Legislator Case Law & Legislation
431/2020 AI generated

431/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 431/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/11/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 197/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13/10/2015 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

431/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν, έστω με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνηση της από τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης παρά την απουσία τους.

Keywords

AI generated
public takeover bid disruption of public services misuse of permits and plates construction cost overruns formal expropriation excessive price
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 431 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 431/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση, από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Τρικάλων που κατοικοεδρεύει στα …., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ιωάννη Μπακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Τ., κατοίκου ..., 2α) Β. Μ. του Γ., κατοίκου ... 2β) Γ. Μ. του Κ., 2γ) Ε. συζύγου Γ. Μ., κατοίκων ..., 3) Σ. Μ., 4) Ε. Γ., κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/11/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 197/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13/10/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 11/1/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, Έτσι, αν, κατά τη νέα δικάσιμο, είναι απών κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σε αυτήν νόμιμα και εμπρόθεσμα, μόνο δε αν συντρέχει η μία ή η άλλη από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος διαδίκου, κατά την νέα, μετ' αναβολή, δικάσιμο (ΟλΑΠ 41/2005, ΑΠ 350/2008), εφόσον ο απολειπόμενος διάδικος είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο, ή νόμιμα είχε παρασταθεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωση, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. (ΑΠ 241/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Τρικάλων Κ. Π., που προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον, αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης μετά της οικείας έκθεσης κατάθεσής της, καθώς και της κλήσης για εμφάνιση των αναιρεσίβλητων κατά την ορισθείσα αρχική δικάσιμο της 18-9-2017, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε σ' αυτούς, νομότυπα και εμπρόθεσμα.

Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν, έστω με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνηση της από τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης παρά την απουσία τους.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 197/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία απέρριψε κατ' ουσία την έφεση που είχε ασκήσει το αναιρεσείον κατά της 87/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 21.11.2011 ανακοπή του κατά του αναφερόμενου πίνακα κατάταξης. Η αναίρεση ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρ. 932 ΚΠολΔ, τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης βαρύνουν εκείνον κατά του οποίου αυτή στρέφεται και προκαταβάλλονται από εκείνον που την επισπεύδει, ενώ κατά το άρθρο 975 του ίδιου κώδικα η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, στη δεύτερη των οποίων γίνεται διάκριση μεταξύ αφαίρεσης των εξόδων και κατάταξης των προνομιακών απαιτήσεων, υπέγγυο στους δανειστές είναι το ποσό του εκπλειστηριάσματος που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, τα οποία δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομίων ούτε κατατάσσονται στον πίνακα, αλλά προαφαιρούνται προκειμένου να γίνει η κατάταξη των δανειστών, ορίζονται δε με τον πίνακα κατάταξης ή με ιδιαίτερη πράξη, με την οποία ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δικαιολογεί τα σχετικά κονδύλια προκειμένου να τα προαφαιρέσει από το εκπλειστηρίασμα.

Εξάλλου, ως έξοδα εκτέλεσης κατά τις παραπάνω διατάξεις νοούνται όλες οι δαπάνες που γίνονται από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή και αποβλέπουν στο γενικό συμφέρον όλων των δανειστών, εφόσον είναι αναγκαίες για τη διαδικασία της εκτέλεσης από την έναρξή της μέχρι και την περάτωσή της. Ειδικότερα, στα έξοδα αυτά περιλαμβάνονται τα αναγκαία έξοδα της προδικασίας και των προπαρασκευαστικών πράξεων της εκτέλεσης και των εν συνεχεία πράξεων αυτής, της κατάσχεσης, της συντήρησης του κατασχεθέντος πράγματος, του πλειστηριασμού και της κατάταξης των δανειστών, δηλαδή εκείνα που έγιναν για την έναρξη, κίνηση και γενικά τη διαδικασία της εκτέλεσης, βάσει της οποίας επιτεύχθηκε το εκπλειστηρίασμα, το οποίο διανέμεται στους πιστωτές με αφετηρία τα έξοδα και δικαιώματα για την έκδοση απογράφου, τη σύνταξη αντιγράφου αυτού και επιταγής προς εκτέλεση (ΑΠ 658/2014, ΑΠ 60/2011).

