημόσιας υγείας και της αξιοπιστίας και φήμης του νοσοκομείου και του επιστημονικού προσωπικού του, οι δε δυσμενείς κρίσεις αυτές έγιναν, χωρίς αναφορές σε ψευδή περιστατικά και χωρίς να υπερβαίνουν το αναγκαίο προς τούτο μέτρο, δεν είχαν δε σκοπό την εξύβριση του ενάγοντα και την προσβολή της τιμής και της προσωπικότητάς του και του επαγγελματικού του κύρους και έτσι ο κατ'αρχήν άδικος χαρακτήρας τους αίρεται, κατ' άρθρο 367 ΠΚ.

Σχετικά με τον τρίτο αναιρεσίβλητο Μ. Μ. γίνονται δεκτά τα εξής: Το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτός (Μ. Μ.): Φέρεται ότι προέβη στις ακόλουθες δηλώσεις σε τηλεοπτικούς σταθμούς ραδιοφωνικά μέσα και στον έντυπο τύπο αναφορικά με τον ενάγοντα α)Στις 31-7-1995 δήλωσε προς τους δημοσιογράφους και τις τηλεοπτικές κάμερες τα ακόλουθα, τα οποία μεταδόθηκαν στα δελτία ειδήσεων των τηλεοπτικών σταθμών ….., …… κ.λπ.:

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ (…..): Ο γιατρός Μ…. Μ….. ένας από τους συντάκτες του πορίσματος χαρακτήρισε τον γιατρό Κ…. επικίνδυνο. Μ. Μ….: "Με βάση τα στοιχεία, εγώ προσωπικά... δεν μπορώ προσωπικά... λέω ότι... αρχικά ... ότι ... είναι αρκετά συγκροτημένα τα στοιχεία της ΕΔΕ". ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αυτό σημαίνει ότι είναι επικίνδυνος όντως.

Μ. Μς: Είναι μία προσωπική γνώμη... έτσι; που θα πω αυτή τη στιγμή. Το πόρισμα της επιστημονικής επιτροπής είναι σαφές προς αυτή τη κατεύθυνση". Μ. Μ: "Όταν εγώ, σαν εκπρόσωπος της επιστημονικής επιτροπής πήγα στην Εισαγγελία με αυτό το πόρισμα που ήτανε σαφές, έτσι; η Εισαγγελία χωρίς κατά την γνώμη μου ε...

ε... ε... την ανάλογη υπευθυνότητα... έτσι; τότε... έβαλε στο αρχείο αυτή την υπόθεση...", β] Στην εφημερίδα …. της 1ης Αυγούστου 1995 σε άρθρο με τίτλο "ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ Ο ΧΑΣΑΠΗΣ - ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ" αναφέρονται επί λέξει τα ακόλουθα: "... Ενας από τους πρώτους γιατρούς που κατηγόρησαν τον κ. Κ., ο Μ. Μ.ς με χθεσινές δηλώσεις τον συνέχισε να υποστηρίζει τις απόψεις του, ότι ο χειρουργός προχωρούσε σε επεμβάσεις με πειραματικό και επικίνδυνο τρόπο", γ] Στην εφημερίδα …… της 1ης Αυγούστου 1995 σε άρθρο τον δημοσιογράφου κ.

Α. .. με τίτλο "ΛΕΥΚΕΣ ΜΠΛΟΥΖΕΣ, ΒΡΩΜΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ" αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "...Επικίνδυνο και υπεύθυνο για τους θανάτους των ασθενών, χαρακτηρίζουν τον κ. Κ., ο νευροχειρουργός κ. Λ.ς που διενήργησε την επίμαχη ΕΔΕ, αλλά και ο πνευμονολόγος και πρόεδρος της επιστημονικής επιτροπής τον Μ.κ. Μ.

Μ.ς. Μάλιστα ο κ. Μ. υποστήριξε ότι στο παρελθόν η Εισαγγελία Πειραιά χωρίς υπευθυνότητα έβαλε στο αρχείο της παρόμοιας μορφής καταγγελίες που είχαν γίνει εις βάρος τον κ. Κ.",καθώς και ότι "Τα συγκεκριμένα αποσπάσματα 'έχουν ως σημείο αναφοράς ίδιο βιοτικό συμβάν, ήτοι τις φερόμενες δηλώσεις στις …... Δηλαδή ο τρίτος εναγόμενος δεν έκανε τρεις ξεχωριστές δηλώσεις σε τρία διαφορετικά έντυπα εφημερίδων αλλά μία στις …...

Η πλειοψηφία των δηλώσεων του τρίτου εναγομένου στις ……. αποτελούν προϊόν αυτοτελούς και πρωτότυπης δημοσιογραφικής εργασίας στην οποία υπάρχει δευτερογενής επεξεργασία και δημοσιογραφική απόδοση φερομένων δηλώσεων. Οι φερόμενες δηλώσεις του τρίτου εναγομένου παρουσιάζονται από τις άνω αποσπασματικές αναφορές, που επικαλείται ο ενάγων, με τρεις διαφορετικούς τρόπους και με τρία διαφορετικά νοήματα.

Οι ερμηνείες, τα δημοσιογραφικά σχόλια, τα συμπεράσματα (π.χ. ο γιατρός Μ. Μ. ένας από τους συντάκτες του πορίσματος χαρακτήρισε το γιατρό Κ. επικίνδυνο) και η απόδοση σε πλάγιο λόγο, χωρίς τη χρήση εισαγωγικών της κρίσης που φέρεται να εκφράστηκε από τον τρίτο εναγόμενο δεν συνιστούν δηλώσεις του, παρά δημοσιογραφική δευτερογενή επεξεργασία με βάση το άνω πόρισμα.

Ο εν λόγω εναγόμενος εξέφρασε την προσωπική του γνώμη ως προς τη βασιμότητα και αξιοπιστία του πορίσματος της ΕΔΕ που συνιστά μια αξιολογική κρίση, που δεν είναι ικανή και πρόσφορη να προκαλέσει προσβολή του προσώπου τού ενάγοντος. Επικαλέστηκε τα συμπεράσματα του πορίσματος χωρίς να ανταποδώσει χαρακτηρισμό.

