Legislator Case Law & Legislation
432/2012 AI generated

432/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 432/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1631/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2859/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ως άνω αναιρεσείοντες με την από 15/9/2006 αίτησή του και τους από 10/10/2007 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 2164/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 2859/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Legislator headnote

AI generated

432/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔικ.

Keywords

AI generated
motorcycle road accident fatal accident occupational accidents whiplash injury causality accident-related personal injury mechanical vibration
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 432 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 432/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. χήρας Γ. Κ., 2) Α.-Μ. Κ. του Γ., 3) Ι. Κ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Μαραγκουδάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μανωλά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Κ. Γ. του Σ., ατομικώς και ως νομίμου εκπροσώπου της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", κατοίκου Αθηνών, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1631/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2859/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ως άνω αναιρεσείοντες με την από 15/9/2006 αίτησή του και τους από 10/10/2007 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 2164/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 2859/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 5192/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/1/2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 29/11/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ' αριθμ. 6575Β/14-2-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... προκύπτει ότι, αντίγραφο της ένδικης αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5192/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών καθώς και της πράξης προσδιορισμού δικασίμου, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο Κ. Γ.. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά τη νόμιμη, από το οικείο πινάκιο εκφώνηση της υπόθεσης ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, να συζητηθεί όμως η υπόθεση, σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔικ.

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (ολ.Α.Π. 9/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για το σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε, μεταξύ άλλων, υπόψη του :α) τις υπ' αριθμ. 6105 και 6106/2004 ένορκες βεβαιώσεις , που δόθηκαν στον Ειρηνοδίκη Αθηνών και β) την από 16-8-2004 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος. Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τον πρώτο, από τον αριθ. 11β' του άρθρου 559 λόγου της ένδικης αιτήσεώς τους, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), μολονότι δεν έγινε νόμιμη ενώπιόν του επίκληση αυτών από τους (ήδη) αναιρεσίβλητους,, αλλά μόνο με γενική αναφορά στις έγγραφες προτάσεις τους ότι "προσκομίζουν και επικαλούνται επικυρωμένα αντίγραφα των πρωτόδικων προτάσεών τους, των πρακτικών της πρώτης συζήτησης και τα πρωτοδίκως προσκομισθέντα σχετικά, με αριθ. 1-26".

Όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων που υπέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι στο Εφετείο, αναφέρονται ρητά και ειδικά τα εν λόγω έγγραφα, προς ενίσχυση των ισχυρισμών τους και ειδικότερα, στη σελίδα 10 των προτάσεων αναφέρεται: " βλ. υπ' αριθμ. 6105 και 6101/30-3-2004 ένορκες βεβαιώσεις των προϊσταμένων του Μ.

Ε. και Α. Γ. -σχετ. 15 και 16", στη σελίδα δε 12, προς αντίκρουση καταθέσεως μάρτυρος αναφέρεται : "Ο ανωτέρω κατέθεσε ότι ήταν αυτόπτης, αλλά δεν προκύπτει αυτό από την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας, με ημερομηνία 16-8-2004 - σχετ. 18". Από αυτά προκύπτει ότι οι αναρεσίβλητοι επικαλέσθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1 /1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Αντίφαση, εξάλλου, στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία, για την εφαρμογή της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε. Δεν υπάρχει αντίφαση, όταν υπάρχουν μεν αντιφατικές αιτιολογίες, αλλ' όμως τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά πληρούν τους όρους του νόμου ή όταν από την αντίφαση των αιτιολογιών δεν προκύπτει τέτοια ασάφεια, ώστε να καθιστά αδύνατο τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής του νόμου.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: "Η πρώτη εναγομένη εταιρία διατηρεί στον Πειραιά στην οδό ... συγκρότημα Μηχανοστασίου. Το συγκρότημα αυτό αποτελείται από κτιριακές εγκαταστάσεις στις οποίες στεγάζονται οι Υπηρεσίες και τα τεχνικά συνεργεία, η Αποθήκη Υλικού (καυσίμων) 942, η Αποθήκη Υλικού 940, και από σύμπλεγμα γραμμών στις οποίες γίνεται η σύνθεση των επιβατηγών αμαξοστοιχιών, η επιθεώρηση και ο καθαρισμός αυτών.

Οι όλες εγκαταστάσεις και το σύστημα των γραμμών ελιγμών είναι στο χώρο αυτό τουλάχιστον εκατό έτη. Στις γραμμές αυτές καθημερινά πραγματοποιούνταν πολλοί ελιγμοί μηχανών και για τις ανάγκες τους η εναγομένη έχει εγκαταστήσει Κλειδουχείο στη χιλιομετρική θέση 0+950 ΠΑΠ επανδρωμένο με ομάδες προσωπικού ελιγμών.

Ο Γ. Κ. του Ι., ηλικίας 52 ετών εργαζόταν στην εναγομένη εταιρία από το 1977 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του διαχειριστή υλικού στην 942 αποθήκη καυσίμων. Το αντικείμενο της εργασίας του περιοριζόταν στην παραπάνω αποθήκη καυσίμων και δεν είχε σχέση με την αποθήκη 940 ΜΠΡ που είναι αποθήκη υλικού.

Την 16-8-2004 και ώρα 09. 45 περίπου, όπως κάθε μέρα την ίδια ώρα περίπου, ο Γ. Γ., μηχανοδηγός της εναγομένης, μετά από το πλύσιμο τεσσάρων επιβαταμαξών στο χώρο του πλυντηρίου του συγκροτήματος, οδηγούσε τη μηχανή ελιγμών Δ/Υ 9410, παλαιά μηχανή με υπερυψωμένο θάλαμο οδήγησης τύπου MITSUBISHI, και με σύνθεση τις τέσσερις επιβατάμαξες, που θα αποτελούσαν την επομένη ημέρα την αμαξοστοιχία 302/17-8-2004, και κινιόταν με κίνηση προς τα εμπρός στη γραμμή πλυντηρίων με κατεύθυνση προς Αθήνα για να εισέλθει στη συνέχεια με οπισθοδρόμηση στη γραμμή 10 στην ειδική θέση (λάκκο) για επιθεώρηση.