Τα έξοδα αυτά, προσδιορίζει ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος όχι με απλή αναφορά τους, αλλά αιτιολογημένα, σε εξειδίκευση, με αναγραφή επί της ιδιαίτερης πράξης εκκαθάρισης ή επί του πίνακα κατάταξης, των επί μέρους κονδυλίων αυτών, της αιτίας τους και του δικαιούχου αυτών, με βάση τα έγγραφα και τις αποδείξεις, που κατατίθενται από το δικαιούχο αυτών και βρίσκονται στο φάκελο του πλειστηριασμού (ΑΠ 2255/2014) και τα προαφαιρεί αυτεπαγγέλτως από το εκπλειστηρίασμα και χωρίς αναγγελία του δικαιούχου, για να κατατάξει στο υπόλοιπο αυτού τις απαιτήσεις των δανειστών εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση.

Αντίθετα, δεν περιλαμβάνονται στα έξοδα εκτέλεσης, εκείνα που έγιναν προς το αποκλειστικό συμφέρον είτε του επισπεύδοντος είτε των αναγγελθέντων δανειστών ούτε επίσης όσα έγιναν από υπαιτιότητα του επισπεύδοντος, όπως είναι τα έξοδα πλειστηριασμού που ματαιώθηκε λόγω παρόδου προθεσμίας ή λόγω ακυρότητας των πράξεων.

Αποτελούν όμως έξοδα της εκτέλεσης, όσα έγιναν για την έκδοση επαναληπτικών περιλήψεων εκθέσεων αναγκαστικής κατάσχεσης μετά από αναστολή του πλειστηριασμού, με δικαστική απόφαση ή ματαίωση του πλειστηριασμού, λόγω μη προσέλευσης πλειοδοτών ή μετά από νόμιμη αναβολή ή ματαίωση του πλειστηριασμού, ύστερα από συμφωνία του επισπεύδοντος δανειστή και του καθ` ου η εκτέλεση οφειλέτη, αφού η έκδοση των επαναληπτικών αυτών περιλήψεων αποτελεί ουσιώδη δικονομική προϋπόθεση για τη συνέχιση της εκτελεστικής διαδικασίας και οι σχετικές δαπάνες εξυπηρετούν υπό την έννοια αυτή το κοινό συμφέρον όλων των δανειστών (ΑΠ 14/2015, ΑΠ 1074/2015, ΑΠ 2057/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της πληττόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε, μετά από έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης 87/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, επί ανακοπής αυτού κατά του πίνακα κατάταξης ... της Συμβολαιογράφου Τρικάλων Ελευθερίας Τσιάρα, ότι ο πρώτος λόγος αυτής, με τον οποίο προσβάλλονταν η προαφαίρεση από την υπάλληλο του πλειστηριασμού του ποσού των 1840,94 ευρώ, από το πλειστηρίασμα ως εξόδων εκτέλεσης του δικαστικού επιμελητή Ε.

Γ., που αφορούσε δαπάνες για κατάθεση εντολής συνεχίσεως και περιλήψεως, για σύνταξη της πρώτης επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, νόμιμα δικαιώματα εκτέλεσης, έκδοση αντιγράφων της περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, επιδόσεις αντιγράφων αυτής και αντιγραφικά και χαρτοσήμανση, επιδόσεις αντιγράφων της περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, κατάθεση των εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, για δημοσίευση αποσπασμάτων περίληψης στην εφημερίδα και για ΦΠΑ, δεν είναι νόμιμος και απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης.

Σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι σχετικές δαπάνες θεωρήθηκαν ως έξοδα εκτέλεσης και ορθά προαφαιρέθηκαν από το επιτευχθέν πλειστηρίασμα από την ανωτέρω Συμβολαιογράφο, ως επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, με την ειδικότερη παραδοχή ότι: "ο λόγος αυτός της ανακοπής, κατά την υπ' αριθ. -1- αιτίασή του, δεν είναι νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι επί υποκαταστάσεως άλλου δανειστή, κατά το άρθρο 973 ΚΠολΔ, όπως στην παρούσα περίπτωση, προαφαιρούνται από τα έξοδα των διαδικαστικών πράξεων της προγενέστερης διαδικασίας όλα εκείνα που υποστηρίζουν την υποκατάσταση, δηλαδή τα έξοδα των πράξεων επί των οποίων θεμελιώνεται η περί συνεχίσεως δήλωση και η εξακολούθηση της περαιτέρω διαδικασίας μέχρι του πλειστηριασμού.

