Legislator Case Law & Legislation
431/2012 AI generated

431/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 431/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 431 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 431/2012

Legislator headnote

AI generated

431/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 431 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 431/2012

Keywords

AI generated
substantiation of illegality grounds lack of standing of complainant immediate termination for fraud refusal of work permit commercial fraud by employee unauthorized employment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 431 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 431/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χάρη Βεργούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΑΦΟΡΟΛΟΓΗΤΩΝ ΕΙΔΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στον Άγιο Στέφανο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ρούσσο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/2/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5062/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1756/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/11/2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 29/11/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 672 Α.Κ., "Καθένας από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής σπουδαίο λόγο αποτελούν τα περιστατικά εκείνα ή ακόμη και το μεμονωμένο εκείνο περιστατικό, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν, κατ' αντικειμενική κρίση σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να αξιωθεί από οιονδήποτε εκ των συμβαλλομένων μερών η συνέχιση της συμβάσεως μέχρι τη συμφωνημένη ή εκ του νόμου υποχρεωτική λήξη της (Ολ.Α.Π. 10/1995). Με τη σύμβαση εργασίας ή και τον κανονισμό της εργοδότριας επιχείρησης μπορούν να προσδιοριστούν και ειδικοί λόγοι, εφόσον από τις περιστάσεις και τη φύση της εργασίας δικαιολογούνται ως "σπουδαίοι" για την καταγγελία της συμβάσεως. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά, στα οποία στηρίζεται η καταγγελία της συμβάσεως ορισμένου χρόνου, συνιστούν την αόριστη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου, είναι κρίση νομική που ελέγχεται αναιρετικώς. Τυχόν δε ανυπαρξία σπουδαίου λόγου ή, αν ο προβαλλόμενος ως σπουδαίος λόγος καταγγελίας δεν είναι τόσο σπουδαίος και σοβαρός ώστε να μπορεί να δικαιολογήσει την πρόωρη λύση της συμβάσεως, καθιστά την καταγγελία της συμβάσεως ορισμένου χρόνου άκυρη. Εξάλλου, μόνη η μεταβολή των προσωπικών ή περιουσιακών σχέσεων του εργοδότη, άρα και η μείωση των κερδών ή ακόμη και η δημιουργία ζημιών, δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο υπέρ του τελευταίου για να καταγγείλει τη σύμβαση ορισμένου χρόνου, εφόσον ο εργοδότης φέρει τον κίνδυνο της επιχείρησής του και δεν μπορεί με την καταγγελία να επιρρίψει τον κίνδυνο αυτό στο μισθωτή ή να προκαλέσει δυσμενείς συνέπειες σε αυτόν από ενέργειες που ανάγονται στη σφαίρα της δικής του αποκλειστικής δραστηριότητας. Το δικαστήριο ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με την άσκηση από τον εργοδότη του δικαιώματος απολύσεως παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και