Legislator Case Law & Legislation
432/2017 AI generated

432/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 432/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/10/2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4109/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6006/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

432/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 24/2/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Keywords

AI generated
third-party proceedings third-party documents third-party payment workers' stock ownership third-party beneficiary contract dismissal of traffic proceedings
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 432 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 432/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Κ. του Α., 2) Π. Σ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σέργιο Μαναράκη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/10/2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4109/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6006/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/6/2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 24/2/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 988 παρ.1 εδ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, αν η κατασχεμένη (στα χέρια του τρίτου) απαίτηση δεν επαρκεί για να ικανοποιηθούν όλοι όσοι επέβαλαν κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει να κάνει δημόσια κατάθεση και η διανομή γίνεται από συμβολαιογράφο που ορίζεται, αφού το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, από τον Ειρηνοδίκη του τόπου της εκτέλεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.

Η διανομή σε εκείνους που έκαναν την κατάσχεση γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 974 επ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι στη διανομή του κατατεθειμένου δημοσίως ποσού της κατασχεμένης στα χέρια του τρίτου χρηματικής απαίτησης, συμμετέχουν εκείνοι μόνο οι δανειστές που επέβαλαν την κατάσχεση αυτή μέσα στην προβλεπόμενη από το εδάφιο α’ του ίδιου άρθρου οκταήμερη προθεσμία από την κοινοποίηση του αρχικού κατασχετηρίου εγγράφου σ’ αυτόν κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση.

Εκ τούτου παρέπεται, ότι μόνο οι δανειστές αυτοί που επέβαλαν την κατάσχεση και μετέχουν στη διαδικασία της κατατάξεως δικαιούνται να ασκήσουν την κατά το άρθρο 979 παρ. 2 ΚΠολΔ ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως, γιατί στην κατάσχεση στα χέρια του τρίτου χρηματικών απαιτήσεων δεν υπάρχει στάδιο αναγγελιών και επομένως δεν μπορούν να γίνουν αναγγελίες άλλων δανειστών του καθού η κατάσχεση, ούτε να συμμετάσχουν άλλοι δανειστές έστω και αν είναι προνομιούχοι στη διαδικασία της κατατάξεως (ΑΠ 93/1999).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ.1 του ΚΕΔΕ: "Η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε:

α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και ε) χρονολογίαν και υπογραφήν του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου.

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο Προϊστάμενος της ... για την εξασφάλιση της ικανοποιήσεως απαιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου από ληξιπρόθεσμα χρέη (φόροι εισοδήματος νομικών προσώπων, πρόστιμα, υπεραξία ακινήτων, τέλη χρήσης μηχανημάτων) που βεβαιώθηκαν σε βάρος της οφειλέτιδας του Ελληνικού Δημοσίου εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ",...συνολικού ποσού 19.899.439,32 ευρώ, επέβαλε με το με αριθμό πρωτοκόλλου .../2011 κατασχετήριο, κατάσχεση στα χέρια της Διεύθυνσης Οδικών Έργων (Δ1) του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., ως τρίτου, κάθε ποσού που αυτή οφείλει ή πρόκειται στο μέλλον να οφείλει και μέχρι του ποσού των 19.899.439,32 ευρώ προς την παραπάνω οφειλέτιδα. Το παραπάνω κατασχετήριο επιδόθηκε στην ως άνω Διεύθυνση στις 24-2-2011....

Δέον να σημειωθεί το στο προαναφερόμενο κατασχετήριο αναγράφονται ρητά η επωνυμία, η έδρα της οφειλέτιδας εταιρείας, τα στοιχεία της Διεύθυνσης Δ1 ως τρίτης, ενώ επισυνάπτεται αναλυτικός πίνακας χρεών της οφειλέτιδας, αναγράφεται το ποσόν για το οποίο γίνεται η κατάσχεση. Τέλος, προσδιορίζεται η έννομη σχέση από την οποία προέρχεται η οφειλόμενη από την Δ1 Διεύθυνση (τρίτη), ποσότητα χρημάτων προς την ανωτέρω οφειλέτιδα του κατασχόντος Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπήθηκε από την ..., ήτοι ότι συνίστατο σε εργολαβική αμοιβή από το έργο με τίτλο "...", που είχε εκτελέσει η παραπάνω τεχνική εταιρεία, ως ανάδοχος δημοσίου έργου.

