Legislator Case Law & Legislation
432/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on equal pay but refers statute interpretation to plenary session.

Case Number 432/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding the violation of equal pay laws for public employees. The court found that the lower court correctly applied the statute regarding the start of the limitation period for family allowances. However, the court recognized that the interpretation of whether the limitation period starts from the birth date or the end of the birth year requires further analysis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 22(1)(b) of the Constitution; Article 90(3) of Law 2362/1995: The court held that while the lower court's application of the limitation period was correct, the specific interpretation of the starting point of the limitation period for public employees' claims requires referral to the plenary session for a definitive ruling.

Keywords

AI generated
equal pay public employees family allowances statute limitation period interpretation public service remuneration referral to plenary session

Cited Legislation

AI generated
Article 22(1)(b) of the Constitution
Article 1 of the International Labour Convention 100/1951
Article 119(2) of the EEC Treaty
Article 64 of the EEC Directive 75/117
Article 90(3) of Law 2362/1995
Article 91 of Law 2362/1995
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 563(2)(b) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 432 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 432/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 6η Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Ελληνικού Δημοσίου, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Δημόπουλο, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων : 1) Γ. Ν., 2) Ό. Φ., 3) Ε. Α., 4) Γ. Π., 5) Μ. Σ., 6) Λ. Μ., 7) Γ. Κ., 8) Ε. Λ., 9) Σ. Κ., 10) Π. Δ., 11) Β. Τ., 12) Α. Σ., 13) Μ. Κ., 14) Α. Α., 15) Κ. Α., 16) Α. Χ., 17) Π. Χ., 18) Δ. Μ., 19) Χ. Γ., 20) Χ. Φ., 21) Ν. Κ., 22) Μ. Γ., 23) Τ. Π., 24) Χ. Χ., 25) Ά. Φ., 26) Π. Μ.. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Ιουνίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1063/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 498/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον, με την από 1 Ιουνίου 2004 αίτησή του και τους από 17 Σεπτεμβρίου 2004 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης διάβασε την από 1 Νοεμβρίου 2005 έκθεση του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αμελαδιώτη, ο οποίος κωλύεται να μετάσχει στη σημερινή σύνθεση, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και ο μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 22 παρ. 1 β' του Συντάγματος, που έχει εφαρμογή στους απασχολούμενους με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, όλοι οι εργαζόμενοι ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1 στοιχ.

α της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας 100/1951, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 46/1975, 119 παρ. 2 της Συνθήκης ΕΟΚ, στην οποία προσχώρησε η Ελλάδα με την από 28-5-1979 Συνθήκη, που κυρώθηκε με το Ν. 945/1979, της Οδηγίας 75/117 της 19-2-1975 του Συμβουλίου της ΕΟΚ και 4 παρ.2 του Ν.1414/1984 συνάγεται, ότι στην έννοια της αμοιβής περιλαμβάνονται και τα παρεχόμενα στον εργαζόμενο οικογενειακά επιδόματα (γάμου και παιδιών), τα οποία καταβάλλονται λόγω της εργασιακής σχέσης, ως αντάλλαγμα για την παροχή της εργασίας και αποτελούν μέρος του μισθού, υπό την έννοια που αναφέρεται στα άρθρα 648, 649, 653 και 655 του ΑΚ.

Επομένως, ανεξάρτητα από το ενδοοικογενειακό ζήτημα αν ο ένας ή και οι δύο σύζυγοι οφείλουν να αντιμετωπίζουν τα βάρη του γάμου, την έναντι του εργοδότη απαίτηση για τα οικογενειακά επιδόματα έχουν στο ακέραιο και οι δύο, εφόσον αμφότεροι εργάζονται, βάσει της εργασιακής τους συμβάσεως, γιατί τα εν λόγω επιδόματα είναι τμήμα της αμοιβής που δικαιούνται και συνεπώς δεν συγχωρείται ως προς αυτά καμία διάκριση για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.

Εξάλλου η θεμελιώδης διάταξη του άρθρου 119 της Συνθήκης της Ρώμης, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη τυπική ισχύ, εφαρμόζεται όχι μόνο στους μισθωτούς του ιδιωτικού αλλά και του δημόσιου τομέα, όπως δέχθηκε και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στις υποθέσεις με αριθμό 248/1983 και 58/1981. Τέλος, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.