της αρχής της μη κατάχρησης του δικαιώματος και απορρέει από τη συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου, περιέχεται δε ήδη στο άρθρ. 25 § 1 του Συντ. Περαιτέρω, κατ' άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δικ., συντρέχει περίπτωση παραβιάσεως ουσιαστικού κανόνα δικαίου, οπότε και η απόφαση είναι αναιρετέα, αν ο δικαστής α) προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από αυτή που έχει, β) εφάρμοσε μη εφαρμοστέο κανόνα (για τον οποίο δεν υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις), γ) παρέλειψε να εφαρμόσει εφαρμοστέο κανόνα, μολονότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ήτοι στερείται αιτιολογιών ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όταν από τα περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο, ως αποδειχθέντα, δεν παρέχεται η δυνατότητα να ελεγχθεί αναιρετικά, αν έγινε ορθή εφαρμογή του ουσιαστικού κανόνα, που εφαρμόσθηκε . Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: " Η εναγόμενη εταιρία συστάθηκε την 1-2-1079 με το Π.Δ. 86/1979, κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 827/1978, ω; "ιδιόρρυθμη, ανώνυμη εταιρία", με μέτοχο το Ελληνικό Δημόσιο και με αντικείμενο την αποκλειστική εκμετάλλευση των καταστημάτων αφορολόγητων ειδών (ΚΑΕ). Τα καταστήματα αυτά λειτουργούν αποκλειστικά σε τελωνειακά ελεγχόμενους χώρους αναμονής ταξιδιωτών (αεροδρόμια, λιμένες και χερσαίους μεθοριακούς σταθμούς) και απευθύνονται αποκλειστικά στο επιβατικό καταναλωτικό κοινό. Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήψε η εναγομένη στις 15-06-1982 με τον ενάγοντα, προσέλαβε αυτόν ως υπάλληλο της και έκτοτε τον απασχόλησε έως την απόλυση του, για την οποία θα γίνει παρακάτω λόγος, ως προϊστάμενο βάρδιας στο κατάστημα αφορολογήτων ειδών που βρίσκεται στον κρατικό αερολιμένα "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" Θεσσαλονίκης. Οι συμφωνημένες υπηρεσίες που πρόσφερε ο ενάγων στην εναγομένη με την ανωτέρω ειδικότητα ήταν η επίβλεψη της ορθής και ομαλής λειτουργίας του άνω καταστήματος, ο έλεγχος των εργαζομένων σ' αυτό και η επίλυση των προβλημάτων στο κατάστημα, που τυχόν θα ανέκυπταν κατά τη διάρκεια της βάρδιας του. Από την αρχή της πρόσληψης του προσέφερε συνεχώς τις υπηρεσίες του στην παραπάνω εργασιακή θέση, με συνέπεια και υπευθυνότητα, χωρίς να δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα στην εργασιακή του σχέση που τον συνέδεε με την εναγομένη και αυτό έως τις αρχές Δεκεμβρίου 1998. Στις 10-12-1998, περί ώρα 18:30, όταν η αίθουσα TRANZIT του άνω αεροδρομίου ήταν κατάμεστη από επιβάτες, που επρόκειτο να ταξιδεύσουν με δύο πτήσεις (LUFTHANSA & CYPRUS) και το κατάστημα αφορολογήτων ειδών ήταν γεμάτο από επιβάτες-πελάτες, οι σ' αυτό εργαζόμενοι υπάλληλοι της εναγομένης, πέντε μόνιμοι και δύο εποχιακοί, είχαν παραμελήσει την εργασία τους και έπιναν ουίσκυ, τρώγοντας ξηρούς καρπούς, δημιουργώντας αλγεινή εντύπωση στους επιβάτες και προκαλώντας "διαλυτικά φαινόμενα" σε βάρος του άνω καταστήματος. Και όλα αυτά λάμβαναν χώρα με την ανοχή των δύο προϊσταμένων της βάρδιας, εκείνο το απόγευμα, του Θ. Κύπρου και του ενάγοντος. Το περιστατικό αυτό έγινε αντιληπτό από τον Επιθεωρητή ΚΑΕ (Ρακτιβάν Δημήτριο), ο οποίος πήρε το ουίσκυ από τους υπαλλήλους και τους συνέστησε να πάνε στη θέση τους για εργασία. Από τον ίδιο καταγγέλθηκε το περιστατικό αυτό στην εναγομένη. Στα καταστήματα αφορολογήτων ειδών (DUTY FREE SHOPS) που εκμεταλλεύεται η εναγομένη, ισχύει για το υπαλληλικό προσωπικό της "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού", συμβατικής ισχύος, που προβλέπει, με το άρθρο 12, πειθαρχικά αδικήματα για πράξεις και παραλείψεις των υπαλλήλων που μπορούν να βλάψουν τα συμφέροντα της εναγομένης και με το ίδιο άρθρο προβλέπονται και οι πειθαρχικές ποινές. Για το παραπάνω περιστατικό, που μπορούσε να προκαλέσει υλική ή ηθική ζημία στην εναγομένη και που έγινε με την ανοχή και του ενάγοντος, ο τελευταίος τιμωρήθηκε από την εναγομένη, στις 26-02-1999, αφού τηρήθηκε η πειθαρχική διαδικασία, με την πιο ελαφριά πειθαρχική ποινή της "γραπτής παρατήρησης". Στις 26 Αυγούστου 2003, ημέρα Τρίτη, στην απογευματινή βάρδια, ο επιθεωρητής του άνω ΚΑΕ διαπίστωσε ότι ο υπάλληλος του καταστήματος Ι. Χ. απουσίαζε επί μακρόν από τη θέση του. Όταν ο Επιθεωρητής ζήτησε πληροφορίες για την απουσία αυτή από τον ενάγοντα, που ήταν εκείνη την ημέρα προϊστάμενος απογευματινής βάρδιας, ο τελευταίος δήλωσε άγνοια. Μετά από σχετική αναφορά του Επιθεωρητή των ΚΑΕ στην εναγομένη, ο ενάγων "χρεώθηκε" στις 08-09-2003 με δεύτερη πειθαρχική ποινή, την ίδια της "γραπτής παρατήρησης", που έχει ως ακολούθως: "Κύριε Κ., η Εταιρία βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση να σας υπενθυμίσει ότι μεταξύ των καθηκόντων του προϊσταμένου βάρδιας περιλαμβάνεται και εκείνο που αναφέρει για προϊστάμενο ότι πρέπει ανά πάσα στιγμή να γνωρίζει που βρίσκεται το προσωπικό της βάρδιας του. Δυστυχώς, όπως φαίνεται από την αναφορά του Επιθεωρητή, δεν γνωρίζατε που ευρίσκετο ο υπάλληλος Ι. Χ. κατά την απογευματινή σας στις 26 Αυγούστου, ημέρα Τρίτη, αφού απουσίαζε επί μακρόν από τη θέση του κατά την επίσκεψη του Επιθεωρητή στο κατάστημα, χωρίς να γνωρίζετε που ήταν. Επειδή παραλείψεις ή τουλάχιστον αβλεψίες τέτοιας μορφής δημιουργούν προβλήματα μεταξύ του προσωπικού. Επειδή απομακρύνσεις από τον χώρο εργασίας υπαλλήλων χωρίς προγραμματισμό επιφέρουν βλάβη στη λειτουργία του καταστήματος με οικονομικές επιπτώσεις στα αποτελέσματα αλλά και στη δυσφήμηση του καταστήματος . Επειδή τέτοιες παραλείψεις δεν μπορούν να δικαιολογηθούν σε προϊστάμενο με μακρά πείρα όπως εσείς, Σας δηλώνουμε ότι οποιαδήποτε εκ μέρους σας παράλειψη στο μέλλον θα ληφθεί σοβαρότατα υπόψη από την Εταιρία με όλες τις συνέπειες για σας". Όμως ούτε και αυτή η "πειθαρχική ποινή" συνέτισε τον ενάγοντα. Στις 6 Ιουλίου 2005, η εναγομένη γνωστοποίησε εγγράφως στους υπαλλήλους του άνω καταστήματος, και στον ενάγοντα, τα ακόλουθα: "Επανερχόμενοι για πολλοστή φορά στο συγκεκριμένο θέμα, τονίζουμε ιδιαίτερα, ότι θα πρέπει το αρχείο του PC με τις πτήσεις και τους προορισμούς να είναι σωστά ενημερωμένο, καθώς επίσης οι ταμίες-πωλητές πρέπει να γνωρίζουν και να ζητούν ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ κάρτα επιβίβασης και να χτυπούν τη σωστή πτήση. Παρακαλείσθε, όπως διενεργείτε τακτικούς ελέγχους για την τήρηση των παραπάνω". Ο ενάγων υπέγραψε στις 4-7-2005 ότι έλαβε γνώση του άνω εγγράφου. Στις 12 προς 13 Σεπτεμβρίου 2005, από ώρας 22:00 έως 06:00 ώρας, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ενάγων ήταν προϊστάμενος νυκτερινής βάρδιας του προσωπικού του άνω καταστήματος, μετά από έλεγχο που διενήργησαν τελωνιακοί υπάλληλοι του Ε' Τελωνείου Αερολιμένα Θεσσαλονίκης, διαπιστώθηκε ότι υπάλληλος του αεροδρομίου Θεσσαλονίκης, είχε αγοράσει από το εκεί κατάστημα αφορολογήτων ειδών μία φιάλη ουίσκυ, χωρίς να έχει κάρτα επιβίβασης. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι έως τα μέσα του έτους 1999, η εναγομένη είχε το δικαίωμα πώλησης αφορολόγητων και αδασμολόγητων προϊόντων μόνο στους εξερχόμενους της χώρας ή στους διερχόμενους από αυτήν ημεδαπούς και αλλοδαπούς επιβάτες, που ταξίδευαν σε χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς επίσης στα πληρώματα των μεταφορικών μέσων με τον ίδιο ως άνω προορισμό. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. Τ3451/ 41/Β0019 ΦΕΚ Β' 1470/20-7-1999 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών επετράπη η πώληση, μόνο φορολογημένων προϊόντων, από τα μικτά καταστήματα φορολογημένων και αφορολόγητων ειδών και σε επιβάτες-ταξιδιώτες με προορισμό το εσωτερικό της χώρας και τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως εκ τούτου, το Σεπτέμβριο του 2005 δεν επιτρεπόταν η πώληση των άνω προϊόντων, φορολογημένων ή αφορολόγητων, σε μη δικαιούμενα πρόσωπα, δηλαδή σε μη επιβατικό κοινό και τυχόν τέτοια συναλλαγή, ήτοι η πώληση σε πρόσωπα που δεν ταξιδεύουν, αποτελεί τελωνειακή παράβαση. Ενόψει των ανωτέρω, η εναγομένη ενημέρωνε τακτικά το προσωπικό των καταστημάτων της για την τήρηση της διαδικασίας πώλησης προϊόντων, προφορικά και εγγράφως, όπως έπραξε και με το προαναφερθέν από 6 Ιουλίου 2005 έγγραφο της. Το πιο πάνω περιστατικό πώλησης φιάλης ουίσκυ ανέφερε ο Επιθεωρητής του ΚΑΕ του Κρατικού Αερολιμένα Θεσσαλονίκης "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" στην εναγομένη, ο Γενικός Διευθυντής της οποίας κάλεσε, στη συνέχεια, σε έγγραφη απολογία τον ενάγοντα, καθόσον, σύμφωνα με την αναφορά του Επιθεωρητή, αυτός (ενάγων) επέτρεψε, κατά τη διάρκεια της βάρδιας του, να πωληθεί το εν λόγω προϊόν (ουίσκυ) σε μη δικαιούμενο πρόσωπο. Μετά την τήρηση της προβλεπόμενης από τον ΓΚΠ πειθαρχικής διαδικασίας η εναγομένη επέβαλε στον ενάγοντα, για το άνω περιστατικό, που οφείλετο στην πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, ως προϊσταμένου βάρδιας, την πειθαρχική ποινή της υποχρεωτικής αποχής από την εργασία του επί πέντε ημέρες (προσωρινή απόλυση). Εν τω μεταξύ και η αρμόδια υπηρεσία του Ε' Τελωνείου Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 2005-000060/16-9-2005 καταλογιστική πράξη (περιγραφή:λαθρεμπορίες) για παράβαση της ΥΑ Τ3451/411Β0019 ΦΕΚ Β' 1470/20-71999 και του άρθρου 155 του ν. 2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), με την οποία επιβλήθηκαν πρόστιμα σε όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και δη ποσού 309,60 ευρώ στον υπάλληλο που προέβη στη συγκεκριμένη αγορά και στην ταμία του καταστήματος που εκτέλεσε τη συναλλαγή και ποσού 928,80 ευρώ στον ενάγοντα, ενώ επίσης η εναγομένη κηρύχθηκε αστικά συνυπεύθυνη για την καταβολή των πολλαπλών