Legislator Case Law & Legislation
431/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident liability ruling due to insufficient evidence of employer control over contractor.

Case Number 431/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Egnatia Odoe A.E.'s appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding a traffic accident involving a motorcycle. The appellant argued the court ignored police reports and university measurements proving the road was in poor condition, claiming the employer was liable for the contractor's negligence. The court rejected this, stating the lower court properly evaluated all evidence, including the disputed documents, and found no legal basis to attribute liability to the employer.

Legislator headnote

AI generated

Articles 681, 688-691 and 698 of the Civil Code; Article 6 of Law 1418/1984: An employer is not presumed liable for a contractor unless the employer explicitly reserved the right to direct and supervise the work, and the lower court's assessment of evidence regarding road conditions and contractor negligence is final and binding on appeal.

Keywords

AI generated
employer liability contractor supervision traffic accident road maintenance civil appeal evidence evaluation negligence attribution

Cited Legislation

AI generated
Articles 681, 688-691 and 698 of the Civil Code
Article 6 of Law 1418/1984
Article 559 paragraph 11 item 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 431 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 431/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χριστίνα Ακριβοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Γ. του Ε., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ντοκατζή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/1/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 7/2/2013 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12613/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1080/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/6/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τα άρθρα 681, 688-691 και 698 ΑΚ, προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται, κατ' αρχήν, ως προστηθείς του εργοδότη. Όταν, όμως, ο εργοδότης επιφύλαξε (ρητά ή σιωπηρά) για τον εαυτό του τη διεύθυνση και την επίβλεψη εκτέλεσης του έργου και μάλιστα (επιφύλαξε) το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση πρόστησης με τον εργοδότη, οπότε, στην περίπτωση αυτή, τα σχετικά με την ευθύνη (ενδοσυμβατική ή εξωσυμβατική) αυτών (εργοδότη-εργολάβου) ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 330, 334, 922 ΑΚ).

Περαιτέρω, στο άρθρο 6 του Ν. 1418/1984, με τίτλο "Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων", ορίζεται ότι "1. Η παρακολούθηση, ο έλεγχος και η διοίκηση των έργων ανήκει στην αρμόδια τεχνική υπηρεσία του φορέα κατασκευής του έργου (διευθύνουσα υπηρεσία ή επιβλέπουσα υπηρεσία), η οποία ενεργεί ό,τι απαιτείται για την καλή και έγκαιρη εκτέλεση των έργων και ορίζει τους τεχνικούς υπαλλήλους που θα ασχοληθούν ειδικότερα με την επίβλεψη, προσδιορίζει τα καθήκοντα τους όταν είναι περισσότεροι από έναν, παρακολουθεί το έργο τους και γενικά προβαίνει σε κάθε νόμιμη ενέργεια. ... 2.

Στην περίπτωση κατασκευής έργου με ανάθεση σε ανάδοχο, η επίβλεψη αποσκοπεί στην πιστή εκπλήρωση απ' τον ανάδοχο των όρων της σύμβασης και στην κατασκευή του έργου κατά τους κανόνες της τέχνης, ώστε να ανταποκρίνεται στον προορισμό του. Η επίβλεψη μπορεί να ασκηθεί εκτός από τον τόπο των έργων και σε όλους τους χώρους που κατασκευάζονται τμήματα του έργου.

Ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη άσκηση της επίβλεψης στα εργοτάξια που τυχόν κατασκευάζονται τμήματα του έργου και γενικά σε όλους τους χώρους που κρίνει απαραίτητο η επιβλέπουσα υπηρεσία". Στο άρθρο 7 του αυτού νομοθετήματος ορίζονται τα εξής: "1. Ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να κατασκευάσει το έργο κατά τους όρους της σύμβασης και τις σύμφωνες προς αυτή και το νόμο έγγραφες εντολές του φορέα κατασκευής του έργου.

Ο ανάδοχος που δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του μπορεί να κηρυχθεί έκπτωτος. 2. ...". Περαιτέρω στο άρθρο 34 του π.δ/τος 609/1985, με τίτλο "Κατασκευή δημοσίων έργων" ορίζεται ότι "1. Ο ανάδοχος έχει την υποχρέωση να τηρεί με ακρίβεια τη διάταξη και τις διαστάσεις των διαφόρων μερών του έργου, όπως προκύπτουν από τα εγκεκριμένα σχέδια ή άλλα στοιχεία της μελέτης. ... 3.

Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση, ο ανάδοχος υποχρεούται να διαθέσει για το έργο όλο το απαιτούμενο προσωπικό, υλικά, μηχανήματα, οχήματα, αποθηκευτικούς χώρους και οποιαδήποτε άλλα μέσα. Ο ανάδοχος σε κάθε περίπτωση βαρύνεται με όλες τις απαιτούμενες δαπάνες για την ολοκλήρωση του έργου, όπως είναι ...

