Legislator Case Law & Legislation
432/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding compensation valuation for expropriated property outside urban plans.

Case Number 432/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by two shipping and petroleum companies against the Piraeus Court of Appeal's decision on expropriation compensation. The appellants argued the lower court erred by failing to examine the administration's omission to issue environmental approval before expropriation and by valuing the property based on its current state rather than the time of expropriation. The court rejected these claims, ruling that the omission was not a ground for appeal under the relevant procedural law and that the lower court correctly valued the property based on its actual condition at the time of the hearing.

Legislator headnote

AI generated

Art. 95(7) of Law 1892/1990; Art. 13(1) of Law 797/1971; Art. 13(1) of Law 2882/2001; Art. 17(4) of the Constitution: The Supreme Court held that an appeal regarding the valuation of expropriated property is inadmissible if the lower court did not examine the administration's failure to issue environmental approvals prior to expropriation, and that compensation must be based on the property's actual value at the time of the hearing if the property was outside the urban plan.

Keywords

AI generated
expropriation compensation urban plan status environmental approval property valuation inadmissible appeal constitutional compensation administrative omission

Cited Legislation

AI generated
Art. 95(7) of Law 1892/1990
Art. 13(1) of Law 797/1971
Art. 13(1) of Law 2882/2001
Art. 17(4) of the Constitution
Art. 17(2) of the Constitution

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 432 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 432/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΕΞΑΜΕΝΟΠΛΟΪΑ Α.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΨΥΚΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Γκρινιαράκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." (Ο.Λ.Π. Α.Ε.), που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ελένη Ρεκλείτου - Σπετσέρη και Κων/νο Χορομίδη και 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Μουκαζή, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2002 αίτηση περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου, της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκε με την ανταίτηση των ήδη αναιρεσειουσών και την πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της 1ης αναιρεσίβλητης του Ελληνικού Δημοσίου, ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου.

Εκδόθηκε η 1190/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η ήδη 1η αναιρεσίβλητη με την από 24-3-2003 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 706/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την πιο πάνω απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 830/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 22-12-2005 αίτησή τους και τους από 21-12-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, διάβασε την από 15-1-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Πλαστήρα Αναστασάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως (κυρίου δικογράφου και προσθέτων). Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την παράγραφο 7 του άρθρου 95 του ν. 1892/1990, για τις εκτός σχεδίου περιοχές, η παρ.6 του άρθρου 11 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", που αναφέρεται έτσι στις εκτός σχεδίου πόλεως απαλλοτριώσεις και εφαρμόζεται και στην ένδικη απαλλοτρίωση, ως εκ του χρόνου κηρύξεώς της, αντικαταστάθηκε ως εξής: "Προ της παρόδου έξι μηνών από της ανακλήσεως της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δεν χωρεί νέα τοιαύτη απαλλοτρίωση του απαλλοτριωθέντος για τον αυτό σκοπό, χωρίς τη θέληση του ιδιοκτήτη".

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, η απαλλοτρίωση του ακινήτου των αναιρεσειουσών, τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως του οποίου αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση, κηρύχθηκε με την υπ' αριθ. 1008284/1064/0010/19.2.2001 κοινή αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών, ΠΕΧΩΔΕ και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ 155/2.3.2001 τεύχος Δ').

Η απόφαση αυτή εκδόθηκε μετά την ανάκληση, με την υπ' αριθ. 1013027/1041/0010/1.3.1999 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ 191/22.3.1999), της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως της εκτάσεως αυτής που είχε κηρυχθεί με την 1107019/7394/0010/11.10.96 (ΦΕΚ 1240/1996 Δ') κοινή Υπουργική απόφαση. Με τις αποφάσεις αυτές γίνεται λόγος για απαλλοτρίωση εκτάσεως που κείται εκτός της χερσαίας ζώνης του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς στις περιοχές λιμένα Ηρακλέους, Ιχθυόσκαλας και λιμενίσκου Αγίου Γεωργίου εκτός σχεδίου πόλεως (όπως δέχεται και η προσβαλλόμενη απόφαση).

