Legislator Case Law & Legislation
432/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to defendant's failure to appear and lack of valid non-appearance declaration.

Case Number 432/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of Appeal's decision. The defendant failed to appear at the hearing and did not submit a formal declaration of non-appearance as required by law. Consequently, the court proceeded to deliberate and reject the appeal arguments without the defendant's participation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 226, 242, 559, 576, 579 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the respondent appears or validly declares non-appearance, otherwise the court proceeds to judgment and the appeal is rejected.

Keywords

AI generated
cassation appeal non-appearance declaration procedural dismissal court of appeal civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 226 paragraph 4 and 5 of the Code of Civil Procedure
Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 8 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 432 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 432/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. συζύγου Γ. Τ., το γένος Ι. Π., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σφακιωτάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Π. Τ. του Θ., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/11/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 429/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/2/2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 3/2/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα υπ'αριθμ. .../ 26-10-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χανίων Ελένης …, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη κατάθεσης και ορισμού ως δικασίμου της 14-2-2012 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη, με κλήση να παραστεί κατ' αυτήν. Η τελευταία, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η οποία ορίσθηκε μετ' αναβολή εκ της αρχικής δικασίμου της 14-2-2012 και για την οποία δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευσή της (αρθρ. 226 παρ. 4 και 575 Κ.Πολ.Δ.), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της (αρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς. Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η εν γένει νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου, ούτε τα πραγματικά επιχειρήματα, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως. Ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ή λόγο εφέσεως και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.ΑΠ 12/1991).

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, καταλογίζει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον και με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς της προβληθέντα ισχυρισμό της ότι ουδέποτε είχε προσλάβει την αναιρεσίβλητη για να εργαστεί και ουδέποτε αυτή εργάστηκε στην επιχείρησή της. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσείουσας δεν αποτελεί "πράγμα" με την προαναφερθείσα έννοια, αλλά άρνηση της αγωγής. Σε κάθε περίπτωση, ο ισχυρισμός αυτός είναι, αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός, που προέβαλλε η αναιρεσείουσα και με λόγο εφέσεως, ελήφθη υπόψη και απορρίφθηκε από το Εφετείο ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον δέχθηκε ότι υπήρξε μία de facto πραγματική εργασιακή σχέση μεταξύ αναιρεσείουσας (εναγομένης) και αναιρεσίβλητης (ενάγουσας).

Κατά το άρθρο 904 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία άλλου ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή, για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό, πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 909 ΑΚ η υποχρέωση για απόδοση του πλουτισμού αποσβήνεται, εφόσον ο λήπτης δεν είναι πια πλουσιότερος κατά τον χρόνο της επιδόσεως της αγωγής. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση απώλειας ή μειώσεως του πλουτισμού του λήπτη, η ανωτέρω διάταξη προβλέπει ως συνέπεια την αντίστοιχη απόσβεση της υποχρεώσεώς του προς απόδοση της ωφέλειας.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι το γεγονός της απώλειας ή μειώσεως του πλουτισμού συγκροτεί καταχρηστική ένσταση καταλυτική του αγωγικού δικαιώματος προς απόδοση της ωφέλειας και, άρα, το βάρος της επικλήσεως και της αποδείξεως αυτού (γεγονότος) φέρει ο λήπτης, ως εναγόμενος (ΟλΑΠ 294/1981, ΑΠ 1484/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι ο λόγος εφέσεως, κατά τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο αν και δέχθηκε ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη από την εργασία της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης), δεν ανέφερε ότι ο πλουτισμός αυτός σώζεται (άρθρ. 909 ΑΚ), είναι κατ' ουσία αβάσιμος, γιατί δεν προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό (ένσταση) η εκκαλούσα - αναιρεσείουσα.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904, 909 Α.Κ., αφού για να εκφέρει κρίση για το αν σώζεται ή μη ο πλουτισμός έπρεπε να είχε υποβληθεί σχετική ένσταση. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών περιστατικών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωρίς την αξιολόγηση του καθενός από αυτά, ούτε να καθορίζει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά, ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία από το περιεχόμενο της απόφασης ότι δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το "Μπλοκ-Δελτίο Αποστολής-Τιμολογίων" της επιχείρησής της, που προσκόμισε νομίμως και επικαλέστηκε, από το οποίο κατά την άποψή της αποδεικνυόταν ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε εργαστεί ποτέ για λογαριασμό της, αλλά για λογαριασμό του συζύγου της, ο οποίος διαχειριζόταν μαζί με το σύζυγο της αναιρεσείουσας το κατάστημα αυτής (αναιρεσείουσας) στα πλαίσια μεταξύ τους συμφωνίας, την οποία αυτή (αναιρεσείουσα) δεν γνώριζε.

Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Eφετείο έλαβε υπόψη και το ως άνω έγγραφο, συνεκτίμησε αυτό με τις λοιπές αποδείξεις και κατέληξε στην παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη προσέφερε πράγματι την εργασία της στο κατάστημα της αναιρεσείουσας με πλήρες ωράριο και επομένως υπήρξε εργασιακή σχέση μεταξύ τους, από την οποία η αναιρεσείουσα μη καταβάλλοντας οποιοδήποτε ποσό στην αναιρεσίβλητη για μισθούς και λοιπές νόμιμες αποδοχές της, κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη.

Κατά συνέπεια ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητας, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στην πορεία της διαδικασίας και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων.

Επομένως ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρ. 559 παρ.14 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παραλείποντας να κηρύξει την ακυρότητα των αναφερομένων αχαρτοσημάντων εγγράφων (υπευθύνων δηλώσεων σε απλή φωτοτυπία) υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 α' ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Τέτοια έγγραφα, είναι και τα αχαρτοσήμαντα ή μη νομίμως χαρτοσημασμένα έγγραφα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 5 εδ. α, 51 παρ. 2 και 62 του κώδικα νόμων περί τελών χαρτοσήμου.

Εξ άλλου, από το άρθρο 562 παρ. 2 στοιχ. γ ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, αν πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση. Η βεβαίωση του δικαστηρίου στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν νομίμως", έχει την έννοια ότι τα έγγραφα είχαν υποβληθεί στη νόμιμη χαρτοσήμανση.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, για τη θεμελίωση του αποδεικτικού του πορίσματος ότι η αναιρεσίβλητη εργάστηκε στο κατάστημα της αναιρεσείουσας, που αποτέλεσε και το έρεισμα του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "από τις ένορκες καταθέσεις των µαρτύρων (ένας για κάθε διάδικο), που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθµιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθµα µε την εκκαλούµενη απόφαση πρακτικά, εκτιµωµένων κάθε µιας χωριστά και σε συνδυασµό προς την άλλη, κατά το λόγο γνώσης και το βαθµό αξιοπιστίας του καθένα και από όλα τα επικαλούµενα και νοµίµως προσκοµιζόµενα από αµφότερα τα διάδικα µέρη έγγραφα, που λαµβάνονται υπόψη και για τη συναγωγή δικαστικών τεκµηρίων, µεταξύ των οποίων και οι από 2-10- 2005, 4-11-2005, 7-11-2005 και 9-11-2005 έξι υπεύθυνες δηλώσεις του αρθρ. 8 ν. 1599/1986 τρίτων προσώπων απευθυνόµενων προς το ΙΚΑ, που εκτιμάται ότι δεν έγιναν για να χρησιμοποιηθούν για την προκείμενη δίκη, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:...".

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 α' Κ.Πολ.Δ., ψέγεται το Εφετείο ότι έλαβε υπόψη τα ως άνω έγγραφα αν και ήταν αχαρτοσήμαντα και ανεπικύρωτα, ήτοι αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο βεβαιώνει ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν νομίμως μεταξύ των οποίων και τις ως άνω υπεύθυνες δηλώσεις, οι οποίες δεν έγιναν για να χρησιμοποιηθούν στην ενώπιον του δίκη, Επομένως, ο εκ περί του αντιθέτου, πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου.