Την παραπάνω σύνθεση συνόδευαν οι κλειδούχοι Χ. Β. και Κ. Τ. που βρίσκονταν ο μεν πρώτος στην τέταρτη επιβατάμαξα στη τελευταία πόρτα αριστερά κατά την πορεία της σύνθεσης, ο δε δεύτερος στη δεύτερη επιβατάμαξα στη πρώτη πόρτα αριστερά κατά τη φορά της σύνθεσης. Την εντολή για την εκκίνηση της μηχανής ελιγμών έδωσε με σήμα του ο ελιγμοδηγός Α.

Γ., ο δε μηχανοδηγός κατά την εκκίνηση χρησιμοποίησε το ηχητικό σύστημα (σφύριγμα) κατά τους σχετικούς κανονισμούς. Η ταχύτητα με την οποία κινιόταν η παραπάνω μηχανή ελιγμών και για την αναγκαία κίνηση ελιγμών ήταν 5 χιλιόμετρα ανά ώρα (βήμα πεζού) αντί της κανονικής των 20 χιλιομέτρων ανά ώρα. Ο θόρυβος της μηχανής αυτής ήταν χαρακτηριστικός (ιδιαίτερος) και αρκετά έντονος λόγω και της παλαιότητας του τύπου της.

Ο προαναφερόμενος υπάλληλος Γ. Κ. την παραπάνω ημέρα το πρωί εργαζόταν στο χώρο της εργασίας του στην 942 αποθήκη καυσίμων. Στον ίδιο χρόνο που κινιόταν η μηχανή ελιγμών στη γραμμή πλυντηρίων, ο υπάλληλος είχε εξέλθει από το χώρο της εργασίας του και χωρίς να ενημερώσει τον προϊστάμενο του Ε. Μ., είχε φθάσει σε απόσταση 300 περίπου μέτρων από την 942 αποθήκη καυσίμων μέσα στο σύστημα των σιδηροδρομικών γραμμών ελιγμών και έβαινε στο χωμάτινο διάδρομο που υπήρχε στη δεξιά πλευρά κατά την πορεία της παραπάνω μηχανής ελιγμών, παράλληλα με τις γραμμές σε απόσταση μερικά μέτρα μπροστά από τη μηχανή, με το πρόσωπο προς τα εμπρός, έχοντας δηλαδή πίσω του τη μηχανή, και σε πορεία έξω από το χώρο που κάλυπτε η όλη σύνθεση (μηχανή και επιβατάμαξες), έξω δηλαδή από το περιτύπωμα των αμαξοστοιχιών, σε θέση και πορεία που δεν κινδύνευε να παρασυρθεί, η δε μηχανή κινούμενη με την παραπάνω μικρή ταχύτητα ελιγμών τον πλησίαζε στο ύψος που αυτός κινιόταν.

Όταν η μηχανή πλησίαζε να φθάσει στο ύψος της πύλης του Κεντρικού Εργοστασίου Πειραιά (ΚΕΠ), όπου η με αριθμό 19 αλλαγή τροχιάς, πριν ακόμη φθάσει το εμπρόσθιο μέρος της στην πρώτη από αριστερά κατά την πορεία της κολώνα της όλης τσιμεντένιας κατασκευής από δέκα κολώνες με δοκάρια στην κορυφή τους που υπάρχει πάνω από το σύστημα των γραμμών, και είχε πλησιάσει τον πεζό σε απόσταση περίπου δύο με τρία μέτρα κατά την παράλληλη προς τη γραμμή πλυντηρίων πορεία του, αυτός εντελώς αιφνίδια και χωρίς έλεγχο εισήλθε διαγώνια με κατεύθυνση από δεξιά προς τα αριστερά, κατά την πορεία της μηχανής, στο χώρο μεταξύ των δύο γραμμών που κινιόταν η μηχανή, για να συνεχίσει προς άλλη πλέον κατεύθυνση την πορεία του σε σχέση με την αρχική, και κάνοντας μερικά βήματα πλέον με τον ίδιο βηματισμό μεταξύ των γραμμών, η μηχανή τον έφθασε και τον παρέσυρε σε απόσταση μερικών μέτρων με αποτέλεσμα να διαμελιστεί κάτω από τους τροχούς της μηχανής και να υποστεί ακαριαίο θάνατο (βλ.

ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής). Ο μηχανοδηγός χρησιμοποίησε αμέσως την αυτόματη πέδη, η μηχανή ελιγμών σταμάτησε αμέσως σε απόσταση περίπου 6-10 μέτρα από τη στιγμή που χρησιμοποιήθηκε η πέδη και το εμπρόσθιο μέρος της μηχανής ήταν στο ύψος της γραμμής μετά τη δεύτερη από αριστερά κατά την πορεία της μηχανής κολώνα της παραπάνω κατασκευής και μετά τα μπάζα (τσιμεντόχωμα) που υπήρχαν αριστερά αμέσως πριν την κολώνα αυτή, ο δε υπάλληλος βρέθηκε διαμελισμένος ανάμεσα στις γραμμές στη πλευρά των δεξιών τροχών μεταξύ του πρώτου και δεύτερου φορείου της μηχανής ελιγμών, αμέσως πριν από το δεύτερο φορείο, τη δεύτερη σειρά τροχών, σε θέση στο έδαφος όπου στις γραμμές αυτές ενώνεται η αριστερή κατά την πορεία της μηχανής αυτής γραμμή από τις δύο γραμμές που αλλάζουν την πορεία του τρένου με το κλειδί 19 και σε απόσταση μισό έως ένα μέτρο περίπου μετά από την πρώτη κατά τα παραπάνω από αριστερά κολώνα της όλης κατασκευής κατά την πορεία της μηχανής και τουλάχιστον δύο μέτρα πριν από τα μπάζα (τσιμεντόχωμα).

Ο αυτόπτης μάρτυρας Ε. Β., υπάλληλος της εναγομένης, είναι σαφής, ακριβής και πειστικός στις καταθέσεις του ότι είδε τον πεζό να περπατάει στη δεξιά πλευρά της μηχανής κατά την πορεία της, να επιχειρεί χωρίς έλεγχο και περπατώντας αδιάφορα να διασχίσει τις γραμμές μπροστά από την επερχόμενη μηχανή και με φορά από δεξιά προς αριστερά κατά την πορεία της μηχανής.