οι δαπάνες αποζημιώσεων ζημιών στο προσωπικό του, στον κύριο του έργου ή σε οποιονδήποτε τρίτο και γενικά κάθε είδους δαπάνη απαραίτητη για την καλή και έντεχνη εκτέλεση του έργου. 4. Ο ανάδοχος έχει την υποχρέωση για την τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, των διατάξεων και κανονισμών για την πρόληψη ατυχημάτων στο προσωπικό ...

ή σε οποιονδήποτε τρίτο και για τη λήψη μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος. Σχετικά με τη λήψη μέτρων ασφαλείας είναι υποχρεωμένος να εκπονεί με ευθύνη του κάθε σχετική μελέτη (στατική, ικριωμάτων, μελέτη προσωρινής σήμανσης έργων κ.λπ.) και να λαμβάνει όλα τα σχετικά μέτρα". Με την τελευταία αυτή διάταξη δεν επιχειρήθηκε, προδήλως, η κατάργηση ή τροποποίηση των σχετικών κειμένων διατάξεων, με τις οποίες ρυθμίζονται διαφορετικά τα ανωτέρω θέματα, αλλά αποκλειστικώς ο καθορισμός των υποχρεώσεων του αναδόχου έναντι του κυρίου του έργου προς εξυπηρέτηση των δια του ν. 1418/1984 και του π.δ/τος 609/1985 επιδιωκομένου σκοπού, συνισταμένου στην αρτιότερη και ευχερέστερη εκτέλεση των δημοσίων έργων.

Εκ τούτων, παρέπεται ότι ο κύριος δημοσίου έργου, έχοντας την ιδιότητα του προσήκοντος αναδόχου όπως προσδιορίζεται στην προαναφερθείσα διάταξη στο άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 1491/1984, υπέχει αστική ευθύνη για τις ζημίες που προκαλούνται σε τρίτους εξ αιτίας της εκτελέσεως δημοσίου έργου, έστω κι αν η εκτέλεση του έργου αυτού έχει ανατεθεί δια συμβάσεως σε ιδιώτη ανάδοχο (ΑΠ 2112/2014).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμέλειας και για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε όντως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, και γι' αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 1356/2018, ΑΠ 633/2014, ΑΠ 1693/2013, ΑΠ 180/2011).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Ειδικότερα δε, ως προς τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, το δικαστήριο τους παραβιάζει όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείψει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών, και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά την ερμηνεία κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 229/2004). Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξίων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό παρά ταύτα προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί (ΑΠ 1212/2008, ΑΠ 2197/2007).

Κατά δε το άρθρο 559 αριθμ.19 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 15/2006 ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια, ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό.

Και, συγκεκριμένα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια", καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση (ΟλΑΠ 32/1996, 20/2005.

ΟλΑΠ 16/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 238/2020, ΑΠ 587/2020, ΑΠ 1401/2010, ΑΠ 1198/2009, ΑΠ 216/2009). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 238/2020, ΑΠ 573/2018).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, από το Εφετείο: "...από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, οι οποίοι εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από όλα, ανεξαιρέτως, τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, εκτιμώμενα είτε ως αυτοτελείς αποδείξεις είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα της ποινικής προανακριτικής δικογραφίας, που λαμβάνονται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων..., οι φωτογραφικές αναπαραστάσεις, που απεικονίζουν την κατάσταση της οδού και της δίκυκλης μοτοσυκλέτας μετά το ατύχημα και δεν αμφισβητούνται..., οι ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, που συντάχθηκαν κατόπιν αίτησης των διαδίκων και αποτελούν έγγραφα που εκτιμώνται ελεύθερα, κάποια από τα οποία, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους μνημονεύονται ειδικότερα παρακάτω, χωρίς να παραγνωρίζεται η αποδεικτική δύναμη των λοιπών, καθώς και από τα έγγραφα που παραδεκτά προσκομίζει ο εκκαλών στην παρούσα κατ' έφεση δίκη..., αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Στις 22-7-2010 και ώρα 06:30' περίπου, ο ενάγων οδηγώντας τη με αριθμ. κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσικλέτα, εργοστασίου κατασκευής ΥΑΜΑΗΑ, 998 c.c., έτους κατασκευής 1994, ιδιοκτησίας της αδελφής του Ε. Γ., έβαινε επί της Εγνατίας Οδού, με κατεύθυνση από Καβάλα προς Θεσσαλονίκη. Σημειώνεται ότι ή ως άνω οδός είναι διπλής κυκλοφοριακής κατεύθυνσης, το δε προς Θεσσαλονiκη ρεύμα κυκλοφορίας είναι πλάτους 7,70 μ., με δύο λωρίδες κυκλοφορίας και μια λωρίδα έκτακτης ανάγκης πλάτους 1,80 μ.

Προσεγγίζοντας ο ενάγων τη χ/θ 157,300, όπου η οδός είναι οριζόντια και υπάρχει αριστερή στροφή (ως προς την πορεία του), ενώ επικρατούσε επαρκής φωτισμός ημέρας, κινούμενος με αυξημένη ταχύτητα, 100 χλμ/ώρα, ενόψει του ότι στο σημείο εκείνο υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32 (μέγιστη ταχύτητα 60 χλμ/ώρα), καθώς και πινακίδα αναγγελίας κινδύνου Κ-25 (προσοχή άλλοι κίνδυνοι μη δηλούμενοι στις πινακίδες Κ-1 έως Κ-24), ενώ διάνυε την ως άνω στροφή, λόγω ολισθηρότητας του οδοστρώματος, έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του, με αποτέλεσμα να εκτραπεί αυτή της πορείας της προς τα δεξιά, διαγράφοντας επί του οδοστρώματος ίχνη πλάγιας ολίσθησης μήκους 10,7 μ.

και χαραγές μήκους 8 μ., ενώ ο ίδιος (ενάγων) κατέπεσε επί του ασφαλτοτάπητα, όπου σύρθηκε επί αρκετά μέτρα και αφού προσέκρουσε με σφοδρότητα στα προστατευτικά μεταλλικά κιγκλιδώματα, που υπήρχαν στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας του, εκτινάχθηκε εκτός του οδοστρώματος σε θαμνώδη παραπλεύρως έκταση.

Η ολισθηρότητα του οδοστρώματος είχε προέλθει από φουντουκέλαιο, που είχε διαρρεύσει επί της οδού και είχε εξαπλωθεί σε όλο το πλάτος του οδοστρώματος την προηγούμενη ημέρα, ήτοι την 21-7-2010 και ώρα 02:25', από το με αριθμ. … ρυμουλκό, που ρυμουλκούσε το με αριθμ. …. ημιρυμουλκούμενο, που οδηγούσε ο τούρκος υπήκοος, Μ.

Σ. και μετέφερε 24.500 κιλά φουντουκέλαιο, το οποίο ανατράπηκε επί του οδοστρώματος, 140 μέτρα πριν από το σημείο του επίδικου ατυχήματος, με αποτέλεσμα να υπάρξει διαρροή του μεταφερόμενου φορτίου (φουντουκέλαιου) στο οδόστρωμα, σε όλο το πλάτος του οδοστρώματος και σε μήκος τουλάχιστον 100μ. Τα προαναφερόμενα, αναφορικά με την περιγραφή του τόπου, όπου συνέβη το επίδικο ατύχημα, τις επικρατούσες συνθήκες επί της οδού και το σημείο όπου συνέβη το προηγούμενο, του επιδίκου, ατύχημα, προκύπτουν από την έκθεση αυτοψίας του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος, αναφορικά δε με το τμήμα της οδού που καλύφθηκε με φουντουκέλαιο, προκύπτει από έγγραφο της ίδιας της πρώτης εναγομένης (βλ.

την από 22-7-2010 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το με αριfl.πρωτ. …/….-3-2011 έγγραφο της Εγνατίας Οδού). Ομόρροπα και έμπροσθεν από την δίκυκλη μοτοσικλέτα του ενάγοντος κινούνταν άλλο δίκυκλο όχημα, που οδηγούσε ο Χ. Τ., ο οποίος, όταν έφθασε στο ίδιο σημείο της οδού, όπως ο ίδιος καταθέτει, προανακριτικά, στο πλαίσιο της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, απώλεσε στιγμιαία, λόγω ολισθηρότητας του οδοστρώματος, τον έλεγχο της δίκυκλης μοτοσικλέτας του και, μετά από σειρά ελιγμών, επέτυχε να ανακτήσει τον έλεγχο αυτής.

Αμέσως μετά την ανατροπή του προαναφερόμενου ρυμουλκού με το ημιρυμουλκούμενο, στις 21-7-2010 περί ώρα 02:25', ειδοποιήθηκε η Τροχαία, η οποία διέκοψε την κυκλοφορία όλων των οχημάτων επί του αυτοκινητοδρόμου στο συγκεκριμένο τμήμα, ενώ συγχρόνως ειδοποιήθηκαν και η πρώτη και η δεύτερη των εναγομένων, συνεργείο δε της δεύτερης εναγομένης μετέβη στον τόπο του ατυχήματος και έριξε στο οδόστρωμα πριονίδι.

Στις 11:00' της ίδιας ημέρας (21-7-2010), το βυτίο απομακρύνθηκε, ήτοι αφού παρέμεινε εννέα περίπου ώρες επί του οδοστρώματος και το φουντουκέλαιο, που είχε διαρρεύσει είχε "ποτίσει" την άσφαλτο. Εν συνεχεία η Πυροσβεστική έπλυνε το οδόστρωμα με νερό, ενώ συνεργείο της δεύτερης εναγομένης έριξε εκ νέου πριονίδι στο οδόστρωμα.