Σ' αυτά περιλαμβάνονται τα έξοδα για την επιβολή της κατάσχεσης, εφόσον αυτή εξακολουθεί να ισχύει, όπως συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση και για τη συνέχισή της μέχρι το χρόνο της υποκαταστάσεως. Άρα και οι δαπάνες για τις περιλήψεις κατασχέσεως, αφού, αν δεν είχαν προηγηθεί, δεν θα ήταν δυνατή η υποκατάσταση του νέου δανειστή και η συνέχιση απ' αυτόν της εκτελέσεως.

Αποτελούν δε έξοδα εκτελέσεως όσα έγιναν για την έκδοση επαναληπτικών περιλήψεων της κατασχετήριας εκθέσεως μετά από νόμιμη αναστολή του πλειστηριασμού, όπως εν προκειμένω (και όχι μετά από ματαίωση αυτού όπως εσφαλμένως ισχυρίζεται το ανακόπτον), με συμφωνία επισπεύδοντος δανειστή και οφειλέτη καθ' ου η εκτέλεση, διότι η έκδοση των περιλήψεων αυτών αποτελεί ουσιώδη δικονομική προϋπόθεση για τη συνέχιση της εκτελεστικής διαδικασίας και τον πλειστηριασμό και οι σχετικές για την έκδοσή του δαπάνες από τον επισπεύδοντα γίνονται προς το κοινό συμφέρον όλων των δανειστών, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεδομένου μάλιστα ότι ο νόμος δεν κάνει διάκριση, όσον αφορά τις διατυπώσεις, μεταξύ πρώτου και μετ' αναβολή γενομένου πλειστηριασμού.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το ανακόπτον δεν αποδίδει υπαιτιότητα στους καθ' υποκατάσταση επισπεύδοντες την εκτέλεση για την έκδοση της ως άνω πρώτης επαναληπτικής περιλήψεως, ούτε εκθέτει στην ανακοπή του πραγματικά περιστατικά, που στοιχειοθετούν υπαιτιότητά τους.,..ενώ δεν προσβάλει την ύπαρξη ή το μέγεθος των δαπανών για άλλο λόγο.

Επίσης, ο ανωτέρω λόγος ανακοπής κατά την υπ' αριθ. -2- αιτίασή του είναι απορριπτέος, ως μη νόμιμος, καθόσον ο δικαστικός επιμελητής καταβάλει το ποσό του Φ.Π.Α. επί των εξόδων δημοσίευσης στην εφημερίδα και επί των εξόδων της κατάθεσης, στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, οι δε τελευταίοι τον αποδίδουν στο κράτος".

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, το αναιρεσείον. αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 932 και 975 παρ 1 ΚΠολΔ, με το να θεωρήσει ότι τα έξοδα που προαφαιρούνται από το πλειστηρίασμα με βάση την πρωτόδικη απόφαση, και ιδία εκείνα που αφορούν τη σύνταξη, την έκδοση και επίδοση αντιγράφων της πρώτης επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, αποτελούν έξοδα εκτέλεσης, αφού δεν προέκυψε ότι η αναστολή του πλειστηριασμού έγινε με δικαστική απόφαση ή συμβολαιογραφική πράξη, δεν προέκυψε ότι ήταν έξοδα αναγκαία για την εκτελεστική διαδικασία, ότι απέβλεπαν στο συμφέρον όλων των δανειστών και στήριζαν την υποκατάσταση, ούτε ότι δεν έγιναν από υπαιτιότητα των επισπευδόντων την εκτέλεση.

Όμως, με τις κατά τα ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 932 και 975 ΚΠολΔ, αφού σωστά έκρινε ότι στην κρινόμενη υπόθεση συντρέχει περίπτωση υποκατάστασης του αρχικού επισπεύδοντος από άλλο δανειστή, ότι τα έξοδα που προαφαιρούνται με βάση την οριστική απόφαση, ήτοι οι δαπάνες του δικαστικού επιμελητή για σύνταξη της πρώτης επαναληπτικής κατασχετήριας έκθεσης, έκδοση αντιγράφων και χαρτοσήμανση αυτής, επιδόσεις αντιγράφων της, καθώς και δαπάνες δημοσίευσης και Φ.Π.Α., αποτελούν έξοδα εκτέλεσης κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, που έγιναν για κατάσχεση που εξακολουθεί να ισχύει και ύστερα από νόμιμη αναστολή του πλειστηριασμού με συμφωνία επισπεύδοντος και οφειλέτη καθ' ου η εκτέλεση, και όχι μετά από ματαίωση του πλειστηριασμού, ότι αποτελούν ουσιώδη δικονομική προϋπόθεση για τη συνέχιση της εκτελεστικής διαδικασίας, και έγιναν προς το συμφέρον όλων των δανειστών.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης τούτου προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ? ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων, ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων, γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια.

Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 576/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, καθόσον στερείται, ως προς την απόρριψη του ανωτέρω λόγου της ανακοπής, της απαιτούμενης αιτιολογίας.

Ο λόγος, όμως, αυτός, ενόψει της απόρριψης του αντίστοιχου λόγου της ανακοπής, στον οποίο η πλημμέλεια αναφέρεται, ως μη νόμιμου, είναι απαράδεκτος, Από τη διάταξη του άρθρου 975 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα κατάταξης γίνεται αφού προηγουμένως αφαιρεθούν τα έξοδα εκτέλεσης, που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.

Στα τελευταία, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, περιλαμβάνονται οι δαπάνες που γίνονται για την εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος όλων των δανειστών και αφορούν την προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, την κατάσχεση, τη συντήρηση του κατασχεθέντος, τον πλειστηριασμό και την κατάταξη. Στα ανωτέρω επομένως έξοδα περιλαμβάνονται πρωταρχικώς τα έξοδα και δικαιώματα για τη λήψη απογράφου, τη σύνταξη αντιγράφου αυτού, αλλά και της επιταγής προς πληρωμή και της εντολής προς εκτέλεση.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 127 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση του Ειρηνοδικείου το ελάχιστο όριο αμοιβής είναι 20 μεταλλικές δραχμές, επί αποφάσεως πρωτοδίκου ή προέδρου 25 δραχμές και επί αποφάσεως πρωτοδικείου 40 δραχμές, πολλαπλασιαζόμενες επί τον ισχύοντα κατά το χρόνο επίδοσης συντελεστή, ο οποίος με την 12398/9-2-1989 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ορίσθηκε στις 140 μονάδες.

Με την προσθήκη που έγινε στο άνω άρθρο 127 με το άρθρο 23 του ν.δ. 3790/1957 ορίσθηκε, ότι "εν πάση περιπτώσει η αμοιβή επί συντάξεως επιταγής προς πληρωμήν ουδέποτε δύναται να υπερβεί το 1/4 του ποσού της δι' ην η επιταγή οφειλής". Η ορθή ερμηνεία της τελευταίας αυτής διάταξης είναι, ότι ο περιορισμός του 1/4 αφορά τα τιθέμενα από το άρθρο 127 ελάχιστα όρια προκειμένου να προστατευθούν οι μικροοφειλέτες και δεν θέτει ανώτατο όριο αμοιβής για τη σύνταξη της επιταγής.

Με την έννοια αυτή, ο περιορισμός αφορά τις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες το επιδικαζόμενο ποσό είναι μικρό, οπότε εάν η αμοιβή για τη σύνταξη της επιταγής υπολογιζόταν βάσει των καθοριζομένων από το άρθρο 127, ήταν δυνατό να ήταν δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση προς την όλη οφειλή. Έτσι, η μεγαλύτερη αμοιβή δικαιολογείται στην περίπτωση δυσκολίας σύνταξης της επιταγής, ανάλογα και με το ποσό της οφειλής.

Η αμοιβή αυτή επιβαρύνει τον οφειλέτη και περιλαμβάνεται στα έξοδα εκτέλεσης, αλλά η επιταγή προς εκτέλεση αποτελεί εκτελεστό τίτλο για το ελάχιστο όριο, ενώ, αν η ζητούμενη αμοιβή για τη σύνταξη αυτής υπερβαίνει το ελάχιστο όριο, το δικαστήριο, εφόσον έχει ασκηθεί ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης (979 ΚΠολΔ), μπορεί να τη μειώσει, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που ορίζει η διάταξη του άρθρου 98 παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων.

