Supreme Court dismisses appeal in construction contract dispute over underground works and unjust enrichment claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision rejecting her claim for underground works and unjust enrichment. The appellant argued the appellate court erred in applying specific civil code articles regarding unjust enrichment and contract terms, but the court found the lower court correctly applied the law by rejecting the claim due to the appellant's bankruptcy. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the appellees' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal is dismissed when the appellate court has correctly applied the substantive law and no grounds for cassation exist, as the lower court's rejection of the claim based on the appellant's bankruptcy status was legally sound.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 431 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 431/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Κούσουλα - Ελευθεριάδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Δ. του Α., 2) Ν. Β. του Γ., 3) Μ. Χ. του Δ., 4) Α. Τ. του Ι., 5) Σ. Τ. του Π., 6) Δ. Ζ. του Κ., 7) Κ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Βαλτούδη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/2/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 4/4/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4554/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1468/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/9/2020 αίτησή της και τους από 15/9/2021 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αρθμ. 1468/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε απορρίψει την αγωγή της ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ.3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσείουσα άσκησε παραδεκτά με αυτοτελές δικόγραφο τους από 23-9-2021 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως (άρθρο 569 ΚΠολΔ), οι οποίοι συνεκφωνήθηκαν με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και πρέπει να συνεκδικασθούν με αυτή, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, με την αίτηση αναιρέσεως. Περαιτέρω, δε πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο αυτών των λόγων (άρθρο 577 αρθμ.3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Στην έννοια των πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 148/2009, ΑΠ 1765/2005, ΑΠ 50/1992). Δηλαδή ο λόγος αυτός (από τον αριθμό 8) ιδρύεται (και) αν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της (ΑΠ 1765/2005). Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 126/2016, ΑΠ 415/2014).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, 25/2003), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν (ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1293/2017, ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 178/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη βάση της αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας περί αναγνωρίσεως ότι η έκπτωσή της από τη σύμβαση έργου προκλήθηκε από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους υπαίτια, αντισυμβατικά, καταχρηστικά και παράνομα.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της πληττόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την ως άνω βάση της αγωγής και την απέρριψε ως μη νόμιμη. Επομένως, οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Με τους τρίτο και τέταρτο αναιρετικούς και τρίτο πρόσθετο λόγους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη όλους τους προταθέντες λόγους καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων να υπαναχωρήσουν από την εργολαβική σύμβαση.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της πληττόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, στους οποίους επιχείρησε να θεμελιώσει την καταχρηστικότητα της υπαναχωρήσεως των αναιρεσιβλήτων από την εργολαβική σύμβαση και τους απέρριψε προεχόντως ως απαράδεκτους, διότι συνιστούν απαράδεκτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, στην οποία η αναιρεσείουσα θεμελίωνε τον ισχυρισμό της περί καταχρηστικής ασκήσεως του άνω δικαιώματος, αφενός στο επικαλούμενο από την ίδια μεγάλο ποσοστό αποπερατώσεως του έργου και στην υψηλή εξ ιδίων χρημάτων δαπάνη και αφετέρου στη δημιουργία από πλευράς των αναιρεσιβλήτων της εντυπώσεως ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν το δικαίωμα της κηρύξεώς της έκπτωτης, και σε κάθε περίπτωση ως ουσία αβάσιμους, διότι οι αναιρεσίβλητοι υπαναχώρησαν εξαιτίας της μη εκπληρώσεως της συμβάσεως, οφειλομένης σε υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας.
Επομένως, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς και τους απέρριψε, οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αρθμ.8 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικό ή διεθνούς δικαίου. Για να είναι ορισμένος ο εκ του ως άνω άρθρου λόγος, πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια ο φερόμενος ότι παραβιάσθηκε κανόνας και μάλιστα ενάριθμα, οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές) της ελάσσονος προτάσεως, που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και η έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε βάσει αυτών και το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (ΟλΑΠ 20/2005,ΑΠ 1947/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου αναιρετικού λόγου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας τη σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής υπαναχωρήσεως των αναιρεσιβλήτων από την εργολαβική σύμβαση.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος, κατά το άνω σκέλος του, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο είναι το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ούτε οι παραδοχές του δικαστηρίου, δηλ. τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά ως εν προκειμένω, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Περαιτέρω, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σύμφωνα με τους οποίους κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, οι δε συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεώς της, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της, η έλλειψη δε αιτιολογίας ως προς τη διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων, εφόσον το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, δεν συνιστά εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ώστε να καθίσταται αναιρετέα, κατ' άρθρο 559 αρθμ. 19 ΚΠολΔ, η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού με την ερμηνεία που επιχειρείται καθίσταται σαφής η διαπίστωση αυτή.
Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, μέσω της συμπληρωματικής ερμηνείας, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ ΑΠ 26/2004,ΑΠ 746/2011, ΑΠ 2099/2009, ΑΠ 1183/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν αιτιολογεί την κρίση του ότι υπάρχει ασάφεια στον 10ο όρο της εργολαβικής συμβάσεως ως προς τις προϋποθέσεις κηρύξεως της αναιρεσείουσας έκπτωτης, προβαίνοντας στην ερμηνεία αυτού, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η έλλειψη αιτιολογίας ως προς τη διαπίστωση της ασάφειας σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων, δεν συνιστά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 173, 200 ΑΚ και δεν ιδρύεται ο λόγος από το άρθρο 559 αρθμ.19 ΚΠολΔ, αφού με την ερμηνεία που επιχειρείται καθίσταται σαφής η διαπίστωση αυτή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσεως λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αυτός θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 335/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρθμ.19 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν αιτιολογεί την κρίση του ότι οι συμβαλλόμενοι επεδίωξαν τη δυνατότητα κηρύξεως έκπτωτης της εργολάβου <διαζευκτικώς> στις προβλεπόμενες με τον 10ο όρο της εργολαβικής συμβάσεως περιπτώσεις της παρελεύσεως εξαμήνου από τον συμφωνηθέντα χρόνο παραδόσεως των χώρων της οικοδομής και της διακοπής των εργασιών για 90 συνεχόμενες ή 180 συνολικά ημέρες.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας από τον αρθμ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την περί των πραγμάτων ουσιαστική κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ'άρθρο 561 αρθμ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη.
Κατά το άρθρο 559 αρθμ. 20 ΚΠολΔ, αναιρείται η απόφαση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι, όμως, όταν, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του και ερμηνεία αυτού (ΑΠ 18/2009, ΑΠ155/1996). Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού.
Το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου, που παραμόρφωσε (ΑΠ1348,1022/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρθμ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ'αρθμ. .../2009 εργολαβικού συμβολαίου, με την ερμηνεία του 10ου όρου αυτού ότι επιδιώχθηκε η δυνατότητα κηρύξεώς της έκπτωτης <διαζευκτικώς> στις προβλεπόμενες σ'αυτόν τον όρο περιπτώσεις.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι δεν πρόκειται για παραμόρφωση εγγράφου με την προεκτεθείσα έννοια, αλλά για ερμηνεία αυτού, η οποία δεν ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο από τον αρθμ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικό ή διεθνούς δικαίου. Για να είναι ορισμένος ο εκ του ως άνω άρθρου λόγος, πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια ο φερόμενος ότι παραβιάσθηκε κανόνας και μάλιστα ενάριθμα, οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές) της ελάσσονος προτάσεως, που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και η έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε βάσει αυτών και το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (ΟλΑΠ27 και 28/1998, Ολ ΑΠ20/2005, ΑΠ 1947/2006,ΑΠ 325/2004).
Με τον όγδοο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες της κοινής λογικής, της κοινής πείρας, της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών με την εξίσωση του χρησιμοποιούμενου στο άρθρο 10 της εργολαβικής συμβάσεως όρου <επιπλέον> (=σωρευτικά) με τον όρο <διαζευκτικά>.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα, το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, η επίδραση αυτού στο διατακτικό της αποφάσεως και με πληρότητα οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, αφού μόνο βάσει αυτών μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή όταν γεννιέται αμφιβολία για την έννοια απευθυντέων δηλώσεων βουλήσεως, μολονότι, κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία ή η δήλωση είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, αν και ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας, κατ' αρχήν, παραβάσεως των κανόνων αυτών, στην περίπτωση, που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη κα τα συναλλακτικά ήθη.
