431/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated431/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κ. σύμφωνα με το αρ. 1167 εδαφ. α’ Α.Κ.. Ο δικαιοπάροχος πατέρας της, είχε το παραπάνω ακίνητο από κληρονομιά των ε§ αδιαθέτου αποβιωσάντων γονέων του, ήτοι του πατέρα του Π. Κ. του Π. που απεβίωσε το 1972 της μητέρας του Ε. Π. Κ., το γένος Ν. Κ., που απεβίωσε το 1974, τις κληρονομιές των οποίων απεδέχθη με τις υπ αριθμ. ...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 431 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 431/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Π. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λούβρη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κ. χήρας Θ. Σ., 2)Α. Σ. του Θ., και 3)Α. Σ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Λύτρα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/5/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και της Ε. Κ., που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, η οποία κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νεάπολης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 27/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 30/7/2014 αίτησή της.
Η υπόθεση συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 22ης Απριλίου 2015 με αριθμό πινακίου 17.
Διαπιστωθείσης, λόγω της παραίτησης από την υπηρεσία του προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, μετά τη συζήτηση αυτής, ορίστηκε με την υπ’ αριθμόν 249/2015 πράξη του Προέδρου του Γ’ Πολιτικού Τμήματος, ως νέα δικάσιμος μετ’ αναβολή η σημερινή για την επανασυζήτηση της υπόθεσης.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 26-3-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Αρεοπαγίτου Μαρίας Βαρελά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 27/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων [εναγομένων], εξαφάνισε την απόφαση 50/2010 του Ειρηνοδικείου ... και απέρριψε ως προς την αναιρεσείουσα την από 21-5-2010 αγωγή αυτής και της μη διαδίκου Ε.
Κ., ως προς την οποία η έφεση απορρίφθηκε. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 495, 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ.3). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119, 1120 και 1121 ΑΚ προκύπτει ότι επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου που να του παρέχει κάποια ωφέλεια, δηλαδή πραγματική δουλεία, εξαιτίας της οποίας ο κύριος του δουλεύοντος ακινήτου φέρει το βάρος να ανέχεται κάποια χρησιμοποίηση αυτού από τον κύριο του δεσπόζοντος.
Τέτοιο εμπράγματο δικαίωμα είναι και η δουλεία οδού. Οι πραγματικές δουλείες συνιστώνται με δικαιοπραξία ή χρησικτησία, για την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη χρησικτησία ακινήτου. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 974, 475 ΑΚ, για την κτήση πραγματικής δουλείας οδού με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται οιονεί νομή επί εικοσαετία, η οποία προϋποθέτει φυσική εξουσίαση του κυρίου του δεσπόζοντος σε μέρος του δουλεύοντος, θέληση του οιονεί νομέα να ασκεί την εξουσίαση αυτή με διάνοια δικαιούχου, δηλαδή όπως αρμόζει σε κύριο δεσπόζοντος, και κατεύθυνση της θελήσεως αυτής σε ξένο πράγμα.
Προς συμπλήρωση της εικοσαετίας προσμετράται κατ’ άρθρο 1051 ΑΚ επί καθολικής και ειδικής διαδοχής και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 281, 1118, 1119, 1120, 1125 και 1136 ΑΚ συνάγεται ότι πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού, αποσβήνεται αν η άσκηση αυτής γίνεται απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς.
Τέτοια αδυναμία υπάρχει όταν παύει η από το δουλεύον ακίνητο παροχή ωφελείας ή χρησιμότητας υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, όταν εκλείπει η εξυπηρετούμενη ανάγκη του δεσπόζοντος, κατ’ αρχήν έτσι όπως η εν λόγω ανάγκη έχει αποτελέσει στοιχείο του περιεχομένου της δουλείας κατά τη σύστασή της και όχι τυχόν νέα ανάγκη, η δε έκλειψη της ως άνω ανάγκης επέρχεται εξαιτίας αυτάρκειας του δεσπόζοντος ή, κατ’ άλλη έκφραση, όταν η άσκηση της δουλείας καθίσταται περιττή και μάταιη, πρέπει δε προς τούτο η αυτάρκεια του δεσπόζοντος να περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματος της δουλείας διότι, αν περιλαμβάνει μέρος εκείνου, η δουλεία, κατ’ εφαρμογή της αρχής του αδιαιρέτου των δουλειών, διατηρείται ακέραιη.
Η συνδρομή όμως περίστασης κατά την οποία το δεσπόζον έχει καταστεί αυτάρκες σε μεγάλο βαθμό σε συνδυασμό με συνδρομή και άλλων περιστατικών μπορεί να οδηγεί στο να υπερβαίνει προφανώς η άσκηση του δικαιώματος της δουλείας οδού τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή οι κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ώστε να είναι αυτή η άσκηση, ως καταχρηστική, απαγορευμένη.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 εδ. α’ του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων , που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :
«Η πρώτη ενάγουσα, ήδη εφεσίβλητος, είναι κυρία μιας ισογείου οικίας εμβαδού 35τ.μ. με το μικρό προαύλιο αυτής χώρο, που συνορεύει σύμφωνα με τον τίτλο κτήσεως νοτιοδυτικώς με ιδιοκτησία Π. Σ., ήδη Μ. συζ. Π. Σ., δευτέρα εφεσίβλητος, ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Θ.