Από τη διάταξη αυτή έπεται ότι ο κοινός νομοθέτης οφείλει να ρυθμίζει τις ουσιωδώς όμοιες σχέσεις, δικαιώματα και καταστάσεις κατά τρόπο ισόνομο. Ανιση νομοθετική μεταχείρισή τους είναι αντίθετη προς τη συνταγματική αυτή επιταγή, η παράβαση της οποίας ελέγχεται δικαστικώς. Με το άρθρο 4 του Ν. 1414/1984 "εφαρμογή της αρχής της ισότητας των φύλων στις εργασιακές σχέσεις και άλλες διατάξεις", που έχει εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, στους εργαζόμενους με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και σε όσους ασκούν ελευθέρια επαγγέλματα, ορίζεται ότι δικαιούχος των επιδομάτων γάμου είναι η οικογένεια και των επιδομάτων παιδιών τα παιδιά ( παρ.4) και ότι τα επιδόματα γάμου και παιδιών, που καθιερώνονται για πρώτη φορά ή επαναρυθμίζονται, χορηγούνται στο εξής στο ακέραιο, σε κάθε εργαζόμενο σύζυγο ή γονέα ανεξαρτήτως φύλου ( παρ.5).Με τη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ίδιου νόμου, η οποία καθορίζει τον τελικό δικαιούχο του επιδόματος μέχρι την υλοποίηση της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 4, ορίζεται ότι, αν και οι δύο σύζυγοι ή γονείς εργάζονται, τα επιδόματα γάμου και παιδιών, που προβλέπονται κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (2-2-1984), καταβάλλονται σ' εκείνον που υποδεικνύεται με κοινή δήλωσή τους προς τον εργοδότη που επιλέγουν και, αν οι σύζυγοι ή γονείς δεν συμφωνούν ή αδυνατούν να υποβάλουν την παραπάνω κοινή δήλωση, ο κάθε εργοδότης καταβάλλει το 50% του προβλεπόμενου επιδόματος γάμου ή παιδιών στο σύζυγο ή γονέα που απασχολεί.

Εξάλλου ο Ν. 1505/1984 "αναδιάρθρωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", που εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 1 αυτού, στους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., στους εκπαιδευτικούς λειτουργούς καθώς και στο μόνιμο και δόκιμο προσωπικό των Ο.Τ.Α., ορίζει με το άρθρο 11, στην μεν παρ.1 το ύψος του οικογενειακού επιδόματος, στην δε παρ. 6, όπως αντικαταστάθηκε από την 80013/8592/8-8-20-9-1985 (ΦΕΚ Β 498) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία κυρώθηκε με το αρθρ. 52 παρ.11 εδ.

γ' του Ν.1591/1986, τα ακόλουθα: "Στην περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. ή συνταξιούχοι των υπηρεσιών αυτών, ο καθένας θα παίρνει το μισό από το προβλεπόμενο κατά περίπτωση επίδομα στην παρ. 1 του άρθρου αυτού. Αν ο ένας από τους συζύγους είναι υπάλληλος ή συνταξιούχος των Υπηρεσιών του προηγουμένου εδαφίου και ο άλλος υπάλληλος ή συνταξιούχος:

α)του υπολοίπου δημοσίου τομέα, όπως αυτός οριοθετήθηκε με τη διάταξη της παρ.6 άρθρου 1 του ν. 1256/1982, β)των Ν.Π.Ι.Δ. που δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του δημοσίου τομέα της προηγουμένης περίπτωσης, πλην όμως λειτουργούν με μορφή οργανισμού κοινής ωφέλειας ή κρατικής επιχείρησης, γ) των ιδιωτικών τραπεζών εν γένει και δ)είναι δικαιούχος επιδόματος οικογενειακών βαρών από τον Διανεμητικό Λογ/σμό Οικογενειακών Επιδομάτων Μισθωτών (ΔΛΟΕΜ) του ΟΑΕΔ ως υπάλληλος ή συνταξιούχος οποιασδήποτε από τις παραπάνω υπηρεσίες, τότε το επίδομα καταβάλλεται στον ένα από αυτούς κατ' επιλογή τους".

Περαιτέρω με την παρ. 1 του άρθρου 12 του ισχύοντος από 1-1-1997 Ν. 2470/1997, που εφαρμόζεται εκτός άλλων στους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους του Δημοσίου, χορηγείται για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων μηνιαία οικογενειακή παροχή, προσδιοριζόμενη ειδικώς ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, ενώ με την παρ. 4 ορίζεται, ότι "στην περίπτωση που ο ένας από τους δύο συζύγους λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα, δεν καταβάλλεται στον έτερο σύζυγο υπάλληλο η ανωτέρω παροχή" και με την παρ. 5 ότι "στην περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.

και των Ο.Τ.Α., η ανωτέρω παροχή καταβάλλεται στον ένα από αυτούς, κατ' επιλογή τους, με κοινή υπεύθυνη δήλωση του Ν.1599/1986 (ΦΕΚ 75 Α), που υποβάλλεται στους εκκαθαριστές αποδοχών και των δύο συζύγων". Ολες όμως οι ανωτέρω ρυθμίσεις κατά το μέρος που θέτουν ειδικές προϋποθέσεις για την καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων στο ακέραιο στους έγγαμους μισθωτούς με σχέση ιδιωτικού δικαίου (μη λήψη των οικογενειακών επιδομάτων από τον έτερο εργαζόμενο σύζυγο) και θεσπίζουν, στην περίπτωση μη συνδρομής των ως άνω προϋποθέσεων, τη μερική καταβολή των επιδομάτων αυτών στους δύο εργαζόμενους συζύγους, είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία, που καθιερώνεται με το άρθρο 22 παρ.1 εδ.

