Legislator Case Law & Legislation
432/2016 AI generated

432/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 432/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

432/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Αβροκόμη Θούα, ανέγνωσε την από 11-12-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 432 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 432/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λιάππη.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του: 1) Φαίδωνα Δημόπουλο και 2) Αθηνά Δημοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6463/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 6679/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-4-2015 αίτησή του και τους από 16-11-2015 πρόσθετους λόγους του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Αβροκόμη Θούα, ανέγνωσε την από 11-12-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η από 8-4-2015 αίτηση αναίρεσης κατά της 6679/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και οι με το από 16-11-2015 αυτοτελές δικόγραφο ασκηθέντες, παραδεκτά, πρόσθετοι λόγοι αυτής, τα δικόγραφα των οποίων πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (αρθρ.246ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 178 "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενο της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή τον σκοπό στον οποίον αυτοί αποβλέπουν αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών που τη συνοδεύουν.

Κατά δε το άρθρο 179 ΑΚ το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγουμένου άρθρου 178: "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή".

Όπως προκύπτει από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων και εκείνων των άρθρων 174 και 180 ΑΚ για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και συνεπώς άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τρία στοιχεία, δηλαδή α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του.

Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις πιο πάνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνον του ενός απ' αυτά. Απειρία είναι η έλλειψη συνήθως πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές.

Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εξάλλου, εκμετάλλευση υπάρχει, όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.

Ειδικότερα, φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου.

Η δυσαναλογία αυτή διαπιστώνεται ενόψει των περιστάσεων και της φύσης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας κατά το χρόνο της κατάρτισής της(περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών) χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές περιστάσεις ή επιθυμίες των μερών (Ολ ΑΠ 714/1973, ΑΠ151/2Θ15, 820/2014, 1470/2014, 2095/2009). Κατά τη διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 919 ΑΚ, "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει".

Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα αυτής του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.

Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/91). Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.

Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας) συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής (Ολ ΑΠ 398/75).

Συνεκτιμάται δηλαδή, συνολικά για τη διαπίστωση της αντίθεσης στα χρηστά ήθη, η συμπεριφορά του δράστη, σε συνδυασμό με τους σκοπούς, τα μέσα και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που τον οδήγησαν στην συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε, ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με την διαγωγή του αντισυμβαλλομένου για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση (ΑΠ 764/2014, 43/2013, 900/2011, 2/2009, 1652/2006, 55/2003) .

Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία (ΑΠ764/2014).Τέλος, ανεξαρτήτως από την ακυρότητα της αισχροκερδούς δικαιοπραξίας ,ο ζημιωθείς από αυτή, δικαιούται, αν συντρέχουν οι όροι της από το άνω άρθρο αδικοπραξίας, να αξιώσει αποζημίωση.

Η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ο από το άρθρο 559 αριθμ.14ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 18-12-2008 αγωγής του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω μέρος της, εκθέτει: 'Οτι είναι κύριος μέτοχος, γενικός διευθυντής και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας ,με την επωνυμία ..., της οποίας ο εναγόμενος, ήδη αναιρεσείων και η υπεράκτια εταιρία συμφερόντων του (που αναφέρεται στην αγωγή) κατείχαν συνολικό ποσοστό 27,503% του μετοχικού της κεφαλαίου.

Ότι, για τους εκτιθέμενους στην αγωγή λόγους, υπήρξε άμεση και επιτακτική οικονομική ανάγκη του αναιρεσίβλητου να γίνει αποδεκτή η πρόταση της εταιρίας <...>, για εξαγορά του 100% των μετοχών της ..., αντί τιμήματος 24.000.000 ευρώ, από το οποίο, ποσό 6.600.667 ευρώ αντιστοιχούσε στις μετοχές του αναιρεσείοντος και της υπεράκτιας εταιρίας που εκπροσωπούσε, για την αγορά των οποίων η πρόταση της ...

τελούσε υπό τον μοναδικό όρο της αποδοχής της από τον τελευταίο, ενώ αντιθέτως η πρόταση της άνω εταιρίας για την αγορά των μετοχών του αναιρεσίβλητου τελούσε υπό επαχθείς όρους και αιρέσεις. Ότι, ο αναιρεσείων, εκμεταλλευόμενος την άμεση και επιτακτική οικονομική ανάγκη του αναιρεσίβλητου για την ολοκλήρωση της διαδικασίας πώλησης της εταιρίας των διαδίκων, πέτυχε, με την σύναψη μεταξύ τους του από 6-8-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, να εξασφαλίσει άμεσα και μάλιστα ανεξάρτητα από την επιτυχή ή μη ολοκλήρωση της άνω διαδικασίας, την καταβολή από τον αναιρεσίβλητο, ποσού 1.170.004 ευρώ, προκειμένου ο ίδιος (αναιρεσείων) να δεχθεί να μεταβιβάσει στην άνω εταιρία (...) τις δικές του μετοχές και αυτές της υπεράκτιας εταιρίας που εκπροσωπούσε.

Επικαλούμενος δε ο αναιρεσίβλητος, προφανή δυσαναλογία μεταξύ της συμφωνηθείσας με το άνω συμφωνητικό, δικής του παροχής ,έναντι της αντιπαροχής του αναιρεσείοντος, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρη ως αισχροκερδής η με το εν λόγω συμφωνητικό καταρτιστείσα μεταξύ τους δικαιοπραξία και επί πλέον να υποχρεωθεί να του καταβάλει τα στην αγωγή του αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης λόγω της αδικοπρακτικής του και δή αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς.

Το Εφετείο απέρριψε λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο ο τελευταίος επανέφερε τον και πρωτοδίκως απορριφθέντα ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, λόγω μη αναφοράς της ονομαστικής πραγματικής και λογιστικής αξίας των μετοχών της εταιρίας ... που υποσχέθηκε να πωλήσει στην εταιρία ..., στοιχείο απαραίτητο, κατά τον αναιρεσείοντος για να κριθεί το προφανώς δυσανάλογο των αναληφθεισών με την επίμαχη σύμβαση εκατέρωθεν παροχών και η εν γένει συμπεριφορά του ως αδικοπρακτική, με την αιτιολογία ότι "η αξία των μετοχών που ο αναιρεσείων μεταβίβασε στην ..., ουδεμία σχέση έχει με το αγωγικό δικαίωμα.

Το από 6-8-2007 επίδικο ιδιωτικό συμφωνητικό δεν αφορά την αγορά μετοχών, ώστε να τίθεται ζήτημα αναλογίας μεταξύ του τιμήματος πωλήσεως των μετοχών του ήδη αναιρεσείοντος προς την ... και της επικαλούμενης από αυτόν πραγματικής αξίας των μετοχών. Η μόνη αγοράστρια των μετοχών ήταν η ... και εάν η αξία των μετοχών, όπως ισχυρίζεται ο ήδη αναιρεσείων, ήταν υψηλότερη, το επιπλέον ποσό της αξίας τους, ο τελευταίος έπρεπε να το αναζητήσει από την αγοράστρια και κάθε ισχυρισμό του σχετικό με την αξία τους, μόνο έναντι της ...

νομιμοποιείτο να προβάλει και όχι έναντι του ήδη αναιρεσίβλητου, ο οποίος ήταν τρίτος στην πώληση αυτή>. Το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα στοιχείο δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθμ.14 λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005,7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στην αίτηση αναίρεσης τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρο 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρο 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρο 173 και 200 του ΑΚ.

Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρο 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.

Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρο 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 715/2010), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε, να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων..

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθ.19ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά(έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα, τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικό με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Ελλείψεις δε αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ861/1984). Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005).

Περαιτέρω, διδάγματα της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές, που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αποτελώντας πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίσθηκαν.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, μόνον όμως αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ'αυτούς των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο κατ'άρθρο 561 παρ.1ΚΠολΔ (ΟλΑΠ2/2008).

Τέλος, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντέσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π 9/1997).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται επίσης, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Στη προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." ιδρύθηκε το έτος 1996 από τον ενάγοντα(ήδη αναιρεσίβλητο) και τον αδελφό του Α. Π. και αποτελούσε καθαρά οικογενειακή τους επιχείρηση.

Κατά το έτος 2001, όταν ήδη η εταιρεία είχε εξελιχθεί σε πάροχο υπηρεσιών σταθερής τηλεφωνίας και διαδικτύου, αδειοδοτημένη από την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.) και η ανάπτυξή της είχε αυξήσει τις ανάγκες της για επενδυτικά κεφάλαια, εισήλθε σε αυτήν ως μέτοχος ο Σ. Λ. (εναγόμενος) (ήδη αναιρεσείων), ατομικά ο ίδιος με ποσοστό 6,326% του μετοχικού κεφαλαίου και διά της υπεράκτιας εταιρείας συμφερόντων του, με την επωνυμία "..." με ποσοστό 21,177% του μετοχικού κεφαλαίου, ήτοι ο εναγόμενος ήλεγχε συνολικά το 27,503% (6.326% + 21,177%) του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας.

Η εταιρεία ..., παρά τη θετική και κερδοφόρα πορεία της, ενόψει του αντικειμένου της δραστηριότητάς της, που απαιτούσε διαρκώς σημαντικές επενδύσεις για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών και των παρεχόμενων υπηρεσιών και υψηλή ταμειακή ρευστότητα, είχε λάβει τραπεζική χρηματοδότηση σημαντικού ποσού (συνολικά 12.000.000 ευρώ), για την οποία είχαν εγγυηθεί με την προσωπική τους περιουσία, ο ενάγων και ο αδελφός του Α.

Π. και οι -επίσης μέτοχοι με μικρό ποσοστό- Α. Δ. και Α. Δ. (σύζυγος και πεθερός αντίστοιχα, του ενάγοντος). Ο εναγόμενος ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας και συμμετείχε ανελλιπώς στις συνεδριάσεις του ... Μολονότι δε, ο εναγόμενος αντιμετώπιζε τη συμμετοχή του στην, ως άνω, εταιρεία ως επένδυση, ήταν απολύτως ενήμερος τόσο για τις εταιρικές υποθέσεις, όσο και για το ύψος της χρηματοδότησης της εταιρείας καθώς και για τις δοθείσες από τα προαναφερόμενα πρόσωπα εγγυήσεις.