Με βάση και την προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα αυτού που δόθηκε αμέσως μετά το ατύχημα, συντάχθηκαν η από 16-8-2004 έκθεση αυτοψίας, όπου αναφέρεται ως αυτόπτης μάρτυρας, και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, στοιχεία της ποινικής δικογραφίας, με βάση την από 13-9-2004 ένορκη εξέταση αυτού συντάχθηκε το από 27-9-2004 πόρισμα της αρμόδιας επιτροπής του ΟΣΕ για τις συνθήκες, αίτια και αποτελέσματα του ατυχήματος, με τα προφορικώς από αυτόν αναφερθέντα συντάχθηκε η 207/2004 έκθεση αυτοψίας του Β.

Γ., Τεχνικού Επιθεωρητή του Υπουργείου Εργασίας, εξετάστηκε δε ως μάρτυρας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με φροντίδα των εναγομένων και στο Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά στη δίκη για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια με κατηγορούμενους τον παραπάνω μηχανοδηγό και τον προϊστάμενο του Μηχανοστασίου του ΟΣΕ Γ.

Α.. Ειδικότερα η από 16-8-2004 ένορκη προανακριτική κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα που δόθηκε 45 λεπτά μετά το ατύχημα έχει ως εξής κατά τη σχετική περικοπή της: "... τότε είδα ένα πεζό υπάλληλο μηχανοστασίου του ΟΣΕ στο σημείο, ο οποίος χωρίς να ελέγχει και περπατώντας αδιάφορα επιχείρησε να διασχίσει κάθετα τις γραμμές του ΟΣΕ με φορά από δεξιά προς τα αριστερά, σύμφωνα με την κατεύθυνση της αμαξοστοιχίας και μπήκε μπροστά στη μηχανή της αμαξοστοιχίας σε απόσταση πολύ μικρή από τη μηχανή της αμαξοστοιχίας περίπου δύο μέτρων ...

Η αμαξοστοιχία λόγω των ελιγμών που επιχειρούσε εκινείτο με πολύ μικρή ταχύτητα, έκανε αρκετό θόρυβο, ο οποίος ήταν αντιληπτός από μακριά και έπρεπε να τον είχε ακούσει ο πεζός ...", στη δε κατάθεση του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως μάρτυρας ανταποδείξεως κατέθεσε ότι "ο θανών βρισκόταν και εκινείτο από τη δεξιά μεριά της μηχανής, δεν τον εμπόδιζαν τα μπάζα, λογικά έπρεπε να την είχε ακούσει τη μηχανή, έπρεπε να κοιτάξει δεξιά και αριστερά πριν περάσει", και εν τέλει στην κατάθεση του στο Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά στις 19-1-2007 κατέθεσε ότι "...

δεξιά του τρένου βάδιζε παράλληλα προς αυτό, ήταν ήδη μπροστά από το τρένο ... Μπήκε ανάμεσα στις γραμμές, δεν πρόλαβε να κάνει πολλά βήματα και τον πήρε από κάτω". Η ακριβής θέση του σώματος του πεζού κάτω από τη μηχανή ελιγμών και το εμπρόσθιο μέρος της μηχανής όταν αυτή σταμάτησε, προκύπτουν με εκτίμηση όλων των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων κατά τα παραπάνω στοιχείων, μεταξύ δε αυτών ειδικότερα της με αριθμό σχετικού 63 φωτοτυπίας φωτογραφίας που φαίνεται το διαμελισμένο σώμα του υπαλλήλου αμέσως πριν από το δεύτερο φορείο της μηχανής και ο τρόπος της ένωσης των γραμμών σε συνδυασμό με τις φωτογραφίες με αριθμούς σχετικών 90, όπου εμφαίνεται η γραμμή πλυντηρίων με τις ενώσεις της με τις άλλες γραμμές και τον ευρύτερο χώρο του ατυχήματος, 78, 79 και τις 76, 77, 68, 69 φωτογραφίες, ως και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας για τον τόπο του ατυχήματος.

Δεν αποδεικνύεται συνεπώς αντίστοιχα ότι ο πεζός έβαινε στο χωμάτινο διάδρομο στην αριστερή πλευρά κατά την πορεία της μηχανής και ότι η μηχανή τον παρέσυρε τη στιγμή που αυτός προσπαθούσε να αποφύγει τα μπάζα που υπήρχαν σε ένα σημείο του διαδρόμου στην πλευρά αυτή πλησίον της εισόδου του ΚΕΠ. Οι καταθέσεις των μαρτύρων, υπαλλήλων της εναγομένης, Α.

Μ. (και μάρτυρα αποδείξεως) και Ι. Ρ. (και με την 3532/2008 παραπάνω ένορκη βεβαίωση) που κατέθεσαν ότι ο πεζός κινιόταν στο διάδρομο αριστερά κατά την πορεία της μηχανής ελιγμών δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και δεν είναι πειστικές ως προς αυτό, μάλιστα ο δεύτερος εξ αυτών, που στηρίζει τις καταθέσεις του στις πληροφορίες που έλαβε μια - δυο ώρες μετά το ατύχημα από τον πρώτο εξ αυτών για την πορεία του πεζού, δεν αντελήφθη το ατύχημα τη στιγμή που συνέβαινε, αλλά πήγε στο χώρο αυτού αφότου αυτό είχε συμβεί, οι δε καταθέσεις του κατά τούτο είναι αντιφατικές αφού στην από 1-2-2005 προανακριτική κατάθεση του, προταθείς ως μάρτυρας από την πρώτη ενάγουσα, κατέθεσε ότι δεν ήταν παρών στο ατύχημα γιατί "βρισκόταν σε κάποιο άλλο χώρο εργασίας του και έφθασε στο σημείο του ατυχήματος όταν ήδη είχε συμβεί το μοιραίο ... ", στη δε κατάθεση του στο ποινικό δικαστήριο κατέθεσε ότι στη δεξιά πλευρά του τρένου δεν είδε κανένα (πεζό).