Επιπλέον, τοποθέτησαν προειδοποιητικές πινακίδες Ρ-32, με όριο 60 χλμ./ώρα, από 80χλμ./ώρα που ήταν το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο εν λόγω τμήμα της οδού, καθώς και πινακίδες επισήμανσης κινδύνου (Κ25). Στις 13:30' της ίδιας ημέρας, η Τροχαία απέδωσε το τμήμα στην κυκλοφορία. Όμως, παρά το πλύσιμο της οδού με νερό και τη ρίψη πριονιδιού, το οδόστρωμα εξακολούθησε να παραμένει ολισθηρό και άκρως επικίνδυνο στο εν λόγω τμήμα του οδοστρώματος, γεγονός που επισημαίνεται από την Τροχαία Καβάλας, στις 9-9-2010 (δηλαδή 1,5 μήνα μετά το εν λόγω ατύχημα), σε σχετικό έγγραφό της που απέστειλε προς την πρώτη εναγομένη, με το οποίο ζητεί την άμεση επέμβασή της για την άρση του κινδύνου πρόκλησης τροχαίου ατυχήματος, στο σημείο όπου είχε ανατραπεί το ρυμουλκό (βλ.

το με αριθ.πρωτ.41270/9-9-2010 έγγραφο του Τ.Τ. Καβάλας). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι υπεύθυνη για την κατασκευή της ανωτέρω οδού, αλλά και για την κατάσταση και την ομαλή λειτουργία της ήταν η πρώτη εναγόμενη, εταιρία με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ". Αυτή ιδρύθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν.2229/1994 και δυνάμει της με αριθμό Δ14α/02/69/ΦΝ380/10.11.1994 (ΦΕΚ Β'/846/14.11.1994) Υπουργικής Απόφασης, με μοναδικό μέτοχο το Ελληνικό Δημόσιο και με σκοπό:

α) την ολική ή μερική μελέτη κατασκευή, επέκταση, συντήρηση, οργάνωση, εξοπλισμό, εκμετάλλευση, διοίκηση, επίβλεψη και παρακολούθηση του έργου της Εγνατίας Οδού, καθώς και του οδικού δικτύου που εξυπηρετεί άμεσα ή έμμεσα το έργο και συνδέεται με αυτό, β) την ολική ή μερική ανάθεση απευθείας στα πλαίσια των κειμένων διατάξεων, ή μέσω διαγωνισμού σε τρίτους της μελέτης, κατασκευής, επέκτασης, συντήρησης, οργάνωσης, εξοπλισμού, εκμετάλλευσης του πιο πάνω έργου καθώς και της επίβλεψης και παρακολούθησης της εκτέλεσης των σχετικών συμβάσεων και του ελέγχου των σχετικών μελετών και γ) την παροχή συμβουλών και εισήγηση σε θέματα σχετικά με τα παραπάνω.

Η πρώτη εναγομένη είναι επιχείρηση κοινής ωφέλειας, διεπόμενη από τις σχετικές για τις επιχειρήσεις αυτές διατάξεις και λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων του άρθρου 5 του ν. 2229/1994, δεν υπάγεται στις διατάξεις που διέπουν τους οργανισμούς και τις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ούτε σε εκείνες των άμεσα ή έμμεσα ανηκουσών στο Δημόσιο εταιριών, εφαρμοζόμενου κατά τα λοιπά του Κ.Ν.2190/1920.

Η πρώτη εναγομένη έχει εκ του νόμου τη δυνατότητα να αναθέτει σε τρίτους τη συντήρηση του ως άνω έργου. 'Ετσι, μεταξύ αυτής (πρώτης εναγομένης) και της δεύτερης εναγομένης, εταιρίας με την επωνυμία "ΙΟΝΙΟΣ Α.Ε.", που είναι τεχνική εταιρία, καταρτίστηκε στις 29-4-2010 σύμβαση κατασκευής έργου (διεπόμενη από τον "Κανονισμό ανάθεσης και εκπόνησης μελετών και ανάθεσης και εκτέλεσης έργων της εταιρίας ΕΟΑΕ" και τα λοιπά συμβατικά τεύχη), σύμφωνα με την οποία η πρώτη, κυρία του έργου, κατόπιν της με αριθμό …/…/…-5-2009 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της, με την οποία εγκρίθηκε το αποτέλεσμα της δημοπρασίας του έργου: "Εγνατία Οδός:

Συντήρηση και λειτουργία του τμήματος από Α/Κ Αγίου Ανδρέα μέχρι Κήπους (2009 - 2014)", ανέθεσε στην δεύτερη, ως ανάδοχο - μειοδότη και αυτή αποδέχτηκε και ανέλαβε, έναντι του συμφωνηθέντος ανταλλάγματος, την εκτέλεση του ως άνω έργου. Σύμφωνα με την Τεχνική Περιγραφή του ανωτέρω έργου, η "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ", κυρία του έργου, διατήρησε ρητά το δικαίωμα αναπροσαρμογής ή προσθήκης νέων Οδηγιών Συντήρησης και Λειτουργίας και Λειτουργικών Διαδικασιών οποιαδήποτε χρονική στιγμή κατά την διάρκεια της σύμβασης, ενώ οι παραπάνω αναπροσαρμογές ή προσθήκες, εφόσον δεν μεταβάλλουν τον αριθμό του απαιτούμενου προσωπικού από την ανάδοχο, αλλά μόνο τις διαδικασίες εργασιών συμφωνήθηκε πως δεν δικαιολογούν πρόσθετη, οικονομική αποζημίωση από την τελευταία (βλ.