Εάν όμως η σύνταξη επιταγής έχει δυσκολία και δικαιολογεί ποσό μεγαλύτερο του προσδιοριζόμενου από το νόμο ως ελαχίστου ορίου, η επίλυση της διαφοράς, ως προς το ύψος αυτής, θα γίνει από το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή (ΑΠ 355/1961). Ο καθορισμός δε αυξημένης αμοιβής στο δικηγόρο, σε σχέση με τα οριζόμενα στα άρθρα 100 επ.

του άνω κώδικα, βάσει του άρθρου 98 αυτού, απόκειται στη, ρητώς αναφερόμενη στη διάταξη, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι αυτή απορρέει από τη συνδρομή και εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που προσδιορίζουν τη σπουδαιότητα της παρασχεθείσας επιστημονικής εργασίας, την αξία και το είδος της υποθέσεως και τις λοιπές περιστάσεις και ενέργειες που σχετίζονται με αυτή (ΑΠ 450/2006, ΑΠ 690/2004, ΑΠ 1147/1984).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει απ' αυτήν, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε και τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις 6.7.2011, στο Ειρηνοδικείο Τρικάλων ενώπιον της υπαλλήλου του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφου Τρικάλων Ελευθερίας Τσιάρα, με επίσπευση των τρίτων των καθ' ων η ανακοπή, Β.

Μ., Γ. Μ. και Ε. Μ., καθ' υποκατάσταση του αρχικώς επισπεύδοντος την εκτέλεση, πρώτου των καθ' ων Κ. Τ. και προς ικανοποίηση απαίτησης των επισπευδόντων συνολικού ποσού 9644,52 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, δυνάμει της αριθ. 19/10.6.2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, εκπλειστηριάστηκε κινητή περιουσία της οφειλέτιδος εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", τα οποία κινητά αφορούσαν το κατάστημα ….., αντί του ποσού των 12274 ευρώ και συντάχθηκε από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, η υπ' αριθ. 3931/6.7.2011 έκθεση πλειστηριασμού και κατακύρωσης.

Τα εν λόγω κινητά πράγματα κατασχέθηκαν με την υπ' αριθ. ... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του πέμπτου των καθ' ων, δικαστικού επιμελητή Τρικάλων Ε. Γ., με εκτελεστό τίτλο την αριθ. 172/30.3.2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, προς ικανοποίηση απαίτησης του τότε επισπεύδοντος την εκτέλεση, πρώτου των καθ' ων Κ.Τ και ορίστηκε ως ημερομηνία πλειστηριασμού με την αριθ. 1290/2009 περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως του ιδίου δικαστικού επιμελητή, η 6η Ιανουαρίου 2010, αλλά δεν πραγματοποιήθηκε αυτός, καθόσον ανεστάλη.

Στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1447/4.2.2011 α' επαναληπτική περίληψη της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης και ορίστηκε ως νέα ημέρα πλειστηριασμού η 23η Φεβρουαρίου 2011. Κατά την ημέρα εκείνη ο πλειστηριασμός δεν πραγματοποιήθηκε αλλά ανεστάλη. Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 3912/17.6.2011 δήλωση συνέχισης ενώπιον της υπαλλήλου του πλειστηριασμού, οι τρίτοι των καθ' ων η ανακοπή, υποκαταστάθηκαν στη θέση του αρχικώς επισπεύδοντος και συνέχισαν τον πλειστηριασμό, εκδόθηκε δε η 1477/17.6.2011 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης κινητής περιουσίας του ιδίου δικαστικού επιμελητή με ημερομηνία πλειστηριασμού την 6η Ιουλίου 2011.

Κατά την ημέρα εκείνη, όπως ήδη εκτέθηκε, ο πλειστηριασμός πραγματοποιήθηκε. Το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο, στις 7.7.2011, δια του Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Τρικάλων, κοινοποίησε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού την υπ' αριθ. πρωτ. 12693/7.7.2011 αναγγελία του, συνοδευόμενη από το με α/α 29/2011 πίνακα χρεών, με την οποία αναγγέλθηκε στον πλειστηριασμό για απαιτήσεις του κατά της καθ' ης η εκτέλεση, ποσού 83687,10 ευρώ, ζητώντας να καταταγεί προνομιακά κατά τη διανομή του πλειστηριάσματος για το προαναφερόμενο ποσό.