Όσον αφορά τις καταθέσεις του μάρτυρα Α. Μ., του οποίου η πρώτη προανακριτική δόθηκε την 1-2-2005, ήτοι πέντε μήνες και πλέον μετά το ατύχημα και ένα μήνα και πλέον μετά την κατάθεση της αγωγής, δεν είναι αληθείς ως προς τις περικοπές που αφορούν το χώρο στον οποίο περπατούσε ο υπάλληλος και στη θέση που βρέθηκε όταν τον παρέσυρε η μηχανή, και συγκεκριμένα ότι αυτός έβαινε στην αριστερά πλευρά κατά την πορεία της μηχανής και ότι όταν έφθασε στα μπάζα και για να παρακάμψει μπήκε στις γραμμές και τότε τον παρέσυρε το τρένο, καθόσον το διαμελισμένο σώμα του πεζού βρέθηκε κατά τα παραπάνω και σε απόσταση πριν από τα μπάζα και κάτω από τη μηχανή και, αφού η μηχανή τον πέταξε μπροστά και τον παρέσυρε σε κάποια απόσταση πριν τον πατήσουν οι πρώτοι τροχοί, η θέση που βρισκόταν ο πεζός ανάμεσα στις γραμμές τη στιγμή που τον ακούμπησε η μηχανή ήταν τουλάχιστον δύο μέτρα πριν από τη θέση που βρέθηκε διαμελισμένος κάτω από τη μηχανή και συνεπώς σε σημαντική απόσταση σε σχέση με τη θέση των γραμμών στο ύψος των μπάζων και οπωσδήποτε σε απόσταση τουλάχιστον 6 μέτρα πριν από αυτά και για περισσότερη ακρίβεια σε απόσταση μεγαλύτερη από την απόσταση μεταξύ των δύο τσιμεντένιων κολωνών στην αριστερή πλευρά κατά την πορεία της μηχανής, γι' αυτό και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας, χωρίς βεβαίως να είναι υπό κλίμακα, παρουσιάζει το διαμελισμένο σώμα του πεζού, όπως ήδη αναφέρθηκε, σε θέση πριν από τα μπάζα (τσιμεντόχωμα).

Αν ο πεζός έβαινε στην αριστερή πλευρά κατά την πορεία της μηχανής και είχε φθάσει στα μπάζα και τότε μπήκε στο ελεύθερο χώρο που άφηναν τα μπάζα(κατά την αγωγή δηλαδή εκτός των γραμμών) για να τα παρακάμψει ή μέσα στις γραμμές με τον ίδιο σκοπό κατά την κατάθεση αυτού του μάρτυρα αποδείξεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τότε το διαμελισμένο σώμα του πεζού δεν θα είχε βρεθεί, και κατόπιν μάλιστα της παρασύρσεως, στην παραπάνω θέση που δείχνει το πρόχειρο σχεδιάγραμμα και προσδιορίστηκε με περισσότερη ακρίβεια κατά τα προαναφερόμενα, αλλά θα είχε βρεθεί οπωσδήποτε σε θέση μετά τα μπάζα και μετά τη δεύτερη κολώνα από αριστερά κατά την πορεία της μηχανής, ενώ όπως εκτέθηκε ήδη δεν βρέθηκε σε τέτοια θέση.

Άρα η κατάθεση του μάρτυρα δεν είναι αληθής ως προς τα παραπάνω περιστατικά της πορείας του πεζού αριστερά της γραμμής κατά την πορεία του τρένου και του σημείου της γραμμής πλυντηρίων στο οποίο μπήκε μεταξύ των δύο σιδηροτροχιών σε σχέση με τα μπάζα. Ο παραπάνω μάρτυρας αποδείξεως Α. Μ. έχει περιπέσει μάλιστα και σε αντιφάσεις καθόσον στην αρχική του προανακριτική κατάθεση την 1-2-2005 κατέθεσε ότι ο πεζός παρασύρθηκε από τη μηχανή καθώς βρισκόταν εκτός γραμμών παρά το ότι του είχε κάνει νόημα (νεύμα με το χέρι σε άλλη κατάθεση) για να την αποφύγει και ότι η μηχανή τον έριξε μέσα στις ράγες, κατάθεση που κατά τούτο συμπορεύεται με περικοπή της κατάθεσης του Ι.

Ρ. την 19-1-2007 στο Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά (μου είπε ο Μ. ότι το τρένο τον έπιασε πάνω στα μπάζα) και με την αγωγή που είχε ήδη κατατεθεί την 23-12-2004 και στην οποία αναφέρεται ότι ο θανών χτυπήθηκε από τη μηχανή ελιγμών τη στιγμή που επιχείρησε να προσπεράσει τα μπάζα που εφάπτονταν του τοίχου, εκμεταλλευόμενος του ελάχιστου ελεύθερου χώρου από τις σιδηροδρομικές γραμμές, ενώ στην κατάθεση του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την 28-3-2005 κατέθεσε ότι "η μηχανή τον κτύπησε μέσα στις γραμμές και τον έβαλε από κάτω".

Ο μάρτυρας Ι. Ρ. περιέπεσε σε αντιφάσεις καθόσον στην 3532/2008 ένορκη βεβαίωση του κατέθεσε ότι τη στιγμή του ατυχήματος βρισκόμουν μπροστά από την αμαξοστοιχία και από τη δεξιά πλευρά της κατά τη φορά της και δεν είχε οπτική επαφή με το θανόντα, ότι ο πεζός μπήκε στις γραμμές από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με τη φορά του συρμού αναγκαστικά για να αποφύγει τα μπάζα, και ότι "αν ο πεζός ήταν από δεξιά κατά την πορεία της μηχανής θα τον είχε δει, αφού τίποτα δεν εμπόδιζε τη θέα μου από τη δεξιά πλευρά", ενώ στην αρχική του την 1-2-2005 προανακριτική του κατάθεση κατέθεσε ότι "την ώρα που έλαβε χώρα το ατύχημα δεν ήμουν παρών καθώς βρισκόμουνα σε κάποιο άλλο χώρο εργασίας μου, έφθασα στο σημείο του ατυχήματος όταν είχε ήδη συμβεί το μοιραίο και τη στιγμή που ο συνάδελφος Α.