Την κρίση περί επικίνδυνου την εξέφερε ο δημοσιογράφος που έγραψε το άρθρο. Η θέση της αναφοράς περί θέσης στο αρχείο της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Πειραιώς του πορίσματος της επιστημονικής επιτροπής, συνιστά αληθές γεγονός και η εκφορά κρίσης για την ενέργεια αυτή δεν προσβάλλει την προσωπικότητα του ενάγοντος, αλλά επιχειρεί την ευαισθητοποίηση των αρμοδίων φορέων για την διαλεύκανση της υπόθεσης, αφού η επισήμανση κατ' επανάληψη της δυσλειτουργίας του Β' χειρουργικού τμήματος δεν είχε οδηγήσει στην επίλυση του προβλήματος".

Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου αλλά και ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ και 361, 362 και 363 ΠΚ. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο στέρησε την προσβαλλομένη απόφαση νομίμου βάσης δεχθέν ότι η αναπαραγωγή ενός ψευδούς πορίσματος συνεπάγεται άνευ ετέρου ότι η συμπεριφορά του άνω αναιρεσιβλήτου δεν αντίκειται στις ως άνω διατάξεις η δε ανεπάρκεια στις αιτιολογίες συνίσταται στο ότι δεν παραθέτει το περιεχόμενο των σχετικών πειθαρχικών και ποινικών αποφάσεων, καθώς και ότι ο ανωτέρω προέβη στις άνω δηλώσεις , καίτοι γνώριζε ότι οι καταγγελίες σε βάρος του αναιρεσείοντος είχαν αρχειοθετηθεί και παραβίασε ευθέως τις άνω διατάξεις δεχθέν, ότι η εισαγγελική αρχή χωρίς υπευθυνότητα αρχειοθέτησε τις σχετικές καταγγελίες σε βάρος του ότι αυτός είχε διαπράξει τα καταμαρτυρούμενα αδικήματα.

Ο λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμος γιατί το Εφετείο εντελώς αναιτιολόγητα αναφέρει, ότι η απόδοση σε πλάγιο λόγο χωρίς την χρήση εισαγωγικών της κρίσης που φέρεται ότι εκφράστηκε από τον τρίτο εναγόμενο δεν συνιστούν δηλώσεις αυτού αλλά δημοσιογραφική δευτερογενή επεξεργασία με βάση το πόρισμα της ΕΔΕ, χωρίς να αιτιολογεί, γιατί οδηγείται στο συμπέρασμα αυτό.

Και τούτο γιατί η χρήση πλάγιου λόγου δεν οδηγεί, κατ'ανάγκη, στην παραδοχή, πως τα, κατ'αυτό τον τρόπο, αναφερόμενα δεν μπορούν να αποδοθούν στον τρίτο αναιρεσίβλητο, αλλά είναι ελεύθερη δημοσιογραφική απόδοση με λέξεις και εκφράσεις της απόλυτης επιλογής του συγκεκριμένου δημοσιογράφου. Επιπλέον δε είναι και αντιφατική αφού ενώ δέχεται ότι τα ανωτέρω δεν συνιστούν δηλώσεις του τρίτου αναιρεσίβλητου στη συνέχεια αναφέρει, ότι ο εναγόμενος εξέφρασε την προσωπική του γνώμη ως προς τη βασιμότητα και αξιοπιστία του πορίσματος που συνιστά μια αξιολογική κρίση και δεν είναι ικανή και πρόσφορη για να προκαλέσει προσβολή στο πρόσωπο του ενάγοντος.

Γενομένου δεκτού ως βάσιμου του λόγου αυτού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ ως προς την ευθεία παράβαση των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 ΑΚ και 361, 362 και 362 ΠΚ σχετικά με το κεφάλαιο αυτό, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού ως βάσιμου λόγου του αναιρετηρίου.

Όσον αφορά τη συνέντευξη την1-8-1995 στο αμφιθέατρο τον νοσοκομείου .προς τους υγειονομικούς συντάκτες των Μ.Μ.Ε [……… κλ.] ο ανωτέρω, αναφερόμενος στο πρόσωπο τον ενάγοντος, είπε μεταξύ άλλων, "Εδώ κριτικάρουμε και καταδικάζουμε εδώ στην Ελλάδα και την ευθανασία ακόμα. Αυτός {δηλαδή ο ενάγων] δεν έκανε καν ευθανασία.

Έκανε κακοθανασία..."· Η δήλωση αυτή παρουσιάσθηκε την ίδια ημέρα {01/8/1995} στο κεντρικό (βραδινό) δελτίο ειδήσεων τον τηλεοπτικού σταθμού …..με το εξής εισαγωγικό σχόλιο του δημοσιογράφου: "Το επιστημονικό προσωπικό του νοσοκομείου πέρασε στην αντεπίθεση και περιέγραψε με τα πιο μελανά χρώματα τον χειρουργό κ.

Α. Κ...."Το Εφετείο έκρινε, ότι "Πρόκειται για μία απομονωμένη και συγκεκομμένη φράση που δεν αποδίδει το πραγματικό νόημα της συνολικής δήλωσης στο οποίο αυτή εντασσόταν, η οποία δεν παρατίθεται. Η μη παράθεση του όλου κειμένου στο οποίο αυτή εντάσσεται αλλοιώνει το πραγματικό νόημα και δεν μπορεί να αξιολογηθεί με ασφάλεια.

Σε κάθε περίπτωση αποτελεί μία δυσμενή και οξεία έκφραση γνώμης αναφορικά με τις βαρύτατες ιατρικές επιθετικές - ριζικές επεμβάσεις του ενάγοντος σε καρκινοπαθείς ασθενείς που σχεδόν αμέσως μετά αποβίωσαν, χωρίς να υπάρχει ειδικός σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος. Ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού για την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠοΛΔ και δη ότι το Εφετείο παρέβη εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 ΑΚ και 361, 362 και 363 ΠΚ.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, ενώ στο σημείο αυτό δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση ότι η φράση έκανε κακοθανασία" αποτελεί μια δυσμενή και οξεία έκφραση γνώμης του εναγομένου, σε άλλο σημείο της προσβαλλομένης απόφασης αναφέρεται, ότι "οι στον τύπο αναφερόμενες δυσμενείς για τον ενάγοντα εκφράσεις για επικινδυνότητα, πειραματισμούς, ανικανότητα, αντιδεοντολογία, κακοθανασία, αμέλεια του ενάγοντος, θανάτους ασθενών κλπ δεν αποδείχθηκε ότι αποτελούν δηλώσεις των εναγομένων.