Σ., ήδη εκκαλουσών και βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Τ. Κ.. Το παραπάνω ακίνητο περιήλθε στην πρώτη εφεσίβλητο αρχικά κατά την ψιλή κυριότητα, με γονική παροχή από τον πατέρα της Π. Κ. του Π. δυνάμει του υπ’ αριθ. .../ 2.12.1998 συμβολαίου γονικής παροχής ψιλής κυριότητος κατ’ αρ. 1509 Α.Κ. της συμβολαιογράφου Πειραιά Ελένης Π.
Γιαννακοπούλου-Λέκκα, που έχει μεταγράφει νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου του Δήμου ... στο τόμο ... και αριθμό ..., με το οποίο ο δικαιοπάροχος πατέρας της πρώτης εφεσιβλήτου παρακράτησε ισοβίως το δικαίωμα επικαρπίας επί του προαναφερθέντος ακινήτου και στη συνέχεια κατά πλήρη κυριότητα μετά τον θάνατο το έτος 2004, του επικαρπωτή πατέρα της Π.
Κ. σύμφωνα με το αρ. 1167 εδαφ. α’ Α.Κ.. Ο δικαιοπάροχος πατέρας της, είχε το παραπάνω ακίνητο από κληρονομιά των ε§ αδιαθέτου αποβιωσάντων γονέων του, ήτοι του πατέρα του Π. Κ. του Π. που απεβίωσε το 1972 της μητέρας του Ε. Π. Κ., το γένος Ν. Κ., που απεβίωσε το 1974, τις κληρονομιές των οποίων απεδέχθη με τις υπ αριθμ. ...
και .../1984 πράξεις αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ... Μιχαήλ Αύρα που έχουν μεταγράφει νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου του Δήμου ... στο τόμο ... με αυξ. αριθμ. ... αντίστοιχα. Η δεύτερη ενάγουσα, ήδη εφεσίβλητος, είναι κυρία, νομέας και κάτοχος μιας ισογείου οικίας μετά του αυλίου χώρου αυτής και των παραρτημάτων της, που συνορεύει σύμφωνα με τον τίτλο κτήσεως ανατολικά με ιδιοκτησία Π.
Κ., ήδη πρώτης ενάγουσας και εφεσιβλήτου, βόρεια και δυτικά με ιδιοκτησία Κ. Μ., και νότια με οικία Ι. Τ. και δημοτικό δρόμο. Το ακίνητο αυτό περιήλθε σ’ αυτήν από άγορά από την Κ. Κ. Μ., δυνάμει του υπ αριθ. ...21.8.1961 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου ... Μιχαήλ Λύρα που έχει μεταγράφει νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου του Δήμου ...
στο τόμο … και αριθμό …. Οι εναγόμενες, ήδη εκκαλούσες, είναι κυρίες σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου 2/8 η πρώτη και 3/8 εκάστη δευτέρα και τρίτη ενός οικοπέδου, το οποίο κατά τον τίτλο κτήσεως έχει εμβαδόν 187,67 τ.μ. και συνορεύει βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία Τ. Κ. και εν μέρει με κοινόχρηστο χώρο, ανατολικά με ιδιοκτησία Π.
Κ., νότια με ιδιοκτησία Γ. Μ., νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Μ., νοτιοδυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Ε. Κ., ήδη εφεσιβλήτων και εν μέρει με είσοδο Κ. (εφεσιβλήτων) και ιδίων (εκκαλουσών) και βορειοδυτικώς εν μέρει με είσοδο Κ. (εφεσιβλήτων) και ιδίων (εκκαλουσών) και με είσοδο Τ. Κ., Κ. (εφεσιβλήτων) και ιδίων (εκκαλουσών) και δυτικά με κοινόχρηστο χώρο.
Εντός του ανωτέρω οικοπέδου έχουν ανεγερθεί τα εξής κτίσματα: α) μια διώροφη οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο επιφάνειας 31,87 τ.μ. και από πρώτο όροφο επιφάνειας 18,98 τ.μ., η οποία έχει πρόσοψη στον κοινόχρηστο χώρο, β) ισόγειο κτίσμα επιφάνειας 29,79 τ.μ. και γ) ισόγειο βοηθητικό κτίσμα επιφάνειας 4,13 τ.μ., τα οποία έχουν πρόσοψη στον ακάλυπτο χώρο του ανωτέρω οικοπέδου των εκκαλουσών.
Το ακίνητο των εκκαλουσών περιήλθε σ’ αυτές κατά δικαίωμα πλήρους κυριότητος με την υπ1 αριθμ. ... 17.12.2009 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Κηφισιάς Μαρίας Δημητρακοπούλου-Παπαγιάννη, διά της οποίας απεδέχθησαν ρητώς την κληρονομιά του Θ. Σ., ο οποίος απεβίωσε στις 9.2.2006 αδιάθετος και είχε αποκτήσει την κυριότητα του προπεριγραφέντος ακινήτου από.
αγορά δυνάμει του υπ’ αρ. ...2.1.1962 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτων του συμβολαιογράφου ... Μιχαήλ Αύρα, νομίμως μεταγεγραμμένου στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο … και με αυξ. αρ. …. Τα ανωτέρω όρια των ακινήτων, ο τρόπος περιέλευσης αυτών στους διαδίκους και το δικαίωμα κυριότητος εκάστου επ’ αυτών δεν αμφισβητούνται υπό των διαδίκων.