Μ. είχε ήδη σταματήσει την αμαξοστοιχία" και στην κατάθεση του την 19-1-2007 στο παραπάνω ποινικό δικαστήριο κατάθεσε ότι "δεν είδα πως έγινε το ατύχημα". Σε αντίθεση με τις αντιφάσεις των παραπάνω μαρτύρων, ο αυτόπτης μάρτυρας Ε. Β. κατέθεσε με πειστικότητα τα ίδια γεγονότα ότι ο πεζός βάδιζε δεξιά κατά την πορεία της μηχανής, μπήκε ανάμεσα στις γραμμές έκανε μερικά βήματα και τότε τον έφθασε η μηχανή και τον παρέσυρε, και όλα αυτά συνέβησαν κατά τα προαναφερθέντα για τον προσδιορισμό του ακριβούς σημείου της παράσυρσης του πεζού σε σημαντική απόσταση και πριν από το ύψος της γραμμής πλυντηρίων σε σχέση με τα μπάζα.

Η σημείωση της θέσης του θύματος στο φωτοαντίγραφο κάτοψης των κτιρίων του όλου συγκροτήματος και του συμπλέγματος των γραμμών, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες, σε σημαντική απόσταση μετά το κλειδί 19, την τσιμεντένια κατασκευή κολώνων και τη θέση των μπαζών είναι παντελώς εσφαλμένη. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο προαναφερόμενος υπάλληλος δεν είχε κανένα λόγο να βρίσκεται στο χώρο των γραμμών ελιγμών στο χωμάτινο αυτό διάδρομο που είναι προορισμένος για τους ελιγμούς των μηχανών και τους εργαζόμενους στους ελιγμούς, μηχανοδηγούς και κλειδούχους, ούτε αποδεικνύεται ότι πήγαινε στην 940 Αποθήκη Υλικού, στην οποία δεν είχε καμία εργασία, η δε κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Α.

Μ. στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι, απ' ότι έμαθε, ο παραπάνω υπάλληλος πήγαινε στην αποθήκη 940 δεν είναι αξιόπιστη γιατί δεν έχει καταθέσει από ποιόν το έμαθε, εξ άλλου στην κατάθεση του σε μεταγενέστερο χρόνο στο Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά κατέθεσε επανειλημμένα ότι δεν ήξερε που πήγαινε ο πεζός, επιπλέον από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι κανένας υπάλληλος της εναγομένης δεν ήξερε πού πήγαινε ο υπάλληλος αυτός έχοντας βρεθεί στο σύστημα των γραμμών.

Αλλά και στην αποθήκη υλικού 940 να ήθελε να πάει, δεν έπρεπε να εισέλθει στο σύστημα των γραμμών και στο διάδρομο αυτό αλλά να χρησιμοποιήσει τις καθορισμένες προς τούτο και υπάρχουσες ασφαλείς διόδους μεταξύ του μηχανοστασίου και του εργοστασίου διασχίζοντας τα υπόστεγα, μέσω του σημειωτηρίου, τη δίοδο κατά μήκος του Μηχανοστασίου προς την 940 Αποθήκη ή τη δίοδο με πλακόστρωση κάθετη στις γραμμές.

Δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι στην αριστερή πλευρά κατά την πορεία της μηχανής ελιγμών στο χωμάτινο διάδρομο υπήρχαν από έτους και πλέον μπάζα (πέτρες και τσιμεντόχωμα) από την κατάρρευση ενός τοίχου που έφθαναν σχεδόν μέχρι τη γραμμή και η εναγομένη δεν τα είχε όλα αποσύρει καθαρίζοντας το σχετικό σημείο, αφού ο παραπάνω πεζός, όπως ήδη αιτιολογήθηκε, δεν έβαινε στο διάδρομο αυτό αλλά στο χώρο στη δεξιά πλευρά κατά την πορεία της μηχανής.

Τα μπάζα αυτά, όταν είχε καταρρεύσει ο τοίχος, έφθαναν μέχρι τις γραμμές αυτές και οι κλειδούχοι είχαν απομακρύνει όσα εμπόδιζαν τη διέλευση των τρένων και παρέμειναν τα υπόλοιπα. Ο διάδρομος αυτός, σημειωτέον, δεν ήταν καθορισμένος ως δίοδος εργαζομένων και περιλαμβανόταν στο χώρο των γραμμών ελιγμών, όπου δεν επιτρέπεται η κυκλοφορία των εργαζομένων πλην αυτών που εργάζονται στο σύστημα των γραμμών, μάλιστα έχει τη μορφή μονοπατιού και είναι τόσο στενό ώστε για να περάσει από αυτόν ένας πεζός, όταν ταυτόχρονα περνάει ένα τρένο, ο πεζός πρέπει να περάσει με την πλάτη στο τοίχο γιατί μεγάλο μέρος του χώρου αυτού καταλαμβάνουν η μηχανή και οι επιβατάμαξες με το πλάτος τους (βλ τις καταθέσεις των μαρτύρων Β.

και Μ. στα πρακτικά του ποινικού δικαστηρίου, πρέπει να περνάς με το πλάι, δεν περνάς όταν γίνεται ελιγμός, δεν χωράς να περάσεις (Β.), χωράω να περάσω, εάν κινείται τρένο πρέπει να βάζω την πλάτη μου στο τοίχο (Μ.). Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο προαναφερόμενος υπάλληλος έβαινε στον διάδρομο αριστερά κατά την πορεία της μηχανής ελιγμών και ότι όταν επιχείρησε να προσπεράσει τα μπάζα, που εφάπτονταν του τοίχου, εκμεταλλευόμενος του ελάχιστου χώρου από τις γραμμές, τότε χτυπήθηκε από τη μηχανή ελιγμών, και ότι η εναγομένη εταιρία δεν είχε λάβει με τα αρμόδια όργανα αυτής τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας για τους εργαζόμενους γιατί δεν είχαν μεριμνήσει για την απομάκρυνση των μπάζων είναι αβάσιμος.