Επομένως, με το να προχωρήσει στη διαδικασία καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου των αναιρεσειουσών, απορρίπτοντας έτσι εκ του πράγματος την, εντελώς αόριστη άλλωστε προβληθείσα ένστασή των ότι τάχα δεν εχώρησε νομίμως η κήρυξη της νέας απαλλοτριώσεως του ακινήτου των, αφού δεν είχε παρέλθει διετία από της ανακλήσεως της προηγούμενης απαλλοτριώσεώς του (ενώ είχε παρέλθει ήδη εξάμηνο και πρόκειται, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, για εκτός σχεδίου πόλεως ακίνητο), δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο ή ακυρότητα.

Συνακόλουθα, οι αντίθετοι πρώτος λόγος της αιτήσεως και ο όμοιος πρώτος λόγος του προσθέτου δικογράφου, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΙΙ. Κατά με το άρθρο 13 παρ.1 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" "η αποζημίωσις καθορίζεται συμφώνως προς την πραγματικήν αξίαν του απαλλοτριουμένου κατά τον χρόνον της δημοσιεύσεως της αποφάσεως κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως", κατά δε το άρθρο 17 παρ.1 του ίδιου ν.δ/τος "ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως γίνεται δια δικαστικής αποφάσεως καθοριζούσης μόνον την τιμήν μονάδος...".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 324 Κ.Πολ.Δ "δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την αιτίαση, ότι το δικαστήριο που δίκασε την αίτηση για καθορισμό της αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την προγενεστέρως εκδοθείσα υπ' αριθ. 459/1998 απόφαση αυτού με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για το απαλλοτριωθέν ακίνητο με βάση την προηγούμενη, ως άνω αναφερόμενη απόφαση, περί απαλλοτριώσεώς του (η οποία μετά τα ταύτα ανακλήθηκε κατά τα άνω αναφερόμενα), αναφορικά με την παραδοχή της ότι το απαλλοτριούμενο, μολονότι στο σκεπτικό της αναφέρει ότι βρίσκεται εντός της χερσαίας λιμενικής ζώνης του ΟΛΠ και συνεπώς, σύμφωνα με το νόμο είναι εκτός σχεδίου πόλεως, εν τούτοις προσδιόρισε το συντελεστή δόμησης σε 2,6 που ισχύει για τα εντός σχεδίου πόλεως Κερατσινίου ακίνητα.

Σύμφωνα όμως με όσα εκτίθενται ανωτέρω, η προαναφερόμενη απόφαση (459/1998) καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος του απαλλοτριωθέντος με βάση την πραγματική αξία του κατά το χρόνο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου συζητήσεως της αιτήσεως για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεώς του (14.4.1997) και δεν αποτελεί δεδικασμένο για τον επί της εφ' ης η προσβαλλόμενη απόφαση αιτήσεως προσδιορισμό της αποζημιώσεώς του δυνάμει της νέας απαλλοτριώσεώς του, κατά τα ανωτέρω, η οποία έγινε με βάση την πραγματική αξία του κατά το χρόνο της ενώπιον του Εφετείου συζητήσεως της σχετικής αιτήσεως και επί τη βάσει των κατά τη νέα αυτή συζήτηση ισχυόντων κριτηρίων.

Δεν συντρέχουν επομένως, οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου, αφού δεν συμπίπτουν όλοι οι όροι της ιστορικής αιτίας, άρα ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ως προς τον ισχύοντα συντελεστή δομήσεως στο απαλλοτριωθέν ακίνητο και το συνεχόμενο τούτου, των οποίων ιδιοκτήτριες φέρονται αυτές, από την προηγούμενη υπ' αριθ. 498/1999 απόφαση του, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 13 παρ.1 του Ν.Δ 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", το οποίο εφαρμόζεται εν προκειμένω ως εκ του χρόνου κηρύξεως της ένδικης απαλλοτρίωσης, " η αποζημίωση καθορίζεται συμφώνως προς την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως περί κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως".

