432/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/9/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/1405/149/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 183/2005 οριστική του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/12/2005 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated432/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο αναιρεσίβλητος είχε κανονίσει να ανοίγει το κατάστημά του το πρωϊ στις 10.00 και να συνεχίζει μέχρι τις 13.00 ο ίδιος, δεδομένου ότι ακριβώς στον επάνω όροφο στεγάζεται το λογιστικό του γραφείο, ενώ τα απογεύματα είχε συμφωνήσει να έρχεται άλλος υπάλληλος. Τις απογευματινές ώρες και ο αναιρεσείων απασχολείτο σε άλλη εργασία.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 432 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 432/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωκράτη Παύλου Χυτήρη.
Του αναιρεσίβλητου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Τσιριμονάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/9/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/1405/149/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 183/2005 οριστική του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/12/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 10/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο δεύτερος, ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής:
Ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από τον αναιρεσίβλητο την 1-6-1994, ως υπάλληλος, στο διατηρούμενο από αυτόν κατάστημα ..... στην πόλη της Χίου, με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην οποία συμφωνήθηκε ρητά η μερική απασχόλησή του, κατ' άρθρο 38 παρ. 1 του ν. 1892/1990. Συγκεκριμένα ορίσθηκε ότι, ο αναιρεσείων θα απασχολούνταν μόνο 3 ώρες ημερησίως και η σύμβαση αυτή γνωστοποιήθηκε στο ΙΚΑ από τον αναιρεσίβλητο στις 9-6-1994, ενώ παράλληλα προέβη και στην ασφάλισή του, η οποία διήρκεσε μέχρι τις 26-8-1999.
Η απασχόληση του αναιρεσείοντος στο κατάστημα του αναιρεσιβλήτου γινόταν κατά τις ώρες από 10.00 πρωϊνή μέχρι 13.00 μεσημβρινή καθημερινά από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, αμειβόμενος γι' αυτό κανονικά, όπως αποδεικνύεται και από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες σε μπλοκ αποδείξεις και στις οποίες περιλαμβάνονται οι μισθοί του, τα επιδόματα αδείας Χριστουγέννων και Πάσχα, χωρίς να προκύψει ποτέ οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή πρόβλημα από την πλευρά κυρίως του αναιρεσείοντος.
Ο αναιρεσίβλητος είχε κανονίσει να ανοίγει το κατάστημά του το πρωϊ στις 10.00 και να συνεχίζει μέχρι τις 13.00 ο ίδιος, δεδομένου ότι ακριβώς στον επάνω όροφο στεγάζεται το λογιστικό του γραφείο, ενώ τα απογεύματα είχε συμφωνήσει να έρχεται άλλος υπάλληλος. Τις απογευματινές ώρες και ο αναιρεσείων απασχολείτο σε άλλη εργασία.
Στο κατάστημα του αναιρεσιβλήτου είχαν απασχοληθεί κατά καιρούς με μειωμένο ωράριο και άλλοι υπάλληλοι. Έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι τις 27-8-1999, οπότε ο αναιρεσείων τραυματίσθηκε στη δεύτερη εργασία του σε αυτοκινητικό ατύχημα. Έκτοτε εξαφανίσθηκε από το κατάστημα του αναιρεσιβλήτου, τον οποίο μάλιστα ουδέποτε ενημέρωσε για το ατύχημα και ο αναιρεσίβλητος αναγκάσθηκε να προσλάβει άλλον υπάλληλο.
Στις 23-3-2000, αναιρεσείων εμφανίσθηκε στο κατάστημα του αναιρεσιβλήτου και στη συνέχεια τον κατήγγειλε στο ΙΚΑ, ισχυριζόμενος ότι δεν του είχαν καταβληθεί τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά με έναρξη εργασίας την 5-4-1993 και με καθεστώς πλήρους απασχολήσεως. Από την έρευνα που επακολούθησε από το ΙΚΑ προέκυψε ότι ο αναιρεσίβλητος υπήρξε τυπικός σε όλα τα θέματα που αφορούσαν την εργασιακή σχέση του αναιρεσείοντος και ότι τα αναφερόμενα στη καταγγελία του ήσαν αναληθή, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, υπήρξε έγγραφη σύμβαση μεταξύ τους, η οποία αναγγέλθηκε έγκαιρα, με προβλεπόμενη μειωμένη απασχόληση και με καταβολή μέχρι τότε όλων των δεδουλευμένων μισθών, επιδομάτων κλπ.
Τέλος, το Εφετείο δέχθηκε ότι, ο αναιρεσείων δεν δικαιούται αποζημίωση απολύσεως, γιατί όπως αποδεικνύεται από τη συμπεριφορά που επέδειξε, αποχώρησε οικειοθελώς από την επιχείρηση του αναιρεσιβλήτου. Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή του αναιρεσείοντος για πληρωμή διαφορών αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αποδοχών και επιδομάτων αδείας του χρονικού διαστήματος από 1-1-1995 μέχρι 17-5-2000 καθώς και αποζημιώσεως απολύσεως ως αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος για πληρωμή διαφορών αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αποδοχών και επιδομάτων αδείας, παραβίασε εκ πλαγίου τις εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση διατάξεις (από 24-5-1994, 24-7-1996, 22-7-1998, 20-5-1999 ΣΣΕ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Εμπορικών Επιχειρήσεων", ΥΑ 19040/1981, ν.1346/1983, αρ. 3 ν.539/1945, αρ.1 παρ. 2 ν.δ. 4547/1966, άρθρο 2 παρ. 7, 8 και 14 του ν. 2639/1998 και άρθρο 416 ΑΚ), αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες για ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, δέχθηκε ότι έχουν εξοφληθεί οι παραπάνω ένδικες απαιτήσεις του αναιρεσείοντος, χωρίς να προσδιορίσει στην απόφαση σε πιο ποσό ανερχόταν κάθε μία από τις παραπάνω αξιώσεις του αναιρεσείοντος, με βάση τις πιο πάνω διατάξεις, με καθεστώς μερικής απασχόλησης και πιο ποσό καταβλήθηκε στον αναιρεσείοντα για κάθε μια από τις παραπάνω απαιτήσεις του, ώστε να μπορεί να εξακριβωθεί αν έγινε εξόφληση αυτών των απαιτήσεων.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. καθώς και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, αληθώς από την ίδια διάταξη (και όχι τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που επικαλείται ο αναιρεσείων), με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, ως προς τις αξιώσεις του για πληρωμή διαφορών αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αποδοχών και επιδομάτων αδείας (και όχι ως προς την αξίωσή του για πληρωμή διαφοράς αποζημίωσης απολύσεως, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να πλήττεται η κρίση αυτή του Εφετείου με λόγο αναιρέσεως) και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 183/2005 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό(1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