Τεχνική Περιγραφή Κεφ. 1 Γενικά, σελ. 6). Το δε αντικείμενο της εργολαβίας συνίστατο: 1) στην τεχνική αστυνόμευση και στοιχειώδη συντήρηση της οδού και των σηράγγων, 2) στη λειτουργία του αυτοκινητοδρόμου που περιελάμβανε: α) τις εργασίες χειμερινής συντήρησης και β) την αντιμετώπιση έκτακτων περιστατικών, 3) στις εργασίες βελτίωσης για την κάλυψη των αναγκών λειτουργίας της οδού (κατασκευή σταθμών αποχιονισμού, αναδιαγράμμιση της οδού εγκατάσταση μετρητών κυκλοφοριακών δεδομένων κ.λ.π.). 4) στις εργασίες συντήρησης ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων της οδού.

Η κυρία του έργου διατήρησε το δικαίωμα, για λόγους απρόσκοπτης και ασφαλούς λειτουργίας της οδού, να προβαίνει σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις και αιτιολογημένα, σε εργασίες και αποκατάσταση βλαβών που ενδέχεται να απαιτηθούν στην περιοχή του έργου, με δικά της μέσα ή δίδοντας εντολή σε άλλους αναδόχους συντήρησης εργαζόμενους σε παρακείμενα οδικά τμήματα της Εγνατίας Οδού (βλ.

Τεχνική Περιγραφή, Κεφ.1.1 αντικείμενο των εργασιών, σελ. 6-7). Η τεχνική αστυνόμευση περιελάμβανε το σύνολο των ενεργειών και δράσεων για την επισήμανση των φθορών και βλαβών των στοιχείων της οδού και τον εντοπισμό επικείμενων κινδύνων για τους χρήστες. Η συντήρηση περιλάμβανε τις εργασίες στοιχειώδους συντήρησης που εκτελούνται κατά τακτά χρονικά διαστήματα στα πλαίσια της απρόσκοπτης λειτουργίας της οδού.

Η συχνότητα των εργασιών αυτών εξαρτάτο είτε μόνο από τις περιβαλλοντικές συνθήκες (κυκλική όπως π.χ. η συντήρηση του πρασίνου, ο καθαρισμός αποχέτευσης κλπ.), είτε από την κυκλοφορία της οδού σε συνδυασμό με τις περιβαλλοντικές συνθήκες (μη κυκλική, όπως η πλήρωση λάκκων, αποκομιδή απορριμμάτων κ.λ.π.), είτε από τις προδιαγραφές κατασκευαστή του εξοπλισμού και τη χρήση αυτού (π.χ.

επιθεώρηση και τακτική συντήρηση ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων αλλαγή λαμπτήρων φωτισμού κλπ). Ειδικότερα, τεχνική αστυνόμευση της οδού θα πραγματοποιούνταν σύμφωνα με τις "Οδηγίες Συντήρησης Αυτοκινητοδρόμων, Τεύχος 1: "Στοιχειώδης Συντήρηση" ΥΑ ΥΠΕΧΩΔΕ Δ3β/156/10-Ω/30.6.2003). Στην τεχνική αστυνόμευση είχε τη δυνατότητα να συμμετέχει και προσωπικό της Υπηρεσίας.

Οι δε φθορές που θα εντοπίζονταν από την τεχνική αστυνόμευση της οδού, εντάσσονταν σε δύο κατηγορίες: α) φθορές που χρήζουν άμεσης προσοχής καθώς συνεπάγονται άμεσο ή επικείμενο κίνδυνο για τους χρήστες του αυτοκινητόδρομου (π.χ. καταπτώσεις, φθορές σε ρυθμιστικές πινακίδες και σε πινακίδες αναγγελίας κινδύνου, φθορές στην περίφραξη, σε κολόνες φωτισμού κ.λ.π.), β) λοιπές φθορές, που δεν προκαλούν άμεσο κίνδυνο για τους χρήστες του αυτοκινητοδρόμου. (βλ.

τεχνική περιγραφή, Κεφ. 2, 2.1.1 σελ.7-8). Σε περιπτώσεις εκτάκτων αναγκών, όπου παρατηρούνταν ζημιές στον αυτοκινητόδρομο, που δεν εντάσσονταν στα πλαίσια της στοιχειώδους συντήρησης, η ανάδοχος θα διέθετε κατάλληλα μηχανήματα και συνεργεία για την αντιμετώπισή τους. Οι εργασίες συντήρησης στις περιπτώσεις αυτές θα εκτελούντο μόνο έπειτα από εντολή της αντισυμβαλλόμενης εταιρίας (Ε.Ο.Α.Ε.), για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Το είδος και ο αριθμός των μηχανημάτων και του προσωπικού που θα χρησιμοποιείτο στις περιπτώσεις εργασιών συντήρησης για την αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών θα αποφασιζόταν από την Ε.Ο.Α.Ε. (βλ. Τεχνική Περιγραφή, Κεφ. 2.1.2.8 σελ.13). Ακόμη στην Ειδική Συγγραφή Υποχρεώσεων για το ανωτέρω έργο, αναφέρεται ότι ο ανάδοχος υπόκειται στον έλεγχο της Υπηρεσίας (Ε.Ο.Α.Ε.). . .