Εξάλλου στο άρθρο 15 του Α.Ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας" ορίζονται τα εξής: 1. Η χερσαία ζώνη αποτελείται από τον αιγιαλόν και τους παρ' αυτόν αναγκαιούντας, δια τα εν προηγουμένω άρθρω έργα παραλιακούς χώρους. Όπου υφίσταται σχέδιο ρυμοτομίας, η εσωτερική οριακή γραμμή της χερσαίας ζώνης δεν δύναται να φθάσει πέραν της εγγυτέρας οικοδομικής γραμμής. 2.

Εάν η κατά την προηγούμενην παράγραφον έκτασις της χερσαίας ζώνης εις μέρη ένθα υφίσταται σχέδιον ρυμοτομίας είναι ανεπαρκής δια τας ανάγκας του λιμένος, δύναται αυτή να επεκταθεί και εσώτερον, αλλά μόνον εφ' όσον προηγουμένως τροποποιηθεί το εγκεκριμένον σχέδιον ρυμοτομίας κατά τας κειμένας διατάξεις, εξαιρέσει των κατά τας διατάξεις ταύτας βαρυνουσών τον Δήμον ή την Kοινότητα αποζημιώσεων αίτινες βαρύνουσι το οικείον Λιμενικόν Ταμείον. (Όμοιες και οι διατάξεις του άρθρου 19 παρ.1 και 2 του άρθρου 19 του Ν.2971/19.12.2001.

Αιγιαλός, παραλία και άλλες διατάξεις δια του άρθρου 34 παρ.3 του οποίου καταργήθηκε ο Α.Ν 2344/1940. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 2 παρ.3 του Ν. 1559/1950, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.1630/1951 ορίζεται ότι "η χερσαία λιμενική ζώνη καθορίζεται δι' αποφάσεων του Υπουργού Δημοσίων Έργων δύναται δε αυτή να επεκταθεί μέχρι βάθους και 160 μέτρων, όπου υπάρχει σχέδιο πόλεως, όπερ εν τη περιπτώσει ταύτη περιορίζεται αυτοδικαίως μέχρι των συνόρων της ζώνης του λιμένος.." Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ειδικώς για το λιμένα Πειραιώς και κατ' εξαίρεση από τους λοιπούς λιμένες, των οποίων η χερσαία ζώνη προσδιορίζεται κατά τις ως άνω διατάξεις του α.ν 2344/1940 (άρθρα 14 και 15) και του κωδ.

Διατάγματος της 19.1.1939 (αρθρ.55), δεν απαιτείται τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, αλλ' αρκεί η έκδοση της κατά τη διάταξη του ως άνω άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 1630/1951 σχετικής υπουργικής αποφάσεως, η οποία αποτελεί και τροποποίηση του σχεδίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε σε σχέση με τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των οποίων εικαζόμενοι ιδιοκτήτες φέρονται οι αναιρεσείουσες τα ακόλουθα: "Με την 1008284/1064/19.2.2001 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, ΠΕΧΩΔΕ και Εμπορικής Ναυτιλίας που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 155/Δ/ 2-3-2001), απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνες:

α) του ΟΛΠ και β) των παρόδιων ιδιοκτητών που ωφελούνται υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, ακίνητο εμβαδού 3169 τετρ. μέτρων εντός της χερσαίας λιμενικής ζώνης του ΟΛΠ στην περιοχή λιμενίσκου Αγίου Γεωργίου του Δήμου Κερατσινίου, για λόγους δημοσίας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την διάνοιξη της Περιφερειακής Λεωφόρου Πειραιώς.

Το απαλλοτριούμενο ακίνητο απεικονίζεται υπό τα στοιχεία 1-4-2-3-5-20-13-16-11-10-9-8-7-15-1 στο από μηνός Φεβρουαρίου 2000 κτηματολογικό διάγραμμα, με κλίμακα 1:500 και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα, καθώς στον από μηνός Μαϊου 2001 συμπληρωματικό αυτού πίνακα, που έχει συντάξει η Διεύθυνση Έργων του ΟΛΠ, έχει ελέγξει ο μηχανικός .....