Εξάλλου ως προς την πρώτη αιτιολογία υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι δεχθέν το δικαστήριο της ουσίας ότι η φράση αυτή "είναι απομονωμένη και συγκεκομμένη φράση που δεν αποδίδει το πραγματικό νόημα της συνολικής δήλωσης στο οποίο αυτή εντασσόταν" διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες. Από τις παραπάνω παραδοχές προκύπτει, ότι η μεν πρώτη αιτιολογία είναι ανεπαρκής καθόσον το Εφετείο δεν αναφέρει τι επιπλέον έπρεπε να περιέχει η φράση αυτή προκειμένου να αποδοθεί το πραγματικό της νόημα, η δε δεύτερη αντιφατική σε σχέση με όσα αναφέρονται στις κοινές για τους εναγομένους παραδοχές, ότι δηλαδή, οι δυσμενείς εκφράσεις "...για κακοθανασία..." δεν αποδείχθηκε ότι αποτελούν δηλώσεις των εναγομένων, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει αν η δήλωση αυτή έγινε ή όχι από τον αναιρεσίβλητο.

Μετά ταύτα, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης για ευθεία παράβαση (αρθ 559 αρ.1 ΚΠολΔ) των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 920, και 932 ΑΚ και 361, 362 και 363 ΠΚ και του άρθρου 559 αρ.8 και 1 ΚΠολΔ σχετικά με την αντένστασή του εκ του άρθρου 367β ΠΚ, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού ως βάσιμου λόγου του αναιρετηρίου.

Περαιτέρω, σχετικά με το δημοσίευμα στην εφημερίδα τα ΝΕΑ στις 30/8/1995 σε άρθρο της δημοσιογράφου Λ.Α. με τίτλο "ΠΑΡΟΠΛΙΖΕΤΑΙ Ο ΚΡΙΤΣΕΛΗΣ" αναφορικά με την αναστολή λειτουργίας τον Β' χειρουργικού τμήματος και την πρόθεση τον Υπουργού Υγείας να απομακρύνει τον πρόεδρο τον ΔΣ μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ακόλουθα: "... Παρόμοια άποψη έχει και ο εκπρόσωπος των γιατρών τον Δ.Σ του νοσοκομείου κ. . Μ.: "Μία τέτοια ενέργεια θα βρει αντίθετους τους γιατρούς τον νοσοκομείου! Η λήψη μιας τέτοιας απόφασης δυστυχώς Θα οδηγήσει στο "πάγωμα" της υπόθεσης και θα επιβεβαιώσει τις φήμες για προσβάσεις του κ. Κ.η στο Υπουργείο Υγείας...".

Σχετικά το Εφετείο δέχθηκε, ότι "Το δημοσίευμα αναφέρεται στην ομόφωνη απόφαση τον ΔΣ τον νοσοκομείου ….. με την οποία ανακλήθηκε η άδεια του ενάγοντος και. ανεστάλη η λειτουργία τον Β' χειρουργικού τμήματος έως ότου αποφανθούν τα αρμόδια δικαιοδοτικά όργανα για την εν λόγω υπόθεση. Η δήλωση του άνω εναγόμενου αφορούσε το ενδεχόμενο αντικατάστασης του προέδρου τον ΔΣ του νοσοκομείου επειδή συμμετείχε στη λήψη της άνω απόφασης.

Στο εν λόγω δημοσίευμα αναγράφεται μεταξύ άλλων "Οι φήμες μιλούσαν για αντικατάσταση του προέδρου του ΔΣ ... και μόλις χθες άρχισαν να επιβεβαιώνονται και να δημιουργούν ακόμη μεγαλύτερη αναστάτωση στο νοσοκομείο .... Σε συνάντηση που είχε ο υπουργός με 4 ' εκπροσώπους του ΔΣ τον συλλόγου εργαζομένων τους γνωστοποίησε ότι προτίθεται να διορίσει νέο ΔΣ στο νοσοκομείο...". "Στη φημολογία αυτή ο τρίτος εναγόμενος ως εκπρόσωπος -των ιατρών" στο ΔΣ του νοσοκομείου τοποθετήθηκε εκφράζοντας την αντίθεσή του στη διαφαινόμενη αντικατάσταση του ΔΣ και επισήμανε ότι μία τέτοια ενέργεια θα προκαλούσε αντιδράσεις στο σύνολο της ιατρικής κοινότητας του νοσοκομείου, ενώ εξέφρασε και την ανησυχία του ότι μία τέτοια ενέργεια θα επιβράδυνε την διαλεύκανση της υπόθεσης.

Επομένως, αποτελεί κρίση για τις ενδεχόμενες συνέπειες μιας μελλοντικής και αβέβαιης εξέλιξης από την αντικατάσταση του ΔΣ του νοσοκομείου" Ο αναιρεσείων σχετικά με τις παραπάνω παραδοχές προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 1 ΚΠοΛΔ και δη ότι πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932ΑΚ και 361, 362 και 363 ΠΚ, αφού η άνω δήλωση προσβάλλει την τιμή, την υπόληψη και την επαγγελματική πίστη και την εν γένει προσωπικότητα του, υποδηλώνουσα, ότι η αντικατάσταση του ΔΣ του νοσοκομείου θα γινόταν προκειμένου να παγώσει υπόθεση του και προκλήθηκε από αυτόν, λόγω των προσβάσεών του στο Υπουργείο Υγείας.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό το πρόσχημα της άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, αφού η αναφορά στην αντικατάσταση του ΔΣ του νοσοκομείου προκειμένου να σταματήσει το θέμα που είχε προκύψει με τον αναιρεσείοντα και, συνακόλουθα, οι προσβάσεις που αυτός είχε προκειμένου να χωρήσει η σχετική διαδικασία, αφορούν πραγματικά περιστατικά, τα οποία αρχικά είχαν χαρακτηριστεί ως "φήμες" που ανέλεγκτα κρίνει το δικαστήριο της ουσίας και τα οποία δεν σχετίζονται αυστηρώς με την αποδιδόμενη στον αναιρεσίβλητο συμπεριφορά Σχετικά με τον τέταρτο αναιρεσίβλητο Α.