Το επίδικο είναι μία δίοδος, η οποία εμφαίνεται στο από Ιανουάριου 2010 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Β. Κ. και η οποία κατά το βόρειο άκρο αυτής, όπου απολήγει στον δημοτικό δρόμο του δ.δ. ..., έχει πλάτος περίπου 3 μ. και οριοθετείται σύμφωνα με το ανωτέρω τοπογραφικό σχεδιάγραμμα δυτικά με ημικυκλικό λιθόκτιστο πεζούλι και ανατολικά με κοινό όριο ιδιοκτησιών Τ.
Κ. και εκκαλουσών, εμφαινόμενο υπό στοιχείο Ζ στο ανωτέρω τοπογραφικό. Η δίοδος αυτή συνεχίζει κατά την προς τον νότο κατεύθυνση αυτής κατά το αυτό πλάτος (περίπου 3 μ.), και κατά μήκος 2μ. περίπου σε επαφή προς τα ανατολικά με τον εξωτερικό τοίχο του ισογείου βοηθητικού χτίσματος των εκκαλουσών, εμβαδού 4,13 τ.μ., εμφαινόμενο υπό στοιχεία ...
στο ανωτέρω τοπογραφικό, ενώ προς δυτικά έχει όρια με ακάλυπτο χώρο κυριότητος εκκαλουσών και εν συνεχεία εφάπτεται με το ανωτέρω κοινόχρηστο κατά τους ισχυρισμούς των εκκαλουσών πεζούλι. Εν συνεχεία το πλάτος της ανωτέρω διόδου μειώνεται με κυμαινόμενο πλάτος από 1,55 μ. έως 1 μ. προς την νότια απόληξη αυτής, στο σημείο όπου αυτή κάμπτει προς νοτιοδυτικώς, καθ’ όσον διέρχεται κατά την προς νότο κατεύθυνση αυτής διά μέσου του ακάλυπτου χώρου, κυριότητος των εκκαλουσών, ο οποίος διαμορφώνεται από το προς δυτικά εφαπτομένου εξωτερικού τοίχου, καθ’ όλο το μήκος αυτού 6,35 μ.
περίπου, του ισογείου κτίσματος των εκκαλουσών εμβαδού 29,79 τ.μ., εμφαινόμενου υπό στοιχεία ... στο ανωτέρω τοπογραφικό, και από το προς ανατολικά εφαπτομένου εξωτερικού τοιχείου αντιστήριξης, κατά μέρος του συνολικού μήκους αυτού 6,35 μ., που εφάπτεται με έτερο βοηθητικό κτίσμα (πλην του ανωτέρω υπό στοιχεία ...) ιδιοκτησίας των εκκαλουσών, εμφαινόμενου υπό στοιχεία ...
του ανωτέρω τυπογραφικού. Εν συνεχεία η δίοδος κατά την προς νότο κατεύθυνση αυτής κάμπτει ελαφρώς προς τα νοτιοδυτικά στο σημείο, όπου κατά το δυτικό όριο αυτής εφάπτεται το ανωτέρω ισόγειο κτίσμα των εκκαλουσών, εμβαδού 29,79 τ.μ., εμφαινόμενο υπό στοιχεία ... του ανωτέρω τοπογραφικού σχεδιαγράμματος, με το έτερο διώροφο κτίσμα των εκκαλουσών εμβαδού 31,87 τ.μ.
ο ισόγειος όροφος και 18,98 τ.μ. ο πρώτος όροφος, εμφαινόμενο υπό στοιχεία ... του ανωτέρω τοπογραφικού σχεδιαγράμματος, ακολουθώντας την κατεύθυνση του εξωτερικού τοίχου του διωρόφου κτίσματος των εκκαλουσών, ήτοι δυτικώς, σε μήκος 5,27 μ. περίπου και σε απόσταση 40 εκ. περίπου από αυτόν έως του σημείου, όπου το προαναφερθέν διώροφο κτίσμα των εκκαλουσών εφάπτεται με το ισόγειο κτίσμα ιδιοκτησίας της πρώτης των εφεσιβλήτων, εμφαινόμενο υπό στοιχεία Β του ανωτέρω τοπογραφικού σχεδιαγράμματος, ενώ προς νοτιοανατολικά η δίοδος εφάπτεται αρχικώς σε μήκος περίπου 1,81 μ.
και σε κυμαινόμενο πλάτος 1,10 μ. έως 3,60μ. μ. περίπου με τμήμα του τοιχείου αντιστήριξης, που εφάπτεται με το προαναφερθέν βοηθητικό κτίσμα των εκκαλουσών, εμφαινόμενο υπό στοιχεία ... του ανωτέρω τοπογραφικού σχεδιαγράμματος και εν συνεχεία προς τον νότο εφάπτεται σε μήκος 6,81 μ. περίπου και σε κυμαινόμενο πλάτος 3,20 μ.
έως 3,60 μ. περίπου με νοτιοανατολικό όριο ιδιοκτησίας εκκαλουσών και ιδιοκτησίας Μ., εμφαινόμενο υπό στοιχεία Ι-Α του ανωτέρω τοπογραφικού σχεδιαγράμματος, το εμπεριεχόμενο δε εδαφικό τμήμα, που οριοθετείται κατά τα ανωτέρω αποτελεί ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου των εκκαλουσών. Η ανωτέρω επίδικος δίοδος, αναφορικώς με την διέλευση αυτής υπό της ιδιοκτησίας των εκκαλουσών, απολήγει ως προς νοτιοδυτικό όριο αυτής στο όρια του οικοπέδου των εκκαλουσών με το οικόπεδο ιδιοκτησίας της πρώτης των εφεσιβλήτων, οριοθετούμενο νοτιοδυτικός με σημείο, εμφαινόμενο υπό στοιχεία … του ανωτέρω τοπογραφικού σχεδιαγράμματος, όπου ..