και έχει θεωρήσει ο διευθυντής έργων ......

Το απαλλοτριωθέν ακίνητο καθώς και το συνεχόμενο νοτίως μικρότερο τμήμα του (εμβαδού 1559,45 τ.μ) που δεν απαλλοτριώθηκε, των οποίων ακινήτων φέρονται ως ιδιοκτήτριες οι ανταιτούσες εταιρείες, βρίσκονται εντός της χερσαίας λιμενικής ζώνης του ΟΛΠ η οποία έχει επεκταθεί στη συγκεκριμένη περιοχή (λιμενίσκου Αγ. Γεωργίου Κερατσινίου) διαδοχικά με τις υπ' αριθμ. Γ/9897/1-6-1959) και 46118/25/72/19-9-1972 (ΦΕΚ 234/Δ/22-9-1972) αποφάσεις των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Επικοινωνιών. Η εντός της χερσαίας λιμενικής ζώνης του ΟΛΠ περιοχή είναι εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Δήμου Κερατσινίου (Βλ. άρθρ.2 παρ.3 Ν. 1599/1950, όπως τροπ. με το Ν.1630/1951, άρθρα 15 παρ.1 και 2 και 18 παρ.1 και 2 του α.ν. 2344/1940 περί αιγιαλού και παραλίας, άρθρ.19 παρ.1 και άρθρ.7 παρ.5 Ν.2971/2001), διότι το υπάρχον από το 1933 ρυμοτομικό σχέδιο της πόλεως του Δήμου Κερατσινίου περιορίσθηκε υποχρεωτικώς, σύμφωνα με τους ως άνω νόμους, μέχρι τα όρια της χερσαίας λιμενικής ζώνης (Βλ. και το υπ' αριθ. .... έγγραφο του Δήμου Κερατσινίου).

Το απαλλοτριούμενο ακίνητο βρίσκεται σε περιοχή που εξυπηρετείται από δίκτυα κοινής ωφελείας και από αστική συγκοινωνία, πλην όμως είναι σε βιομηχανική και γενικά βεβαρημένη περιοχή (πλησίον αυτού λειτουργεί εργοστάσιο της ΔΕΗ) και τελεί και υπό τον περιορισμό της υποχρεωτικής απαλλοτριώσεώς του, σύμφωνα με το άρθρο 18 του α.ν. 2344/1940 (Βλ. ήδη και άρθρ.7 Ν. 2971/2001), ενώ ο συντελεστής δόμησης, που αποτελεί το κύριο καθοριστικό στοιχείο υπολογισμού της αξίας του ακινήτου, περιορίζεται σε 0,2 για κατοικίες και καταστήματα, σε 0,6 για αποθήκες και σε 0,9 για βιοτεχνίες και υπό την προϋπόθεση, πάντοτε, ότι θα επιτραπούν οι παραπάνω χρήσεις στην περιοχή του επιδίκου, ενόψει του προαναφερόμενου περιορισμού (Βλ. Π.Δ. 24/1985 για τους όρους δόμησης για τα εκτός σχεδίου πόλεως οικόπεδα).

Συνεπώς το υποστηριζόμενο από τις ανταιτούσες εταιρίες ότι το όλο ακίνητο, δηλαδή το απαλλοτριούμενο και αυτό που τους εναπόμεινε, κείται εντός σχεδίου πόλεως και έχει συντελεστή δόμησης 2,60, είναι αβάσιμο και απορριπτέο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω. Η απαλλοτριούμενη περιοχή εμπίπτει στο σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού.

Σύμφωνα με τους πίνακες τιμών προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας ακινήτων, που βρίσκονται στη συγκεκριμένη περιοχή, η αξία της γης του απαλλοτριούμενου ακινήτου ανέρχεται σε 69.000δρχ. (202,49 €) ανά τετρ. μέτρο (Βλ. το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο 14603/2001 έγγραφο της Ε' Δ.Ο.Υ Πειραιώς, καθώς και το 7ο φύλλο των προτάσεων των ανταιτουσών).