Α. σημειώνονται τα εξής : Όσον αφορά τον ανωτέρω το Εφετείο διέλαβε τις εξής παραδοχές: "Ο τέταρτος εναγόμενος: Φέρεται, να προβαίνει στις ακόλουθες ενέργειες δια του τύπου: α] Την 01/8/1995 υπέγραψε για την επιστημονική επιτροπή, ως πρόεδρος της Δελτίο Τύπου, που συνυπέγραψε και η πρόεδρος τον ΔΣ της Ένωσης Ιατρών Νοσηλευτηρίων Αθηνών - Πειραιώς {ΕΙΝΑΠ} Χ… Π…., το οποίο απηύθυνε προς τους υγειονομικούς συντάκτες - εκπροσώπους των ΜΜΕ, στους οποίους και διανεμήθηκε την ίδια ημέρα στην ως άνω προγραμματισμένη κοινή συνέντευξη τύπον τον ΔΣ της ΕΙΝΑΠ, της Επιστημονικής Επιτροπής και εκπροσώπων Ιατρικής Υπηρεσίας Νοσοκομείου ….στο αμφιθέατρο του εν λόγω νοσοκομείου, με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Τα επιστημονικά και συνδικαλιστικά όργανα του νοσοκομείου "…." σε συνεργασία με το Δ.Σ της ΕΙΝΑΠ, μετά τις πρόσφατες δημόσιες καταγγελίες για τη λειτουργία τον Δ/ντού ……' χειρ/κής Κλινικής του νοσοκομείου, προς αποκατάσταση της αλήθειας, της αξιοπιστίας του προσφερομένου ιατρικού έργου από το νοσοκομείο, της αξιοπρέπειας και του κύρους του Ιατρικού σώματος, αλλά κυρίως για την προστασία της ασφάλειας και της ποιότητας παροχής περίθαλψης στους ασθενείς, με υψηλό αίσθημα ευθύνης οφείλουμε να ενημερώσουμε την κοινή γνώμη και να καλέσουμε τους αρμόδιους φορείς να αναλάβουν επίσης τις ευθύνες τους.

Το πρόσφατο πόρισμα της ΕΔΕ, που διέρρευσε στον τύπο λίγες ημέρες μετά την κατάθεσή του από τη Διοίκηση τον Νοσοκομείου στο Υπ. Υγείας και σε άλλες αρμόδιες υπηρεσίες είναι αποτέλεσμα γνωστής και πολύμηνης προσπάθειας γιατρού αναγνωρισμένου επιστημονικού, ηθικού κύρους και θητείας στο ΕΣΥ, μετά από την απόφαση ανάθεσης εκ μέρους του Δ.Σ και μετά από πολλαπλές, πολύχρονες και κοπιαστικές προσπάθειες και καταγγελίες επιστημονικών οργάνων, επιστημονικών Επιτροπών του νοσοκομείου "…..", συνεργατών - γιατρών της ….' χειρουργικής κλινικής και καταγγελίες ασθενών και συγγενών τους.

Επανειλημμένες ΕΔΕ και πορίσματα Επιστημονικών Επιτροπών από το …..μέχρι και σήμερα για το ίδιο θέμα δεν έτυχαν της δέουσας προσοχής και διεκπεραίωσης ούτε από το Υπ. Υγείας ούτε από τη Δικαιοσύνη. "Κοινός τόπος" όλων αυτών των πορισμάτων, αποτελεί η ασυνήθης, παράδοξη, μέχρι επικινδυνότητας, αντιδεοντολογική και αντιεπιστημονική συμπεριφορά του ίδιου συναδέλφου απέναντι σε ασθενείς και συνεργάτες του.

Από τη συμπεριφορά αυτή, όπως προκύπτει και από την παρούσα ΕΔΕ θίγονται εξαιρετικά ευαίσθητες πτυχές της Ιατρικής Δεοντολογίας αλλά και του πρωτογενούς και αδιαμφισβήτητου ανθρωπιστικού χαρακτήρα της Ιατρικής. Τονίζουμε: κανένας γιατρός, δεν έχει το δικαίωμα να πειραματιστεί, να βραχύνει το χρόνο ζωής ή να επιδεινώνει την ποιότητα ζωής και του πλέον τελεσίδικα καταδικασμένου ασθενούς.

Κανένας γιατρός "επιθετικός", "τεχνικός" ή "τεχνοκράτης" δεν έχει το δικαίωμα να μη σέβεται το δικαίωμα του ασθενούς να πεθάνει με αξιοπρέπεια και μέσα στις λιγότερο δυνατόν επώδυνες συνθήκες. Κανένας γιατρός δεν έχει το δικαίωμα στο όνομα της οποιοσδήποτε "τεχνικής δεξιότητας" να συμπεριφέρεται ως "ιδιοκτήτης" του σώματος της ζωής και της ποιότητας έστω και της ολιγοήμερης επιβίωσης του ασθενούς.

Στην προκειμένη περίπτωση όμως έχουμε να κάνουμε, όπως προκύπτει από το πόρισμα της ΕΔΕ με μια μεμονωμένη, ακραία περίπτωση αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς. Είμαστε υποχρεωμένοι να την στιγματίσουμε όσο και αν αυτό "πονάει" το ιατρικό σώμα. Είμαστε ακόμη υποχρεωμένοι να καταγγείλουμε όλους όσους προσπάθησαν ή επιδίωξαν την συγκάλυψη και την αποσιώπηση αυτής της υπόθεσης. 1ον Την προηγούμενη Διοίκηση του νοσοκομείου "ΜΕΤΑΞΑ" και την προηγούμενη Πολιτική Ηγεσία του Υπ.