εφάπτεται η διώροφος οικία των εκκαλουσών, εμφαινόμενη υπό στοιχεία ... του ανωτέρω τοπογραφικού σχεδιαγράμματος, με διώροφο οικία της πρώτης των εφεσιβλήτων, εμφαινόμενη υπό στοιχεία ... του ανωτέρω τοπογραφικού διαγράμματος και νοτιοανατολικώς με σημείο εμφαινόμενο υπό στοιχείο Α του ανωτέρω τοπογραφικού σχεδιαγράμματος, όπου συνιστά το όριο των ιδιοκτησιών των εκκαλουσών με ιδιοκτησία πρώτης των εφεσιβλήτων και ιδιοκτησίας Μ. , πλάτους δε της πλευράς αυτής μεταξύ των ανωτέρω ορίων 3,59 μ., εμφαινομένης υπό στοιχεία ...
του ανωτέρω τοπογραφικού σχεδιαγράμματος. Το προπεριγραφέν δε τμήμα της διόδου αποτελεί το επίδικο. Εν συνεχεία η δίοδος συνεχίζει νοτιοδυτικώς διερχόμενη αρχικώς του αύλιου χώρου της ιδιοκτησίας της πρώτης των εφεσιβλήτων κατά μήκος του εξωτερικού τοίχου της ανωτέρω ισογείου οικίας της πρώτης των εφεσιβλήτων προς την νοτιοδυτική πλευρά αυτής και του ορίου του οικοπέδου της πρώτης των εφεσιβλήτων με το οικόπεδο ιδιοκτησίας Π.
Σ. προς την νοτιοανατολική πλευρά αυτής, όπου καταλήγει στο όριο των ιδιοκτησιών των εφεσιβλήτων. Ακολούθως η δίοδος συνεχίζει νοτιοδυτικώς εισερχομένη του αυλίου χώρου της δευτέρας των εφεσιβλήτων κατά μήκος του εξωτερικού τοίχου της ισογείου οικίας της δευτέρας των εφεσιβλήτων εφαπτομένης ως προς την μία νοτιοδυτική πλευρά αυτής με τον εξωτερικό τοίχο της οικίας της δευτέρας των εφεσιβλήτων και ως προς ετέρα νότιο πλευρά αυτής του ορίου της ιδιοκτησίας της δευτέρας των εφεσιβλήτων με ιδιοκτησία Π.
Σ., όπου καταλήγει έμπροσθεν της εισόδου της οικίας της δευτέρας των εφεσιβλήτων. Η προπεριγραφείσα δίοδος καθ’ όλο το μήκος και πλάτος αυτής καταλαμβάνει τους αυλίους χώρους των ιδιοκτησιών των διαδίκων και χρησιμοποιείτο από τους διαδίκους, αλλά και από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους αυτών από πολλών ετών και πάντως τουλάχιστον από το έτος 1946 ως μόνη δίοδος για την επικοινωνία των εισόδων των οικιών και των αποθηκών των διαδίκων και των δικαιοπαρόχων τους με τον δημοτικό δρόμο του οικισμού της ..., διερχόμενοι αυτής-καθ’ όλο το πλάτος και μήκος αυτής, πεζοί και με έμφορτα ζώα (ιδίως γαϊδούρια), αδιαλείπτως και ακωλύτως διανοία δικαιούχου πραγματικής δουλείας διόδου, ήτοι με πεποίθηση ότι έχουν νόμιμο δικαίωμα να διέρχονται διά μέσου των αυλίων χώρων ξένων ιδιοκτησιών, καθ’ όσον τα ακίνητα των διαδίκων.
πέραν του προς βορρά ορίου των εκκαλουσών, το οποίο συνιστά, ως προελέχθη, την είσοδο της επιδίκου διόδου με την δημοτική οδό, είναι περίκλειστα, περιβαλλόμενα από ιδιοκτησίες τρίτων, πλην του ακινήτου της δευτέρας των εφεσιβλήτων ως προς την νοτιοδυτική πλευρό αυτού, για το οποίο θα γίνει αναλυτικά λόγος κατωτέρω.
Εν όψει του ανωτέρω οι θύρες εισόδου των οικιών και των αποθηκών των διαδίκων και συγκεκριμένα τα ακίνητα εμφαινόμενα υπό στοιχεία ..., ... των εκκαλουσών, ... της πρώτης των εφεσιβλήτων στο από Ιανουάριου 2010 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Β. Κ. και το εφαπτόμενο νοτιοδυτικώς του ανωτέρω υπό στοιχεία ...