Περαιτέρω, η εταιρεία ... τελούσε σε αντιδικία με τον βασικό προμηθευτή αλλά και ανταγωνιστή της …, κυρίως, λόγω διαφωνιών ως προς το ύψος των χρεώσεων των υπηρεσιών, που της παρείχε. Μάλιστα στις 19-4-2005 ο … προέβη σε διακοπή της διασύνδεσης της ..., με αποτέλεσμα η τελευταία να υποστεί σημαντική οικονομική ζημία, αλλά κυρίως, σημαντικό πλήγμα στη φήμη της.

Κατόπιν αυτών, η εταιρεία ... αποφάσισε να προχωρήσει στη δημιουργία ιδιόκτητου τηλεπικοινωνιακού δικτύου, για το οποίο όμως, απαιτούνταν ιδιαίτερα μεγάλα κεφάλαια. Για το σκοπό εξεύρεσης των απαραίτητων κεφαλαίων, ξεκίνησε τη διαδικασία εισαγωγής της στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.), η οποία όμως ματαιώθηκε, λόγω της επιβολής σε βάρος της εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου του μέτρου της δέσμευσης των λογαριασμών, εξαιτίας δήθεν οφειλής της από ΦΠΑ, η οποία(οφειλή) εκ των υστέρων, αποδείχθηκε ανύπαρκτη.

Το αποτέλεσμα της αποτυχίας εισαγωγής της εταιρείας στο Χ.Α.Α. ήταν να δημιουργηθούν έντονα προβλήματα στην τραπεζική χρηματοδότηση της εταιρείας, καθώς οι Τράπεζες άρχισαν να ζητούν άμεση εξόφληση μακροπρόθεσμων χρηματοδοτήσεων και να απορρίπτουν αιτήματα νέας δανειοδότησης της εταιρείας. Με δεδομένες τις ανωτέρω συνθήκες τον Ιούνιο του 2007 η εταιρεία "... ...." εκδήλωσε ενδιαφέρον για την αγορά του 100% των μετοχών της εταιρείας ....

Το ενδιαφέρον της αυτό εκδηλώθηκε, μέσω στελέχους της Τράπεζας ..., η οποία, κατά τη διαδικασία εισαγωγής της εταιρείας ... στο Χ.Α.Α., είχε διατελέσει ανάδοχος. Στελέχη της ανωτέρω Τράπεζας ενημέρωσαν τον ενάγοντα, ότι είχαν ήδη παραδώσει στην ... τις εκθέσεις νομικού και οικονομικού ελέγχου της ... και το ενημερωτικό δελτίο, που είχαν συνταχθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας εισαγωγής της ...

στο Χ.Α.Α. Ο ενάγων συγκάλεσε στις 4-7-2007 συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, κατά την οποία ενημέρωσε τα μέλη σχετικά με την εκδήλωση ενδιαφέροντος από την εταιρεία ... για την αγορά του 100% των μετοχών της εταιρείας .... Όλα τα μέλη του Δ.Σ., συμπεριλαμβανομένου και του εναγομένου, συμφώνησαν να προχωρήσει η σχετική διαπραγμάτευση.

Ακολούθως, στις 6-7-2007 όλοι οι μέτοχοι, μεταξύ των οποίων ο εναγόμενος και η εκπροσωπούμενη από τον ίδιο εταιρεία ..., υπέγραψαν με την Τράπεζα ... σύμβαση, δυνάμει της οποίας η Τράπεζα ανέλαβε τη διαμεσολάβηση για την πώληση των μετοχών της εταιρείας ..., έναντι προμήθειας. Ενόσω όμως, γίνονταν οι ανωτέρω συζητήσεις και επαφές, στις 16-7-2007, ο … απέστειλε εξώδικο στην εταιρεία ..., με το οποίο ζήτησε την άμεση εξόφληση απαιτήσεών του, ποσού 3.971.223 ευρώ, απειλώντας εμμέσως πλην σαφώς, με νέα διακοπή των παρεχομένων υπηρεσιών, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση της εταιρείας ....

Για την, ως άνω, εξέλιξη ο εναγόμενος ενημερώθηκε, παράλληλα δε γνώριζε και την οικονομική κατάσταση της εταιρείας, η οποία δεν επέτρεπε την άμεση εξόφληση του παραπάνω ποσού. Στις 19-7-2007 η εταιρεία ... απέστειλε σε καθένα των μετόχων της ... δεσμευτική πρόταση για αγορά του συνόλου των μετοχών τους, στην οποία έπρεπε να απαντήσουν εντός 24 ωρών.

Σύμφωνα με την ανωτέρω πρόταση, το προσφερόμενο τίμημα βασιζόταν στην αξία της εταιρείας, όπως αυτή αποτυπωνόταν στις δημοσιευμένες οικονομικές της καταστάσεις για τις χρήσεις 2005-2006 καθώς και στις ανέλεγκτες από ορκωτό ελεγκτή-λογιστή προβλέψεις αποτελεσμάτων της ... για το πρώτο εξάμηνο του 2007. Σύμφωνα δε, με ενημέρωση που προερχόταν από την Τράπεζα ..., η ...

είχε αποτιμήσει την ... στο ποσό των 24.000.000 ευρώ, ήταν δηλαδή η αποτίμηση αντίστοιχη με την αποτίμηση της εταιρείας κατά τη ματαιωθείσα διαδικασία εισαγωγής της στο Χ.Α.Α.. Ειδικά προς τον εναγόμενο και την υπεράκτια εταιρεία συμφερόντων του ..., η αγοράστρια είχε προτείνει την άμεση, άνευ όρων και αιρέσεων, εξαγορά των μετοχών τους, ήτοι 410.544 μετοχών του εναγομένου (που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 6,326% του μετοχικού κεφαλαίου), αντί τιμήματος 1.518.190 ευρώ και 1.374.386 μετοχών της ... (που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 21,177% του μετοχικού κεφαλαίου), αντί τιμήματος 5.082.475 ευρώ, ήτοι αντί τιμήματος 3,6 ευρώ ανά μετοχή.

Η ίδια πρόταση άμεσης αγοράς απευθύνθηκε και στην εταιρεία ..., που είχε ποσοστό 4,427% του μετοχικού κεφαλαίου. Η ... δηλαδή πρότεινε να αγοράσει άμεσα μετοχές, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 31,93% (6,326% + 21,177% + 4,427%) του μετοχικού κεφαλαίου. Αντίθετα, η πρόταση της ... προς τους μετόχους της πλειοψηφίας, δηλαδή τον ενάγοντα, τον αδελφό του και συγγενείς αυτών, τελούσε υπό τους όρους της λήψης της αναγκαίας διοικητικής άδειας από την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.) και της διενέργειας νέου νομικού και οικονομικού ελέγχου της εταιρείας ..., ο οποίος πιθανόν να οδηγούσε σε μείωση του προσφερομένου τιμήματος ή ακόμα και σε ματαίωση της συμφωνίας, ενώ κατά το χρονικό διάστημα διενέργειας των ανωτέρω ελέγχων οι μετοχές των μετόχων της πλειοψηφίας της ...

θα παρέμεναν υπό μεσεγγύηση στην Τράπεζα .... Όλοι οι μέτοχοι της εταιρείας ... απάντησαν θετικά στην πρόταση της ..., εκτός από τον εναγόμενο, ο οποίος, κατά τη συνάντησή του με τον ενάγοντα στα γραφεία της Τράπεζας ..., στις 19-7-2007, δήλωσε προς αυτόν, παρουσία στελεχών της ανωτέρω Τράπεζας, ότι δεν του αρκούσε το προτεινόμενο τίμημα για την αγορά των μετοχών του και ότι πρόθεσή του ήταν να επιστρέψει την επομένη ημέρα το έγγραφο της προσφοράς στην ..., με χειρόγραφη σημείωση για το ύψος του τιμήματος, το οποίο θα τον ικανοποιούσε.

Τα στελέχη της Τράπεζας δήλωσαν προς τον εναγόμενο, ότι η εκτίμησή τους για τις προθέσεις της ... ήταν, ότι δεν υπήρχε περίπτωση να αυξήσει το τίμημα, που είχε προσφέρει και ότι, αν ο εναγόμενος υπέβαλε αντιπρόταση, έκριναν, ότι η ... θα υπαναχωρούσε από την πρότασή της προς το σύνολο των μετόχων, αφού όρος για την ολοκλήρωση της συμφωνίας ήταν να αποκτήσει η ανωτέρω εταιρεία το σύνολο (100%) των μετοχών της ....

Επομένως, τυχόν άρνηση του εναγομένου να αποδεχθεί το προσφερόμενο τίμημα, θα ματαίωνε την συμφωνία, σε βάρος και όλων των λοιπών μετόχων. Στις 20-7-2007 επικοινώνησε με τον ενάγοντα ανώτατο στέλεχος της Τράπεζας ... .... και τον ενημέρωσε, ότι ο εναγόμενος είχε γνωστοποιήσει στην Τράπεζα, ότι δεν θα αποδεχόταν την πρόταση της ...

και ότι επιθυμούσε μία επιπλέον αύξηση 0,65λεπτών ανά μετοχή, ήτοι 1.170.004 ευρώ, επιπλέον του προσφερομένου τιμήματος, προκειμένου να πωλήσει τις δικές του μετοχές καθώς και τις μετοχές της ..., της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος. Ο ενάγων σε τηλεφωνική επικοινωνία, που είχε με τον εναγόμενο, του τόνισε ότι, με δεδομένες τις συνθήκες, της σημαντικής έλλειψης ρευστότητας στην εταιρεία, της ματαίωσης της εισαγωγής της στο Χ.Α.Α., του εξωδίκου, που είχε αποστείλει ο …, του ενδεχομένου νέας διακοπής των γραμμών της ..., που θα οδηγούσε σε παύση της λειτουργίας της, της πίεσης, που δεχόταν η εταιρεία από την πλευρά των τραπεζών και της ανυπαρξίας άλλου αγοραστή, η μη αποδοχή της πρότασης της ...