Το κατασχετήριο έφερε ημερομηνία (21-2-2011) και υπογραφή του Προϊσταμένου της ως άνω Δ.Ο.Υ. και συνεπώς άπαντα τα στοιχεία που αποτελούν το αναγκαίο περιεχόμενο, κατά την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 30 του ΚΕΔΕ, για την εγκυρότητα του κατασχετηρίου Η επιβληθείσα συνεπώς κατάσχεση, δυνάμει του ανωτέρω κατασχετηρίου, τυγχάνει καθόλα νόμιμη και έγκυρη και ο σχετικός δεύτερος λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.

Περαιτέρω, η ως άνω Διεύθυνση (Δ1) προέβη εντός της προβλεπόμενης 30μερης προθεσμίας, στη δήλωση του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ. Συγκεκριμένα την 22-3-2011 προέβη νόμιμα εκπροσωπούμενη από το Διευθυντή της σε θετική δήλωση, ως τρίτη ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, σύμφωνα με την οποία εις χείρας της υφίσταντο οι εξής απαιτήσεις της εταιρείας ‘ ...

ΑΕ": α) απαίτηση ποσού 693.638,01 ευρώ, προερχόμενη από την 31η πιστοποίηση του έργου "..." και β) απαίτηση ποσού 221.282,89 ευρώ προερχόμενη από την 12η πιστοποίηση της 1ης Σ.Σ. του αυτού ως άνω έργου. Περαιτέρω, προέκυψε ότι προς την ως άνω Διεύθυνση (ΔΙ) ΥΠΕΧΩΔΕ ως τρίτης, ο δεύτερος εκκαλών-καθού η ανακοπή, Π. Σ. κοινοποίησε την 25-2-10211 ( και όχι στις 24-2-2011, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο τελευταίος με το σχετικό λόγο έφεσης) το από 22-2-2011 κατασχετήριο, για απαίτηση ύψους 65.000 ευρώ, που διατηρεί σε βάρος της αυτής εταιρείας την επωνυμία "...

ΑΕ", η οποία και υποχρεώθηκε να καταβάλει σε αυτόν το ποσόν των 94.819,89 ευρώ, με την με αριθμό 286/2010 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης, με την διαδικασία εργατικών διαφορών. Το παραπάνω κατασχετήριο, το οποίο περιέχει όλα τα κατά νόμον αναγκαία στοιχεία, επιδόθηκε στην ως άνω Διεύθυνση στις 25-2-2011..., ενώ ακολούθησε επίδοση του ως άνω κατασχετηρίου α) την 1-3-2011 προς την ..., β) την 1-3-2011 προς την οφειλέτιδα ...

ΑΕ, γ) την 1-3-2011 προς την Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου ΥΠΕΧΩΔΕ και δ) στη ... την 24-2-2011... Η προαναφερόμενη Δ1 Διεύθυνση, προέβη εμπροθέσμως, την 22-3-2011 νόμιμα εκπροσωπούμενη από το Διευθυντή της, ως τρίτη, σε θετική δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, σύμφωνα με την οποία εις χείρας της υπάρχουν οι παραπάνω απαιτήσεις της εταιρείας ...

ΑΕ: α) απαίτηση ποσού 693.638,01 ευρώ, προερχόμενη από την 31η πιστοποίηση του έργου "..." και β) απαίτηση ποσού 221.282,89 ευρώ προερχόμενη από την 12η πιστοποίηση της 1ης Σ.Σ. του αυτού ως άνω έργου. Στην ως άνω δήλωση ανέφερε ότι για τις απαιτήσεις αυτές έχει επιβληθεί και η από 21-2-2011 κατάσχεση της ..., για ποσόν 19.899.439,32 ευρώ.

Τέλος, προέκυψε ότι την 8-7-2011 επέβαλε κατάσχεση εις χείρας της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων (ΔΙ) του ΥΠΕΧΩΔΕ, ως τρίτης και ο πρώτος εκκαλών Β. Κ. για απαίτηση ύψους 546.307,46 ευρώ, πηγάζουσα από σύμβαση εργασίας, η οποία αναγνωρίστηκε τελεσίδικα με την με αριθμό 6574/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, βάσει της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 544/2011 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του παραπάνω δικαστηρίου.