ακίνητο της δευτέρας των εφεσιβλήτων είχαν πρόσοψη προς την επίδικο δίοδο (βλ. προσκομιζόμενες φωτογραφίες διαδίκων) και οι διαμένοντες εντός των οικιών των ακινήτων και οι ποιούντες χρήση των αποθηκών, διάδικοι και δικαιοπάροχοι αυτών, διέρχονταν πεζοί και με έμφορτα ζώα (ιδίως γαϊδούρια) με αγαθά προς αποθήκευση στις αποθήκες των οικιών των διαδίκων αδιαλείπτως και αδιαταράκτως της προπεριγραφείσης διόδου διανοία δικαιούχου περιορισμένου εμπραγμάτου δικαιώματος δουλείας διόδου προς εξυπηρέτηση της ανάγκης των ακινήτων των εφεσιβλήτων για πρόσβαση με την ως άνω δημοτική οδό σύμφωνα με τα αρ. 975 και 1121 Α.Κ., χωρίς μάλιστα η διέλευση αυτή να γίνεται κατά παράκληση, ή κατόπιν αδείας των ιδιοκτητών των παρόδιων ιδιοκτησιών, ιδίως των εκκαλουσών και των δικαιοπαρόχων αυτών, ως αβασίμως διατείνονται οι εκκαλούσες, αφού λόγω της προπεριγραφείσης θέσεως των οικοπέδων των διαδίκων εν σχέσει με τον μοναδικό δημοτικό δρόμο του οικισμού, υπήρχε κοινή πεποίθηση στους διαδίκους και στους απώτερους δικαιοπαρόχους αυτών, ότι είχαν νόμιμο δικαίωμα να διέρχονται διά μέσου των αυλίων χώρων των ιδιοκτησιών των εκκαλουσών, αλλά και των εφεσιβλήτων, για να έχουν πρόσβαση με τον δημοτικό δρόμο, η οποία (πρόσβαση) άλλως ήταν αδύνατη.
Πρέπει δε να επισημανθεί, ότι από την επισκόπηση των προσκομιζομένων φωτογραφιών των διαδίκων στους αύλιους χώρους των ακινήτων όλων των διαδίκων δεν εμφαίνονται ίχνη περίφραξης, ή διαχειριστικών ορίων, αλλά αντιθέτως εμφανίζουν συνέχεια (οι αύλιοι χώροι), ούτε άλλωστε απεδείχθη το αντίθετο από άλλο αποδεικτικό μέσο, γεγονός, το οποίο ενισχύει περαιτέρω τον ισχυρισμό των εφεσιβλήτων, ότι διέρχονταν μέσω της προπεριγραφομένης διόδου αδιαταράκτως και άνευ αδείας, ή παρακλήσεως υπό των εκκαλουσών και των δικαιοπαρόχων τους.
Ο προβαλλόμενος δε πραγματικός ισχυρισμός των εκκαλουσών, ότι η οικία της πρώτης των εφεσιβλήτων, εμφαινόμενη υπό στοιχεία ... του από Ιανουάριου 2010 τοπογραφικού σχεδιαγράμματος της πολιτικού μηχανικού Β. Κ., έχει θύρα επί εδαφικού τμήματος, εκ του οποίου δεν διέρχεται η επίδικος δίοδος και εξ αυτού ουδέποτε η ίδια, ή οι δικαιοπάροχοι αυτής διέρχονταν της επιδίκου διόδου, για να εισέλθουν στην οικία τους ελέγχεται ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος, αφού η ως άνω οικία της πρώτης των εφεσιβλήτων είναι μεν διώροφος, αλλά λόγω της μεγάλης υψομετρικής κλίσεως του εδάφους, όπου είναι ανεγερμένη, ο άνω του ισογείου όροφος, ο οποίος ανέκαθεν χρησιμοποιείτο ως κατοικία, έχει πρόσοψη βορειοδυτικώς σε εδαφικό τμήμα, εκ του οποίου δεν διέρχεται η επίδικη δίοδος και συγκεκριμένα έχει πρόσοψη επί αύλιου χώρου της όμορης προς βορειοδυτικά ιδιοκτησίας Α.
Κ., ο ισόγειος, όμως, όροφος αυτής, ο οποίος παλαιά χρησιμοποιείτο ως αποθηκευτικός χώρος, έχει θύρα νοτιοανατολικός στην επίδικη δίοδο, εκ της οποίας εισέρχοντο οι κάτοικοι της οικίας αυτής, για να εναποθέσουν τα αγαθά τους. Δέον δε να επισημανθεί, ότι δεν απεδείχθη από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, με ποιον συγκεκριμένο τρόπο η πρώτη των εφεσιβλήτων και οι δικαιοπάροχοι της είχαν πρόσβαση στον πρώτο άνωθεν του ισογείου όροφο, ο οποίος έχει δική του θύρα, η οποία, όμως, έχει πρόσοψη στον αύλιο χώρο της όμορης βορείως ιδιοκτησίας της Α.
Κ. και ειδικότερα, εάν η διέλευση μέσω του αύλιου χώρου αυτής γινόταν κατά παράκληση, ή κατ’ ενάσκηση ενοχικού ή εμπραγμάτου δικαιώματος, ή ότι πάντως καθ’ οιονδήποτε νόμιμο τρόπο ο χώρος έμπροσθεν της θύρας του πρώτου ορόφου της οικίας της πρώτης των εφεσιβλήτων έχει προσλάβει την ιδιότητα του κοινοχρήστου χώρου.
Ο ειδικότερος δε ισχυρισμός, ότι μεταξύ των δύο ορόφων της ανωτέρω οικίας της πρώτης των εφεσιβλήτων υφίστατο εσωτερική σκάλα και καταπακτή, "κλεβανή", επί του δαπέδου του ανωγείου και του ταβανιού της αποθήκης αντίστοιχος, πέραν ότι δεν απεδείχθη ο ακριβής χρόνος κατασκευής αυτής, δεν αναιρεί τα ανωτέρω, αφού, ως προελέχθη, ο ισόγειος όροφος αρχικός χρησιμοποιείτο από τους δικαιοπαρόχους της πρώτης των εφεσιβλήτων ως αποθήκη, για την πρόσβαση της οποίας για την αποθήκευση αγαθών χρησιμοποιείτο η επίδικη δίοδος, προς τούτο δε ο ισόγειος όροφος αποθήκη ήταν αυτοτελής έναντι του πρώτου ορόφου, ο οποίος χρησιμοποιείτο ως κατοικία, ήτοι οι δύο όροφοι δεν επικοινωνούσαν εσωτερικός με κλίμακα και είχε (ο ισόγειος όροφος) αυτοτελή θύρα με πρόσοψη προς την επίδικο δίοδο.