Ο ανάδοχος έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις έγγραφες εντολές της Υπηρεσίας, που δίνονται για την άρτια, εύρυθμη και έντεχνη εκτέλεση του έργου και οφείλει να διευκολύνει την επίβλεψη και το προσωπικό της Υπηρεσίας Επίβλεψης στην άσκηση των ελέγχων (βλ. όρο 1.4.1 Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων). Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, για το επίδικο ατύχημα ευθύνονται τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη εναγομένη.

Συγκεκριμένα η δεύτερη εναγομένη, "ΙΟΝΙΟΣ Α.Ε.", ευθύνεται, ως ανάδοχος του έργου "Εγνατία Οδός: Συντήρηση και λειτουργία του τμήματος από Α/Κ Αγίου Ανδρέα μέχρι Κήπους (2009 - 2014)", εντός του οποίου συνέβη το επίδικο ατύχημα, διότι, δια των αρμοδίων οργάνων της, παρέλειψε να καθαρίσει επαρκώς το οδόστρωμα, μετά την ανατροπή του παραπάνω ρυμουλκού με το ρυμουλκούμενο, από τη διαρροή του φουντουκέλαιου επ' αυτού, με τη χρήση ειδικών χημικών, πέραν της ρίψης πριονιδιού και του καθαρισμού με νερά, καθώς επίσης και επειδή παρέλειψε να τοποθετήσει κάθετη σήμανση επ' αυτού, που να προειδοποιεί τους οδηγούς για την ολισθηρότητα του οδοστρώματος, ήτοι με την τοποθέτηση πινακίδων Κ-12 (ολισθηρό οδόστρωμα), ώστε να εξασφαλίσει, ως όφειλε, την ομαλή λειτουργία της ως άνω οδού.

Η δε πρώτη εναγομένη, "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ", ευθύνεται ως κυρία και εργοδότρια του έργου, η οποία όμως επιφύλαξε για τον εαυτό της την διεύθυνση και επίβλεψη αυτού, με την έννοια του δικαιώματος να δίνει σε κάθε στιγμή εντολές και οδηγίες για την εκτέλεσή του στην αντισυμβαλλόμενη της, δεύτερη εναγομένη, προστηθείσα στην υπηρεσία της, διότι από αμέλειά της, ενώ όφειλε και είχε την δυνατότητα, δεν της έδωσε τις κατάλληλες εντολές και οδηγίες, προκειμένου η δεύτερη να μεριμνήσει για την απομάκρυνση υπολειμμάτων ελαίου από την άσφαλτο και να φροντίσει για την τοποθέτηση κατάλληλων προειδοποιητικών πινακίδων, πριν το επικίνδυνο τμήμα του δρόμου.

Άλλωστε, η παραπάνω σχέση μεταξύ των εναγομένων, επιβεβαιώνεται και από την μεταξύ των ως άνω εταιριών αλληλογραφία, σε σχέση με την αποκατάσταση της επικινδυνότητας (ολισθηρότητας) του οδοστρώματος) μετά την ανατροπή του ελκυστήρα, από την οποία προκύπτει ότι η δεύτερη εναγομένη ενεργούσε κατόπιν εντολών της πρώτης εναγομένης, ενώ η δεύτερη ενημέρωνε την πρώτη για τις ενέργειές της.

Συγκεκριμένα, στις 14-9-2010 η πρώτη εναγομένη έδωσε εντολή στη δεύτερη να προχωρήσει άμεσα στην προμήθεια ειδικών βιομηχανικών απορροφητικών για χρήση στην εν λόγω θέση του αυτοκινητόδρομου, στις 27-9-2010 της έδωσε εντολή να προβεί στο φρεζάρισμα του ασφαλτοτάπητα και στη διάστρωση νέου, αφού προηγουμένως καθαριστεί κάθε ίχνος ελαίου, ενώ στις 11-11-2010 η δεύτερη εναγομένη υπέβαλε στην πρώτη εναγομένη μελέτη σήμανσης προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι εργασίες φρεζαρίσματος και διάστρωσης αντιολισθηρού ασφαλτικού τάπητα, οι οποίες θα ξεκινούσαν στις 19-11-2010 και θα ολοκληρωνόταν στις 22-11-2010 (βλ.

τα με αριθ. πρωτ. …/…-9-2010 και …/…-9-2010 έγγραφα της "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ" προς την "ΙΟΝΙΟΣ Α.Ε.", καθώς και το με αριθ. πρωτ. …/…/…-11-2010 έγγραφο της δεύτερης προς την πρώτη). Από τα ίδια ως άνω έγγραφα προκύπτει ότι το οδόστρωμα στη συγκεκριμένη θέση, όπου έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, εξακολουθούσε να είναι ολισθηρό μέχρι τις ως άνω ημερομηνίες και συγκεκριμένα μέχρι 19-11-2010, οπότε έγιναν εργασίες διάστρωσης νέου ασφαλτοτάπητα στο συγκεκριμένο σημείο.