Η αντικειμενική αυτή αξία αποτελεί χρήσιμο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Βλ. άρθρ. 13 παρ.1 εδαφ. τελευταίο του ΚΑΑΑ, όπως τούτο συμπληρώθηκε με το άρθρ. 9 παρ.1 του Ν. 3193/2003). Συγκριτικά στοιχεία πρόσφορα για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου, όπως μεταβιβάσεις παρακείμενων και ομοειδών ακινήτων, δεν προσκομίζονται.

Η ανώνυμη εταιρία ΟΛΠ, με την από 17-9-2001 αίτησή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς είχε ζητήσει να καθοριστεί η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης, για την εδαφική έκταση που απαλλοτριώθηκε, στις 50.000 δρχ. το τετρ. μέτρο. Με την 43/2002 απόφασή του, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, που συνεκδίκασε την αίτηση και την ανταίτηση των καθ' ων η αίτηση, που ζητούσαν και ιδιαίτερη αποζημίωση κατ'άρθρ. 13 παρ.4 του ΚΑΑΑ, καθόρισε, με κρίσιμο χρόνο την 12-11-2001, την προσωρινή τιμή μονάδας στις 180.000 δραχμές (528,25 €) ανά τετρ.

μέτρο, για το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε και το ίδιο ποσό, ανά τετρ. μέτρο, ως ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που εναπόμεινε. Οι μάρτυρες του ΟΛΠ Γ1, τοπογράφος-εργοδηγός, και Γ2, τοπογράφος, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και του Δικαστηρίου τούτου, αντίστοιχα, αναφέρθηκαν στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου και στη δυνατότητα εκμεταλλεύσεως του ακινήτου που εναπόμεινε.

Ειδικότερα, ο πρώτος από αυτούς Γ1 είχε καταθέσει, με προσωπική του κρίση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ότι, "όπως άκουσε", η αγοραία αξία είναι 120.000 δρχ. (352,20 €) το τετρ. μέτρο, πρόσθεσε όμως ότι μέσα στη χερσαία λιμενική ζώνη, όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, δεν υπάρχει οικοδομική δραστηριότητα.

Ο άλλος μάρτυρας Γ2, που εξετάσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αναφέρθηκε μόνο στην αντικειμενική αξία του ακινήτου, δηλαδή 69.000 δρχ. (202,25 €) ανά τετρ. μέτρο. Υπογράμμισε, όμως, ότι το επίμαχο ακίνητο δεν ήταν οικοδομήσιμο, διότι ήταν εκτός σχεδίου πόλεως και εντός χερσαίας λιμενικής ζώνης και γι' αυτό "δεν δίνει άδεια η πολεοδομία", ενώ, στο τέλος επεσήμανε ότι στο ακίνητο οι καθ' ων τοποθετούσαν εμπορευματοκιβώτια (κοντέινερ) και ότι το ίδιο μπορούν να κάνουν και τώρα στην έκταση που τους εναπόμεινε.

Αντιθέτως οι μάρτυρες των ανταιτούντων Ζ1, οικονομολόγος και Ζ2, πολιτικός μηχανικός, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, ενώ ο δεύτερος τούτων και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εκτίμησαν την αξία του ακινήτου στις 400.000 δρχ. (1173,90) το τετρ. μέτρο ο πρώτος και στις 600.000 δρχ. (1760,80 €) το τετρ.

μέτρο ο δεύτερος των μαρτύρων. Όμως, όπως συμπλήρωσε ο πρώτος μάρτυρας (Ζ1), το ακίνητο χρησιμοποιούνταν ως αποθηκευτικός χώρος, επιβεβαιώνοντας, έτσι, στο σημείο αυτό την κατάθεση του μάρτυρα του ΟΛΠ Ζ2, ο οποίος είχε τονίσει ότι στο επίμαχο μείζον ακίνητο οι καθ' ων τοποθετούσαν εμπορευματοκιβώτια. Η εκτίμηση αυτή των μαρτύρων των ανταιτούντων, αναφορικά με την αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου, ενέχει προφανείς υπερβολές, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι δεν συνοδεύεται και από την επίκληση ενός, έστω, αξιόπιστου συγκριτικού στοιχείου, ενώ τα λεγόμενα του μάρτυρα ....., ότι δηλαδή το συγκεκριμένο ακίνητο είναι εντός σχεδίου πόλεως και έχει συντελεστή δόμησης 2,6, όχι μόνον δεν στηρίζονται σε αποδεικτικά στοιχεία, αλλά και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αφού, όπως αποδείχθηκε, όλο το ακίνητο (δηλ.