Η δε καταπακτή "κλεβανή" εν όψει τούτων προδήλως χρησιμοποιείτο για την απόληψη υπό των διαμενόντων στον πρώτο όροφο τινών των ήδη αποθηκευμένων αγαθών της αποθήκης ισογείου ορόφου προς κατανάλωσή τους και όχι ως πρόσβαση αυτών για την αποθήκευση το πρώτον των αγαθών στην αποθήκη, δεδομένου ότι οι διαστάσεις της καταπακτής και η θέση της καθιστούν αδύνατη την μεταφορά μέσω αυτής τροφίμων και εν γένει αντικειμένων μεγάλων σε.
όγκο. Περαιτέρω απεδείχθη, ότι, αν και, ως προελέχθη, το ακίνητο της δευτέρας των εφεσιβλήτων έχει πρόσοψη με την δημοτική οδό του οικισμού ως προς το νοτιοδυτικό μέρος αυτής πλάτους περίπου 5μ., εντούτοις η ίδια (δευτέρα εφεσίβλητος) και οι δικαιοπάροχοί της διέρχονταν της προπεριγραφείσης διόδου μέσω του ακινήτου των εφεσιβλήτων, διότι στο σημείο, όπου το ακίνητο της δευτέρας των εφεσιβλήτων έχει όριο με τον κοινοτικό δρόμο του οικισμού, το έδαφος είναι επικλινές εμφανίζοντας απότομη κατωφέρεια και λόγω αυτού, προ της διαμορφώσεως του ανωτέρω σημείου με ράμπα και σκαλοπάτια τα τελευταία 10 έτη, ήταν ιδιαιτέρως δύσκολο να χρησιμοποιηθεί από ανθρώπους, ιδίως αν είχαν προβλήματα κίνησης και πάντως δεν ήταν δυνατή η διέλευση από έμφορτα ζώα, οπότε και γινόταν χρήση της επιδίκου διόδου.
Τα ανωτέρω απεδείχθησαν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού ιδίως δε από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των εφεσιβλήτων, εμπεριεχόμενες στα δημόσια πρακτικά της δίκης κατά την διαδικασία λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, της εκκαλουμένης και στις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίοι είχαν ιδία γνώση, όσων κατέθεσαν ως μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής και δεν αναιρούνται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, συμπεριλαμβανομένων των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των εκκαλουσών, εμπεριεχόμενες στα δημόσια πρακτικά της δίκης κατά την διαδικασία λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, της εκκαλουμένης και στις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες δεν κρίνονται πειστικές και δεν ανατρέπουν το ανωτέρω αποδεικτικό συμπέρασμα.
Το ανωτέρω αποδεικτικό συμπέρασμα επιρρωνύεται και από την υπ’ αρ. ....10.2008 απόφαση του τοπικού συμβουλίου του δ.δ. ... του δήμου ..., η οποία εκτιμάται ως απλό δικαστικό τεκμήριο κατ’ αρ. 339 Κ.Πολ.Δ. εν όψει , ότι με την ως άνω απόφαση βεβαιώνονται γεγονότα , τα οποία δεν εμπίπτουν σε κείνα για την πιστοποίηση των οποίων έχουν αρμοδιότητα τα τοπικά συμβούλια των δημοτικών διαμερισμάτων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 86 και 106, αντίστοιχα, του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", που καθορίζουν τις αρμοδιότητες του Δημάρχου και του Προέδρου της Κοινότητας, ενώ από τον χρόνο λήψεως αυτής προδήλως υποδεικνύεται, ότι δεν ελήφθη επίτηδες, για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στην υπό κρίση υπόθεση .
Η απόφαση αυτή ελήφθη κατόπιν συλλογικής συζητήσεως των μελών του, οι οποίοι είναι κάτοικοι του οικισμού ..., έχουν ιδία και άμεση γνώση επί των ζητημάτων της κοινότητος και ομόφωνα έκριναν, ότι το εδαφικό τμήμα, το οποίο εμφαίνεται υπό τα στοιχεία ... στο επισυναπτόμενο της ως άνω αποφάσεως του τοπικού συμβουλίου αχρονολόγητο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π.
Π., το οποίο ταυτίζεται ως προς τα μερικότερα αυτού σημεία ... με τμήμα της επιδίκου διόδου επί της ιδιοκτησίας των εκκαλουσών και ειδικότερα με το τμήμα από την απόληξη αυτής στην δημοτική οδό προς βορρά έως του σημείου, όπου κάμπτει ελαφρώς η δίοδος νοτιοδυτικώς, ήτοι στο σημείο, κατά το οποίο εφάπτονται οι δύο οικίες των εκκαλουσών προς την νοτιοδυτική πλευρά αυτής, αποτελεί κατά την διατύπωση της ανωτέρω αποφάσεως "πεζόδρομο κοινής χρήσεως από παλαιοτάτων ετών", υποδηλώνοντας, ότι η διέλευση της προπεριγραφείσης εδαφικής λωρίδος επί της ιδιοκτησίας των εκκαλουσών γινόταν ακωλύτως και άνευ προηγούμενης αδείας, ή σχετικής παρακλήσεως των ιδιοκτητών των ιδιοκτητών των ακινήτων, τα οποία διέρχετο η επίδικος δίοδος, από αρκετά έτη, όχι μόνο υπό των εφεσιβλήτων, αλλά και υπό παντός τρίτου, ο οποίος ήθελε να έχει πρόσβαση στα ακίνητα των εφεσιβλήτων, ώστε να θεωρείται από τους τωρινούς κατοίκους του οικισμού ως "κοινής χρήσεως".