Αποτέλεσμα των παραπάνω παραλείψεων της δεύτερης ήταν να προκληθεί το επίδικο τροχαίο ατύχημα και επομένως ευθύνεται και η πρώτη εναγομένη για τις βλάβες που προκάλεσαν οι πράξεις και παραλείψεις της δεύτερης σε τρίτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 922 ΑΚ. Πέραν όμως από την ανωτέρω υπαίτια (αμελή) συμίιτεριφορά των εναγομένων, επέδειξε αμελή συμπεριφορά και ο ενάγων.

Συγκεκριμένα, ο τελευταίος, κατά παράβαση των άρθρων 12§1, 19§§1,2,3 του ΚΟΚ, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ασκώντας τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του δικύκλου του, ώστε να έχει την/δυνατότητα άμεσης αντίδρασης και εκτέλεσης των απαιτούμενων χειρισμών ενώπιον κάθε πιθανού κινδύνου, είχε δε αναπτύξει ταχύτητα που υπέ'ρέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, ενόψει του ότι στο συγκεκριμένο σημείο της οδού υπήρχε σχετική σήμανση για μέγιστο όριο ταχύτητας 60 χλμ/ω και σήμανση αναγγελίας κινδύνου, οπότε, εφόσον αυτός είχε προσαρμόσει την ταχύτητά του ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούσαν, θα είχε αποσοβηθεί η έκταση των συνεπειών του ατυχήματος.

Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι κινούνταν με κανονική ταχύτητα; ήτοι δ0χλμ/ω. Λαμβάνοντας όμως υπόψη την προανακριτική, στο πλαίσιο της ποινικής δικογραφίας, κατάθεση αυτού, όπου αναφέρει ότι κινούνταν με ταχύτητα 60-70 χλμ/ω και το γεγονός ότι μετά την ανατροπή της μοτοσικλέτας του, ο ίδιος ολίσθησε επί του οδοστρώματος, εν συνεχεία προσέκρουσε βίαια στα μεταλλικά κιγκλιδώματα, δεξιά, και εν συνεχεία εκτινάχθηκε παραπλεύρως της οδού, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτός κινούνταν με την προαναφερόμενη ταχύτητα (100χλμ/ω).

Με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν και ενόψει της προαναφερθείσας αμελούς συμπεριφοράς των εναγομένων εταιριών, η ευθύνη τους για το επίδικο ατύχημα ανέρχεται σε ποσοστό 60%, η δε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του παθόντος, που συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση της σύγκρουσης και τον τραυματισμό του, ανέρχεται σε ποσοστό 40%, κατά παραδοχή εν μέρει ως ουσία βάσιμης, της έντασης συνυπαιτιότητας που πρόβαλαν νόμιμα (άρθρο 300 Α.Κ.), οι εναγόμενες εταιρίες...".

Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο: α) δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την ένδικη έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου. β) Εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία απέρριψε, στο σύνολό της, την ένδικη αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, μετά την παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας του αρνητικού αυτής (αγωγής) ισχυρισμού της ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης, περί έλλειψης παθητικής της νομιμοποίησης, γιατί δέχθηκε ότι αυτή δεν είχε την επίβλεψη και διεύθυνση του υπόψη έργου και, ως εκ τούτου, δεν τελούσε σε σχέση πρόστησης με τη, μη διάδικο στην παρούσα, αναιρετική, δίκη, συνεναγομένη της, εργολάβο και, γιατί, εν τέλει, έκρινε (η πρωτοβάθμια απόφαση) ως αποκλειστικά υπαίτιο για το ένδικο ατύχημα και τις εξ αυτού ζημίες του τον ενάγοντα.

Και, στη συνέχεια, γ) δέχθηκε, εν μέρει την ένδικη αγωγή, αναγνωρίζοντας συνυπαίτιο του ενδίκου ατυχήματος τον ήδη αναιρεσίβλητο, ενάγοντα και επιδίκασε σ' αυτόν, τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφασή του χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση για τις θετικές και αποθετικές ζημίες του, την ηθική βλάβη του και, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, για την αναπηρία, που του προκλήθηκε, συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 71, 297, 298, 299, 300, 914, 922 και 932 ΑΚ. Ιδίως, με βάση τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, στοιχειοθετείται σχέση προστήσεως μεταξύ της ήδη αναιρεσείουσας εναγομένης και της προαναφερθείσας εταιρείας με την επωνυμία "ΙΟΝΙΟΣ Α. Ε.", δεύτερης εναγομένης, ήδη μη διαδίκου, καθώς και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επίμαχης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της ανωτέρω προστηθείσας, από την αναιρεσείουσα και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος σε βάρος του ήδη αναιρεσίβλητου, ενάγοντος, αφού η συμπεριφορά αυτή ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα, χωρίς τη μεσολάβηση, άλλου γεγονότος.