Πρέπει δε, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δηλώσεως που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή, με σωστή ερμηνεία, η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 617/2019, ΑΠ 874/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ένατο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρθμ.1 ΚΠολΔ της παραβιάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για το λόγο ότι το Εφετείο κατέληξε στο εσφαλμένο ερμηνευτικό πόρισμα περί της δυνατότητας κηρύξεως της εργολάβου έκπτωτης "διαζευκτικώς" στις προβλεπόμενες στον όρο 10 της εργολαβικής συμβάσεως περιπτώσεις, χωρίς να λάβει υπόψη τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις τοπικές, χρονικές συνήθειες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τη φύση της συμβάσεως, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και το πώς η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων με σωστή ερμηνεία η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε αναγράφονται με πληρότητα, παρά μόνο αποσπασματικά, οι παραδοχές της αποφάσεως από τις οποίες ότι το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών.
Με τον δέκατο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση από τον αρθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 281 ΑΚ, κρίνοντας ότι η κύρια βάση της αγωγής της, με την οποία ισχυριζόταν ότι οι οικοπεδούχοι άσκησαν καταχρηστικά και υπαίτια το δικαίωμά τους να την κηρύξουν έκπτωτη, διότι αφενός το ποσοστό αποπερατώσεως του έργου ήταν μεγάλο και αφετέρου της είχαν δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσουν το εν λόγω δικαίωμά τους, έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, κατά δε το μέρος της αγωγής, με το οποίο επιχείρησε να θεμελιώσει την εκ της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος να την κηρύξουν έκπτωτη, αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσιβλήτων, στην επικαλούμενη αντισυμβατική υπαναχώρησή τους, ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά και αδικοπραξία.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το συγκεκριμένο σφάλμα στο οποίο υπέπεσε, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, το Εφετείο και η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της αποφάσεως, ούτε εκτίθενται οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλ.
τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε το δικαστήριο, αφού μόνο βάσει αυτών μπορεί να κριθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ, εγγράφου (σφάλμα αναγνώσεως), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη (ΑΠ 909/2008).
Δεν περιλαμβάνεται όμως στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, γ) ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί υπάρξεως διαγνωστικού σφάλματος, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) ποια ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της αποφάσεως, δηλαδή το επιζήμιο συμπέρασμα για τον αναιρεσείοντα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου και στ) να εκτίθενται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 333/2011,ΑΠ 909/2008, ΑΠ 1573/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ενδέκατο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρθμ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ'αρθμ..../2009 εργολαβικού συμβολαίου, κρίνοντας ότι οι παροχές της δεν μπορούσαν να αναζητηθούν με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, μετά την κήρυξή της έκπτωτης, λόγω της υπάρχουσας στην εργολαβική σύμβαση ρήτρας του άρθρου 400 ΑΚ .
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναγράφονται στο αναιρετήριο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, το διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο που έγινε δεκτό από την πληττόμενη απόφαση, ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και το επιζήμιο για την αναιρεσείουσα αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο σχετικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 14/2004, 3/1997, ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 13/2014, ΑΠ 439/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ενδέκατο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρθμ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ότι στην αγωγή της είχε υπολογίσει και την αξία των 485,14 τ.μ. από το ημιυπόγειο και τις σοφίτες που κατασκεύασε καθ'υπέρβαση των όσων προέβλεπε το εργολαβικό, με τιμή ζώνης 1.150 ευρώ, για τα οποία δεν ίσχυαν οι συμφωνίες του εργολαβικού ως προς την ποινική ρήτρα.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι τα αναφερόμενα σ'αυτόν δεν αποτελούν "πράγμα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, δηλ. αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού δικαιώματος αλλά επιχείρημα προς επίρρωση των αγωγικών της ισχυρισμών. Με το τρίτο σκέλος του ίδιου ως άνω αναιρετικού λόγου αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρθμ.1 ΚΠολΔ της παραβιάσεως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, των διατάξεων των άρθρων 281, 389, 398, 400 ΑΚ, κρίνοντας ότι η εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων υπαναχώρηση από τη σύμβαση ήταν νόμιμη και ότι η παροχή της αναιρεσείουσας εργολάβου δεν μπορούσε να αναζητηθεί με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού λόγω της ρήτρας του άρθρου 400 ΑΚ, χωρίς να συγκρίνει την ωφέλεια την οποία αποκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι (αξία του κατασκευασμένου έργου) με τις δαπάνες της εργολάβου, ώστε να κριθεί αν η εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων επίκληση του εργολαβικού και των άρθρων 389,398,400ΑΚ ήταν ή όχι καταχρηστική.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο, η επίδραση αυτού του σφάλματος στο διατακτικό της αποφάσεως, ούτε εκτίθενται με πληρότητα οι πραγματικές παραδοχές, δηλ.
τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, αφού μόνο βάσει αυτών των παραδοχών μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των πραγμάτων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Με τον πρώτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 158, 161α, 159 παρ.1, 164, 180, 181, 369 ΑΚ, κρίνοντας έγκυρο το μη περιβληθέν τον συμβολαιογραφικό τύπο από 16-12-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό "Συμπληρωματική σύμβαση έργου ...
και οικοπεδούχων" που αποτελεί συμπλήρωση και ουσιώδη τροποποίηση της εργολαβικής συμβάσεως. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο εφάρμοσε τις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα διατάξεις, οι οποίες όμως δεν εφαρμόστηκαν ούτε ήταν εφαρμοστέες, στην προκείμενη περίπτωση.
Με τον δεύτερο πρόσθετο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρθμ.8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, τον οποίο είχε επικαλεσθεί με την αγωγή της, ότι στην καθυστέρηση παραδόσεως του έργου συνέτειναν σε μεγάλο βαθμό και οι εκτεταμένες τροποποιήσεις που οι οικοπεδούχοι απαίτησαν στα υπόγεια των ιδιοκτησιών τους και στους χώρους κάτω από τις στέγες-σοφίτες, τους οποίους η αναιρεσείουσα μετέτρεψε σε χώρους κύριας χρήσεως, κατασκευάζοντας παράλληλα με την υπόλοιπη οικοδομή και 12 χώρους, συνολικού εμβαδού 494,61 τ.μ.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της πληττόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο επί του ως άνω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας δέχθηκε τα ακόλουθα: "...πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι πρόκειται περί πραγματικού ισχυρισμού που το πρώτον προτείνεται με το εφετήριο και δεν περιλαμβανόταν στο αγωγικό δικόγραφο και δευτερευόντως ως ουσία αβάσιμος, διότι το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό υπεγράφη την ίδια ημέρα με την .../2009 εργολαβική σύμβαση, με την οποία η ενάγουσα ρητώς δεσμεύθηκε ως προς το συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα εκτελέσεως και ολοκληρώσεως του έργου, στο οποίο με πλήρη επίγνωση συνυπολόγισε και τις άνω επιπρόσθετες εργασίες, τις οποίες άλλωστε θα εκτελούσε και στους διαιρετούς χώρους του εργολαβικού της ανταλλάγματος, μετατρέποντας προς όφελος απάντων των συμβαλλομένων, απλά διαμερίσματα σε διώροφες μεζονέτες".
Επομένως, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και ρητώς τον απέρριψε, ο ως άνω αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο είναι αβάσιμος.
Με τον τέταρτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.ΑΚ, σε συνδ. με εκείνες των άρθρων 158, 161,159,164,180,181,369 ΑΚ, απορρίπτοντας την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής της, με την οποία ζητούσε να της καταβληθεί το ποσό των 557.911 ευρώ για τα υπόγεια και τις σοφίτες που κατασκεύασε σε εκτέλεση του άκυρου από 16-12-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, καθ'υπέρβαση των όσων προέβλεπε η εργολαβική σύμβαση.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσίαν την πρωτοδίκως προταθείσα και νομίμως επαναφερθείσα ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί καταπτώσεως της ρήτρας του άρθρου 400 ΑΚ και απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία η αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι-οικοπεδούχοι να της καταβάλουν τις παροχές της προς αυτούς, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω της κηρύξεώς της έκπτωτης.
Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο εφάρμοσε τις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα διατάξεις, οι οποίες όμως δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω, αλλά ήταν αυτές που εφάρμοσε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, ούτε λόγος προς αυτεπάγγελτη εξέταση, κατ'άρθρο 562 αρθμ.4 ΚΠολΔ, αφού δεν διαπιστώθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβάσεις που εμπίπτουν στους αναφερόμενους στην εν λόγω διάταξη λόγους αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρθμ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 191αρθμ.2ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-9-2020 αίτηση και τους από 23-9-2021 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ'αρθμ.1468/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο συνολικό, για όλους, χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