Υγείας που δεν διεκπεραίωσαν όπως όφειλαν προηγούμενες ΕΔΕ και πορίσματα. 2ον . Την ολιγωρία της σημερινής Πολιτικής Ηγεσίας του Υπ. Υγείας που μόνο 6 ολόκληρους μήνες μετά τις επικλίσεις της Διοίκησης του Νοσοκομείου, των Επιστημονικών του Οργάνων και της ΕΙΝΑΠ έστειλε Επιθεωρητή Υγείας. Εντύπωση όμως προκαλεί και η πρόσφατη στάση ουδετερότητας της Πολιτικής Ηγεσίας του Υπ.

Υγείας η οποία για άλλα θέματα λιγότερο σοβαρά και συγκεκριμένα δεν φείδεται χαρακτηρισμών και καταγγελιολογίας. Το Υπ. Υγείας οφείλει, άμεσα να συγκαλέσει το Κεντρικό Πειθαρχικό Όργανο και μέχρι την δικαστική διεκπεραίωση της υπόθεσης να αναστείλει την άδεια λειτουργίας του συναδέλφου. Δεν είναι δυνατόν μπροστά σε τόσο σοβαρές καταγγελίες και γεγονότα να "αφήνεται έρμαιο διασυρμού και αναξιοπιστίας το μεγαλύτερο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο της χώρας! Τις ευθύνες τους επίσης πρέπει να αναλάβουν με αρμόδια πειθαρχικά όργανα του Ιατρικού Συλλόγου, οι Επιστημονικές Εταιρίες και η Πανεπιστημιακή Κοινότητα.

Θεωρούμε ότι τόσο τα Επιστημονικά Όργανα του Νοσοκομείου όσο και οι εκπρόσωποι της Ιατρικής Υπηρεσίας, αλλά και το Δ.Σ έχουν στο ακέραιο πράξει το καθήκον τους. Το περιστατικό αυτό αποδεικνύει ότι παρά τα τεράστια προβλήματα και τις δυσλειτουργίες των Δημ. Νοσοκομείων σήμερα, τα οποία έχουν δημιουργηθεί από ανεπαρκείς και ατελέσφορες πολιτικές μέσα στο ΕΣΥ λειτουργούν μηχανισμοί προστασίας των ασθενών, ελέγχου και αυτελέγχου του Ιατρικού σώματος.

Η πολιτεία παρά τις επανειλημμένες προτάσεις των συνδικαλιστικών φορέων αρνείται πρακτικά να θεσμοθετήσει και να οργανώσει και τους απαραίτητους μηχανισμούς ελέγχου της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών, σε συνεργασία με την ιατρική κοινότητα. Σε ότι αφορά τις καθημερινές δηλώσεις και αντιδηλώσεις που ορισμένα δημοσιεύματα του τύπου περί "πόλεμο συμφερόντων" και "επιστημονικών τεχνικών και επιτευγμάτων" τονίζουμε:

αρκεί η αναφορά σε 2 ή 3 μόνο περιστατικό από τις δεκάδες που περιέχονται στο πόρισμα για να καταρριφθεί η "επιστημοφάνεια" και να αναδειχθεί η αντιδεοντολογική ιατρική συμπεριφορά. Δεν θα το πράξουμε. Διότι σεβόμαστε την ιατρική δεοντολογία, την Ιατρική και τον άρρωστο. Δεν πρόκειται να συμμετέχουμε στον εξευτελισμό και στον παραπέρα εκχυδαϊσμό της ιατρικής λειτουργίας.

Τα οποιαδήποτε συμφέροντα, σκοπιμότητες και πολιτικές συγκαλύψεις πρέπει να αναζητηθούν από την άλλη πλευρά, που επί χρόνια συγκαλύπτεται και αποσιωπάται από διαδοχικές πολιτικές ηγεσίες του Υπ. Υγείας και Διοικήσεις του Νοσοκομείου" .Ως προς το άνω δημοσίευμα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεχθέν, ότι "το δελτίο τύπου το υπέγραψε με την άνω ιδιότητά του για ενημέρωση της κοινής γνώμης καλώντας τους αρμόδιους φορείς να αναλάβουν τις ευθύνες τους.

Στην κοινή συνέντευξη τύπου η συμμετοχή του άνω εναγομένου εστιάστηκε στην εκφορά της επιστημονικής κρίσης της επιστημονικής επιτροπής του νοσοκομείου ……" παραβίασε εκ πλαγίου και ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ και 361, 362 και 363 ΠΚ. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι οι ανωτέρω δηλώσεις για να θεωρηθούν επιστημονικές κρίσεις θα πρέπει να μην είναι ψευδείς όμως αυτές κρίθηκαν πολλαπλώς αβάσιμες και αναληθείς.

Άρα το Εφετείο μη παραθέτοντας το περιεχόμενο της απαλλακτικής απόφασης του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών ΕΣΥ, του Υπουργείου Υγείας, της 1'/1997 απόφαση της Ολομελείας του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΙΣΑ της 503/1996 Εισαγγελικής διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς με την οποία αρχειοθετήθηκε το ποινικό σκέλος της υπόθεσης και της 2349/1998 αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά με την οποία απηλλάγη για το αδίκημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας τριών ατόμων δεν διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες παραβαίνοντας το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠοΛΔ, ενώ η δήλωση "είμαστε υποχρεωμένοι να καταγγείλουμε όλους όσους προσπάθησαν ή επιδιώκουν τη συγκάλυψη και την αποσιώπηση αυτής της υπόθεσης" δεν συνιστά κρίση αλλά γεγονός περί συγκάλυψης της δήθεν ευθύνης του προς όφελος του, γεγονός που προσβάλλει την τιμή, την υπόληψή του την επαγγελματική του πίστη και την εν γένει προσωπικότητά του με αποτέλεσμα να παραβιαστεί το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠοΛΔ κατά την εφαρμογή των άνω διατάξεων .0 λόγος εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος αφού στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δηλαδή στο ότι η μη παράθεση του περιεχομένου των άνω αποδεικτικών μέσων καθιστά την αιτιολογία της απόφασης ανεπαρκή, αφού για την πληρότητα και σαφήνεια της αιτιολογίας απαιτείται να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση τι αποδείχθηκε και τι όχι.