με το προσφερόμενο από αυτήν τίμημα ανά μετοχή, ήταν καταστροφική για όλους τους μετόχους και τους εργαζομένους στην εταιρεία, αφού τυχόν άρνηση του εναγομένου να αποδεχθεί το προσφερόμενο τίμημα, θα ματαίωνε όλη τη συμφωνία, σε βάρος της εταιρείας και όλων των λοιπών μετόχων. Επιπλέον, του επισήμανε, ότι, αν η εταιρεία περιερχόταν σε οικονομική αδυναμία, τόσο ο ίδιος (εναγόμενος), όσο και η εταιρεία, που εκπροσωπούσε, θα έχαναν τα κεφάλαια, που είχαν επενδύσει στην εταιρεία, ενώ με την αποδοχή της προσφοράς της ...

θα εισέπραττε 6.600.667 ευρώ, που αποτελούσε απόδοση πολλαπλάσια του ύψους της προ πενταετίας επένδυσής του, η οποία ανερχόταν τότε στο ποσό των 1.761.000 ευρώ. Τέλος, ο ενάγων υπενθύμισε στον εναγόμενο, ότι ο ίδιος και οι στενοί συγγενείς του (αδελφός, πεθερός και σύζυγος του) είχαν εγγυηθεί ατομικά για τα δάνεια, που είχε λάβει η εταιρεία από τις Τράπεζες, συνολικού ύψους 12.000.000 ευρώ και ότι, σε ενδεχόμενη δυσμενή εξέλιξη και ματαίωση της συμφωνίας με την ..., κινδύνευαν όχι μόνο να καταστραφεί η εταιρεία αλλά να απωλεσθεί και η ατομική τους περιουσία.

Ο εναγόμενος απάντησε, ότι, αν δεν λάμβανε το επιπλέον τίμημα, δεν θα συναινούσε στην πώληση του δικού του μεριδίου και του μεριδίου της εκπροσωπούμενης από τον ίδιο εταιρείας. Ο ενάγων σε κατάσταση έντονης ταραχής, επειδή σε ελάχιστη ώρα θα εξέπνεε η προθεσμία, που είχε θέσει η ... για την αποδοχή της πρότασής της από όλους τους μετόχους, αναγκάστηκε, προκειμένου να μην ματαιωθεί η όλη συναλλαγή, να προτείνει στον εναγόμενο να του πληρώσει ο ίδιος το ποσό των 1.170.004 ευρώ, πρόταση την οποία αποδέχθηκε ο τελευταίος, ζητώντας όμως επιπλέον, για να εξασφαλισθεί η απαίτησή του, εγγυητική επιστολή της μεσολαβούσας Τράπεζας ....

Μετά από την παραπάνω τηλεφωνική συνομιλία και ενώ όλοι οι λοιποί μέτοχοι είχαν ήδη αποδεχθεί την πρόταση της ..., ο μεν εναγόμενος ζήτησε και έλαβε παράταση της προθεσμίας αποδοχής της πρότασής της μέχρι τις 4-8-2007, ο δε ενάγων ενημέρωσε σχετικά τα στελέχη της Τράπεζας ..., τα οποία του δήλωσαν, ότι η Τράπεζα δεχόταν να εκδώσει την προαναφερόμενη εγγυητική επιστολή, με την προϋπόθεση όμως, ότι ο ενάγων, για την εξασφάλιση της Τράπεζας, θα προέβαινε στην ενεχύραση του χρηματικού ποσού, που θα εισέπραττε από την άμεση μεταβίβαση μέρους των μετοχών του στην ....

Στις 24-7-2007, ο ενάγων απέστειλε προς την Τράπεζα ..., που ενεργούσε και σε αυτή τη "συναλλαγή" ως μεσολαβήτρια, σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού, προκειμένου να προωθηθεί στον εναγόμενο. Στο σχέδιο προβλεπόταν, ότι το ποσό, που απαιτούσε ο τελευταίος, θα καταβαλλόταν μετά την ολοκλήρωση της απόκτησης του συνόλου των μετοχών της εταιρείας ...

από την ... ...., ενώ αντίθετα, σε περίπτωση μη ολοκληρώσεως της ανωτέρω αγοραπωλησίας για οιονδήποτε λόγο, ο ενάγων θα αποδεσμευόταν από την υποχρέωση καταβολής του ανωτέρω ποσού των 1.170.004 ευρώ προς τον εναγόμενο. Ο εναγόμενος -μέσω της Τράπεζας ...- επέστρεψε το σχέδιο συμφωνητικού, καθόσον δεν συμφωνούσε με τον ανωτέρω όρο και αντί αυτού ζήτησε την καταβολή του, ως άνω, χρηματικού ποσού μέχρι την 30η Σεπτεμβρίου 2007, ανεξαρτήτως της ολοκλήρωσης ή μη της αγοραπωλησίας των μετοχών του ενάγοντος.

Στη συνέχεια, ο ενάγων απέστειλε στην Τράπεζα ... σχέδιο της υπό έκδοση εγγυητικής επιστολής, στην οποία, όπως και στο συμφωνητικό, έθετε ως όρο για την κατάπτωσή της την απόκτηση του συνόλου των μετοχών της ... από την ... και ως χρόνο λήξης της ισχύος της εγγυητικής επιστολής την 30-9-2007. Ο εναγόμενος εκ νέου αρνήθηκε να περιληφθεί στα σχετικά έγγραφα οποιαδήποτε ρήτρα, η οποία θα συνέδεε την καταβολή του ποσού των 1.170.004 ευρώ προς αυτόν, με την ολοκλήρωση της πώλησης των μετοχών του ενάγοντος προς την ..., ήτοι ο εναγόμενος δεν δεχόταν οποιαδήποτε ρήτρα, η οποία θα είχε σκοπό να διασφαλίσει τον ενάγοντα από τον κίνδυνο να παρέλθει η 30η Σεπτεμβρίου 2007 χωρίς αυτός να έχει πωλήσει τις μετοχές του στην ....

Η Τράπεζα ... απέστειλε στον ενάγοντα σχέδιο εγγυητικής επιστολής, η οποία θα κατέπιπτε με έγγραφη δήλωση του εναγομένου στην περίπτωση, κατά την οποία το ποσό των 1.170.004 ευρώ δεν θα καταβαλλόταν σ' αυτόν έως την 30-9-2007. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα η εταιρεία ... δέχθηκε επιπλέον πίεση από τον …, που της απέστειλε το από 31-7-2007 νέο εξώδικο, με το οποίο ζήτησε εξόφληση εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών και άλλων απαιτήσεών του, ύψους 5.183.878,90 ευρώ, γεγονός, που κατέστησε αμεσότερο τον κίνδυνο διακοπής της παροχής των υπηρεσιών του προς την ....

Ενόψει όλων αυτών, ο ενάγων και ο αδελφός του Α. Π. υπέγραψαν την από 6-8-2007 αίτηση- σύμβαση για έκδοση εγγυητικής επιστολής, ποσού 1.170.004 ευρώ προς την Τράπεζα ..., με τους όρους, τους οποίους είχε θέσει ο εναγόμενος καθώς και σύμβαση ενεχύρασης καταθετικού λογαριασμού τους στην ίδια Τράπεζα. Ακολούθως, την ίδια ημέρα (6-8-2007) καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων συμφωνητικό με το εξής περιεχόμενο: "Λαμβανομένου υπ' όψιν ότι αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι είναι μέτοχοι της εταιρείας με την επωνυμία' ...

και έχουν λάβει δεσμευτικές προσφορές για την εξαγορά του συνόλου των μετοχών τους από την ... ...., σχετικά με την μεταβίβαση των οποίων ισχύουν τα οριζόμενα στον Πίνακα που συνάπτεται στην παρούσα, στο τέλος αυτής, συμφωνήθηκαν και έγιναν από κοινού αποδεκτά τα ακόλουθα: 1. Ο πρώτος των συμβαλλομένων Α. Π.

υπόσχεται και υποχρεούται να καταβάλει στο δεύτερο των συμβαλλομένων Σ. Λ. το ποσόν του ενός εκατομμυρίου εκατόνβδομήντα χιλιάδων τεσσάρων ευρώ (€ 1.170.004) εφ 'όσον ο Σ. Λ. προβεί έως και την 09 Αυγούστου 2007, στην νόμιμη μεταβίβαση τετρακοσίωνδέκα χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα τεσσάρων (410.544) μετοχών της ..., που κατέχει ο ίδιος και ενός εκατομμυρίου τριακοσίωνεβδομήντα τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα έξι (1.374.386) μετοχών, που κατέχει η εταιρεία ... (εξωχώρια εταιρεία, εδρεύουσα στην ...

Κύπρου) της οποίας είναι Διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπος, στην εταιρεία ... ...., σύμφωνα με τους όρους των από 19.07.2007 δεσμευτικών προσφορών της ... .... για την εξαγορά των μετοχών της ..., που απευθύνονται προς τον ίδιο και την .... To ανωτέρω ποσό που θα καταβληθεί από τον Α. Π. στον Σ. Λ. αποτελεί συμπλήρωμα του τιμήματος που θα καταβάλει στον δεύτερο συμβαλλόμενο και την ...

η αγοράστρια των μετοχών ... .... 2. Η πληρωμή του ως άνω ποσού από τον Α. Π. στον Σ. Λ. θα γίνει με κατάθεση ή ηλεκτρονική μεταφορά του ποσού στον λογαριασμό της ... έως την 30-9-2007. 3. Για την εξασφάλιση της πληρωμής του ανωτέρω ποσού από τον Α. Π., παραδίδεται σήμερα στον Σ. Λ. η από 6η Αυγούστου 2007 Εγγυητική Επιστολή της Τραπέζης ...