Το παραπάνω κατασχετήριο επιδόθηκε στην ως άνω Διεύθυνση στις 8-7-2011.., ενώ ακολούθησε επίδοση του ως άνω κατασχετηρίου α) την 7-7-2011 προς την ..., β) την 7-7-2011 προς την οφειλέτιδα ... ΑΕ, γ) την 7-7-2011 προς την ... και δ) στο Ελληνικό Δημόσιο νόμιμα εκπροσωπούμενο από τον υπουργό ΠΕΧΩΔΕ την 11-7-2011...Την 4-8-2011 η εν λόγω Διεύθυνση προέβη σε θετική δήλωση, σύμφωνα με την οποία η οφειλέτιδα εταιρεία διατηρεί τις παραπάνω αξιώσεις προερχόμενες από την πιστοποίηση του έργου "...".

Παράλληλα δήλωσε ότι για τις ανωτέρω απαιτήσεις έχουν ήδη επιβληθεί κατασχέσεις α) από την ... την 21-2-2011 για ποσόν 19.899.439 ευρώ και β) από τον Π. Σ. την 2-3-2011 για ποσόν 65.500 ευρώ. Ο πρώτος εκκαλών Β. Κ., ισχυριζόμενος ότι τα κατασχεθέντα εις χείρας της Δ1 Διεύθυνσης ποσά δεν επαρκούσαν για την ικανοποίηση όλων των κατασχέσεων, με αίτηση του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών ζήτησε τον ορισμό συμβολαιογράφου προκειμένου αυτός να προβεί στη διανομή της κατασχεμένης απαίτησης, οπότε εκδόθηκε η με την με αριθμό 916/2012 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία ορίσθηκε η συμβολαιογράφος Αθηνών Χριστίνα Καραμπάτσου, για το παραπάνω σκοπό.

Η τελευταία, με την με αριθμό ...16-3-2012 Πράξη της απηύθυνε πρόσκληση προς τους δανειστές της ως άνω εταιρείας που είχαν προβεί σε κατάσχεση στα χέρια της ως άνω Διεύθυνσης Οδικών Έργων, ήτοι: α) στο Ελληνικό Δημόσιο όπως εκπροσωπείται από το Προϊστάμενο της ..., προς το οποίο η εν λόγω Πράξη-Πρόσκληση κοινοποιήθηκε την 19-3-2012..., β) στον Π.

Σ. ...και γ) στον Β. Κ. την 19-3-2012.... Καθόσον η ... δεν κατέθεσε εντός της νόμιμης προθεσμίας έγγραφα από τα οποία να προκύπτει η απαίτησή της, η ως άνω συμβολαιογράφος προέβη στη σύνταξη του με αριθμό ...6-7-2012 πίνακα κατάταξης δανειστών, της εταιρείας ... ΑΕ", στον οποίο τον πίνακα δεν κατέταξε τη Δ.Ο.Υ ΦΑΕ, ενώ κατέταξε μόνο τους νυν εκκαλούντες.

Κατά της ως άνω πίνακα κατάταξης άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τη ..., την από 9-10- 2012 ανακοπή του, επί της οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε τον προσβαλλόμενο πίνακα. Πρέπει εδώ να αναφερθεί ότι στην εν λόγω ανακοπή, όπως και στο πίνακα κατάταξης, νομιμοποιείται και η ανακόπτουσα ..., που επέβαλε κατάσχεση αφού στην κατάσχεση στα χέρια του τρίτου χρηματικών απαιτήσεων δεν υπάρχει στάδιο αναγγελιών.

Αυτό συνάγεται ευχερώς και από τη ρητή διατύπωση του άρθρου 988 παρ. 1 εδ. γ’ σύμφωνα με το οποίο η διανομή σε αυτούς που έκαναν την κατάσχεση γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 974 επ. χωρίς να γίνεται αναφορά στο περί αναγγελιών προγενέστερο άρθρο 972 ΚΠολΔ. Η κατασχεθείσα απαίτηση προορίζεται για την ικανοποίηση των δανειστών που επέβαλαν την κατάσχεση ...

Συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος εφέσεως, σύμφωνα με τον οποίο το ανακόπτον δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικό να ασκήσει την εν λόγω ανακοπή, αφού δεν ανήγγειλε την απαίτησή του, πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος..." Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τούτων το Εφετείο δέχτηκε ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσιβλήτου στην άσκηση της υπό κρίση ανακοπής, παρά το ότι τελευταίο δεν είχε αναγγείλει τις απαιτήσεις του στο συμβολαιογράφο που συνέταξε τον προσβαλλόμενο πίνακα. Όμως, προκείμενης αναγκαστικής εκτελέσεως, με κατάσχεση χρηματικών απαιτήσεων στα χέρια τρίτου, στην οποία είχε προβεί αρχικώς το αναιρεσίβλητο και στη συνέχεια οι αναιρεσείοντες, κατά την οποία δεν υπάρχει στάδιο αναγγελιών, κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 979 παρ. 2, σε συνδυασμό με 988 παρ. 1 και 974 ΚΠολΔ, το Εφετείο δέχτηκε ότι το αναιρεσίβλητο νομιμοποιείται στην εν λόγω ανακοπή, όπως και στο πίνακα κατάταξης.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, εφόσον, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το από 21/2/2011 κατασχετήριο του αναιρεσιβλήτου έφερε τα αναφερόμενα σ’ αυτήν στοιχεία, κατ’ ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 30 του ΚΕΔΕ, δέχτηκε ότι αυτά αποτελούσαν το αναγκαίο περιεχόμενο για την εγκυρότητά του και εντεύθεν η επιβληθείσα κατάσχεση, δυνάμει του ανωτέρω κατασχετηρίου, τυγχάνει καθόλα νόμιμη και έγκυρη.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, ισχυριζόμενοι τα αντίθετα, μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη για την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις του άρθρου 982 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζουν ότι μπορούν να κατασχεθούν, μεταξύ άλλων, χρηματικές απαιτήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση κατά τρίτων μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή και 30 παρ. 1, 3 ΚΕΔΕ, που ορίζουν ότι "1.

Η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, ... 3. Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ή πράγματα ουδέ δύναται να συμψηφίση προς ανταπαιτήσεις του μεταγενεστέρας της κατασχέσεως, της κατασχέσεως επιφερούσης τα αποτελέσματα αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκχωρήσεως", προκύπτει, ότι τρίτος, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, μπορεί να είναι και ο δανειστής, ο οποίος, συγχρόνως, είναι και οφειλέτης του οφειλέτη του, τούτο δε μπορεί να συμβαίνει και στην περίπτωση που το Δημόσιο, δικαιούμενο να λάβει από τον οφειλέτη του ορισμένο ποσό, είναι συγχρόνως και οφειλέτης του οφειλέτη του, οπότε έχει τη δυνατότητα να επιβάλει κατάσχεση στα χέρια του, ως τρίτου, καθόσον ο νόμος δεν απαγορεύει να ενεργήσει με τις δύο αυτές διαφορετικές ιδιότητες.

Στην αντίθετη περίπτωση η θέση του δανειστή και συγχρόνως οφειλέτη θα ήταν χειρότερη, παρά αν ήταν μόνο δανειστής και χειρότερη από άλλο δανειστή, ο οποίος θα μπορούσε να ενεργήσει κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη του, κάτι που δεν συμπορεύεται με την αρχή της ισότητας που διέπει το ισχύον δικονομικό σύστημα.

Τούτο δε ανεξάρτητα από τη δυνατότητα του δανειστή που έχει εκτελεστό τίτλο, να επιλέξει τον πρακτικώς αποδοτικότερο τρόπο της πρότασης συμψηφισμού, δυνάμενης να γίνει και κατά το στάδιο της εκτέλεσης (άρθρο 442 ΑΚ). Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, επίσης, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω ο εν λόγω πίνακας πάσχει ακυρότητος...καθόσον με την κοινοποίηση προς της Διεύθυνση Δ1, του ΥΠΕΧΩΔΕ, του από 22-2-2011 κατασχετηρίου από την ΔΟΥ ΦΑΕ, η επιβληθείσα κατάσχεση επέφερε την αναγκαστική εκχώρηση της υπάρχουσας στα χέρια της ως άνω Διευθύνσεως απαιτήσεως της καθής η κατάσχεση τεχνικής εταιρείας, υπό την έννοια ότι από το παραπάνω χρονικό σημείο και εντεύθεν και χωρίς τη συναίνεση του δανειστή η απαίτηση μεταβιβάζεται στο κατασχόν.

Μάλιστα γίνεται δεκτό ότι επί αρνητικής δήλωσης του τρίτου, οπότε ασκείται ανακοπή, από της τελεσιδικίας της σχετικής απόφασης, η αναγκαστική εκχώρηση λειτουργεί αναδρομικά και σε κάθε περίπτωση ανατρέχει στο χρονικό σημείο της κοινοποίησης, του κατασχετηρίου εγγράφου. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, από την 24-2-2011, οπότε το κατασχετήριο της Δ.Ο.Υ ΦΑΕ κοινοποιήθηκε στην Δ1 Διεύθυνση του ΥΠΕΧΩΔΕ, οι δυο απαιτήσεις της ...