Ο λόγος εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον ναι μεν τα ανωτέρω συνιστούν γεγονός, πλην όμως όπως σε άλλο σημείο της απόφασης ορθά δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα ήδη προεκτεθέντα οι εναγόμενοι προέβησαν στις σχετικές δηλώσεις λόγω του υπαρκτού θορύβου σε βάρος του ενάγοντος και του νοσοκομείου στα ΜΜΕ και για την ανησυχία της κοινής γνώμης μετά από τις έγγραφες καταγγελίες και μηνύσεις πολιτών -ασθενών και οικείων θανόντων ασθενών εγχειρισθέντων από τον ενάγοντα και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον με μόνο σκοπό τη διαλεύκανση της υπόθεσης, την καθησύχαση της κοινής γνώμης, την προστασία της δημόσιας υγείας και της αξιοπιστίας και φήμης του νοσοκομείου και του επιστημονικού προσωπικού αυτού, έγιναν δε οι δηλώσεις αυτές χωρίς αναφορές ψευδών περιστατικών και χωρίς να υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο και δεν είχαν σκοπό την εξύβριση του ενάγοντος και την προσβολή της τιμής και της προσωπικότητας του και του επαγγελματικού του κύρους με αποτέλεσμα να αίρεται ο άδικος χαρακτήρας αυτών κατ' άρθρο 367παρ.1 περ.γ ΠΚ.

Σχετικά με την πέμπτη αναιρεσίβλητη Χριστίνα Παπανικολάου το Εφετείο διέλαβε τα εξής : "..: Με την ιδιότητα της ως προέδρου της Ε.IN.Α.Π προέβη στις ακόλουθες δηλώσεις: α] Στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ραδιοτηλεοπτικού σταθμού ΣΤΑΡ (δημοσιογράφος Π.Π….ς) αναφερόμενη στο πρόσωπο του ενάγοντος δήλωσε "...

αποτελεί μία ακραία και μεμονωμένη περίπτωση αντιδεοντολογικής και αντεπιστημονικής συμπεριφοράς το περιστατικό το οποίο συζητάμε ...". Σχετικό με την άνω δήλωση το Εφετείο έκρινε ότι "Με τα, παραπάνω, που αποτελούν μία επιλεκτική αποσπασματική παράθεση της δήλωσης της άνω εναγόμενης, επαναλαμβάνεται ένα από τα συμπεράσματα του πορίσματος της ΕΔΕ". "β] Την 01/8/1995 με την άνω ιδιότητα της υπέγραψε το προαναφερθέν δελτίο τύπου με το άνω περιεχόμενο".

Σχετικά με την άνω δήλωση το Εφετείο έκρινε ότι "Το δελτίο τύπου με το άνω περιεχόμενο αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της συνταγματικά κατοχυρωμένης προστασίας της συνδικαλιστικής δράσης και είχε ως στόχο την ανάσχεση των δημοσιογραφικών παρερμηνειών, την ενημέρωση της κοινής γνώμης για ένα θέμα που είχε πάρει διαστάσεις στον τύπο, την προστασία της ασφάλειας και της ποιότητας παροχής περίθαλψης στους ασθενείς και την ευαισθητοποίηση των αρμοδίων φορέων και για να μην αφήνεται έρμαιο διασυρμού και αν αναξιοπιστίας το μεγαλύτερο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο της χώρας".

Κατά των άνω παραδοχών του Εφετείου, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ διαλαμβάνοντες αιτιολογίες ανεπαρκείς. Ειδικότερα, ισχυρίζεται, ότι τόσο η επιστημονική κρίση όσο και η συνδικαλιστική δράση προϋποθέτουν ότι οι δηλώσεις δεν είναι ψευδείς αφού έχει κριθεί πολλαπλώς κατά την πειθαρχική διαδικασία ότι αυτές είναι αβάσιμες.

Συνεπώς, ήταν αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας, να αναφερθεί το περιεχόμενο της απαλλακτικής απόφασης του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών ΕΣΥ, του Υπουργείου Υγείας, της 1'/1997 απόφαση της Ολομελείας του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΙΣΑ της 503/1996 Εισαγγελικής διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς με την οποία αρχειοθετήθηκε το ποινικό σκέλος της υπόθεσης και της 2349/1998 αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά με την οποία απηλλάγη για το αδίκημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας τριών ατόμων το Εφετείο.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, αφού στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι δηλαδή, για την επάρκεια της αιτιολογίας θα έπρεπε να αναφέρεται το περιεχόμενο των άνω αποδεικτικών μέσων, αφού το δικαστήριο οφείλει να κρίνει τι αποδείχθηκε και τι όχι και δεν απαιτείται να αναφέρει το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων από τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος χρόνος των δηλώσεων ήταν εκείνος μετά την διαρροή του πορίσματος της ΕΔΕ και πριν τις απαλλακτικές αποφάσεις για τον ενάγοντα.

Σχετικά δε με το δημοσίευμα στην εφημερίδα ΛΟΓΟΣ της …. το Εφετείο δέχθηκε τα εξής :... "Στις 02/8/1995 στην εφημερίδα "Ο ΛΟΓΟΣ" δήλωσε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "όταν μελέτησα το πόρισμα της ΕΔΕ μου δημιούργησε αισθήματα απέχθειας και αηδίας η υπόθεση του γιατρού Κ…. είναι μία μεμονωμένη ακραία περίπτωση αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς το ΔΣ της ΕΙΝΑΠ στιγματίζει την υπόθεση Κ…η ακόμα και αν αυτό πονάει το ιατρικό σώμα" κρίνοντας περαιτέρω ότι "η δήλωση αναφέρεται σε προκληθέντα συναισθήματα και όχι σε γεγονότα".

Περαιτέρω, για τις δηλώσεις στην εφημερίδα ΕΘΝΟΣ της 2-8-1995, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Στην εφημερίδα ΕΘΝΟΣ στις 02/8/1995 σε άρθρο της Π. Χριστοδουλίδου, πλην των αναφερομένων στο ως άνω δελτίο τύπου αναφέρονται οι ακόλουθες δηλώσεις της "...Προσωπικά αισθάνομαι κατά πρώτον, θλίψη γι αυτά που έκανε ο Κ…. και, κατά δεύτερον, απέχθεια.