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως στην περίπτωση κατά την οποία από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου το δικαστήριο της ουσίας καταλήγει σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για πλημμέλεια που ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι καθεαυτή, αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας με την παραδοχή του ότι η αναιρεσίβλητη εργαζόταν στο κατάστημα της αναιρεσείουσας και ως εκ τούτου υπήρξε εργασιακή σχέση μεταξύ αυτών, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων έξι υπευθύνων δηλώσεων που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, καθόσον το αναφερόμενο σ' αυτές γεγονός ότι είδαν την αναιρεσίβλητη στο κατάστημα της αναιρεσείουσας, η οποία και τους εξυπηρέτησε "δεν επαρκεί για την αποδοχή των εγγράφων αυτών ως αποδείξεων εργασιακής σχέσης, όπως θέλησε ν'αποδείξει η αντίδικος και δέχθηκε η πληττόμενη απόφαση".

Με τον λόγο όμως αυτόν αποδίδεται στην απόφαση του Εφετείου όχι σφάλμα διαγνωστικό κατά την ανωτέρω αναδειχθείσα έννοια, αλλά σφάλμα περί την εκτίμηση των πραγμάτων, ήτοι για κρίση του αναιρετικώς ανέλεγκτη. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 904 παρ. 1 εδ.α' ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία άλλου ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή, για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό, πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα διατηρεί κατάστημα με επιχείρηση πώλησης ποτών, ειδών διατροφής και παραδοσιακών προϊόντων στη ... με την επωνυμία "PALACE OF NATURE". Πραγματικός διαχειριστής της επιχείρησης αυτής ήταν ο σύζυγος της εναγομένης Γ.

Τ. ο οποίος στις αρχές του έτους 2003 συμφώνησαν με τον σύζυγο της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Κ. Τ. να συνεργαστούν στην επιχείρηση αυτή, ώστε μετά από κάποιο χρονικό διάστημα και αφού εξοφληθούν χρέη αυτής της επιχείρησης να συστήσουν επ' αυτής εταιρία. Στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας τους συμφώνησαν να εργάζεται η ενάγουσα ως πωλήτρια και ταμίας στην εν λόγω επιχείρηση κατά τη διάρκεια της θερινής περιόδου κάθε έτους και με πλήρες ωράριο, συγκεκριμένα καθημερινά από ώρα 17.00 ως 01.00, επί επτά ημέρες εβδομαδιαίως, καθ' όσον το κατάστημα της πιο πάνω επιχείρησης βρίσκεται σε τουριστική περιοχή, ο δε μισθός και οι λοιπές αποδοχές της να αρχίσουν να καταβάλονται όταν η επιχείρηση αρχίσει να αποδίδει κέρδη.

Έτσι, η ενάγουσα εργάσθηκε με το παραπάνω ωράριο στην εν λόγω επιχείρηση της εναγομένης από 20-5- 2003 ως 30-10-2003, από 1-3-2004 ως 31-10-2004 και από 15-3-2005 ως 22-4-2005. Η εναγομένη δεν αποδείχτηκε ότι γνώριζε ότι η ενάγουσα εργάζονταν στην επιχείρηση της, ούτε ότι στην προκείμενη περίπτωση ο σύζυγός της ενήργησε κατ' εντολή της, ούτε ότι ρητά ή σιωπηρά ενέκρινε την εκτέλεση της εργασίας της ενάγουσας στο κατάστημά της, ωστόσο, οι εισπράξεις του καταστήματος γίνονταν από την εναγομένη, ενώ ήταν απαραίτητη η εργασία υπαλλήλου στις ώρες και ημέρες που εργάστηκε η ενάγουσα, αφού τα καταστήματα όπως το προκείμενο, λειτουργούσαν όλη την ημέρα κατά τις θερινές περιόδους, τις πρωϊνές δε και μεσημβρινές ώρες εργαζόταν μία άλλη υπάλληλος, ενώ τις ώρες που εργάστηκε η ενάγουσα αποδείχθηκε ότι δεν εργαζόταν κάποιος άλλος υπάλληλος, ούτε ο σύζυγος της ενάγουσας ή της εναγομένης.

Η ενάγουσα απομακρύνθηκε, χωρίς να έχει εισπράξει οποιοδήποτε ποσό για τους μισθούς της και τις λοιπές δεδουλευμένες νόμιμες αποδοχές της, από το πιο πάνω κατάστημα στις 22-4-2005 όταν η εναγομένη αποφάσισε να μην υλοποιηθεί το σχέδιο συνεταιρισμού του συζύγου της ή και της ίδιας με τον σύζυγο της ενάγουσας.