το απαλλοτριούμενο και αυτό που εναπόμεινε) είναι εκτός σχεδίου πόλεως και ο μέγιστος συντελεστής δόμησης είναι 0,9 οι αντίδικοι του ΟΛΠ επικαλούνται την 499/1998 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία προσδιορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, για το ίδιο ακίνητο που είχε απαλλοτριωθεί αναγκαστικά το 1996 για τους αυτούς (όπως και η υπό κρίση απαλλοτρίωση) λόγους, στο ποσό των 120.000δρχ.

το τετρ. μέτρο. Πράγματι, με την εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που αφορούσε την ίδια απαλλοτρίωση, η οποία στη συνέχεια ανακλήθηκε το 1999 με νομότυπη κοινή υπουργική απόφαση, ναι μεν καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης σε 120.000 δρχ. το τετρ. μέτρο, πλην όμως στην προαναφερόμενη 499/1998 απόφαση, μολονότι στο σκεπτικό της αναφέρεται ότι το απαλλοτριούμενο ακίνητο βρίσκεται εντός της χερσαίας λιμενικής ζώνης του ΟΛΠ και συνεπώς, σύμφωνα με το νόμο, εκτός σχεδίου πόλεως, εντούτοις προσδιόρισε το συντελεστή δόμησης σε 2,6, που είναι για τα εντός σχεδίου πόλεως ακίνητα.

Έτσι, με καθοριστικό στοιχείο υπολογισμού της αξίας του ακινήτου το συντελεστή δόμησης, προσδιόρισε την αξία του απαλλοτριωμένου στο ως άνω ποσό των 120.000 δρχ. (352,20 €) ανά τετρ. μέτρο.

Με βάση τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση, ότι η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, εμβαδού 3169 τετρ. μέτρων πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των τετρακοσίων (400 €) Ευρώ ανά τετρ. μέτρο. Η τιμή αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματική (αγοραία) αξία του ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο της 26/5/2005, κατά τον οποίο έγινε η συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης (Βλ.

άρθρ. 17 παρ.2 του Συντάγματος και άρθρ. 13 παρ.1 του ΚΑΑΑ, όπως η παραγρ. συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 4 του Ν. 2985/2002, χωρίς, βεβαίως, να λαμβάνεται υπόψη η μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου που επήλθε μετά τη δημοσίευση της πράξης της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής (Βλ. άρθρ. 13 παρ.2 του ΚΑΑΑ). Περαιτέρω, αναφορικά με τον προσδιορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατ' άρθρ. 13 παρ.4 του ΚΑΑΑ, για το τμήμα που εναπόμεινε στις ανταιτούσες ιδιοκτήτριες, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι το μη απαλλοτριούμενο ακίνητο των ανταιτουσών, που είναι εμβαδού 1559,45 τετρ.

μέτρων και συνορεύει ανατολικά με τμήμα της λεωφόρου Προποντίδος, βορειοδυτικά με το απαλλοτριούμενο και νότια με ιδιοκτησία ΝΑΦΟΑ, δεν είναι οικοδομήσιμο, διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 εδαφ. α' και β' σε συνδυασμό με γ' του ΠΔ 347/1993, απαγορεύεται οποιαδήποτε δόμηση σε απόσταση 60 μέτρων από τον άξονα της οδού (προκειμένου για βασικό εθνικό δίκτυο) ή των 45 μέτρων (προκειμένου για δευτερεύον εθνικό δίκτυο) και όχι λιγότερο των 40 μέτρων (για βασικό εθνικό δίκτυο) ή των 30 μέτρων (για δευτερεύον εθνικό δίκτυο) από το όριο της οδού.