Τις διατάξεις αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις, που διατυπώνονται, με τους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους (κατά την αρίθμησή τους από το παρόν Δικαστήριο), από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, η επίσης, από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, εγειρόμενη αιτίαση, περί παραβιάσεως, από το Εφετείο, των ερμηνευτικών κανόνων, σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων Α-5 και Α-15 της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων, που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ένδικης εργολαβικής σύμβασης, συνεπεία της οποίας (ερμηνείας) κατέληξε στο πόρισμα ότι η ανωτέρω εταιρεία "ΙΟΝΙΟΣ ΑΕ", ενεργούσε, εν προκειμένω, ως προστηθείσα αυτής, είναι απαράδεκτη, ως αόριστη, αφού για τη θεμελίωσή της δεν αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό παρά ταύτα προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές του, δεν διαπίστωσε κενό και δεν προέβη σε ερμηνεία αυτών. Τέλος, οι ίδιοι, ως άνω, αναιρετικοί λόγοι (1ος, 2ος) ως προς τις λοιπές αιτιάσεις τους, κατά τις οποίες δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας ή των προστηθέντων υπαλλήλων της, για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, το οποίο οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου, συνισταμένη στο ότι αυτός οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του, χωρίς την απαιτούμενη, από τις περιστάσεις, προσοχή και με μεγάλη ταχύτητα, είναι απαράδεκτοι, καθόσον πλήττουν την, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική κρίση του Εφετείου.

ΙΙ. Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην ένδικη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, περί της, εν μέρει, ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "...τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, οι οποίοι εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από όλα, ανεξαιρέτως, τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, εκτιμώμενα είτε ως αυτοτελείς αποδείξεις είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα της ποινικής προανακριτικής δικογραφίας, που λαμβάνονται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων..., οι φωτογραφικές αναπαραστάσεις, που απεικονίζουν την κατάσταση της οδού και της δίκυκλης μοτοσυκλέτας μετά το ατύχημα και δεν αμφισβητούνται..., οι ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, που συντάχθηκαν κατόπιν αίτησης των διαδίκων και αποτελούν έγγραφα που εκτιμώνται ελεύθερα, κάποια από τα οποία, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους μνημονεύονται ειδικότερα παρακάτω, χωρίς να παραγνωρίζεται η αποδεικτική δύναμη των λοιπών, καθώς και από τα έγγραφα που παραδεκτά προσκομίζει ο εκκαλών στην παρούσα κατ' έφεση δίκη...".

Από τη γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, παρόλο που δεν μνημονεύει ειδικώς και δεν αξιολογεί χωριστά, το καθένα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο με αρ. πρωτ. …/…./…/…/2014 έγγραφο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Καβάλας, με θέμα "Χορήγηση στοιχείων για τροχαία ατυχήματα", το με ημερομηνία 05-10-2010, έγγραφο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με θέμα "Μετρήσεις επιφανειακών χαρακτηριστικών οδοστρώματος της Εγνατίας Οδού από Α/Κ 31 Άγιος Σύλλας - Α/Κ Παλιού (χ.

θ. 3+870 έως 4+120)", τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, που σχηματίσθηκε για το ένδικο ατύχημα, μεταξύ των οποίων η έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας, η ΗΦ 2514/9/9-3-2014 βεβαίωση του ΤΤ Καβάλας, η προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Τ., οι λοιπές προανακριτικές καταθέσεις (που δεν εξειδικεύονται), η κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες, το …/Συντ…./…/ΟΚ/….

έγγραφο της αναιρεσείουσας και τις καταθέσεις στην Ένορκη Διοικητική Εξέταση της πυροσβεστικής Υπηρεσίας Καβάλας, που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε, τα οποία, κατ' αυτήν αγνοήθηκαν, από το Εφετείο, πέραν του ότι ορισμένα από αυτά, όπως τα έγγραφα της ποινικής προκαταρκτικής δικογραφίας και τις φωτογραφικές αναπαραστάσεις, που απεικονίζουν την κατάσταση της οδού και της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του αναιρεσίβλητου, μετά το ατύχημα αναφέρονται ρητά στην προσβαλλόμενη.

Συνεπώς, ο 3ος λόγος αναιρέσεως, με το οποίον προβάλλεται αιτίαση κατά της αναιρεσιβαλλομένης για παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ και υποστηρίζονται, από την αναιρεσείουσα, τα αντίθετα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, με τις οποίες αποδίδεται στο Εφετείο εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτος, καθόσον, έτσι, πλήττεται η, εκφεύγουσα του αναιρετικού ελέγχου, ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.

IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί αυτή, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που νίκησε, κατά παραδοχή της βασιμότητας του νομίμως υποβληθέντος, με τις προτάσεις του, σχετικού, αιτήματος αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-06-2018 αίτηση αναίρεσης της 1080/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