β' του Συντάγματος, αφού, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις αυτές, οι εργαζόμενοι με σχέση ιδιωτικού δικαίου, των οποίων ο σύζυγος ή η σύζυγος δεν εργάζεται, λαμβάνουν χωρίς την συνδρομή καμιάς άλλης ειδικής προϋποθέσεως, στο ακέραιο τα οικογενειακά επιδόματα που, κατά τα προεκτεθέντα, αποτελούν μέρος της αμοιβής τους (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 6/2001, 15/1997).Το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως από αυτήν προκύπτει, τα ακόλουθα:

Οι αναιρεσίβλητοι έχουν προσληφθεί από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, όλοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, εκτός από το τελευταίο Π. Μ. που συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, και υπηρετούν σε διάφορες υπηρεσίες του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα οι δώδεκα πρώτοι υπηρετούν στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, οι 13ος και 14ος στο Υπουργείο Οικονομίας, οι 15ος, 19ος, 20ος και 21η στην ΣΤ' Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων στην Πάτρα, οι 16η και 17ος στην ΣΤ' Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων στην Πάτρα, ο 18ος στη Β' Εφορία Νεωτέρων Μνημείων στην Πάτρα, οι 22η, 23η, 24ος και 25η στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και ο 26ος στην Α' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, από 20-12-2000 οι 1η έως και 12η, από 1-1-1999 οι 13ος και 14ος, από 13-12-1996 η 15η, από 15-6-1980 η 16η, από 15-3-1987 η 17η, από το έτος 1989 ο 18ος, από 1-1-1988 ο 19ος, από 1-1-1989 οι 20ή και 21η, από 29-7-1984 η 22η, από 10-5-1985 ο 24ος, από το έτος 1989 η 25η και από 1-3-1999 ο 26ος.

Η οικογενειακή κατάσταση των αναιρεσίβλητων έχει ως εξής: 1) Η 1η είναι έγγαμη από το 1988, με δύο παιδιά, που γεννήθηκαν την 20-7-92 και 4-1-1994, αντίστοιχα, 2) η 2η είναι έγγαμη από το 1977, με δύο παιδιά, που γεννή θηκαν την 11-7-1980, 3)η 3η είναι έγγαμη από το 1978, με δύο παιδιά, που γεννήθηκαν την 8-10-1980 και 4-10-1990, αντίστοιχα, 4)η 4η είναι έγγαμη από το 1979, με δύο παιδιά, που γεννήθηκαν την 7-4-1980 και 11-7-1983, αντίστοιχα, 5)η 5η είναι έγγαμη από το 1977, με τρία παιδιά, που γεννήθηκαν την 21-1-1981, 2-1-1982 και 9-12-1984, αντίστοιχα, 6)η 6η είναι έγγαμη από την 30-12-1995, με ένα παιδί, που γεννήθηκε την 12-8-1998, 7)η 7η είναι έγγαμη από την 16-11-1991,με ένα παιδί, που γεννήθηκε την 17-2-1993, 8) η 8η είναι έγγαμη από την 30-11-1991, με ένα παιδί, που γεννήθηκε την 14-10-1992, 9) η 9η είναι έγγαμη από την 19-1-1974, χωρίς παιδιά, 10) η 10η είναι έγγαμη από την 15-2-1976, χωρίς παιδιά, 11) η 11η είναι έγγαμη από την 10-2-1974, χωρίς παιδιά, 12) η 12η είναι έγγαμη από την 20-1-2001, χωρίς παιδιά, 13) ο 13ος είναι έγγαμος από το 1981, με δύο παιδιά, που γεννήθηκαν την 20-5- 1983 και 3-5-1985, αντίστοιχα, 14)ο 14ος είναι έγγαμος από την 26-12-1973, με δύο παιδιά, που γεννήθηκαν την 8-9-1974 και 18-9-1979, αντίστοιχα, 15) ο 150ς είναι έγγαμος από το 1975, με τέσσερα παιδιά, που γεννήθηκαν την 13-7-1978, 27-6-1980 και την16-8-1982,(δίδυμα), αντίστοιχα, 16) η 16η είναι έγγαμη από την 9-3-1986, με ένα παιδί, που γεννήθηκε την 31-5-1997, 17) η 17η είναι έγγαμη από το 1974, με ένα παιδί, που γεννή- θηκε την 9-1-1995 , 18) ο 18ος είναι έγγαμος από το 1989 έτος, με τέσσερα παιδιά, που γεννήθηκαν την 17-11-1990, 18-9-1992,10-8-1996 και την 20-3-2000, αντίστοιχα, 19) ο 19ος είναι έγγαμος από το 1979, με δύο παιδιά, που γεννήθηκαν την 21-12-1981 και 7-8-1986, αντίστοιχα, 20) η 20η είναι έγγαμη από το 1971, με δύο ενήλικα παιδιά, 21) η 21η είναι έγγαμη από το 1968, με ενήλικα παιδιά, 22) η 22η είναι έγγαμη από το 1961 και διαζευγμένη από το 1984, χωρίς παιδιά, 23) η 23η είναι έγγαμη από την 7-3-1990, με ένα παιδί, που γεννήθηκε την 24-5-1994,24) ο 24ος είναι έγγαμος από το 1992, με δύο παιδιά ενήλικα από 30-6-2002, 25) η 25η είναι έγγαμη από το 1967 και διαζευγμένη από την 15- 12 - 1997, με δύο ενήλικα τέκνα, και 26) ο 26ος είναι έγγαμος από 14-3-1986, με τρία παιδιά, που γεννήθηκαν την 21-6-1986, 21- 4-1990 και 11- 7-1991, αντίστοιχα.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά έκρινε περαιτέρω το Πρωτοδικείο, ότι οι περιορισμοί και προϋποθέσεις που τίθενται με τις προαναφερόμενες διατάξεις στη χορήγηση του οικογενειακού επιδόματος αντίκεινται στην από το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία και ότι με βάση την αρχή αυτή οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται το οικογενειακό επίδομα, ως αντάλλαγμα της παρασχεθείσας εργασίας αυτών, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 30-6-2002, το οποίο επίδομα αρνήθηκε να καταβάλει σ' αυτούς το αναιρεσείον, για το λόγο ότι το λαμβάνει ο έτερος των συζύγων που είναι δημόσιος υπάλληλος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχτεί την αγωγή.

Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 560 αρ.1 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναιρέσεως.

Επειδή με το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν.2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού" ορίζεται ότι "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", και με το άρθρο 91 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η επιδίωξη αυτής.

Προκειμένου όμως περί δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων που εισπράττονται από τα τελωνεία η παραγραφή αρχίζει από της βεβαιώσεως αυτών". Το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η παραγραφή των αξιώσεων για καταβολή του οικογενειακού επιδόματος α) των 16ης, 17ης, 18ου, 22ης, 23ης, 24ου, και 25ου των αναιρεσιβλήτων, που γεννήθηκαν κατά το έτος 2000, και β) των 15ου και 26ου των αναιρεσίβλητων που γεννήθηκαν κατά το έτος 1999, δεν συμπληρώθηκε, αφού άρχισε από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν (2000 και 1999 αντίστοιχα), διακόπηκε στις 21-12-2001 και 31-12-2001, αντίστοιχα, με την κατάθεση αίτησης αυτών προς την αρμόδια δημόσια αρχή, και έκτοτε έως την άσκηση της αγωγής (8-7-2002) δεν παρήλθε διετία.

Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου και το μοναδικό λόγο του δικογράφου των προσθέτων, από το άρθρο 560 αριθ.1 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι με την παραπάνω κρίση του το προαναφερόμενο δικαστήριο παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Ν.2362/1995, διότι η παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων των αναιρεσίβλητων άρχιζε όχι από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν, αλλά από τότε που γεννήθηκε η κάθε επί μέρους αξίωση.

Το ζήτημα που ανακύπει με τους λόγους αυτούς, αν δηλαδή η παραγραφή των ανωτέρω αξιώσεων αρχίζει από το χρόνο που γεννήθηκε κάθε μια από αυτές ή από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν και είναι δικαστικώς επιδιώξιμες, όπως όριζαν οι αντίστοιχες διατάξεις του προϊσχύσαντος Ν.Δ.321/1969, των οποίων μη επιτυχή γραμματική αναδιατύπωση συνιστούν οι προαναφερόμενες διατάξεις του Ν. 2362/1995, είναι γενικότερου ενδιαφέροντος, αφού αφορά την παραγραφή των αξιώσεων μεγάλης κατηγορίας υπαλλήλων του Δημοσίου από την ανωτέρω αιτία.

Επομένως οι ως άνω λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να παραπεμφθούν στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2β' του ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τα ως απορριπτέα κριθέντα.

Παραπέμπει στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους αναφερόμενους στο αιτιολογικό λόγους (δεύτερο του από 1-6-2004 αναιρετηρίου και μοναδικό του από 17-9-2004 δικογράφου των προσθέτων) της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