Καταγγέλλουμε ότι είχαν γίνει πριν από χρόνια πέντε ε.δ.ε σε βάρος του, ενώ άλλες δύο βρίσκονται σε εξέλιξη. Το Υπουργείο δείχνει ολιγωρία. Οφείλει να συγκαλέσει αμέσως το Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο και να αναστείλει την άδεια του Κ….", κρίνοντας στη συνέχεια ότι "Τα ανωτέρω περί θλίψης και απέχθειας συνιστούν έκφραση της εσωτερικής διάθεσης και των συναισθημάτων της άνω εναγομένης, ενώ τα υπόλοιπα συνιστούν τμηματική καταχώρηση σημείων τον κοινού δελτίου τύπου".

Με το πρώτο σκέλος του συγκεκριμένου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ και 361, 362 και 363 Π Κ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δεχθέν το Εφετείο ότι με τις άνω δηλώσεις η αναιρεσίβλητη εκθέτει τον εσωτερικό της κόσμο και δεν διατυπώνει μομφή για τις πράξεις του έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων αφού ,οι πράξεις του προβάλλονται αξιόμεμπτες με ρητή αναφορά στο πόρισμα της ΕΔΕ.

Άρα αναφέρεται σε συγκεκριμένα γεγονότα που προσβάλλουν την τιμή την υπόληψη την επαγγελματική του πίστη και εν γενεί την προσωπικότητά του. Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο κατά παράβαση του όρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεν έλαβε υπόψη του την αντένστασή του έκτου όρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ, άλλως επικουρικά παραβίασε το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 929 και 932 ΑΚ και 361, 362 και 363 ΠΚ.

Ο λόγος εκ του άρθρου 559 αρ 1 ΚΠοΛΔ είναι αβάσιμος αφού αν και τα ανωτέρω συνιστούν γεγονός σε άλλο σημείο της απόφασης στις κοινές παραδοχές για τους εφεσίβλητους το Εφετείο δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι προέβησαν στις σχετικές δηλώσεις λόγω του υπαρκτού θορύβου σε βάρος του ενάγοντος και του νοσοκομείου στα ΜΜΕ και για την ανησυχία της κοινής γνώμης μετά από τις έγγραφες καταγγελίες και μηνύσεις πολιτών -ασθενών και οικείων θανόντων ασθενών εγχειρισθέντων από τον ενάγοντα και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον με μόνο σκοπό τη διαλεύκανση της υπόθεσης, την καθησύχαση της κοινής γνώμης, την προστασία της δημόσιας υγείας και της αξιοπιστίας και φήμης του νοσοκομείου και του επιστημονικού προσωπικού αυτού.

Έγιναν δε οι δηλώσεις αυτές χωρίς ψευδή περιστατικά και χωρίς να υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο και δεν είχαν σκοπό την εξύβριση του ενάγοντος και την προσβολή της τιμής και της προσωπικότητας του και του επαγγελματικού του κύρους και έτσι καταρχήν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας αυτών κατ' άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ.

Περαιτέρω δε, απέρριψε την αντένσταση του αναιρεσείοντος εκ του άρθρου 367 παρ 2β ΠΚ και ορθό ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις.

Συνεπώς είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι εκ του άρθρου 559 αρ.8 και 1 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης.

Όσον αφορά το δημοσίευμα στην εφημερίδα ……, την 2-8-1995 το Εφετείο δέχθηκε ότι "... Στην εφημερίδα … στις 02/8/1995 σε άρθρο του Θ.Λ….. με τίτλο "ΝΑ ΤΕΘΕΙ Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΣΕ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ" και τον υπέρτιτλο "ΕΙΝΑΠ: ΤΟΝ ΚΑΛΥΠΤΑΝ ΟΙ ΔΙΟΙΚΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ …." μεταξύ άλλων φέρεται ότι δήλωσε "...Όλες οι πράξεις του γιατρού Κ….

κάλυπταν οι διοικήσεις του νοσοκομείου και η προηγούμενη ηγεσία του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, η οποία γνώριζε τα πάντα για τις παράνομες ιατρικές ενέργειες του χειρουργού, ενώ όλες οι σε βάρος του ΕΔΕ δεν έτυχαν της δέουσας προσοχής ούτε και από τη Δικαιοσύνη. Κοινό τόπο όλων των πορισμάτων αποτελεί η ασυνήθης παράδοξη μέχρι επικινδυνότητας αντιδεοντολογική και αντιεπιστημονική συμπεριφορά του ιδίου συναδέλφου απέναντι σε ασθενείς και σε συνεργάτες του..", κρίνοντας περαιτέρω ότι "Τα ανωτέρω συνιστούν δημοσιογραφική απόδοση μέρους τον συνολικού περιεχομένου του εν λόγω δελτίου τύπου".

Έτσι όμως όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε την διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠοΛΔ διαλαμβάνοντας αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ειδικότερα υποστηρίζει, ότι η παραδοχή αυτή βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με την ως άνω κρίση περί των δηλώσεων της αναιρεσίβλητης οι οποίες παρατίθενται αυτολεξεί ως προερχόμενες από την ίδια με την αναφορά σε "αντιδεοντολογική και αντεπιστημονική συμπεριφορά του ίδιου συναδέλφου".

Ο λόγος είναι βάσιμος αφού, ενώ στο άνω άρθρο χαρακτηρίζεται από την εναγομένη ως αντιδεοντολογική και αντεπιστημονική η συμπεριφορά του ίδιου συναδέλφου (αναιρεσείοντος) το Εφετείο, όλως αντιφατικά, δέχεται ότι η δήλωση αυτή δεν έγινε από την εναγομένη αλλά συνιστά μέρος του συνολικού περιεχομένου του δελτίου τύπου.

Σχετικά με τον έκτο αναιρεσίβλητο Β.. Λ…, το Εφετείο διέλαβε τις ακόλουθες παραδοχές: Ο έκτος εναγόμενος (Β..Λ.ς): Στην ημερήσια πολιτική εφημερίδα Ο ΛΟΓΟΣ στις 02/8/1995 δήλωσε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "...Οι ειδικευόμενοι γιατροί έφευγαν από το τμήμα τον Διευθυντή της Β' χειρουργικής, γιατί όπως υποστήριζαν δεν ήθελαν να μείνουν, λόγω των επικίνδυνων πειραμάτων που γίνονταν εκεί...".