Κατόπιν των ανωτέρω απεδείχθη, ότι τα ακίνητα των εφεσιβλήτων έχουν αποκτήσει εμπράγματο δικαίωμα δουλείας διόδου , ως έχει προπεριγραφεί κατά θέση και όρια, επί του ακινήτου των εκκαλουσών αυλίου χώρου της οικίας αυτών-με τα προσόντα της εκτάκτου χρησικτησίας, αφού, ως έχει αναπτυχθεί ανωτέρω, οι εφεσίβλητες και οι δικαιοπάροχοί τους, προσμετρουμένου του χρόνου οιονεί νομής των τελευταίων στον χρόνο νομής των εφεσιβλήτων, διέρχονταν αυτής πεζοί και με έμφορτα ζώα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών προ της ασκήσεως της ενδίκου αγωγής (29.10.2010), ήτοι τουλάχιστον από το έτος 1946, διανοία δικαιούχου δουλείας διόδου για την πρόσβασή τους (ιδίων και δικαιοπαρόχων αυτών) με την δημοτική οδό του οικισμού ...
σύμφωνα με τα αρ. 1118, 1120, 1121 σε συνδ. με 975, 1045, 1051 Α.Κ.. Το κατά τα ανωτέρω κτηθέν περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα δουλείας διόδου, όμως, προς το ακίνητο της δευτέρας των εφεσιβλήτων, κατόπιν σχετικού νομοτύπως προβαλλομένου ισχυρισμού των εκκαλουσών, ο οποίος είχε προβληθεί ως ένσταση ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου και νομίμως επαναφέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ως λόγος εφέσεως, έχει αποσβεσθεί, καθ’ όσον έχει παύσει η παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας από το δουλεύον ακίνητο των εκκαλουσών υπέρ του δεσπόζοντος της δευτέρας των εφεσιβλήτων, γιατί το τελευταίο έχει αποκτήσει αυτάρκεια και συνεπώς άσκηση της δουλείας καθίσταται περιττή και μάταιη σύμφωνα με το άρ. 281 Α.Κ..
Ειδικότερα, αν μετά τη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου, το δεσπόζον ακίνητο εξυπηρετείται κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο από άλλη οδό παύει ο λόγος ύπαρξης της δουλείας, γιατί η τελευταία δεν παρέχει πλέον χρησιμότητα και δεν υπάρχει ανάγκη του δεσπόζοντος, αφού αυτό έχει αποκτήσει αυτάρκεια.
Πρέπει, δηλαδή, η αυτάρκεια του δεσπόζοντος να περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματος της δουλείας, γιατί, αν περιλαμβάνει μέρος εκείνου, η δουλεία, κατ’ εφαρμογή της αρχής του αδιαιρέτου των δουλειών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1122, 1130, 1131 και 1138 ΑΚ, διατηρείται ακέραιη. Η, παρά την αυτάρκεια του δεσπόζοντος ακινήτου, που εξασφαλίζεται με την ύπαρξη πρόσοψης αυτού και την άμεση πρόσβαση και εξυπηρέτησή του από κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο, εξακολούθηση χρησιμοποίησης της διόδου επί του δουλεύοντος ακινήτου, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος και συνεπώς αποτελεί και νομικό λόγο αδυναμίας άσκησης της πραγματικής δουλείας, διότι υπερβαίνει τα όρια τα οποία τάσσονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει να μην παρεμποδίζεται με άσκοπους περιορισμούς η οικονομική εκμετάλλευση των ακινήτων.
Εν προκειμένω, ως προελέχθη, το δεσπόζον, ακίνητο της δευτέρας των εφεσιβλήτων είχε πάντοτε όρια με την δημοτική οδό του οικισμού ... και ειδικότερα το νοτιοδυτικό τμήμα αυτού, ως αποδεικνύεται ιδίως από τον τίτλο κτήσεως της δευτέρας των εφεσιβλήτων. Εν όψει, όμως, της μορφολογίας του εδάφους που ενεφάνιζε το σημείο, όπου το όριο του ακινήτου της δευτέρας των εφεσιβλήτων εφάπτετο με την ανωτέρω κοινόχρηστη οδό, ήτοι είχε μεγάλη υψομετρική κλίση και κρημνώδη, καθίστατο ιδιαιτέρως δυσχερής έως αδύνατος η πρόσβαση της δευτέρας των εφεσιβλήτων, των δικαιαπαρόχων της δευτέρας των εφεσιβλήτων, ιδίως.
όταν απαιτείτο η διέλευση του ανωτέρω σημείου με έμφορτα ζώα, ή παρουσίαζαν προβλήματα κίνησης, οπότε γινόταν χρήση της προπεριγραφείσης διόδου. Ήδη, όμως, απεδείχθη, πως από το έτος 1990 περίπου έχει κατασκευασθεί τσιμεντένια ράμπα και σκαλοπάτια καθ’ όλο σχεδόν το πλάτος, περίπου 4μ., τού νοτιοδυτικού ορίου της ιδιοκτησίας των εφεσιβλήτων με τον δημοτικό δρόμο της ...