Τα παραπάνω και ειδικότερα τα σχετικά με τον τρόπο πρόσληψης της ενάγουσας, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες εργάστηκε και τα περί της εργασιακής σχέσης της στην επιχείρηση της εναγομένης αποδεικνύονται κυρίως από την από 15-9- 2006 ένορκη μαρτυρική κατάθεση του συζύγου της ενάγουσας, που δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης και συγκεκριμένα στον Πταισματοδίκη Χανίων, ενόψει έγκλησης της εναγομένης σε βάρος της ενάγουσας περί συκοφαντικής δυσφήμησής της και η οποία κατάθεση λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο (άρθρ. 339 Κ.Πολ.Δ).

Εξ άλλου, ότι η ενάγουσα εργάστηκε κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα και με πλήρες ωράριο αποδεικνύεται κυρίως από τη μάρτυρα της που κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά και από προρρηθείσες δηλώσεις του άρθρο 8 ν. 1599/1986 πελατών της επιχείρησης της εναγομένης, που υποβλήθηκαν στο ΙΚΑ Χανίων, προκειμένου να στηρίξoυν σχετική καταγγελία της ενάγουσας, και οι οποίες επίσης εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια.

Επίσης, τα περί μη καταβολής οποιουδήποτε μισθού ή άλλων αποδοχών της ενάγουσας καθ 'όλο το χρονικό διάστημα που αυτή εργάστηκε στην επιχείρηση της εναγομένης, έμμεσα συνομολογείται και από την τελευταία, που αρνείται ότι ποτέ εργάστηκε η ενάγουσα στην επιχείρηση της. Από τα προεκτιθέμενα συνάγεται ότι, η ενάγουσα δεν συνήψε με την εναγομένη σύμβαση άμεσης εξαρτημένης εργασίας για να εργάζεται στην επιχείρησή της, όμως ούτε και έμμεσης εξαρτημένης εργασίας, αλλά ότι διαμορφώθηκε χωρίς νόμιμη αιτία, δηλαδή από μία μη έγκυρη σύμβαση εργασίας, που, συνήφθη με μη αρμόδια σχετικά πρόσωπα, DE FACTO μία πραγματική εργασιακή σχέση από την οπoία η εναγομένη, μη καταβάλλοντας οποιοδήποτε ποσό για μισθούς και λοιπές νόμιμες αποδοχές της ενάγουσας, που αναφέρονται αναλυτικά πιο κάτω, κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη, αφού αν δεν εργάζονταν η ενάγουσα στο κατάστημά της, θα ήταν αναγκασμένη να απασχολήσει άλλον υπάλληλο με τα ίδια προσόντα και ικανότητα και υπό τις ίδιες συνθήκες για την παροχή της ίδιας εργασίας".

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι η εναγομένη οφείλει να αποδώσει στην ενάγουσα κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού την ωφέλεια που αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, την οποία υπολόγισε με βάση όσα θα πλήρωνε με έγκυρη σύμβαση εργασίας σε άλλον εργαζόμενο υπό τις ίδιες συνθήκες για την παροχή της ίδιας εργασίας.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 904 Α.Κ., αφού διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που καλύπτει την ένδικη υπόθεση και εφαρμόστηκε.

Ειδικότερα, οι παραδοχές της αποφάσεως ότι υπήρχε μεταξύ αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητης DE FACTO μία πραγματική εργασιακή σχέση και ότι η εναγομένη, μη καταβάλλοντας οποιοδήποτε ποσό για μισθούς και λοιπές νόμιμες αποδοχές της ενάγουσας, κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη, αφού αν δεν εργάζονταν η ενάγουσα στο κατάστημά της, θα ήταν αναγκασμένη να απασχολήσει άλλον υπάλληλο με τα ίδια προσόντα και ικανότητα και υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας, αποτελούν πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία και στηρίζουν με επάρκεια το αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να αποδώσει την ωφέλεια που αποκόμισε από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό της.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ έβδομος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν τίθεται διότι η αναιρεσίβλητη, λόγω της απουσίας της, δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-2-2011 αίτηση της Ε. συζ. Γ. Τ. το γένος Ι. Π. για αναίρεση της 429/2009 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