Legislator Case Law & Legislation
431/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding sentencing and lack of specific factual basis for mitigation.

Case Number 431/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for smuggling and illegal entry, finding the grounds insufficient. The appellant argued for mitigation based on moral motives and sentencing errors but failed to cite specific factual circumstances or define the legal error precisely. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible under Article 510 of the Criminal Procedure Code for lacking the required clarity and specificity.

Legislator headnote

AI generated

Articles 473, 474, 510, 578 of the Criminal Procedure Code; An appeal must state specific factual circumstances and clearly define the alleged legal error, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
Criminal Procedure Code Appeal grounds Specificity requirement Inadmissible appeal Sentencing mitigation Factual basis Legal error definition

Cited Legislation

AI generated
Article 473, paragraphs 2 and 3, 474 of the Criminal Procedure Code
Article 93, paragraph 3 of the Constitution
Article 139 of the Criminal Procedure Code
Article 510, paragraph 1, items D and E of the Criminal Procedure Code
Articles 148 to 153, 473, 474, 476 of the Criminal Procedure Code
Article 578, paragraph 1 of the Criminal Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 450/1995

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 431 / 2024 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 431/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Οικονόμου, Δημήτριο Τράγκα, Κωστούλα Πρίγγουρη-Εισηγήτρια και Παρασκευή Τσούμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βιργινίας Σακελλαροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου D. C. του C., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κέρκυρας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Κωνσταντίνα Τζουβάρα, η οποία διορίστηκε με την 40/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, για αναίρεση της 86/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 1-6-2023, με αριθμό 17/2023 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και την ως άνω δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 1.6.2023 αίτηση του D. (ον) C. (επ) του C., κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Κέρκυρας, για αναίρεση της υπ' αριθ. 86/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 26.5.2023 και με την οποία κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις α) της προώθησης πολιτών τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, στο έδαφος κράτους-μέλους της Ε.Ε. από κοινού, κατά συρροή, από υπαίτιο που ενήργησε από κερδοσκοπία και β) της παράνομης εισόδου στη χώρα και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης τριάντα τριών (33) ετών και ενός (1) μηνός (εκτιτέα ποινή κάθειρξης είκοσι (20) ετών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2 και 3, 474 ΚΠοινΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωρισιά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά.

Εξάλλου η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα μετά άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα.

Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ.2 του ΠΚ θεωρείται μεταξύ άλλων 1) (η υπό στοιχ. β') το ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε θέση εξάρτησης. Για να συντρέξει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β πρέπει να αναφέρει ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια και ποία είναι αυτά, ή από μεγάλη ένδεια, που πρέπει να προσδιορίζει ή υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή συγκεκριμένης εντολής ή προσταγής προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης. Πρέπει δηλαδή να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από όχι ταπεινά αίτια (ΑΠ 271/2019, ΑΠ 1314/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος πρόβαλε διά του συνηγόρου του τον αυτοτελή ισχυρισμό για αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2β'ΠΚ. Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την ακόλουθη αιτιολογία: "Τέλος, οι λοιποί αυτοτελείς ισχυρισμοί που πρότειναν οι συνήγοροι υπεράσπισης αμφοτέρων των κατηγορουμένων, περί συνδρομής στο πρόσωπο των τελευταίων των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδαφ. β' του Π.Κ., είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, καθόσον προβλήθηκαν χωρίς επίκληση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν αυτούς. Ειδικότερα, το αίτημα για την αναγνώριση του ελαφρυντικού των μη ταπεινών αιτίων (άρθρ. 84 παρ. 2 β' Π.Κ.) που προέβαλαν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, χωρίς άλλη αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά πρέπει προεχόντως να απορριφθεί ως αόριστο (ΑΠ 450/1995 Ποιν.Χρον. ΜΕ 762) και αυτό ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα αίτια που ώθησαν τους κατηγορούμενους ήταν αντίθετα προς την κοινή συνείδηση περί της ηθικής ή της κοινωνικής τάξης".

Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αν και δεν υποχρεούτο να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόφασή του για την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ο οποίος προβλήθηκε μόνο με μνεία της διάταξης που προβλέπει την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, χωρίς επίκληση των θεμελιούντων τη συνδρομή αυτού πραγματικών περιστατικών και δεν ήταν ορισμένος, ως εκ περισσού απάντησε και τον απέρριψε ως αβάσιμο, αφού κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι τα αίτια που ώθησαν τον αναιρεσείοντα στη διάπραξη των αξιόποινων πράξεων ήταν αντίθετα προς την κοινή συνείδηση περί της ηθικής ή της κοινωνικής τάξης.

Συνεπώς οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' και Ε' ΚΠοινΔ πρώτος και δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 4, 476 παρ.1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ' αποφάσεων πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, υπάρχουν όταν στη σχετική έκθεση εκτίθενται περιστατικά από τα οποία προκύπτουν κατά τρόπο σαφή αι ορισμένο πλημμέλειες στις οποίες υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ασαφείς και αόριστοι λόγοι, μη δεκτικοί δικαστικής εκτίμησης δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγους άσκησης ενδίκου μέσου. Απλή επανάληψη των διατάξεων του άρθρου 510 του ΚΠοινΔ, που προβλέπουν τους λόγους αναιρέσεως χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας δεν αρκεί.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης προσβάλλει την αναιρεσιβαλλόμενη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 79 ΠΚ περί δικαστικής επιμέτρησης της ποινής, χωρίς να αναφέρει σε τί συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ήτοι χωρίς να εξειδικεύει τη συγκεκριμένη αναιρετική πλημμέλεια.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1.6.2023 αίτηση του D. (ον) C. (επ) του C., κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Κέρκυρας, για αναίρεση της υπ' αριθ. 86/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2023.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