BANK, ύφους ενός εκατομμυρίου εκατόν εβδομήντα χιλιάδων τεσσάρων ευρώ (€ 1.170.004), υπέρ Σ. Λ.. Η εγγυητική αυτή επιστολή θα καταπίπτει με εξώδικη δήλωση του κ. Σ. Λ. κοινοποιούμενη προς την ... BANK και τον κύριο Α. Π., εάν δεν έχουν κατατεθεί τα χρήματα έως τις 30-9-2007" Ακολούθως, στις 9-8-2007, ο εναγόμενος υπέγραψε συμβάσεις μεταβίβασης στην ...

των δικών του μετοχών, αλλά και των μετοχών της εκπροσωπούμενης από τον ίδιο εταιρείας .... Στις συμβάσεις αυτές αναφέρεται μόνο το τίμημα, που είχε προσφέρει και κατέβαλε η ..., ήτοι το συνολικό ποσό των 6.600.667 ευρώ και ρητώς μνημονεύεται, ότι τα μέρη το αναγνωρίζουν ως "εύλογο και δίκαιο" και ανταποκρινόμενο στην πραγματική αξία των πωλούμενων μετοχών.

Την ίδια ημέρα ο ενάγων και ο αδελφός του Α. Π. μεταβίβασαν στην ... ποσοστό 7% των μετοχών τους, κατόπιν σχετικής συμφωνίας, προκειμένου να καλύψουν με το τίμημα την απαίτηση του εναγομένου. Πράγματι, το τίμημα κατατέθηκε στον ενεχυρασθέντα υπέρ της Τράπεζας ... τραπεζικό λογαριασμό προς κάλυψη της προαναφερόμενης εγγυητικής επιστολής ...

Ταυτόχρονα, στις 9-8-2007 ο ενάγων και ο αδελφός του υπέγραψαν σύμβαση με την ..., με την οποία συμφωνήθηκε η πώληση ποσοστού 50,419% του μετοχικού κεφαλαίου, που τους ανήκε στην εταιρεία ... Α.Ε.Β.Ε.. Σύμφωνα με τη σύμβαση, η ολοκλήρωση της συναλλαγής (μεταβίβαση των μετοχών) τελούσε υπό την αίρεση της λήψης της διοικητικής άδειας της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.) και της ολοκλήρωσης του νομικού και του οικονομικού ελέγχου της εταιρείας, που θα μπορούσε να οδηγήσει, ανάλογα με τα αποτελέσματα των ελέγχων, όπως προαναφέρθηκε, όχι μόνο σε σημαντική μείωση του τιμήματος μεταβίβασης των μετοχών αλλά ακόμη και στην ακύρωση της εξαγοράς αυτών.

Όμως, μολονότι υπήρχαν ρητές διαβεβαιώσεις των εκπροσώπων τόσο της Τράπεζας ... όσο και της αγοράστριας ... ότι η διαδικασία υλοποίησης της ανωτέρω συμφωνίας με τη διενέργεια ελέγχων, θα ολοκληρωνόταν έως την 30η Σεπτεμβρίου 2007, αυτό δεν συνέβη. Ο εναγόμενος την 1-10-2007, ζήτησε την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής και την καταβολή του ποσού σε λογαριασμό του, τηρούμενο σε τρίτη τράπεζα, την ..., κατάθεση, η οποία εν τέλει έγινε στις 9-10-2007.

Η Τράπεζα ... εισέπραξε μέρος του ποσού της εγγυητικής επιστολής από τον καταθετικό λογαριασμό, που είχε ενεχυρασθεί για το σκοπό αυτό, απέμεινε δε, ανεξόφλητο υπόλοιπο το ποσό των 236.312,00 ευρώ, την καταβολή του οποίου η Τράπεζα ζήτησε με εξώδικη πρόσκληση από τους οφειλέτες Α. και Α. Π.. Τελικώς, η μεταβίβαση των μετοχών δεν ολοκληρώθηκε, καθόσον στις 27-11-2008, η ...

απηύθυνε προς τους μετόχους, εξώδικη καταγγελία της συμφωνίας εξαγοράς, επικαλούμενη ευρήματα του νομικού και οικονομικού ελέγχου της επιχείρησης. Μετά την δημοσιοποίηση της ματαίωσης εξαγοράς της ... από την ...: 1) 0 … αρνήθηκε να υπογράψει τη συμφωνία διακανονισμού των οφειλών της ... και απαίτησε να του καταβληθεί το συνολικά οφειλόμενο ποσό τοις μετρητοίς, εντός τριάντα (30) ημερών, διεμήνυσε δε στην οφειλέτρια εταιρεία, ότι μετά την πάροδο του ανωτέρω χρονικού διαστήματος θα διέκοπτε την παροχή των υπηρεσιών του προς αυτήν και 2)η Τράπεζα ...

άσκησε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζήτησε τη συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του ενάγοντος και του αδελφού του Α. Π., προκειμένου να διασφαλίσει την απαίτησή της, ποσού 236.312,00 ευρώ. Το ποσό αυτό αποτελούσε ανεξόφλητο υπόλοιπο, που ο ενάγων έπρεπε να αποδώσει στην Τράπεζα ..., έναντι του ποσού, το οποίο η τελευταία είχε καταβάλει στον εναγόμενο ενόψει της προαναφερόμενης εγγυητικής επιστολής.

Περαιτέρω, η ίδια Τράπεζα εξέδωσε για την, ως άνω, απαίτησή της διαταγή πληρωμής και προέβη: α)σε συντηρητική κατάσχεση των μετοχών της ..., που κατείχε ως μεσεγγυούχος και β)σε αναγκαστική κατάσχεση του μοναδικού ακινήτου περιουσιακού στοιχείου του ενάγοντος και του αδελφού του Α. Π., το οποίο έχει ήδη εκπλειστηριασθεί.

Τέλος, η εταιρεία ..., μετά τη ματαίωση της εξαγοράς του συνόλου των μετοχών της από την ... και την απειλή του …, ότι θα διακόψει τις παρεχόμενες προς αυτήν υπηρεσίες του, αναγκάστηκε να ζητήσει την υπαγωγή της στην κατ' άρθρο 99 του Ν. 3586/2007 Διαδικασία Συνδιαλλαγής με τους πιστωτές της και υπέβαλε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 25.2.2008 σχετική αίτησή της, που έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 670/2008 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία επιπλέον, απαγόρευσε τους προμηθευτές της ...

να προβούν σε διακοπή της παροχής των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών τους προς αυτήν. Όμως, ο …, επικαλούμενος απαιτήσεις του κατά της ..., διέκοψε στις 12-9-2008 την παροχή των υπηρεσιών του προς αυτήν, με αποτέλεσμα να προκληθεί αδυναμία της εταιρείας να εξυπηρετήσει τους πελάτες της. Η διακοπή υπηρεσιών του … διήρκησε 67 ημέρες και προκάλεσε την οικονομική και λειτουργική κατάρρευση της εταιρείας ..., η οποία μετά από αίτησή της, κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ' αριθ.321/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών...

Από τα προαναφερθέντα προκύπτει, ότι το από 6-8-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, κατά το περιεχόμενο του, ενόψει και των ιδιαίτερων περιστάσεων, που συνέτρεξαν κατά την κατάρτισή του, αντίκειται στα χρηστά ήθη ως αισχροκερδές ... καθόσον: Α) Με το συμφωνητικό αυτό, ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει ποσό 1.170.004 ευρώ στον εναγόμενο, ο τελευταίος δε, ουδεμία υποχρέωση αντιπαροχής έναντι του αντιδίκου του ανέλαβε, παρά μόνο κατά τη συμφωνία, έπρεπε να προβεί στην πώληση προς την ...

των μετοχών της εταιρείας ..., που κατείχε ο ίδιος καθώς και αυτών, που κατείχε η εταιρεία ..., της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, έναντι του τιμήματος, που αναγραφόταν στην από19-7-2007 δεσμευτική προσφορά της .... Επομένως, με την κατάρτιση του συμφωνητικού ο μεν εναγόμενος απεκόμισε άμεσα οικονομικά ωφελήματα μεγάλης αξίας, ενώ αντιθέτως, ο ενάγων δεν έλαβε οποιαδήποτε αντιπαροχή από τον εναγόμενο, η συναίνεση δε του τελευταίου στην πώληση των μετοχών του, κατά τον χρόνο κατάρτισης του συμφωνητικού, ενδεχομένως να είχε μελλοντική οικονομική αξία για τον ενάγοντα.

Η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι "ο εναγόμενος εξασφάλισε την, δυνάμει του συμφωνητικού, άμεση καταβολή σ' αυτόν από τον ενάγοντα του ποσού των 1.170.004 ευρώ και εμμέσως, συναινώντας στην πώληση των μετοχών του στην εταιρεία ... εξασφάλισε με βεβαιότητα από την τελευταία (αφού η ... δεν έθεσε στον εναγόμενο οποιοδήποτε όρο ή αίρεση για την εξαγορά των μετοχών του και πράγματι η μεταβίβασή τους έγινε στις 9-8-2007), το ποσό των 6.600.671 ευρώ, ήτοι συνολικά το όφελος του εναγομένου (άμεσο και έμμεσο) ανήλθε στο ποσό των 7.770.675 ευρώ (1.170.004 + 6.600.671)".

Ο εναγόμενος με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του υποστηρίζει, ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση προσμετρά στην παροχή του ποσού των 1.170.004 ευρώ, που αυτός έλαβε από τον ενάγοντα, δυνάμει του επιδίκου συμφωνητικού και το ποσό των 6.600.771 ευρώ, που εισέπραξε από την πώληση των μετοχών του στην .... Ότι η μοναδική παροχή του ενάγοντος προς αυτόν ήταν το ανωτέρω ποσό των 1.170.004 ευρώ, το οποίο αποτελεί συμπλήρωμα του τιμήματος, που του κατέβαλε η ...