ΑΕ , όπως αυτές αναλύονται στην από 22-3-2011 Δήλωση τρίτου εκχωρήθηκαν στην Υπηρεσία που υπέβαλε την κατάσχεση, αποτελώντας πλέον δημόσιο έσοδο. Ουδένα περιθώριο συνεπώς υπήρχε για επιβολή έτερης κατασχέσεως μετά το χρονικό αυτό σημείο. Οι κατασχέσεις συνεπώς που επιβλήθηκαν μεταγενέστερα με την κοινοποίηση κατασχετηρίων, ήτοι την επομένη 25-2-2011 και πολύ αργότερα, 3-7-2011 στην αρμόδια υπηρεσία (Δ1 Διεύθυνση), αφού τότε ολοκληρώνεται η κατάσχεση προς το Δημόσιο, ανεξάρτητα αν για το έγκυρο της, απαιτείται η κοινοποίηση και στις λοιπές υπηρεσίες αυτού...ουδέν δικαίωμα στοιχειοθέτησαν επί των απαιτήσεων της οφειλέτιδας εταιρείας.

Με βάση τα ανωτέρω που αποδείχθηκαν συνεπώς και ο σχετικός λόγος εφέσεως που αφορούν την εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και την πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο εφέσεως οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι ουδέποτε έλαβε χώρα νόμιμη εκχώρηση, διότι δεν υπήρξε έγγραφος τύπος ενώ το Ελληνικό Δημόσιο φέρεται να συμβλήθηκε με τον εαυτό του.

Ο λόγος αυτός τυγχάνει νόμω αβάσιμος, αφού κατά τα προεκτεθέντα, η κατά το άρθρο 30 παρ. 3 ΚΕΔΕ επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον τρίτο, αντίθετα, από τα κατά την παρ. 1 του άρθρου 984 ΚΠολΔ ορισθέντα, επιφέρει άνευ ετέρου και άνευ άλλης διατυπώσεως, τα αποτελέσματα αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκχωρήσεως, με έννομη συνέπεια την αποστέρηση του δικαιούχου της κατασχεθείσας απαίτησης από την εξουσία της ελεύθερης διάθεσης του περιουσιακού στοιχείου του που κατασχέθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση πράγματι οι εμπλεκόμενοι φορείς (... και Δ1 Διεύθυνση του ΥΠΕΧΩΔΕ) είναι προφανές ότι δεν αποτελούν νομικά πρόσωπα, αλλά δημόσιες υπηρεσίες, χωρίς νομική αυτοτέλεια, οι προϊστάμενοι των οποίων εκπροσωπούν το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο και είναι διάδικος με την ιδιότητα του ανακόπτοντος και του τρίτου στην ανοιγείσα με την ανακοπή δίκη..., πλην όμως γίνεται δεκτό ότι ο δανειστής μπορεί να επιβάλει κατάσχεση και εις χείρας του ως τρίτου...Οι σχετικοί συνεπώς λόγοι εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως νόμω αβάσιμοι...".

Το Εφετείο με το να δεχτεί ότι επιτρεπτώς ενεργήθηκε η επίμαχη κατάσχεση, με το ανωτέρω κατασχετήριο έγγραφο του Προϊσταμένου της ... στα χέρια της Διεύθυνσης Οδικών Έργων (Δ1) του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε, ως τρίτου, κάθε ποσού που αυτή οφείλει ή πρόκειται στο μέλλον να οφείλει και μέχρι του ποσού των 19.899.439,32 ευρώ προς την παραπάνω οφειλέτιδα, για την εξασφάλιση της ικανοποιήσεως απαιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου από ληξιπρόθεσμα χρέη της, δεν παραβίασε (σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα), με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις μη προϋποθέτουσες συμβατική εκχώρηση, αλλά θεσπίζουσες αναγκαστική εκχώρηση εκ του νόμου διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 3 ΚΕΔΕ.

Οι διατάξεις δε αυτές, στο βαθμό που γίνεται δεκτό, ότι επιτρέπουν την κατάσχεση από το Δημόσιο στα χέρια του, ως τρίτου, απαιτήσεων του οφειλέτη του κατ’ αυτού, δεν έρχονται σε αντίθεση με την εκ του άρθρου 4 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, διότι δεν καθιερώνουν προνόμιο υπέρ του Δημοσίου, εφόσον τέτοια δυνατότητα έχει (κατά το άρθρο 982 ΚΠολΔ) κάθε δανειστής που διαθέτει εκτελεστό τίτλο, κατά τα πιο πάνω αναφερθέντα.