Ο άνω εναγόμενος αρνείται ότι έκανε τις άνω δηλώσεις στην εν λόγω εφημερίδα. Η εφημερίδα, στον Πρόλογο της, αναφέρεται στην από 01/8/1995 κοινή συνέντευξη τύπου στο αμφιθέατρο του νοσοκομείου …., στην οποία όμως ο εναγόμενος δεν ήταν παρών. Προφανώς, η εφημερίδα αποδίδει στον άνω εναγόμενο πληροφορίες που συγκέντρωσε η συντάξασα το άνω άρθρο κατά το ρεπορτάζ αυτής από άλλους γιατρούς είτε παρόντες είτε απόντες από την άνω συνέντευξη.

Η συμμετοχή του άνω εναγομένου συνίσταται μόνο στο γεγονός ότι κλήθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας στο πλαίσιο της ΕΔΕ που διενήργησε ο πρώτος εναγόμενος". Κρίνοντας έτσι όμως η προσβαλλομένη απόφαση, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού δεν αναφέρεται αυτολεξεί το περιεχόμενο του άρθρου αυτού, ώστε να προκύπτει ότι, αυτό αφορά την συνέντευξη τύπου της 1-8-1995 στο αμφιθέατρο του νοσοκομείου …… με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογή των διατάξεων των όρθρων 57, 59, 914, 929, 932 ΑΚ και 361, 362 και 363 ΠΚ.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο είναι υποχρεωμένο να διαλάβει στις αιτιολογίες του τι αποδείχθηκε και τι όχι και δεν απαιτείται να αναφέρει το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα. Σε κάθε περίπτωση όμως, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι τα αναφερόμενα στο άρθρο αυτό, όπως διαλαμβάνει και η ίδια εφημερίδα στον πρόλογο της αφορούν την συνέντευξη τύπου στο αμφιθέατρο του νοσοκομείου …… που έλαβε χώρα την 1-8-1995 κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος δεν ήταν παρών.

Όσον αφορά την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠοΛΔ σχετικά με την διάταξη του άρθρου 367 παρ.2β ΠΚ, είναι αβάσιμη ως επί εσφαλμένης, προϋπόθεσης αφού κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου ο αναιρεσίβλητος δεν προέβη στις άνω δηλώσεις στην εφημερίδα ΛΟΓΟΣ.

Πρέπει συνεπώς να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που αφορά τους πρώτο, τρίτο και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων (Α. Λ., Μ. Μ. και Χ. Π., αντίστοιχα) και δη κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό σκέλη και, η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της πρέπει να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικασθεί στην ουσία (άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ, όπως ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013), σε νέα όμως προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, που θα οριστεί με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, ώστε κατ' αυτή οι διάδικοι, γνωρίζοντας επακριβώς το εύρος της αναιρετικής απόφασης, να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους (ΑΠ 1725/2014). Πρέπει επίσης να διαταχθεί η απόδοση του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), ωστόσο εφόσον το Δικαστήριο δεν απεκδύεται της εξουσίας να αποφανθεί ως προς την ουσία της υπόθεσης δεν συντρέχει λόγος να αποφανεί τώρα για τη δικαστική δαπάνη των ανωτέρω διαδίκων. Κατά τα λοιπά όμως ,η αναίρεση και κατά το μέρος που στρέφεται κατά των δεύτερου, τέταρτου και έκτου των αναιρεσιβλήτων (Ν. Π., Α.υ Α. και Β. Λ., αντίστοιχα) πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του στα δικαστικά τους έξοδα (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

Κατά την διάταξη του άρθρου 206 ΚΠολΔ, με την οποία σκοπείται η εξασφάλιση της δικονομικής τάξης και η τήρηση του επιβαλλόμενου μέτρου ευπρεπείας και κοσμιότητας κατά τη σύνταξη των δικογράφων, το δικαστήριο μπορεί ύστερα από αίτηση ενός διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις.

Εν προκειμένω από την επισκόπηση του αναιρετηρίου προκύπτει ότι περιέχονται σ' αυτό οι φράσεις: α) "η ως άνω νομική κρίση δεν συνιστά απλώς ευθεία παράβαση των ως άνω διατάξεων αλλά ας μου επιτραπεί η αιχμηρή αναφορά συνιστά όνειδος", β) "σε απλά ελληνικά δηλαδή, το δικάσαν δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα -όνειδος ότι το λοιπό περιεχόμενο μιας συνέντευξης το οποίο το δικαστήριο δεν γνωρίζει, αφού δεν παρατίθεται, αναιρεί το προσβλητικό περιεχόμενο ...," γ) "πρόκειται πραγματικά για κρίση αδιανόητη η οποία απάδει της λειτουργίας της απονομής δικαιοσύνης" δ) "πραγματικά εάν υπήρχε ως έννοια η <μυωπική απονομή δικαιοσύνης η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου θα αποτελούσε τον ορισμό της," ε) το δικάσαν δικαστήριο προέβη στην ακόλουθη-αδιανόητη ας μου επιτραπεί η έκφραση- νομική αξιολόγηση και στ) αμφότερες οι προαναφερθείσες κρίσεις του δικάσαντος δικαστηρίου, δεν είναι απλώς εσφαλμένες, αλλά διολισθαίνουν στο επίπεδο του νομικού παραλογισμού προφανώς και ο πλέον αδαής καταλαβαίνει ότι τέτοια αναφορά δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει σε πόρισμα ΕΔΕ. Οι φράσεις αυτές είναι ανάρμοστες και υβριστικές ,αφού δείχνουν καταφρόνηση προς το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και για το λόγο αυτό πρέπει να διαταχθεί η διαγραφή τους.?

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4258/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. Κρατεί την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του σε δικάσιμο, που θα ορισθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Διατάσσει τη διαγραφή των αναφερομένων στο σκεπτικό φράσεων από την κρινόμενη αίτηση.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 9 Νοεμβρίου 2016 αίτηση του Α.. Κ. για αναίρεση της προαναφερθείσας απόφασης.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν ΑΝΤΙΠΡΟΕΣΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Σελίδα 2 της 432/2020 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Ε.Λ.