για την πώληση προς αυτήν των μετοχών του, γιατί η πραγματική αξία της μετοχής της ... ανερχόταν, κατά τον ισχυρισμό του, στο ποσό των 4,50 ευρώ. Όμως, στην εκκαλουμένη απόφαση αναφέρθηκε, ότι ο εναγόμενος, πέραν της προς αυτόν παροχής του ενάγοντος, δυνάμει του από 6-8-2007 συμφωνητικού, έλαβε και το τιμημάτων 6.600.771 ευρώ, από την ..., για την πώληση των μετοχών του προς αυτήν, ενόψει και μόνο του ισχυρισμού του εναγομένου, ότι το ποσό των 1.170.004 ευρώ αποτελούσε "συμπλήρωμα του τιμήματος", που έλαβε από την πώληση των μετοχών του στην ..., γιατί η πραγματική αξία της μετοχής της ...

ανερχόταν στο ποσό των 4,50 ευρώ, προκειμένου να τονισθεί με εμφαντικό τρόπο η συνολική ωφέλεια του από τη μεταβίβαση των μετοχών του στην ανωτέρω εταιρεία. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι, ενώ ο εναγόμενος επικαλείται, ότι έλαβε ως αντάλλαγμα από τον ενάγοντα το ποσό των 1.170.004 ευρώ για τον υπολογισμό της συνολικής του ωφέλειας δεν προσμετρά το τίμημα που έλαβε από την ...

για την πώληση των μετοχών του, αντιφατικά θεωρεί ως ωφέλημα-αντιπαροχή για τον ενάγοντα το τίμημα, που θα αποκόμιζε ο τελευταίος και οι συγγενείς του από την πώληση των μετοχών τους στην .... Ο ενάγων ουδεμία αντιπαροχή έλαβε αμέσως από το επίδικο συμφωνητικό, εμμέσως δε το όφελος του ήταν αβέβαιο, αφού και μετά τη συναίνεση και την πώληση των μετοχών του εναγομένου στην ..., δεν ήταν δεδομένο, ότι θα ακολουθούσε οπωσδήποτε και η πώληση των μετοχών του ενάγοντος, αφού ως προς αυτόν η αγοράστρια ...

είχε θέσει ως όρο, την προηγούμενη αδειοδότηση από την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.) και τη διενέργεια νέου οικονομικού και νομικού ελέγχου, που θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε ματαίωση της συμφωνίας, όπως και εν τέλει συνέβη στις 27-11-2008, οπότε η ... απηύθυνε εξώδικη καταγγελία της συμφωνίας εξαγοράς των υπολοίπων μετοχών της ....

Ο εναγόμενος με τον πέμπτο λόγο της έφεσής του διατείνεται, ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα δέχεται, ότι υπάρχει προφανής δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής, λαμβάνοντας υπόψη μεταγενέστερα περιστατικά και όχι αυτά, που ίσχυαν κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης. Όμως, η εκκαλουμένη δεν εξέλαβε ως εκ των προτέρων γνωστό, ότι η συμφωνία εξαγοράς των μετοχών του ενάγοντος από την ...

θα ναυαγούσε, ούτε θεμελίωσε την κρίση της σε τέτοιο συλλογισμό. Επειδή, όπως προαναφέρθηκε, για τις μετοχές του ενάγοντος και των συγγενών του έπρεπε να προηγηθεί νομικός και οικονομικός έλεγχος και στις 6-8-2007, ο κίνδυνος μη ολοκληρώσεως της εξαγοράς τους από την ... ήταν υπαρκτός, το γεγονός της καταγγελίας από την ...

της σύμβασης εξαγοράς των μετοχών του ενάγοντος και των συγγενών του αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως στοιχείο ενισχυτικό του ανωτέρω κινδύνου και της εν τέλει πραγματώσεώς του. Άλλωστε, κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης σύμβασης, η ολοκλήρωση ή μη της πώλησης των μετοχών του ενάγοντος και των συγγενών του στην ..., αποτελούσε μελλοντικό γεγονός, το οποίο ουδόλως επηρέαζε το αισχροκερδές ή μη της σύμβασης.

Λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων περιστάσεων, που συνέτρεξαν για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας και συγκεκριμένα των παρεχομένων ασφαλειών και των κινδύνων που ανέλαβαν οι συμβαλλόμενοι, πρέπει να επισημανθεί, ότι ο μεν εναγόμενος εξασφάλισε την απαίτησή του έναντι του ενάγοντος με εγγυητική επιστολή και απαίτησε να διαγραφούν οι όροι, που εξαρτούσαν ρητώς την πληρωμή του ποσού των 1.170.004 ευρώ από την ολοκλήρωση της πώλησης του 100% των μετοχών της ..., ενώ αντιθέτως, ο ενάγων ανέλαβε υψηλό κίνδυνο καθώς η, μεταβίβαση του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών δεν θα γινόταν άμεσα, αλλά κατόπιν νέου ελέγχου της εταιρείας, που μπορούσε να οδηγήσει -όπως και πράγματι οδήγησε- σε ματαίωση της συμφωνίας.

Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσής του ο εναγόμενος διατείνεται, ότι εσφαλμένα η πρωτοβάθμια απόφαση δέχθηκε, ότι η επίδικη σύμβαση ήταν καταπλεονεκτική και ότι για την παροχή του ποσού των 1.170.004ευρώ δεν υπήρχε αντάλλαγμα, καθόσον η σύμβαση καταρτίσθηκε μετά από πρόταση του ενάγοντος, διότι ο ίδιος και οι συγγενείς του προσδοκούσαν, μετά τη σύναψή της, να έχουν πολλαπλάσια ωφελήματα από την ..., τα οποία συνίσταντο αφενός μεν στο τίμημα από την αγορά του συνόλου των μετοχών τους, τις οποίες, κατά τον ισχυρισμό του εναγομένου θα πωλούσαν αντί 4,92 ευρώ ανά μετοχή και όχι αντί 3,6 ευρώ ανά μετοχή, που πώλησε ο εναγόμενος, αφετέρου δε στην ελευθέρωσή τους από τις υποχρεώσεις, που είχαν αναλάβει, δυνάμει των συμβάσεων εγγυήσεων, τις οποίες είχαν υπογράψει προς τις Τράπεζες, υπέρ της ....

Όμως, κατά το χρόνο της κατάρτισης του από 6-8-2007 συμφωνητικού, ούτε η σύμβαση πώλησης των μετοχών μεταξύ της ... και του ενάγοντος είχε συναφθεί, ήταν δηλαδή η κατάρτιση της, κατά το χρόνο εκείνο, μελλοντική και αβέβαιη, ούτε στο, ως άνω, επίδικο συμφωνητικό η ... είχε συμβληθεί ως τρίτη, αναλαμβάνοντας να παράσχει στον ενάγοντα οποιαδήποτε αντιπαροχή για λογαριασμό του εναγομένου.

Οποιαδήποτε ωφελήματα-αντιπαροχές της ... προς τον ενάγοντα και τους συγγενείς του από τη μελλοντική πώληση προς αυτήν των μετοχών τους στην ..., δεν ήταν αντιπαροχή του εναγομένου προς τον ενάγοντα. Ο εναγόμενος εσφαλμένα υπολαμβάνει τις (μελλοντικές και αβέβαιες) παροχές που θα είχαν ο ενάγων και οι συγγενείς του μετά την πώληση των μετοχών τους προς την ..., ως δική του αντιπαροχή προς τον ενάγοντα.

Το τίμημα που θα λάμβαναν ο ενάγων και οι συγγενείς του από την πώληση των δικών τους μετοχών στην ..., όταν η μεταβίβαση ολοκληρωνόταν, θα αποτελούσε αντικείμενο ξεχωριστών συμβάσεων πωλήσεως μεταξύ αφενός μεν του ενάγοντος και των συγγενών του αφετέρου δε της ..., από τις συμβάσεις δε αυτές, ο εναγόμενος δεν θα μπορούσε να αποκτήσει οποιοδήποτε δικαίωμα, πολύ περισσότερο μάλιστα γιατί οι πωλήσεις αυτές θα καταρτίζονταν μεταγενέστερα της επίδικης σύμβασης, καθώς και της μεταβίβασης των μετοχών του εναγομένου στην ....

Στην από 6-8-2007 σύμβαση, οφειλέτης της αντιπαροχής δεν ήταν η ... αλλά ο εναγόμενος. Ο ενάγων δεν έλαβε, δυνάμει αυτής της σύμβασης από τον εναγόμενο οποιαδήποτε ισόποση ή ανάλογης οικονομικής αξίας αντιπαροχή έναντι της παροχής του ποσού των 1,170.004 ευρώ, που αυτός υποχρεώθηκε να καταβάλει στον εναγόμενο.

Μολονότι ο εναγόμενος ήθελε, όπως ο ίδιος διατείνεται, το επιπλέον ποσό των 1.170.004 ευρώ, επειδή ο ενάγων και οι συγγενείς του θα πωλούσαν τις μετοχές τους στην ... με υψηλότερο (4,92 ευρώ/ανά μετοχή τίμημα από αυτό που θα εισέπραττε ο ίδιος (3,6 ευρώ/ανά μετοχή) από την πώληση των μετοχών του, εν τούτοις αποσυνέδεσε πλήρως την καταβολή της, ως άνω, παροχής από την είσπραξη του τιμήματος από τον ενάγοντα και τους συγγενείς του, λόγω της πώλησης των μετοχών τους στην ....

Ειδικότερα, ο εναγόμενος ήθελε να λάβει από τον ενάγοντα ανεξάρτητα και πριν από την πώληση των μετοχών αυτού και των συγγενών του στην ..., συγκεκριμένο ποσό, διασφαλισμένο μάλιστα και με εγγυητική επιστολή. Για το λόγο άλλωστε αυτό συμβλήθηκε ατομικώς (και όχι και ως εκπρόσωπος της εταιρείας ...) με τον ενάγοντα διά του επιδίκου συμφωνητικού και εισέπραξε το ποσό των 1.170.004 ευρώ σε ατομικό του λογαριασμό και όχι και σε εταιρικό τραπεζικό λογαριασμό της, ως άνω, εταιρείας.