Κατ’ ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, επίσης, η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά το χαρακτήρα της κατασχεθείσας απαίτησης, ως εργολαβικού ανταλλάγματος, του οποίου απαγορεύεται η κατάσχεση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 2, 3, 4 και 5 του ν. 4694/1930, όπως ισχύει, το Εφετείο δέχτηκε την εγκυρότητα του κατασχετηρίου της ....

Ο λόγος, κατά το παραπάνω μέρος του, όπως προβάλλεται, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Ειδικότερα, ενώ η κατά τις επικαλούμενες διατάξεις (και ήδη εκείνες του άρθρου 53 ν. 3669/2008) απαγόρευση ισχύει καθόλη τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου και ένα μήνα μετά την περάτωσή του, στην αναιρεσιβαλλομένη δεν διαλαμβάνονται ουσιαστικές παραδοχές, ότι η επίμαχη κατάσχεση έλαβε χώρα μέσα στο κρίσιμο αυτό χρονικό διάστημα, γεγονός που άλλωστε ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, ότι πρόβαλαν στο δικαστήριο της ουσίας.

Επίσης, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη και η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν από το αναιρεσίβλητο και δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν από τους αναιρεσείοντες, απαραδέκτως προβάλλεται, λόγω της πλήρους αοριστίας του.

Τούτο, διότι στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο αυτοτελών ισχυρισμών (θεμελιωτικών, καταλυτικών ή παρακωλυτικών του υπό κρίση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος) που φέρεται ότι έλαβε υπόψη της η αναιρεσιβαλλομένη, χωρίς να προταθούν από το αναιρεσίβλητο, ούτε εκείνων που φέρεται ότι πρότειναν οι αναιρεσείοντες και αγνοήθηκαν από την αναιρεσιβαλλομένη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4, 7, 10 και 30 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ), σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 217 παρ. 1 ΚΔΔ (ν. 2717/1999) προκύπτει, ότι με αυτές οργανώνεται συνεκτικό σύστημα εισπράξεως δημοσίων εσόδων, με σκοπό το μεν να καθίσταται δυνατή και να μη ματαιώνεται η, συνταγματικώς άλλωστε επιβαλλομένη (άρθρο 4 παράγραφος 5 του Συντάγματος), είσπραξη των χρεών προς το Δημόσιο, με παράλληλη, όμως, έγκαιρη ενημέρωση του οφειλέτη του Δημοσίου, ο οποίος δύναται να ασκεί επικαίρως τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που του παρέχει ο νόμος.

Στο πλαίσιο αυτό, ο οφειλέτης του Δημοσίου, σε βάρος του οποίου έχει ήδη γίνει η εν ευρεία εννοία βεβαίωση του οφειλόμενου ποσού, την οποία μπορεί, κατά κανόνα, να αμφισβητήσει δικαστικώς, με την διεξαγωγή διαγνωστικής δίκης, πληροφορείται, με κοινοποίηση προς αυτόν της ταμειακής βεβαιώσεως του χρέους ή της ατομικής ειδοποιήσεως, την νομιμότητα της οποίας δύναται, βεβαίως, να αμφισβητήσει δικαστικώς, με την διεξαγωγή δίκης περί την εκτέλεση, ότι υπάρχει πλέον σε βάρος του νόμιμος τίτλος (εν στενή εννοία βεβαίωση) και ότι έχει ήδη καταστεί οφειλέτης.

Εννοείται ότι, χωρίς την κοινοποίηση αυτή, δεν μπορεί να χωρήσει εγκύρως η περαιτέρω διαδικασία (βλ. ΣτΕ 1566/2012, 4417/2011). Έννομη συνέπεια τούτου είναι το μεν ότι ο οφειλέτης γνωρίζει ευθέως εκ του νόμου (άρθρο 5 ΚΕΔΕ) πότε το βεβαιωμένο χρέος του καθίσταται ληξιπρόθεσμο, το δε, ευθέως πάλι εκ του νόμου (άρθρο 7 ΚΕΔΕ), ότι από την επομένη της ημέρας κατά την οποία το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο, είναι δυνατή η λήψη σε βάρος του αναγκαστικών μέτρων για την είσπραξη του χρέους.