Στο Γενικό Κανονισμό Κινήσεως της Γραμμής Πελοποννήσου του ΟΣΕ στο άρθρο 58 αναφέρονται οι γενικές οδηγίες που αφορούν την προσωπική ασφάλεια του προσωπικού που συμμετέχει ή παρίσταται στους ελιγμούς, ορίζεται δε ειδικότερα ότι το προσωπικό αυτό οφείλει να αποφεύγει να διέρχεται από τις γραμμές στις οποίες ευρίσκονται εν κινήσει και σε μικρή απόσταση αμαξοστοιχίες ή οχήματα, να βαδίζει κατά μήκος των γραμμών και εντός του χώρου που καταλαμβάνεται από τις αμαξοστοιχίες κατά την κίνηση αυτών.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι στις εισόδους στο σύστημα των γραμμών ελιγμών και μεταξύ των γραμμών αυτών υπήρχαν χώροι, ειδικοί διάδρομοι για τη διέλευση των εργαζομένων στο χώρο των γραμμών (μηχανοδηγοί, κλειδούχοι) και σε επίκαιρα σημεία απαγορευτικές πινακίδες για τη διέλευση γενικώς από τις γραμμές (απαγορεύεται αυστηρώς η διέλευση πεζών, απαγορεύεται αυστηρά η είσοδος) και ενημερωτικές ότι διέρχονται τρένα(προσοχή διέλευση τρένων).

Για δε τους λοιπούς εργαζομένους για τη μετάβαση τους από το ένα κτίριο στο άλλο υπήρχαν οι ειδικοί διάδρομοι που προαναφέρθηκαν και τους οποίους μπορούσε να ακολουθήσει και ο παραπάνω πεζός κατά την πορεία του έξω από την αποθήκη στην οποία εργαζόταν, ήτοι τις καθορισμένες προς τούτο ασφαλείς διόδους μεταξύ του μηχανοστασίου και του εργοστασίου διασχίζοντας τα υπόστεγα, τη δίοδο κατά μήκος του Μηχανοστασίου προς την 940 Αποθήκη ή τη δίοδο με πλακόστρωση κάθετη στις γραμμές.

Η εναγομένη κατά καιρούς οργάνωνε σεμινάρια ασφαλείας για τους εργαζόμενους στο συγκρότημα, έτσι ώστε αυτοί και ο Γ. Κ. ήταν ενημερωμένοι σχετικώς και είχαν εξοικειωθεί με τις όλες συνθήκες εργασίας στους χώρους του εργοστασίου και μηχανοστασίου. Το αναφερόμενο στην αγωγή κατ' αντιγραφή της έκθεσης αυτοψίας του Τεχνικού Επιθεωρητή του Υπουργείου Εργασίας ότι το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί αν υπήρχαν διάδρομοι κυκλοφορίας για τους εργαζόμενους κατά τις διατάξεις του πδ 16/1996 και γινόταν επίβλεψη ορθής εφαρμογής των μέτρων ασφαλείας της εργασίας κατά το πδ 17/1996 είναι αβάσιμο κατ' ουσία καθόσον στο χώρο των γραμμών ελιγμών κατά τα προαναφερθέντα υπήρχαν οι αναγκαίοι χώροι μεταξύ των γραμμών για τους εργαζόμενους με αντικείμενο εργασίας τους ελιγμούς των μηχανών, στο χώρο αυτό δεν επιτρεπόταν η διέλευση άλλων εργαζομένων, για την εργασία των οποίων υπήρχαν σε άλλους χώρους του όλου συγκροτήματος οι αναγκαίες ασφαλείς δίοδοι χωρίς να διέρχονται από το χώρο των γραμμών ελιγμών.

Εξ άλλου το παραπάνω ατύχημα δεν έγινε γιατί δεν υπήρχαν διάδρομοι κυκλοφορίας στις γραμμές ελιγμών, αφού ο πεζός έβαινε σε επαρκή χωμάτινο διάδρομο δεξιά της μηχανής ελιγμών, αλλά γιατί αλλάζοντας πορεία προς τα αριστερά εισήλθε μεταξύ των δύο γραμμών χωρίς καν να ελέγξει οπτικά αν έρχεται στις γραμμές τρένο και παραβλέποντας το δυνατό θόρυβο της μηχανής τον οποίο άκουσε και ο οποίος, στην κοντινή και συνεχώς μειούμενη απόσταση των 5-4-3 μέτρων καθώς πλησίαζε η μηχανή, θα ήταν παρά πολύ δυνατός, σχεδόν εκκωφαντικός, έλεγχο τον οποίο με άλλες συνθήκες ενστικτωδώς θα ενεργούσε σε κάποιο δρόμο, και χωρίς να ακουσθεί θόρυβος αυτοκινήτου, προκειμένου να διέλθει από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο.

Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η εναγομένη δεν είχε λάβει δια των αρμοδίων οργάνων και προστηθέντων υπαλλήλων αυτής τα απαραίτητα μέτρα για την αποφυγή ατυχημάτων, ούτε είχε μεριμνήσει για την πληροφόρηση των εργαζομένων σχετικά με τους κινδύνους από την παρεχόμενη εργασία τους (με στοιχείο Α στην αγωγή) είναι αβάσιμος.

Ομοίως είναι αβάσιμος και ο με στοιχείο Γ στην αγωγή ισχυρισμός ότι δεν είχε γίνει πρόβλεψη διαδρόμων κυκλοφορίας στο χώρο της εργασίας του (θανόντος υπαλλήλου) όπου πραγματοποιούνταν ελιγμοί αμαξοστοιχιών και προεχόντως γιατί ο χώρος εργασίας του θανόντος υπαλλήλου δεν ήταν ο χώρος του συμπλέγματος γραμμών, όπου πραγματοποιούνταν ελιγμοί αμαξοστοιχιών, αλλά στην αποθήκη καυσίμων, η δε κίνηση του προς άλλες αποθήκες, αν τυχόν χρειαζόταν, έπρεπε να γίνεται όχι μέσα από τις γραμμές ελιγμών αλλά από τους καθορισμένους και παρέχοντες προς τούτο ασφάλεια διαδρόμους, και επιπλέον υπήρχαν στο σύμπλεγμα των γραμμών οι αναγκαίοι χώροι, διάδρομοι, για την κίνηση των εργαζομένων στις γραμμές αυτές και για τις ανάγκες της εργασίας τους.