και συνεπώς η (δεσπόζουσα) ιδιοκτησία της δευτέρας εφεσιβλήτου έχει δυνατότητα και την πλήρη ευχέρεια πλέον να εξυπηρετείται έκτοτε, για την πρόσβασή της προς και από (είσοδος και έξοδος) τον (προς νοτιοδυτικώς κείμενο) δημοτικό δρόμο, χωρίς να αποδεικνύεται, ότι υφίσταται κανένα πραγματικό υλικό εμπόδιο ή νομικό κώλυμα ή αντιτάξιμο δικαίωμα τρίτου.
Με τη διαμορφωμένη επομένως αυτή κατάσταση το δεσπόζον κινητό δεν έχει ανάγκη της επίμαχης, μη παρέχουσας σ’ αυτό πλέον ία ωφέλεια η χρησιμότητα, δουλείας διόδου, αφού έχει καταστεί αυτάρκες, εξυπηρετούμενο, κατά τρόπο οριστικό, πλήρη, διαρκή, στο ίδιο μέτρο και ισοδυνάμως (πραγματικός ή και νομικώς) από την και εξασφαλίζουσα το ίδιο περιεχόμενο χρήσεως ως και την αυτή λειτουργικότητα του (δεσπόζοντος) παράπλευρη ως άνω δημοτική οδό του οικισμού ....
Υπό τα πραγματικά αυτά δεδομένα και βάσει των προεκτεθεισών νομικών σκέψεων, η επίμαχη πραγματική δουλεία ως προς το ακίνητο της δευτέρας των εφεσιβλήτων καταστάσα εντελώς περιττή, παρίσταται καταχρηστική, υπερβαίνουσα τα ακραία αξιολογικά όρια της ΑΚ 281, αν ληφθεί υπόψη η περιορισμένη ωφέλεια του δεσπόζοντος από την διατήρηση της ανωτέρω δουλείας διόδου, δεδομένου ότι το ακίνητο της δευτέρας των εφεσιβλήτων έχει πλέον άμεση πρόσβαση στον κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο του οικισμού της ...
και η προκύπτουσα σημαντικότατη ζημία του ακινήτου των εκκαλουσών, αφού θα παρεμποδίζεται με άσκοπους περιορισμούς. ήτοι η συνέχιση της δουλείας διόδου, η οικονομική εκμετάλλευση αυτού και συνεπώς πρέπει ο σχετικός λόγος εφέσεως να γίνει κατ’ ουσίαν δεκτός. Η εκκαλουμένη, που δέχθηκε τα αντίθετα, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του αρ. 281 Α.Κ.
και στην εκτίμηση των αποδείξεων και κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως πρέπει να εξαφανισθεί ως προς την δευτέρα εφεσίβλητο κατ’ αρ. 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και κατόπιν τούτου, αφού η ένδικος αγωγή, ως προς την δευτέρα ενάγουσα, κρατηθεί προς εκδίκαση ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου (αρ. 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να απορριφθεί κατ’ ουσία...».
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού δέχθηκε την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, που προέβαλαν πρωτοδίκως και επανέφεραν με λόγο έφεσης οι αναιρεσίβλητες, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το ως άνω Δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και είναι απορριπτέος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ, κατά το οικείο σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα.
Σύμφωνα με το άρθ. 560 ΚΠολΔικ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν 1) παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών κλπ. 2) το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου έγινε δεκτή η εξαίρεση 3) το δικαστήριο υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν ήταν καθ` ύλην αρμόδιο και 4) παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ` αποφάσεων των ειρηνοδικείων απαριθμούνται περιοριστικά σ` αυτές (ΟλΑΠ 45/1987) , οι οποίες είναι ειδικές ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων και ως τούτου άλλες αιτιάσεις δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι αναίρεσης.
Έτσι, δεν συγχωρείται αναίρεση κατά των αποφάσεων αυτών, μεταξύ άλλων, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προταθέντων πραγμάτων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή για λόγο που προβλέπεται από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ή για τη μη λήψη αποδεικτικών μέσων, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δηλαδή για λόγο που προβλέπεται από τον αριθμό 11 περ.
γ του ίδιου ως άνω άρθρου ή για παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας, έκπτωσης από δικαίωμα ή απαραδέκτου, που προβλέπεται από τον αριθμό 14 του ίδιου ως άνω άρθρου και αναφέρεται στις δικονομικές ακυρότητες ή για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή και αντιφατικών αιτιολογιών, όταν αποδίδεται δηλαδή αναιρετική πλημμέλεια από το αριθμό 19 του ίδιου ως άνω άρθρου.
Επομένως α) ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, κατά τον οποίο το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο έπρεπε αα) να δεχθεί ότι δεν έχει αποσβεσθεί το δικαίωμα δουλείας οδού και ότι η επίδικη δίοδος εξακολουθεί να είναι χρήσιμη και ββ) να απορρίψει την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ και το συναφή λόγο έφεσης γιατί ήταν αόριστοι και β) ο δεύτερος λόγος ότι η προσβαλλόμενη στερείται επαρκούς αιτιολογίας ως προς τη θεμελίωση της κρίσης της ότι αποσβέστηκε το δικαίωμα δουλείας, που είχε αποκτηθεί με έκτακτη χρησικτησία, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού οι ως άνω αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες της δεν εμπίπτουν στην περιοριστική απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατ` αποφάσεων ειρηνοδικείων.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί , κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημα αυτών [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30.7.2014 αίτηση αναίρεσης της 27/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