Επειδή το πλειστηρίασμα δεν αρκούσε για την ικανοποίηση των καθ' υποκατάσταση επισπευδόντων την εκτέλεση και των αναγγελθέντων δανειστών, συντάχθηκε από την υπάλληλο του πλειστηριασμού ο υπ' αριθ. ... πίνακας κατάταξης. Στον ανωτέρω πίνακα κατάταξης, αφού από το επιτευχθέν πλειστηρίασμα προαφαιρέθηκε το συνολικό ποσό των 8071,02 ευρώ για έξοδα εκτέλεσης, το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο δεν κατατάχθηκε στο προς διανομή πλειστηρίασμα, ποσού 4202,98 ευρώ.

Περαιτέρω, στα προαφαιρεθέντα από την υπάλληλο του πλειστηριασμού έξοδα εκτέλεσης, περιλαμβάνονταν μεταξύ των άλλων και τα ακόλουθα κονδύλια: "τ' ανήκοντα στο δικηγόρο των επισπευδόντων δανειστών, κ. Σ. Μ. (τέταρτο των καθ' ων), όπως αυτά προκύπτουν από τον από 6.7.2011 πίνακα εξόδων και δικαιωμάτων, που προσκόμισε και δη:

Α) για σύνταξη της από 10.6.2011 προκοινοποιηθείσας επιταγής προς πληρωμή παρά πόδας αντιγράφου εξ απογράφου νομική συμβουλή και σύνταξη της υπ' αριθ. 19/2011 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων το ποσό των 552 ευρώ και Β) για σύνταξη μιας εντολής εκτελέσεως ήτοι της από 17.6.2011 της ως άνω διαταγής πληρωμής το ποσό των 120 ευρώ.

Γενικό σύνολο για το δικηγόρο Σ. Μ. 672 ευρώ, το οποίο πρέπει να προαφαιρεθεί κατά τα άνω από το πλειστηρίασμα". Ωστόσο, τα ελάχιστα όρια της αμοιβής του τετάρτου των καθ' ων ανέρχονται, όπως προαναφέρθηκε, α) για τη σύνταξη επιταγής προς πληρωμή, σύμφωνα με το άρθρο 127 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων, για εκτελούμενο τίτλο διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου σε 25 μεταλλικές δραχμές, λαμβανομένου δε υπόψη του συντελεστή υπολογισμού των δικηγορικών αμοιβών (140 μονάδες), υπολογίζεται αυτή σε (25 μεταλλικές δρχ χ 140=) 3500 δραχμές ή 10,27 ευρώ και β) για τη σύνταξη εντολής προς εκτέλεση του τίτλου σε (25 μεταλλικές χ 140 δραχμές=) 3500 δραχμές ή 10.27 ευρώ κατ' άρθρο 127 παρ. 4 του Κωδ.

Δικηγόρων. Το ποσό που υπολογίστηκε για αμοιβή του τέταρτου των καθ' ων για σύνταξη επιταγής και εντολής υπερβαίνει κατά πολύ το ανωτέρω όριο αμοιβής του άρθρου 127 του Κώδικος Δικηγόρων. Το Δικαστήριο όμως, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, μπορεί να καθορίσει την αμοιβή για τη σύνταξη επιταγής σε εύλογο κατά την κρίση του ποσό, ανάλογα με την επιστημονική εργασία, την αξία της υποθέσεως, τη σπουδαιότητα της διαφοράς, τις ειδικές συνθήκες, το σοβαρό χρόνο που ασχολήθηκε ο δικηγόρος και τις διαδικαστικές και εξώδικες ενέργειες που αυτός προέβη.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη της επιταγής πρέπει να προσδιοριστεί στο εύλογο ποσό των 300 ευρώ, διότι ο τέταρτος των καθ' ων, ήδη τρίτος των εφεσιβλήτων προς εξασφάλιση της απαιτήσεως των τρίτων των καθ' ων, ήδη δεύτερων των εφεσιβλήτων, ύψους 9644,52 ευρώ, που επιδικάστηκε με τη με αριθμό 19/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, προέβη σε επιστημονική εργασία για τη σύνταξη της επιταγής που δικαιολογεί το παραπάνω ποσό.

Επομένως τα ως άνω έξοδα ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 310,27 ευρώ (300 ευρώ αμοιβή για σύνταξη επιταγής και 10,27 ευρώ για σύνταξη εντολής προς εκτέλεση". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, δεχθέν ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κρίνει όμοια ως προς το ποσό της αμοιβής του δικηγόρου για τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση και της εντολής προς εκτέλεση, που έπρεπε να προαφαιρεθεί ως έξοδα εκτέλεσης από το πλειστηρίασμα.