Ένα από τα αναγκαστικά αυτά μέτρα είναι, κατά το άρθρο 9 του ΚΕΔΕ, η κατάσχεση κινητών και απαιτήσεων του οφειλέτη του Δημοσίου εις χείρας τρίτου. Η διαδικασία λήψεως του μέτρου αυτού οργανώνεται στα άρθρα 30 και επόμενα του ΚΕΔΕ. Προς τούτο συντάσσεται κατασχετήριο έγγραφο, κοινοποιούμενο στον τρίτο και όχι στον οφειλέτη.

Η μη κοινοποίηση στον οφειλέτη οφείλεται στον προφανή λόγο ότι, αν αυτός πληροφορείτο την επικειμένη λήψη του μέτρου, θα έσπευδε να εισπράξει από τον τρίτο τα οφειλόμενα σ’ αυτόν χρήματα ή απαιτήσεις ή θα ανελάμβανε τα εις χείρας τρίτου κινητά του, με συνέπεια, να καθίσταται αδύνατη η εξ αυτών ικανοποίηση της αξιώσεως του Δημοσίου.

Κατά παρόμοιο, άλλωστε, τρόπο οργανώνεται στον ΚΕΔΕ και η διαδικασία κατασχέσεως εις χείρας του ιδίου του οφειλέτη (άρθρα 10 και επόμενα ΚΕΔΕ), αφού η κατάσχεση αυτή διενεργείται από δικαστικό επιμελητή, δυνάμενο να εισέρχεται και στην οικία του οφειλέτη (άρθρο 11), χωρίς να προηγείται νέα κοινοποίηση σ’ αυτόν για την επικειμένη κατάσχεση, για τον αυτό, προδήλως, λόγο.

Βεβαίως, ο οφειλέτης δεν παραμένει ούτε κατά το στάδιο αυτό απροστάτευτος, αφού δύναται να ασκεί κατά των πράξεων της διαδικασίας κατασχέσεως, τις οποίες εκ των υστέρων πληροφορείται, την ανακοπή που προβλέπει το άρθρο 217 του Κ. Δ. Δ. και το άρθρο 73 παρ. 2 του ΚΕΔΕ για την περίπτωση αρξάμενης ήδη εκτελέσεως.

Εξ άλλου, με το άρθρο 228 του Κ. Δ. Δ. οργανώνεται σύστημα αποτελεσματικής προσωρινής προστασίας στην κατηγορία αυτή διαφορών, αφού παρέχεται, με τις εκτιθέμενες στο νόμο προϋποθέσεις, η δυνατότητα αναστολής εκτελέσεως από δικαστήριο των πράξεων της εν λόγω διαδικασίας. Το όλο αυτό σύστημα διατηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στην αξίωση του Δημοσίου να μπορεί να εισπράττει τα οφειλόμενα σε αυτό ποσά με αποτελεσματικό τρόπο και στην αξίωση του οφειλέτη για παροχή έγκαιρης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, τόσο πριν όσο και μετά την κατάσχεση των οφειλομένων εις χείρας τρίτου.

Συνεπώς, η μη πρόβλεψη στο νόμο και πρόσθετης υποχρεώσεως για μία τρίτη, ενδιάμεση, κοινοποίηση προς τον οφειλέτη πριν από την ενεργοποίηση του δικαιώματος του Δημοσίου να λάβει σε βάρος του μέτρα αναγκαστικής εκτελέσεως, δεν παραβιάζει συνταγματικές διατάξεις ούτε, ειδικότερα, την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, αφού καθιδρύεται, πάντως, στο νόμο πλήρες και αποτελεσματικό σύστημα έννομης προστασίας του οφειλέτη του Δημοσίου. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την πρόβλεψη, στο άρθρο 30 παράγραφος 3 του ΚΕΔΕ, της υποχρεώσεως του τρίτου να μην αποδίδει, από την ημέρα κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου σ’ αυτόν, τα κατασχεθέντα στον οφειλέτη, διότι η ρύθμιση αυτή συνιστά μία πρόσθετη απλώς εξασφάλιση για το Δημόσιο, που δεν αναιρεί την δυνατότητα του νομοθέτη να εισαγάγει το προπεριγραφέν σύστημα, πολύ περισσότερο καθόσον σε περίπτωση κοινοποίησης του κατασχετηρίου στον οφειλέτη πριν από την αντίστοιχη κοινοποίηση στον τρίτο οι τυχόν ακυρότητες της κοινοποιήσεως στον τρίτο θα μπορούσαν να οδηγήσουν, κατά τα ήδη εκτεθέντα, στην ανάληψη των οφειλομένων, αφού ο τρίτος δεν θα δεσμευόταν, στην περίπτωση αυτή, από υποχρέωση μη αποδόσεως, και στην, κατ’ αυτό τον τρόπο, ματαίωση της ικανοποιήσεως του συνταγματικού σκοπού της εισπράξεως των οφειλομένων στο Δημόσιο ποσών (ΣτΕ 2080/2014).