Περαιτέρω, δεν προέκυψε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, ότι ο ενάγων και οι συγγενείς του είχαν συμφωνήσει να πωλήσουν τις μετοχές τους στην ... με τιμή 4,92 ευρώ ανά μετοχή. Αντίθετα, αποδείχθηκε, ότι τις 453.392 μετοχές, που ο ενάγων και ο αδελφός του Α. Π. πώλησαν προς την ..., για να εξευρεθεί το ποσό των 1.170.004 ευρώ, το οποίο ο ενάγων κατέβαλε στον εναγόμενο, τις μεταβίβασαν προς την ...

με την ίδια ακριβώς τιμή, με την οποία πώλησε και ο εναγόμενος τις μετοχές του στην ίδια, ως άνω, εταιρεία, ήτοι προς 3,6 ευρώ ανά μετοχή, εισπράττοντας το ποσό των 1.632.211 ευρώ (453.392 μετοχές Χ 3,6 ευρώ ανά μετοχή). Εφόσον λοιπόν, αποδείχθηκε: 1) ότι για την παροχή του ποσού των 1.170.004 ευρώ προς τον εναγόμενο, δεν υπήρχε αντάλλαγμα εκ μέρους του προς τον ενάγοντα, 2) ότι η εκκαλουμένη απόφαση δεν προσμέτρησε στην παροχή του ποσού των 1.170.004 ευρώ, που ο εναγόμενος έλαβε από τον ενάγοντα, δυνάμει του επιδίκου συμφωνητικού και το ποσό των 6.600.771 ευρώ, που ο εναγόμενος εισέπραξε από την πώληση των μετοχών του στην ...

και 3) ότι η δυσαναλογία των παροχών της επίδικης σύμβασης κρίθηκε από το επίδικο με ημερομηνία 6-8-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό και τα πραγματικά περιστατικά, που ήταν γνωστά στους διαδίκους, κατά το χρόνο κατάρτισης του συμφωνητικού αυτού, οι αντίστοιχοι δεύτερος-τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της έφεσης, με τους οποίους ο εναγόμενος υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Β) Επιπλέον, αποδείχθηκε, ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας, ο ενάγων βρισκόταν σε κατάσταση "ανάγκης" κατά την έννοια της ΑΚ 179 εδ. β' ΑΚ. Ειδικότερα, ο … είχε απαιτήσει την άμεση αποπληρωμή των οφειλών της εταιρείας ..., εντός σύντομου χρονικού διαστήματος τριάντα (30) ημερών, η οποία δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί εμπρόθεσμα, επειδή η εταιρεία δεν διέθετε τα προς καταβολή απαιτούμενα ποσά, με συνέπεια ο κίνδυνος της διακοπής των παρεχομένων υπηρεσιών του … προς αυτήν να είναι άμεσος.

Επιπλέον, κινδύνευε και η προσωπική περιουσία του ενάγοντος και των στενών συγγενών του (του αδελφού, της συζύγου και του πεθερού του), αφού όλοι αυτοί είχαν εγγυηθεί προσωπικά για την αποπληρωμή των τραπεζικών δανείων, που είχε λάβει η εταιρεία .... Ενόψει αυτών των περιστάσεων, η πρόταση της εταιρείας ..., που αφορούσε την εξαγορά του 100% του μετοχικού κεφαλαίου της ...

και είχε περιορισμένη χρονική ισχύ, ήταν η μοναδική σωτήρια λύση για την εταιρεία ... και τους μετόχους της, με αποτέλεσμα η για οποιονδήποτε λόγο καθυστέρηση εκ μέρους του ενάγοντος της ολοκλήρωσης της συμφωνίας με την ... να είναι καταστροφική για την εταιρεία, τον ίδιο και τους συγγενείς του. Ο εναγόμενος αμφισβήτησε την δεινή οικονομική κατάσταση της εταιρείας, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και ισχυρίσθηκε, ότι ο ενάγων του παρουσίασε σκοπίμως μια δραματική εικόνα της πορείας της εταιρείας προκειμένου να τον πιέσει να δεχτεί τη μεταβίβαση των μετοχών του στην προτεινόμενη από την ...

τιμή, ενώ ο ίδιος (ο ενάγων) θα πωλούσε τις μετοχές του με ανώτερο τίμημα. Ο εν λόγω ισχυρισμός του εναγομένου ως προς αμφότερα τα σκέλη του, δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα ο εναγόμενος, γνώριζε, λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους του ΔΣ, αφενός μεν για τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του … κατά της ..., συνολικού ύψους περίπου 9.155.101,90 ευρώ (3.971.223 + 5.183.878,90), για τις οποίες είχαν κοινοποιηθεί στην εταιρεία σχετικά εξώδικα έγγραφα του … και αφετέρου για τον κίνδυνο οικονομικής κατάρρευσής της, σε περίπτωση, που ο … διέκοπτε την παροχή των υπηρεσιών του προς αυτήν (διακοπή, που εν τέλει έλαβε χώρα και συνέτεινε στην πτώχευση της ...).

Επίσης, δεν αποδείχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι ο ενάγων είχε συμφωνήσει την πώληση των μετοχών του προς την ... σε τιμή ανώτερη από την προτεινόμενη στον εναγόμενο, αντίθετα μάλιστα προέκυψε, ότι ο ενάγων και ο αδελφός του μεταβίβασαν στην ... ποσοστό 7% των μετοχών τους στην ίδια ακριβώς τιμή, με την οποία είχε μεταβιβάσει τις μετοχές του ο εναγόμενος, δηλαδή 3,6 ευρώ ανά μετοχή, ενώ η πώληση των υπολοίπων μετοχών του ενάγοντος και του αδελφού του δεν ολοκληρώθηκε.

Τις ανωτέρω παραδοχές της εκκαλουμένης πλήττει ο εναγόμενος με τον έκτο λόγο της έφεσής του, ισχυριζόμενος, ότι η πρωτοβάθμια απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε, ότι ο ενάγων βρισκόταν σε κατάσταση ανάγκης, την οποία αυτός (εναγόμενος) εκμεταλλεύτηκε και έκρινε, ότι υπήρχε κίνδυνος διακοπής της παροχής των υπηρεσιών του … κατά το χρόνο υπογραφής του επιδίκου συμφωνητικού, αφού ακόμη και αν ο … διέκοπτε την παροχή των υπηρεσιών του προς την ..., δεν θα επερχόταν οικονομική κατάρρευση της εταιρείας, γιατί αυτή διέθετε ιδιόκτητο δίκτυο κάλυψης μεγάλων περιοχών της Ελληνικής Επικράτειας.

Περαιτέρω, αμφισβητεί, ότι τυχόν τέτοια διακοπή της παροχής των υπηρεσιών του … θα προκαλούσε κίνδυνο στην προσωπική περιουσία του ενάγοντος και των στενών συγγενών του, που είχαν εγγυηθεί τα τραπεζικά δάνεια της .... Το γεγονός, ότι η ... είχε θετικά συνολικά οικονομικά αποτελέσματα και ήταν κερδοφόρος, δεν αναιρούσε το πρόβλημα ρευστότητας, που αντιμετώπιζε ούτε εξασφάλιζε τη συνέχεια της κερδοφορίας της, ενώ η καταστροφική για την ...

διακοπή της παροχής των υπηρεσιών του … το Σεπτέμβριο του 2008, συνετέλεσε καθοριστικά στην πτώχευση της ... ... και την απώλεια της προσωπικής περιουσίας του ενάγοντος και του αδελφού του. Γ) Περαιτέρω, αποδείχθηκε η πλήρης γνώση και η πρόθεση εκμετάλλευσης της ανάγκης του ενάγοντος από τον εναγόμενο, ο οποίος γνωρίζοντας την ασφυκτική πίεση του χρόνου, υπό την οποία βρισκόταν ο ενάγων και το προφανές αδιέξοδο, στο οποίο θα οδηγείτο ο τελευταίος σε περίπτωση ματαίωσης της συμφωνίας με την ..., διασφάλισε με έμμεσο εξαναγκασμό του ενάγοντος την πληρωμή από τον τελευταίο "συμπληρωματικού τιμήματος" για την πώληση των μετοχών του, εξασφαλίζοντας μάλιστα την καταβολή του υπερβάλλοντος αυτού τιμήματος με εγγυητική επιστολή σε πρώτη ζήτηση και αποσυνδέοντας την είσπραξη της απαίτησής του από την ολοκλήρωση της μεταβίβασης των μετοχών των λοιπών μετόχων προς την ....

Στο σημείο αυτό πρέπει ιδιαίτερα να επισημανθεί ότι οι διάδικοι-συμβαλλόμενοι δεν ήταν μεταξύ τους ούτε πρόσωπα άγνωστα, ούτε ανταγωνιστές, αλλά μέτοχοι και μέλη του Δ.Σ. της ίδιας ανώνυμης εταιρείας. Με βάση λοιπόν την υποχρέωση πίστεως, που έπρεπε να τηρούν μεταξύ τους αλλά και έναντι της εταιρείας, συνισταμένης στην υποχρέωσή τους να απέχουν από ενέργειες, οι οποίες βλάπτουν την εταιρεία και τους λοιπούς μετόχους, θα έπρεπε να συνασπίζονται για την επίτευξη ενός κοινά αποδεκτού σκοπού και όχι να επιδιώκουν την προώθηση των προσωπικών τους συμφερόντων, σε βάρος μάλιστα των συμφερόντων των λοιπών μετόχων και γενικότερα της εταιρείας.

Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο εναγόμενος, προκειμένου να αποκομίσει προσωπικά ωφελήματα, εκμεταλλεύθηκε τη δυσχερή θέση της ... και τον ορατό κίνδυνο οικονομικής κατάρρευσής της σε περίπτωση διακοπής της παροχής των υπηρεσιών του … προς αυτήν, τον συναφή κίνδυνο οικονομικής καταστροφής των μετόχων, που είχαν προσωπικά εγγυηθεί για τις υποχρεώσεις της εταιρείας και το γεγονός, ότι χωρίς την πώληση των δικών του μετοχών προς την ..., η εξαγορά του 100% των μετοχών της ...