Στην προκειμένη περίπτωση το μη απαλλοτριούμενο ακίνητο δεν θα έχει απόσταση ίση ή μεγαλύτερη των 45 μέτρων από τον άξονα ή των 30 μέτρων από το όριο της (υπό κατασκευή) περιφερειακής λεωφόρου Πειραιώς, που θα είναι οδός ταχείας κυκλοφορίας. Έτσι τούτο απώλεσε, λόγω της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, την οικοδομησιμότητά του, στοιχείο καθοριστικό για τη μείωση της αξίας του.

Ενόψει όλων αυτών το Δικαστήριο κρίνει ότι το ακίνητο που εναπόμεινε υφίσταται πράγματι σημαντική μείωση της αξίας του, η οποία ανέρχεται (όχι στο 100% της αξίας του όπως έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο αλλά) σε ποσοστό 30%, δηλαδή σε 120 Ευρώ ανά τετρ. μέτρο. Τέλος ως προς την ύπαρξη ή μη ωφέλειας των ιδιοκτητριών του απαλλοτριουμένου ακινήτου και της εντεύθεν υποχρέωσής του σε αυτοαποζημίωση, αποδείχθηκε, ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, ότι οι ιδιοκτήτριες δεν ωφελήθηκαν από τα έργα που εκτελούνται και ως εκ τούτου δεν θα αυξηθεί η αξία του ακινήτου που τους εναπόμεινε.

Άρα δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση για την έκταση εμβαδού 1042,50 τ.μ. Άλλωστε θα ήταν αντιφατικό να επιδικάζεται ιδιαίτερη αποζημίωση (άρθρ.13 παρ.4 ΚΑΑΑ) για τη μείωση της αξίας του υπόλοιπου ακινήτου και συγχρόνως να επιβεβαιώνεται ότι το ακίνητο αυτό (δηλ. το μη απαλλοτριωθέν τμήμα) ωφελήθηκε από την εκτέλεση των έργων".

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω αναφερόμενες διατάξεις, που καθορίζουν ότι για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου κατά τη διαδικασία προσδιορισμού της αποζημιώσεως του λαμβάνεται υπόψη η πραγματική του αξία κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως περί κηρύξεως της απαλλοτριώσεως (ή της ενώπιον του δικαστηρίου συζητήσεως της σχετικής αιτήσεως), με βάση δε την πραγματική κατάσταση αυτού, τούτο (απαλλοτριωθέν), κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, κείται εντός της χερσαίας λιμενικής ζώνης του ΟΛΠ, η οποία έχει επεκταθεί στην περιοχή διαδοχικά με τις υπ' αριθ.

Γ/9897/1-6-1969 (ΦΕΚ 239/3/6.6.1959) και 46118/25/72/19.9.1972 (ΦΕΚ 234/22.9.72) αποφάσεις των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων και Μεταφορών Ναυτιλίας και Επικοινωνιών και, επομένως θεωρείται ως εκτός σχεδίου κείμενο και ως τέτοιο αντιμετωπίζεται από τις αρμόδιες πολεοδομικές αρχές, αφού, κατά τα εκτεθέντα, με την έκταση της χερσαίας ζώνης του λιμένος Πειραιώς, δυνάμει των ως άνω αποφάσεων, περιορίστηκε αυτοδικαίως μέχρι των συνόρων αυτής το σχέδιο πόλεως του Δήμου Κερατσινίου Κερατσινίου (που εγκρίθηκε με το διάταγμά της 31.8.1935 (ΦΕΚ 393 Α/1935).