Συνεπώς, στην ένδικη περίπτωση, το Εφετείο, το οποίο κρίνοντας ομοίως, δέχτηκε ότι δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος η αποκλειόμενη από το άρθρο 30 παρ. 1 του ΚΕΔΕ κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον οφειλέτη και απέρριψε το σχετικό περί τούτου λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων (δανειστών), ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερθείσες διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, ισχυριζόμενοι τα αντίθετα, μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος (τρίτος), καθώς και ο δεύτερος κατά τα λοιπά, κατά το μέρος τους, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη και η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ανεπάρκεια των σχετικών νομικών αιτιολογιών, που στοιχειοθετούν την κρίση της αναιρεσιβαλλομένης περί συμφωνίας της διάταξης του άρθρου 30 παρ. 1 ΚΕΔΕ με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, είναι απαράδεκτοι, διότι η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια ιδρύεται σε περίπτωση ελλείψεως, ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των συναπτόμενων με την ουσία της υπόθεσης αιτιολογιών (ελάσσονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού), περί της οποίας δεν πρόκειται.

Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, με την αιτίαση ότι κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή της το Εφετείο έκρινε μη νόμιμο τον διαλαμβανόμενο στην έφεση των αναιρεσειόντων ισχυρισμό τους, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να προβεί στην επίμαχη κατάσχεση, καθόσον ο δεύτερος από αυτούς είχε προβεί σε προγενέστερους χρόνους, με τα από 29/7/2010 και 2/11/2009 κατασχετήριά του σε όμοιες κατασχέσεις στα χέρια του αναιρεσιβλήτου, ως τρίτου, οι οποίες, όμως, δεν ολοκληρώθηκαν, λόγω παράλειψης του αναιρεσιβλήτου να προβεί στην κατά νόμο δήλωση και της μη άσκησης εκ μέρους του (δεύτερου αναιρεσείοντος) ανακοπής.

Το Εφετείο, με το να απορρίψει τον διαλαμβάνοντα τον ανωτέρω ισχυρισμό λόγο εφέσεως, δεν υπέπεσε στην από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια διότι τα επικληθέντα από τον ως άνω αναιρεσείοντα περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ.

Με τον έκτο και τελευταίο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι 1) κακώς και μη νομίμως το Εφετείο δέχτηκε ότι από 24/2/2011 επήλθε αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης της οφειλέτιδας στο αναιρεσίβλητο, καθόσον η πρώτη επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου του δεύτερου αναιρεσείοντος στην αρμόδια υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου έγινε, στις 24/2/2011, δηλαδή συγχρόνως με εκείνη του αναιρεσιβλήτου και όχι στις 25/2/2011, όπως εσφαλμένα δέχτηκε το Εφετείο και 2) με την επιβολή (προγενέστερων κατά τα αναφερόμενα στον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως) αναγκαστικής και συντηρητικής κατασχέσεως εκ μέρους του δεύτερου αναιρεσείοντος στα χέρια του αναιρεσιβλήτου, σε εκτέλεση της 1254/2008 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απαγορεύεται και δεν παράγει έννομες συνέπειες για τον κατασχόντα, εξόφληση από τον τρίτο της κατασχεμένης απαίτησης ή ο συμψηφισμός της με μεταγενέστερη απαίτηση ή η διάθεση σε τρίτους του κατασχεμένου.

Ο λόγος είναι απορριπτέος. Κατά το πρώτο μέρος του, ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου, σχετικά με το χρόνο της επίμαχης επίδοσης. Κατά δε το δεύτερο μέρος του, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι στις ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης δεν διαλαμβάνονται τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες περιστατικά, ώστε με βάση αυτά να κριθεί η παραβίαση κάποιου συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τ’ αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23/6/2015 αίτηση (αρ. κατάθεσης ...2015) των Β. Κ. και Π. Σ., για αναίρεση της 6006/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