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 932, 975 ΚΠολΔ, 98 παρ. 1 και 127 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", καθώς και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες και λογικά κενά, καθόσον την κρίση του για τον προσδιορισμό της αμοιβής του δικηγόρου σε ποσό μεγαλύτερο των κατώτατων ορίων, αορίστως αναφέρει ότι λαμβάνει υπόψη του την επιστημονική εργασία αυτού, ενώ δεν λαμβάνει υπόψη του τα λοιπά στοιχεία που κατά το άρθρο 98 του Κώδικα Δικηγόρων προσδιορίζουν την επιδίκαση αυξημένης αμοιβής.

Με βάση, όμως, τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτό ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού νόμου, ενώ για το αποδεικτικό του πόρισμα, διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, αφού αναφέρεται στο κριτήριο της επιστημονικής εργασίας του δικηγόρου, για την οποία, κατά τη νοηματική διατύπωση, λαμβάνει υπόψη του τα παρατιθέμενα στοιχεία, καθώς και την παροχή νομικής συμβουλής στους επισπεύδοντες, το ύψος του ποσού για το οποίο συντάχθηκε η επιταγή προς εκτέλεση και τη φύση της διαφοράς, δηλαδή ότι πρόκειται για επιταγή προς εκτέλεση με βάση διαταγή πληρωμής.

Η κρίση του δε ως προς το ύψος του ποσού της αμοιβής με βάση τα ως άνω κριτήρια, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Κατ' ακολουθία, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2001, 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή σιωπηρά (ΑΠ 852/2015, ΑΠ 839/2010) για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων, δεχόμενο ότι αποδείχθηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 792/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στο Εφετείο, την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του, δεν εκτίμησε και δεν αξιολόγησε τους εκτιθέμενους ουσιώδεις ισχυρισμούς που νόμιμα προέβαλε με την έφεσή του και συγκεκριμένα ενώ με το δικόγραφο της έφεσης ισχυρίστηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι ορθά προαφαιρέθηκαν από το πλειστηρίασμα τα κονδύλια που αφορούν τα έξοδα για κατάθεση της εντολής συνέχισης της εκτέλεσης, σύνταξης, αντιγραφής, χαρτοσήμανσης επιδόσεις αντιγράφων, κατάθεσης εγγράφων και δημοσιεύσεων περιλήψεως επαναληπτικής κατασχετήριας έκθεσης, καθώς και ότι ο συντάξας την επιταγή και την εντολή προς εκτέλεση δικηγόρος δεν κατέβαλε κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια ούτε αφιέρωσε περισσότερο χρόνο, αφού δεν παρουσίαζε επιστημονική δυσκολία ώστε να δικαιούται μεγαλύτερης των κατώτατων ορίων αμοιβής, και επιπλέον ότι το πέραν του νομίμου ποσό αμοιβής όφειλε να αναζητήσει με ιδιαίτερη αγωγή, επίκληση της οποίας δεν έγινε και δεν προσκόμισε δικαστική απόφαση με την οποία να έχει εκκαθαριστεί το ελάχιστο όριο του ποσού, δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς αυτούς, άλλως το Εφετείο, χωρίς να προβεί με τρόπο σαφή και λεπτομερειακό στην ανάλυση, στάθμιση και εκτίμηση αυτών, δεν απάντησε αιτιολογημένα και τους απέρριψε σιωπηρά.

Με το ως άνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός της αναίρεσης, τον οποίο το αναιρεσείον θεμελιώνει στον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς αυτούς που προτάθηκαν με λόγους έφεσης, πλην, όμως, τους απέρριψε, ως προς δε το δεύτερο μέρος του απαράδεκτος, καθόσον η εσφαλμένη και μη αιτιολογημένη απόρριψη των ισχυρισμών από το Εφετείο, δεν ιδρύει τον από την επικαλούμενη διάταξη λόγο αναίρεσης.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση για αναίρεση της 197/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικαστούν ενόψει του ότι οι εφεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στη δίκη ώστε να υποβληθούν σε δικαστικά έξοδα και να υποβάλουν αίτημα επιδίκασής τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-10-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 197/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21-5-2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28-4-2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