Κατά συνέπεια δεν υπήρξε καμιά παράλειψη και αμέλεια των αρμοδίων οργάνων και των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης σε σχέση με τις επικαλούμενες στην αγωγή παραλείψεις και αμέλεια αυτών που να προκάλεσε το παραπάνω ατύχημα και το θάνατο του υπαλλήλου της εναγομένης Γ. Κ.. Ο προαναφερόμενος υπάλληλος της εναγομένης την 16-8-2004 είχε έρθει στην εργασία του κατ' ευθείαν από την ιδιαίτερη πατρίδα του στην περιοχή της Φωκίδας (Ιτέα) και στις 6.30 πμ βρισκόταν στο χώρο της εργασίας του.

Το γεγονός αυτό αναφέρεται στην απολογία του προϊσταμένου του μηχανοστασίου Γ. Α. στο Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, ο οποίος κατάγεται και αυτός από την ίδια περιοχή με το θανόντα υπάλληλο, ήταν φίλοι μεταξύ τους, και καταθέτει χαρακτηριστικά "ο θανών είχε πάει για ψάρεμα, ήταν ταλαιπωρημένος, είχε έρθει το πρωί κατ' ευθείαν από το ταξίδι" (βλ.

τα 389/2007 πρακτικά και απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου). Ο παραπάνω υπάλληλος, πεζός, δεν είχε κανένα πρόβλημα οράσεως και ακοής. Εργαζόμενος επί 27 έτη στην εναγομένη εταιρία γνώριζε ότι ο χώρος που κινιόταν ήταν χώρος ελιγμών των μηχανών και επικίνδυνος για όποιον τυχόν εισερχόταν στο χώρο αυτό χωρίς να προσέξει την κίνηση του στις γραμμές, ότι σ' αυτόν δεν έπρεπε να κυκλοφορεί γιατί η εργασία του δεν είχε καμιά σχέση με το δίκτυο των γραμμών ελιγμών, και εν τέλει γνώριζε ότι εισερχόμενος στο χώρο ελιγμών έπρεπε να επιδείξει προσοχή και επιμέλεια κατά τη διέλευση του και να μην εισέλθει παντελώς μεταξύ των δύο γραμμών και στο χώρο που καταλάμβαναν οι αμαξοστοιχίες κατά το πλάτος τους (το περιτύπωμα) αλλά να κινηθεί στους τσιμεντένιους ή τους χωμάτινους διαδρόμους που υπήρχαν και μακριά από τις γραμμές, η τυχόν δε διέλευση του από τις γραμμές να γίνει κατόπιν απλού οπτικού ελέγχου για να διαπιστωθεί αν από αριστερά ή δεξιά κινείται στις γραμμές αυτές κάποιο τρένο ή μηχανή ελιγμών.

Από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι ο πεζός, καθώς προχωρούσε στο χωμάτινο διάδρομο δεξιά της μηχανής ελιγμών κατά την πορεία της, άκουσε το δυνατό θόρυβο της μηχανής και αντελήφθη ότι αυτή κινείται και πλησιάζει προς αυτόν. Όμως ενεργώντας με αμέλεια, ήτοι έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, δεν κοίταξε για να ελέγξει σε ποια γραμμή κινιόταν το τρένο και, αλλάζοντας αιφνίδια πορεία προς τα αριστερά, εισήλθε μεταξύ των δύο γραμμών που κινιόταν η μηχανή ελιγμών, βρέθηκε πλέον μπροστά από την επερχόμενη μηχανή και σε τόσο μικρή απόσταση (2-3 μέτρα) που η μηχανή αμέσως τον παρέσυρε και τον διαμέλισε.

Δεν αποδεικνύεται ότι την ίδια χρονική στιγμή υπήρχε θόρυβος από άλλες μηχανές και μάλιστα ότι ο θόρυβος αυτός κάλυπτε το θόρυβο της μηχανής ελιγμών και ότι έτσι ο πεζός δεν μπόρεσε να ακούσει την παραπάνω μηχανή ελιγμών. Οι από 27-5-2005 συμπληρωματικές προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων Α. Μ. και Ι.

Ρ. κατά τις σχετικές περικοπές τους ότι υπήρχε θόρυβος από άλλες μηχανές και η διατυπούμενη κρίση τους ότι δεν ακούστηκε ο θόρυβος της μηχανής ελιγμών, για να δικαιολογήσουν την αμέλεια του πεζού, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και δεν είναι πειστικές, αφού μάλιστα ο αυτόπτης μάρτυρας Ε. Β. κατέθεσε ότι το πρώτο που τράβηξε την προσοχή του όταν βγήκε στο χώρο όπου το σύστημα των γραμμών ελιγμών ήταν ο θόρυβος τον οποίο άκουσε από τη μηχανή αυτή των ελιγμών.

Με βάση τα παραπάνω συνάγεται ότι ο πεζός ήταν αποκλειστικά υπαίτιος για το ατύχημα και το θανάσιμο τραυματισμό του. Κατόπιν όλων αυτών δεν αποδεικνύονται τα περιστατικά της αγωγής σε σχέση με την επικαλούμενη στην αγωγή αδικοπραξία και υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης και προστηθέντων αυτής για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης στους ενάγοντες λόγω ψυχικής οδύνης αυτών από το θάνατο του προαναφερόμενου υπαλλήλου και η κρινόμενη αγωγή είναι αβάσιμη κατ' ουσία και έπρεπε να απορριφθεί".

Σύμφωνα με αυτές τις παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει επαρκείς, αναλυτικές και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν πλήρως το συμπέρασμα, στο οποίο το δικαστήριο οδηγήθηκε, ήτοι ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ως άνω ατυχήματος, ήταν ο ίδιος ο θανών και δικαιοπάροχος των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και ότι δεν υπάρχει υπατιότητα γι' αυτό εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσιβλήτου.

Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τις κρίσιμες παραδοχές της, καθόσον αφορά ειδικότερα τη θέση του θύματος, κατά το ατύχημα, αφού (κατά τους αναιρεσείοντες) στη μεν σελ . 5 αναφέρει ότι "το ατύχημα συνέβη τουλάχιστον δύο μέτρα πριν από τα μπάζα", ενώ στη σελίδα 7 ότι "το ατύχημα συνέβη τουλάχιστον 6 μέτρα πριν από αυτά" και ότι , ενώ στις σελίδες 4, 6 και 10 αναφέρει ότι "αποδείχθηκε ότι ο θανών έκανε μερικά βήματα εντός των γραμμών, πριν τον παρασύρει η ερχόμενη όπισθεν αυτού αμαξοστοιχία", ενώ στη σελίδα 12 αναφέρει "ουι η αμαξοστοιχία τον παρέσυρε και τον διαμέλισε αμέσως, μόλις εισήλθε εντός των γραμμών".