Περαιτέρω, με τις εν λόγω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ως άνω ζητήματα που αντιμετώπισε και ιδίως ως προς το καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος του απαλλοτριωθέντος με βάση του ισχύοντα στην περιοχή όπου κείνται το απαλλοτριωθέν και το συνεχόμενον αυτού εναπομείναν ακίνητο συντελεστή δόμησης που αναφέρει (0,2 για κατοικίες και καταστήματα, 0,6 για αποθήκες και 0,9 για βιοτεχνίες και υπό την προϋπόθεση ότι θα επιτραπούν οι χρήσεις αυτές) και όχι με βάση το ποσοστό 2,6 που ισχύει για τα εντός του εγκεκριμμένου σχεδίου της πόλεως Κερατσινίου κείμενα ακίνητα, αφού πράγματι το σχέδιο αυτό δεν ισχύει για την περιοχή όπου βρίσκονται τα ως άνω ακίνητα και επομένως η εξ' αυτού ωφέλεια δεν τα καταλαμβάνει.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, όπως και ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΙV. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκλησή τους στο αναιρετήριο.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρονται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ. ΑΠ 15/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 10 και 11 του Ν. 1650/1986, του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος και της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ, διότι δεν εξέτασε αυτεπαγγέλτως την παράλειψη της διοικήσεως να προβεί πριν από την κήρυξη της απαλλοτριώσεως στην έκδοση αποφάσεως περί εγκρίσεως περιβαλλοντολογικών όρων και προεγκρίσεως της χωροθετήσεως του όλου έργου που αφορά η ένδικη απαλλοτρίωση "όπως προκύπτει από το σύνολο της δικογραφίας".

Με τέτοια δεδομένα δεν συνέτρεξαν οι αναφερόμενες πιο πάνω εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δικ. και συνεπώς, όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, χωρίς και την επίκληση δηλαδή ότι ο σχετικός άνω ισχυρισμός προτάθηκε νομίμως στο Εφετείο, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.

V. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" "η αποζημίωση καθορίζεται συμφώνως προς την πραγματικήν αξίαν του απαλλοτριουμένου κατά τον χρόνον της δημοσιεύσεως της αποφάσεως κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως". Ταυτόσημη είναι η διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 του Ν.2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων".

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και την ιδιαίτερη αποζημίωση του εναπομείναντος τμήματος της ιδιοκτησίας των αναιρεσειουσών με βάση την αξία του κατά το χρόνο της ενώπιόν του συζητήσεως της αιτήσεως περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης (άρθρ.17 παρ.2 του Συντάγματος).

Για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των ακινήτων αυτών λήφθηκε υπόψη η κατά του εν λόγω χρόνο πραγματική αξία των (του δεύτερου με βάση το ποσοστό μειώσεώς της), όπως αυτή προέκυπτε, μεταξύ άλλων και από το γεγονός ότι αυτά κατά τον εν λόγω χρόνο θεωρούνται ότι κείνται εκτός σχεδίου πόλεως και με ισχύοντες τους άνω αναφερόμενους συντελεστές δόμησης και όχι με εκείνον που ίσχυε προ του αυτοδικαίως κατά τα άνω περιορισμού του σχεδίου πόλεως δυνάμει των άνω αναφερομένων υπουργικών αποφάσεων, που αποτελούσαν και τροποποίηση του σχεδίου, δηλαδή απαλλοτρίωση για διαφορετικό από την προκείμενη σκοπό, από την οποία πάντως προέκυψε η υπάρχουσα κατά την κήρυξη της τελευταίας κατάστασης του εν λόγω ακινήτου, η οποία και λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της αποζημιώσεώς του κατά τις μνησθείσες διατάξεις.

Επομένως το Εφετείο με το να προσδιορίσει την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος με βάση την κατάστασή του αυτή δεν παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις, ούτε εκείνην του άρθρου 17 παρ. 4 του Συντάγματος, ο δε περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-12-2005, αίτηση των εταιριών "Ελληνική Δεξαμενοπλοΐα ΑΕ" και "Μακεδονική Εταιρεία Πετρελαιοειδών Ψυκτικών και Εμπορικών Επιχειρήσεων ΑΕ", καθώς και των από 21 Δεκεμβρίου 2006 προσθέτων επ' αυτής λόγων, για αναίρεση της 830/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες εταιρίες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ για τον καθένα από αυτούς.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2008. Και Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