θα ματαιωνόταν. Στο πλαίσιο μάλιστα της επιδίωξης του ανωτέρω σκοπού του, αγνόησε πλήρως τα στοιχειώδη δικαιολογημένα συμφέροντα των λοιπών μετόχων και της εταιρείας, καθώς απαίτησε όχι μόνο να διασφαλισθεί η απαίτησή του με εγγυητική επιστολή σε πρώτη ζήτηση, αλλά και να διαγραφούν από τη συμφωνία οι όροι, οι οποίοι έθεταν ως προϋπόθεση της πληρωμής εκ μέρους του ενάγοντος του επιπλέον ποσού, την ολοκλήρωση της πώλησης του 100% των μετοχών της ....

Η ανωτέρω συμπεριφορά του εναγομένου αποτελεί παραβίαση της υποχρέωσης πίστης αυτού έναντι της εταιρείας ... και των λοιπών μετόχων και επιβεβαιώνει το χαρακτηρισμό της δικαιοπραξίας που καταρτίσθηκε με το επίδικο συμφωνητικό, ως αισχροκερδούς, διότι: α) η ... ήταν ανώνυμη εταιρεία με περιορισμένο αριθμό μετόχων, τα δε μέλη του ΔΣ αυτής, μεταξύ των οποίων και οι διάδικοι, είχαν αναπτύξει μεταξύ τους και προσωπικές σχέσεις ...

και β) αναφορικά με τη λήψη της απόφασης για την πώληση των μετοχών της εταιρείας στην ..., ο εναγόμενος κατά τον επίδικο χρόνο μπορούσε να προκαλέσει την κατάρρευση της εταιρείας και να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα των υπολοίπων μετόχων, αφού αυτός μόνον αρνούνταν να αποδεχτεί την πρόταση της αγοράστριας ...

και έθετε επιπλέον ως προς το τίμημα όρους, για την εξυπηρέτηση αποκλειστικά των δικών του συμφερόντων. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τον ισχυρισμό του εναγομένου, ότι συμμετείχε στην εταιρεία ως μέτοχος επενδυτής ενδιαφερόμενος πρωτίστως για την αύξηση του επενδυθέντος κεφαλαίου του και ότι εν τέλει η εμμονή του στην καταβολή επιπλέον τιμήματος έγινε στα πλαίσια της οικονομικής του ελευθερίας, καθώς ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, ο μέτοχος δεν καθίσταται πρόσωπο ξένο και ανταγωνιστικό ούτε προς την εταιρεία και τους σκοπούς της, ούτε προς τους λοιπούς μετόχους, ακόμη δε περισσότερο, όταν ο εν λόγω μέτοχος είναι και μέλος του ΔΣ της εταιρείας.

Άλλωστε, η παραδοχή της αντίθετης άποψης θα καθιστούσε τη συμμετοχή στην ανώνυμη εταιρεία ένα απλό μέσο για την προώθηση των προσωπικών και ενδεχομένως αντιτιθεμένων συμφερόντων, άσχετων μεταξύ τους προσώπων και θα αναιρούσε την αρχή, ότι η επιδίωξη του εταιρικού σκοπού αποτελεί περιεχόμενο κάθε εταιρικής συμμετοχής, άρα και της συμμετοχής στην ανώνυμη εταιρεία.

Εξάλλου, η προσπάθεια του εναγομένου να επιτύχει υψηλότερο τίμημα από την πώληση των μετοχών του στην ... αναμφίβολα αποτελεί δικαίωμα του εναγομένου στα πλαίσια της οικονομικής του ελευθερίας. Πλην όμως, από το περιεχόμενο και τους όρους του καταρτισθέντος τελικώς συμφωνητικού καθώς και το σύνολο των περιστάσεων, που το συνόδευσαν, όπως αυτές αναλυτικά αναφέρθηκαν ανωτέρω, προκύπτει, ότι με το συμφωνητικό αυτό ο εναγόμενος επεδίωξε την παροχή δυσανάλογων (και όχι απλά άνισων) ωφελημάτων σε σχέση με την παροχή του, εκμεταλλευόμενος την οικονομική ανάγκη του ενάγοντος, με αποτέλεσμα η εν λόγω δικαιοπραξία να μην μπορεί να γίνει ανεκτή κατά τις αντιλήψεις του μέσου έμφρονος συναλλασσομένου προσώπου, πολύ δε περισσότερο να μην μπορεί να γίνει ανεκτή μεταξύ εταίρων, έστω και κεφαλαιουχικής, όπως εν προκειμένω, εταιρείας, και να είναι αυτοδικαίως άκυρη, ως καταπλεονεκτική.

Περαιτέρω, από την ανωτέρω αντίθετη στα χρηστά ήθη και στην υποχρέωση πίστεως των εταίρων συμπεριφορά του εναγομένου, η οποία έγινε με τον ενδεχόμενο δόλο της πρόκλησης ζημίας στον ενάγοντα, ο τελευταίος ζημιώθηκε το ποσό των 1.170.004 ευρώ, το οποίο ο εναγόμενος εισέπραξε από την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής της Τράπεζας ... ...

Εφόσον λοιπόν, συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας κατ' άρθρο 919 ΑΚ, ο ενάγων, ο οποίος και κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, ζημιώθηκε, κατά το ποσό της εγγυητικής επιστολής, δικαιούται να λάβει από τον εναγόμενο ως αποζημίωση το ανωτέρω ποσό των 1.170.004 ευρώ, όπως ακριβώς έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, απέρριψε ακολούθως την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που κρίνοντας ομοίως, είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού ως αισχροκερδούς και είχε υποχρεώσει τον τελευταίο λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και ειδικότερα αντιτιθέμενης στα χρηστά ήθη να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης και περαιτέρω, κατ'αποδοχή εν μέρει της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, απήγγειλε, ως μέσο εκτέλεσης της προσβαλλόμενης την προσωπική κράτηση του αναιρεσείοντος. 'Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 178,179 919ΑΚ και 1047 παρ.1ΚΠολΔ τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα:1) με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 179ΑΚ, δέχεται, ότι με βάση τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η, δυνάμει του από 6-8-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση με την οποία ο μεν αναιρεσείων πέτυχε να εξασφαλίσει άμεσα την καταβολή από τον αναιρεσίβλητο, χρηματικού ποσού 1.170.004 ευρώ, και μάλιστα ανεξαρτήτως της τελικής επίτευξης της συμφωνίας μεταβίβασης των μετοχών της εταιρίας ...

στην εταιρία ..., έναντι μόνο, της δικής του (αναιρεσείοντος) υπόσχεσης μεταβίβασης των μετοχών του στην ανωτέρω εταιρία (...) από την οποία βεβαίως ο αναιρεσίβλητος κανένα κέρδος είχε κατά το χρόνο κατάρτισης του συμφωνητικού (αυτή είναι και η έννοια της παραδοχής της προσβαλλόμενης, ότι "με την κατάρτιση του συμφωνητικού ο μεν εναγόμενος απεκόμισε άμεσα οικονομικά ωφελήματα μεγάλης αξίας, ενώ αντιθέτως ο ενάγων δεν έλαβε οποιαδήποτε αντιπαροχή από τον εναγόμενο, η συναίνεση δε του τελευταίου στην πώληση των μετοχών του, κατά τον χρόνο κατάρτισης του συμφωνητικού, ενδεχομένως να είχε μελλοντική αξία για τον ενάγοντα"), καθιστούσε προφανώς δυσανάλογη την παροχή του αναιρεσίβλητου έναντι της αντιπαροχής του αναιρεσείοντος.

Είναι δε απολύτως σαφές το άνω αποδεικτικό του πόρισμα, όπως σαφής είναι και η παραδοχή της απόφασης ,ότι η άμεση, δυνάμει του επίμαχου συμφωνητικού είσπραξη, από τον αναιρεσείοντα του άνω χρηματικού ποσού, αποσυνδεδεμένου από τον κίνδυνο ματαίωσης του επιχειρηματικού σχεδίου με την ..., ο οποίος (κίνδυνος ματαίωσης), ήταν υπαρκτός, κατά το χρόνο κατάρτισης του ίδιου συμφωνητικού, και τον οποίο έφερε ο αναιρεσίβλητος, ήταν μία παράμετρος που επέτεινε τον καταπλεονεκτικό χαρακτήρα του εν λόγω συμφωνητικού.

Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησής του (σκέλη 1,2,3,6,7και 8) και με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αυτής με τους οποίους επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19ΚΠολΔ.είναι αβάσιμα.0 πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά τα σκέλη του 4 και 5 είναι απαράδεκτος, αφού οι επικαλούμενες σχετικώς, ελλείψεις και αντιφάσεις σε σχέση με τις παραδοχές του Εφετείου ως προς τη μη συμμετοχή της ...