Τα ανωτέρω, εκτός του ότι δεν αποτελούν "αντιφατικές αιτιολογίες", κατά την έννοια του νόμου, αφού ως προς το κρίσιμο εν προκειμένω δικανικό συμπέρασμα, δεν υπάρχουν αντιφάσεις στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι και αβάσιμα, κατ' ουσίαν, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης και καθόσον αφορά την πρώτη περίπτωση, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, αναφέρεται σ' αυτήν ότι ο θανών "βρέθηκε διαμελισμένος τουλάχιστον δύο μέτρα πριν από τα μπάζα" ( φύλλα 6β και 7α), δηλαδή προσδιορίζεται η θέση, όπου βρέθηκε ο θανών, ενώ στο φ. 9 προσδιορίζεται "η θέση στην οποία βρισκόταν ο πεζός ανάμεσα στις γραμμές, τη στιγμή που τον ακούμπησε η μηχανή", η οποία ήταν "τουλάχιστον δύο μέτρα πριν από τη θέση, που βρέθηκε διαμελισμένος κάτω από τη μηχανή και συνεπώς σε σημαντική απόσταση, σε σχέση με τη θέση των γραμμών, στο ύψος των μπάζων και οπωσδήποτε σε απόσταση τουλάχιστον 6 μέτρα πριν από αυτά και για περισσότερη ακρίβεια, σε απόσταση μεγαλύτερη από την απόσταση μεταξύ των δύο τσιμεντένιων κολωνών, στην αριστερή πλευρά, κατά την πορεία της μηχανής ...".

Επίσης δε συνιστά αντίφαση η αναφορά, σχετικά με το ατύχημα, ότι ο παθών "... κάνοντας μερικά βήματα πλέον μεταξύ των γραμμών, η μηχανή τον έφθασε και τον παρέσυρε (φ. 6β) και η επισήμανση ότι "... δεν κοίταξε (ο θανών) να ελέγξει σε ποια γραμμή κινιόταν το τρένο και, αλλάζοντας αιφνίδια πορεία προς τα αριστερά, εισήλθε μεταξύ των δύο γραμμών, που κινιόταν μηχανή ελιγμών, βρέθηκε πλέον μπροστά από την επερχόμενη μηχανή και σε τόσο μικρή απόσταση (2-3 μ.), που η μηχανή αμέσως τον παρέσυρε ...", αφού δεν υπάρχει ουσιαστική διαφοροποίηση μεταξύ των δύο αυτών σκέψεων.

Επομένως ο δεύτερος, εκ του άρθρου δε 559 αριθ. 19 δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο τα αντίθετα υποστηρίζονται, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1373/1997).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 106 του ίδιου ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Κατά δε το άρθρο 224 ΚΠολΔ, "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής.

Με τις προτάσεις που κατατίθενται κατά την παρ. 1 του άρθρου 237 ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής". Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής επέρχεται όταν στις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου γίνεται προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (Ολ.ΑΠ 2/1994).

Σύμφωνα δε με την παρ.2 του πιο πάνω άρθρου 224 ΚΠολΔ επιτρέπεται στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης όσα ουσιώδη γεγονότα αποτυπώθηκαν ανεπαρκώς ή ασαφώς στην αγωγή του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 520 παρ. 1 και 2, 522 και 527 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο διάδικος που ηττήθηκε στον πρώτο βαθμό μπορεί, ως εκκαλών, να προβάλει το πρώτον στην κατ` έφεση δίκη νέους ισχυρισμούς μόνο με την έφεση ή το δικόγραφο πρόσθετων λόγων και εφόσον επικαλεσθεί και αποδείξει τη συνδρομή κάποιας από τις περιπτώσεις του άρθρου 527 περ 2 και 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 269 παρ. 2 του ΚΠολΔ που καθιστούν παραδεκτή τη βραδεία προβολή τους (Α.Π. 88/2011).

Η προβολή νέου ισχυρισμού με τις προτάσεις του εκκαλούντος είναι απαράδεκτη (Α.Π. 1771/2007, 2070/2007, 468/2007, 409/2002, 984/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ.β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση και ειδικότερα ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς τους, οι οποίοι προτάθηκαν το πρώτον με την έφεσή τους, σχετικά με παραβίαση εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου Ο.Σ.Ε. μέτρων ασφαλείας και ειδικότερα "ανυπαρξία κλειδούχου έμπροσθεν της αμαξοστοιχίας, προς εκκαθάριση του οπτικού πεδίου, ο μη προειδοποιητικός συριγμός της αμαξοστοιχίας κατά την εκκίνηση ούτε κατά την πορεία αυτής καθώς και ο χειρισμός της αμαξοστοιχίας από τον μηχανοδηγό από το αριστερό χειριστήριο αυτής, έχοντας πρόσωπο προς την αμαξοστοιχία και την πλάτη, σε σχέση με την κίνηση αυτής, προς τα εμπρός". Όμως τα ανωτέρω απαράδεκτα προβλήθηκαν το πρώτον ενώπιον του εφετείου, σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις του Κ.Πολ.Δικ., αφού δε γίνεται επίκληση κάποιου από τους προβλεπόμενους από το άρθρο 269 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., λόγους, με τη συνδρομή των οποίων, θα ήταν επιτρεπτή αυτή. Αυτά δε, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, με την προσθήκη των ως άνω, νέων περιστατικών, προστίθεται, ουσιαστικά, νέα ιστορική βάση της αγωγής.

Συνεπώς, ορθά δεν ελήφθησαν υπόψη από το εφετείο και επομένως ο περί ου αντιθέτου, τρίτος, εκ του αριθμού δε 8β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αναιρετικός λόγος , είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του εκ των αναιρεσιβλήτων ΟΣΕ, κατά το διατακτικό.

ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-1-2010 αίτηση των Κ. χήρας Γ. Κ. κ.λπ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5192/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