στην επίμαχη σύμβαση και ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο αναιρεσίβλητος και ο αδελφός του εξασφάλισαν το ποσό από την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, αναφέρονται στην ανάλυση και αιτιολόγηση του ανωτέρω συναχθέντος απολύτως σαφούς αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύουν την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559αριθμ.19ΚΠολΔ.Η επικαλούμενη, εξάλλου, ως αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.8ΚΠολΔ,που προβάλλει με ειδικότερες αιτιάσεις των σκελών 5 και 8 του ίδιου (πρώτου) λόγου της αίτησής του ο αναιρεσείων, συνιστάμενη στην μη λήψη υπόψη από το Εφετείο του ισχυρισμού του, ότι ο αναιρεσίβλητος χρησιμοποίησε ένα μέρος των μετοχών του για να εξαγοράσει από αυτόν την υποχρέωση να τον διευκολύνει στην πώληση των μετοχών του στην ..., με όρους ευνοϊκότερους αφού είχε ήδη συμφωνήσει την μεταβίβαση αυτών αντί τιμήματος 4,92 ευρώ ανά μετοχή, είναι απαράδεκτη, εφόσον ο άνω ισχυρισμός δεν συνιστά πράγμα, αλλά επιχείρημα του αναιρεσείοντος στα πλαίσια της αιτιολογημένης άρνησης της αγωγής, πέραν του ότι αντιμετωπίστηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο.,2) είναι απολύτως σαφές το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, περί ύπαρξης οικονομικής ανάγκης (εκτός της εταιρίας ...) και του ιδίου του αναιρεσίβλητου, που είχε εγγυηθεί με την προσωπική του περιουσία την τραπεζική της χρηματοδότηση, ύψους 12.000.000 ευρώ, άμεσης και επιτακτικής, λόγω της αντιδικίας της με τον βασικό προμηθευτή αλλά και ανταγωνιστή της …, όπως με πλήρεις και αναλυτικές αιτιολογίες εκθέτει το Εφετείο.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με την οποία ο αναιρεσείων επικαλείται παράβαση του άρθρου 559 αριθμ.1 και 19ΚΠολΔ, διότι κατ'αυτόν το Εφετείο δέχθηκε ως ανάγκη, αυτή της εταιρίας μόνο και μάλιστα μελλοντική, συνιστάμενη "στον κίνδυνο ματαίωσης μελλοντικών επενδυτικών σχεδίων" είναι αβάσιμος 3) Περαιτέρω, αποδεχόμενο το Εφετείο, ότι ναι μεν η προσπάθεια του ήδη αναιρεσείοντος να επιτύχει υψηλότερο τίμημα από την πώληση των μετοχών του στην ...

αναμφίβολα αποτελεί δικαίωμα του στα πλαίσια της οικονομικής του ελευθερίας, πλην όμως "...στο πλαίσιο της επιδίωξης του ανωτέρων σκοπού, αγνόησε πλήρως τα στοιχειώδη δικαιολογημένα συμφέροντα των λοιπών μετόχων και της εταιρίας, καθώς απαίτησε όχι μόνο να διασφαλιστεί η απαίτησή του με εγγυητική επιστολή σε πρώτη ζήτηση, αλλά και να διαγραφούν από τη συμφωνία οι όροι, οι οποίοι έθεταν ως προϋπόθεση πληρωμής εκ μέρους του ήδη αναιρεσίβλητου του επιπλέον ποσού, την ολοκλήρωση της πώλησης του 100% των μετοχών της ....

H ανωτέρω συμπεριφορά του ήδη αναιρεσείοντος αποτελεί παραβίαση της υποχρέωσης πίστης αυτού έναντι της εταιρίας ... και των λοιπών μετόχων και επιβεβαιώνει το χαρακτηρισμό της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς, διότι, α) η ... ήταν ανώνυμη εταιρία με περιορισμένο αριθμό μετόχων τα δε μέλη του ΔΣ αυτής, μεταξύ των οποίων και οι διάδικοι, είχαν αναπτύξει μεταξύ τους και προσωπικές σχέσεις και β)αναφορικά με τη λήψη της απόφασης για την πώληση των μετοχών της εταιρίας στην ...

ο ήδη αναιρεσείων κατά τον επίδικο χρόνο μπορούσε να προκαλέσει την κατάρρευση της εταιρίας και να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα των υπολοίπων μετόχων, αφού αυτός μόνον αρνούνταν να αποδεχτεί την πρόταση της αγοράστριας ... και έθετε επιπλέον ως προς το τίμημα όρους, για την εξυπηρέτηση αποκλειστικά των δικών του συμφερόντων" δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 178,179,919,200,281,288 και 747ΑΚ,ούτε στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, με την παραδοχή του Εφετείου, ως μίας παραμέτρου του καταπλεονεκτικού χαρακτήρα της επίμαχης σύμβασης, αλλά και της αντίθετης προς τα χρηστά ήθη συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, της παράβασης εκ μέρους του, της απολύτως δικαιολογούμενης, υπό τις συγκεκριμένες και αναλυτικά περιγραφόμενες, ως αποδειχθείσες, στην προσβαλλόμενη απόφαση συνθήκες (κεφαλαιουχική εταιρία, πλην οικογενειακή και με φιλικές μεταξύ των μετόχων σχέσεις) υποχρέωσης πίστης του, δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ίδιες ως άνω διατάξεις, ούτε και περιέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, και ως προς τα δύο σκέλη του ,με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλειες από το άρθρο 559αριθμ.1 και 19ΚΠολΔ είναι αβάσιμος 4) Δεχόμενη η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, καταφάσκει ευθύνη του αναιρεσείοντος από αδικοπραξία σε βάρος του αναιρεσιβλήτου με βάση τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, ορθά επιδίκασε στον τελευταίο αποζημίωση ίση προς το ποσό που κατέβαλε και απάγγειλε προσωπική κράτηση σε βάρος του με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις και ο περί του αντιθέτου πέμπτος από το άρθρο559 αριθμ.1 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Η ειδικότερη περιεχόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, λόγω εσφαλμένης κρίσης του Εφετείου για διάπραξη εκ μέρους του αδικοπραξίας και συνακόλουθα απαγγελίας προσωπικής κράτησης, είναι απαράδεκτη, εφόσον με αυτή πλήττεται κατ'επίφαση της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ.1ΚΠολΔ, η αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου. 5) Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο (σκέλη 1 έως και 4) της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559αριθμ.1 και 19ΚΠολΔ, διότι ερμήνευσε ,άλλως εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200ΑΚ ως προς το νόημα, το σκοπό και την οικονομική ισορροπία της επίδικης σύμβασης ,την οποία ερμήνευσε, παρότι δεν αναφέρθηκε ειδικά στις άνω διατάξεις ενώ περιέλαβε και ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την ερμηνεία αυτής.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχεται ούτε και εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς την εκφρασθείσα με το επίμαχο από 6-8-2007 συμφωνητικό, βούληση των διαδίκων. Όλες οι παραδοχές και αναφορές της απόφασης, δεν σκόπευαν στην ερμηνεία της εν λόγω σύμβασης ,αλλά στην ανάλυση και αξιολόγηση των συνθηκών υπό της οποίες αυτή καταρτίστηκε και των ιδιαίτερων περιστάσεων που συνέτρεξαν κατά την πραγματοποίησή της ,όπως και στην αξιολόγηση της γενικότερης συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, προκειμένου το Εφετείο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η σύμβαση ήταν αισχροκερδής, η δε συμπεριφορά του τελευταίου αντίθετη στα χρηστά ήθη 6)Με τον τρίτο πρόσθετο (σκέλη 1-4) λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση του άρθρου 559 αριθμ1 και 19ΚΠολΔ επικαλούμενος παράλειψη χρησιμοποίησης των διδαγμάτων κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των κανόνων των άρθρων 178,179 και 919ΑΚ.

Συγκεκριμένα, λαμβάνοντας ως δεδομένο, ότι ο αναιρεσίβλητος είχε διαπραγματευθεί και συμφωνήσει διαφορετικούς όρους για την πώληση των μετοχών του και εκτιμώντας αυτό ως ουσιώδες στοιχείο για την εκτίμηση του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού (εκτίμηση που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις παραδοχές του Εφετείου), θεωρεί (ο αναιρεσείων) ως δίδαγμα κοινής πείρας, που παρέλειψε να εφαρμόσει το Δικαστήριο, ότι "η μόνη του επιλογή (του αναιρεσίβλητου) για να αποτρέψει τη ματαίωση της συναλλαγής ήταν να πληρώσει στον μέτοχο της μειοψηφίας, δηλαδή τον ίδιο, μία πρόσθετη, συμπληρωματική χρηματική παροχή από δικά του χρήματα, δηλαδή αυτό που στις σχετικές συναλλαγές, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ονομάζεται premium>.

Ο άνω πρόσθετος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, αφενός μεν το άνω επονομαζόμενο premium δεν μπορεί να θεωρηθεί δίδαγμα κοινής πείρας, αφετέρου δε με την επίφαση αυτού, ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη, επί της ουσίας κρίση του Εφετείου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, υπό την αποκλειστική όμως προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 355 ΚΠολΔ, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο πρόσθετο λόγο κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι για το σχηματισμό του προαναφερόμενου αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που αυτός νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα: 1)Την ...1-10-2007 απόφαση της Ολομέλειας της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, με την οποία εγκρίθηκε η γνωστοποιηθείσα εξαγορά από την ...

Α.Ε. του 100% των μετοχών της εταιρίας ... και από την οποία προέκυπτε η συμφωνία μεταξύ της ... Α.Ε και του αναιρεσιβλήτου για την μεταβίβαση των μετοχών του αντί 4,92 ευρώ ανά μετοχή και 2)Την 46473/2188/4-3-2008 αγωγή της ... Α.Ε.Β.Ε.κ.λ.π. κατά της ... κ.λ.π., από την οποία προέκυπτε, ότι η αξία των μετοχών της ... είχε αποτιμηθεί μεταξύ 3,77 και 4,317 ευρώ ανά μετοχή.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα μετ'επικλήσεως νομίμως προσκομιζόμενα από του διαδίκους έγγραφα", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο αναιρεσείων ότι θα αποδεικνυόταν με τα ανωτέρω έγγραφα δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η συμφωνηθείσα με το επίδικο συμφωνητικό παροχή του αναιρεσείοντος, καίτοι αναφέρεται ως συμπλήρωμα του τιμήματος που θα του κατέβαλε η ..., συμφωνήθηκε (κατόπιν απαίτησης του ίδιου) να καταβληθεί ανεξάρτητα από την πώληση του πακέτου των μετοχών του αναιρεσιβλήτου και των συγγενών του προς την ως άνω εταιρεία.

Ο ίδιος πρόσθετος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγω έλλειψης αιτιολογίας "ως προς το ύψος του τιμήματος πώλησης του 50,42% των μετοχών των μελών της οικογένειας Π." είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι η εν λόγω αιτίαση δεν αφορά ουσιώδη ισχυρισμό σύμφωνα με τα ανωτέρω.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ). Τέλος, ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176,183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Απριλίου 2015 αίτηση και τους από 16 Νοεμβρίου 2015 πρόσθετους αυτής λόγους, του Σ. Λ. για αναίρεση της 6679/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουνίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