τελών. Αλλά ούτε και αυτή η πειθαρχική κύρωση, εν είδη "κόκκινης κάρτας"" στάθηκε ικανή να συνετίσει τον ενάγοντα. Δύο χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στις 27 προς 28 Οκτωβρίου 2007, από ώρας 22:00 έως 06:00 ώρας, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ενάγων ήταν προϊστάμενος νυκτερινής βάρδιας του προσωπικού του άνω καταστήματος, έλαβε χώρα η εξής συναλλαγή. Το κλειστό κύκλωμα του άνω καταστήματος κατέγραψε στις 05:20 την Ε. Μ., που ήταν μέλος του προσωπικού βάρδιας, και ειδικότερα καθαρίστρια στο συνεργείο καθαρισμού, να πληρώνει στον ταμία του καταστήματος Κ. Ζ., με την παρουσία του ενάγοντος, 6,75 ευρώ, ήτοι 1,30 ευρώ για ELITE CRSCLERS, 3,70 ευρώ για τυρί ημίσκληρο Μακεδόνικο και 1,75 ευρώ για τυροσαλάτα καυτερή. Τα είδη αυτά αγόρασε η ανωτέρω καθαρίστρια, από το εν λόγω ΚΑΕ, για προσωπική της κατανάλωση. Όμως η αγορά αυτή απαγορευόταν, γιατί η εν λόγω καθαρίστρια δεν ταξίδευε στο εξωτερικό, δηλαδή δεν ήταν επιβάτης και στερούνταν ως εκ τούτου κάρτα επιβίβασης. Από την ταμειακή μηχανή εκδόθηκε και μηχανογραφημένη απόδειξη πληρωμής του άνω ποσού, στην οποία όμως φαίνεται ότι η άνω αγοράστρια ήταν επιβάτης για πτήση της προς ΖΥΡΙΧΗ, δηλαδή προς τόπο προορισμού εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τον οποίο οι πραγματικοί επιβάτες δικαιούνταν να αγοράσουν αφορολόγητα είδη. Και εν προκειμένω στο άνω τίμημα των 6,75 ευρώ δεν συμπεριλαμβάνονταν φορολογικές επιβαρύνσεις. Όλα αυτά έγιναν με την παρουσία και συγκάλυψη του ενάγοντος, ο οποίος και απέφυγε να ενημερώσει την εναγομένη για την παράνομη αυτή συναλλαγή, η οποία αποκαλύφθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του εν λόγω καταστήματος. Το περιστατικό αυτό, οφειλόμενο σε παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του ενάγοντος, κλόνισε ανεπανόρθωτα τη σχέση εμπιστοσύνης της εναγομένης στο πρόσωπο του". Έκρινε η εναγομένη, μετά ταύτα, αφού έλαβε υπόψη και την προαναφερθείσα προηγούμενη κατ' επανάληψη ΚΕ παραβατική συμπεριφορά (πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων) του ενάγοντος, και τη μη συμμόρφωση του παρά τις επιβληθείσες σ' αυτόν προαναφερόμενες πειθαρχικές ποινές, ότι επιβαλλόταν, για την προστασία των καλώς εννοουμένων υλικών και ηθικών συμφερόντων της, η απόλυση του. Έτσι, κατήγγειλε, στις 21-11-2007, εγγράφως την από 15-06-1982 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος. Ο ενάγων αρνήθηκε να παραλάβει τόσο το έγγραφο της καταγγελίας, το οποίο και θυροκολλήθηκε στην οικία του, στις 21-11-2007, όσο και την προσφερθείσα αποζημίωση απόλυσης. Στη συνέχεια, λόγω της ανωτέρω άρνησης, η εναγομένη προέβη, εντός ευλόγου χρόνου, ήτοι στις 27-11-2007, σε δημόσια κατάθεση του ποσού της νόμιμης αποζημίωσης (62.629,74 ευρώ), στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στη Θεσσαλονίκη, εκδοθέντος προς τούτο, υπέρ του ενάγοντος, το υπ' αριθμ. 138660 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης, το οποίο, μετά την άρνηση του ενάγοντος να το παραλάβει, κατατέθηκε στη συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Ιωάννα Μπιλίση Χρουσαλά και επιδόθηκε στον ενάγοντα, στις 27-11-2007, η σχετική υπ' αριθμ. .../27-11-2007 συμβολαιογραφική πράξη κατάθεσης γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης. Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά, το Εφετείο έκρινε ότι η εν λόγω καταγγελία είναι έγκυρη, "διότι έγινε λόγω πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του ενάγοντος, κατά παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, εξαιτίας των οποίων διαταράχθηκε τόσο σοβαρά η εμπιστοσύνη της εναγομένης στο πρόσωπο του ενάγοντος, ώστε δεν ήταν ανεκτή για την εναγομένη η περαιτέρω διατήρηση της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, γι αυτό και την κατήγγειλε. Επιπλέον, η καταγγελία αυτή έγινε από την εναγομένη προς προάσπιση των καλώς νοουμένων υλικών και ηθικών συμφερόντων της στο εν λόγω κατάστημα αφορολογήτων ειδών, στο οποίο απασχολούσε και τον ενάγοντα. Ο τελευταίος είχε παραβεί τις συμβατικές υποχρεώσεις του, όπως προεκτέθηκε, άλλες τρεις φορές. Στις 10-12-1998, όταν ανέχθηκε στο άνω κατάστημα, ως προϊστάμενος απογευματινής βάρδιας, τους υπαλλήλους της εναγομένης να απομακρυνθούν από τη θέση τους, να δημιουργήσουν "παρέα", και να επιδοθούν στην κατανάλωση ουίσκυ, υπό τα βλέμματα των επιβατών - ταξιδιωτών, προκαλώντας "διαλυτικά φαινόμενα" σε βάρος του άνω καταστήματος, στις 26 Αυγούστου 2003, όταν αδιαφόρησε ως προϊστάμενος απογευματινής βάρδιας για την επί μακρόν απουσία του υπαλλήλου του καταστήματος Ι. Χ. από τη θέση του, απουσία που δημιούργησε πρόβλημα στην ομαλή λειτουργία του καταστήματος (επιχείρησης) της εναγομένης, και στις 12 προς 13 Σεπτεμβρίου 2005, όταν άσκησε πλημμελή εποπτεία στο άνω κατάστημα ως προϊστάμενος της νυκτερινής βάρδιας, με αποτέλεσμα να πωληθεί από το κατάστημα αυτό σε μη επιβάτη και δη σε υπάλληλο του αεροδρομίου μία φιάλη ουίσκυ, πράξη που θεωρήθηκε λαθρεμπορία από το Ε' Τελωνείο Θεσσαλονίκης, το οποίο και επέβαλε στον ενάγοντα πρόστιμο 928,80 ευρώ και θεώρησε την εναγομένη αστικά συνυπεύθυνη για την καταβολή των πολλαπλών τελών. Για τα παραπάνω τρία περιστατικά, που συνέβησαν εντός του ΚΑΕ του αεροδρομίου "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ", όταν ο ενάγων ήταν προϊστάμενος βάρδιας και είχε υπό την επίβλεψη του το κατάστημα αυτό, ως προς την ορθή και ομαλή λειτουργία του, και είχε υπό τον έλεγχο του τους στο κατάστημα αυτό εργαζόμενους, η εναγομένη επέβαλε στον ενάγοντα τις προαναφερθείσες πειθαρχικές ποινές (έγγραφη παρατήρηση στις δύο πρώτες περιπτώσεις και προσωρινή απόλυση πέντε ημερών στην τρίτη περίπτωση), προσδοκώντας ότι αυτός θα έδειχνε, μετά την επιβολή κάθε πιο πάνω ποινής, σύνεση και υπευθυνότητα στην άσκηση των καθηκόντων του, αλλά διαψεύσθηκε. Έτσι, μετά το τέταρτο ως άνω περιστατικό της 27ης προς 28η Οκτωβρίου 2007, που έγινε παρουσία του ενάγοντος και το συγκάλυψε, το μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των καλώς νοουμένων υλικών και ηθικών συμφερόντων της εναγομένης, στην άνω επιχείρηση της, ήταν το έσχατο μέσο της απόλυσης του ενάγοντος. Πειθαρχικές ποινές (ηπιότερα μέτρα) είχε επιβάλει σ' αυτόν τις άλλες τρεις φορές, που προαναφέρθηκαν, αλλά αυτός εξακολούθησε να εκτελεί πλημμελώς τις συμφωνημένες ως άνω συμβατικές υποχρεώσεις του. Υπό τα δεδομένα αυτά, με την απόλυση του ενάγοντος από την εναγομένη, στις 21-11-2007, δεν παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού δηλαδή αποδείχθηκε ότι η άνω καταγγελία δεν έγινε κατά προφανή υπέρβαση των τιθεμένων από το άρθρο 281 ΑΚ ορίων (καταχρηστικά) και ότι δεν παραβιάστηκε, με την απόλυση του ενάγοντος, η αρχή της αναλογικότητας, η καταγγελία αυτή είναι έγκυρη και όχι άκυρη". Με βάση τα ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, περιέχει πλήρεις, αναλυτικές και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα να ελεγχθεί αναιρετικά αν αυτές μπορούν να στηρίξουν το ως άνω δικανικό συμπέρασμα, ήτοι της εγκυρότητας της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελίας της επίδικης εργασιακής συμβάσεως και η οποία (καταγγελία) δεν αντίκειται στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ούτε με αυτή παραβιάσθηκε η αρχή της αναλογικότητας, αφού ο αναιρεσείων κατ' επανάληψη, όπως δέχθηκε το Εφετείο, παρέβη τα καθήκοντά του και ήδη είχε τιμωρηθεί τρεις φορές, δυο με έγγραφη παρατήρηση και μία με προσωρινή απόλυση. Αυτά δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι μέχρι το 1998 εργαζόταν "με συνέπεια και υπευθυνότητα" ούτε η μέχρι τότε καλή, υπηρεσιακή συμπεριφορά του, μπορούσε να δικαιολογήσει τις μετέπειτα, επανειλημμένες παραβάσεις των καθηκόντων του. Τέλος δεν συντρέχει περίπτωση ανεπάρκειας στις αιτιολογίες της απόφασης, όταν το δικαστήριο, κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων δεν αναφέρεται ειδικά στο περιεχόμενο κάθε αποδεικτικού μέσου, ήτοι δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν υπάρχουν στην απόφαση ελλείψεις, που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος, που προκύπτει από αυτές, αρκεί τούτο να αναφέρεται με σαφήνεια. Επομένως, με το να κρίνει, ως άνω, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, στη συνέχεια, απέρριψε την ένδικη αγωγή, περί ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας, ορθά τις ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου ερμήνευσε και εφήρμοσε και, επομένως οι περί του αντιθέτου, πρώτος, δεύτερος, υπό στοιχ. α' και τρίτος, υπό στοιχ. γ' λόγοι της ένδικης αίτησης, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Δεν υπάρχει, εξάλλου, έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, με το να μη γίνεται "συγκεκριμένη αναφορά στα αποδεικτικά μέσα των ενόρκων βεβαιώσεων", αφού, κατά τα λοιπά, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής είναι σαφές, χωρίς αντιφάσεις και ενδοιασμούς.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που συνεπάγεται την αναίρεση της αποφάσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει το έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως έχει πραγματικά, οδηγείται σε κρίση, ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διαφορετική από εκείνη την οποία ο αναιρεσείων, που προβάλλει ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενο του, θεωρεί ως σωστή. Γενικά ο λόγος αυτός αναιρέσεως συντρέχει όταν έγινε σφάλμα διαγνωστικό, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ως περιεχομένων σ' αυτό περιστατικών κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του, το οποίο αναγνώσθηκε ορθά για την συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος. "Έγγραφα", κατά την έννοια του νόμου, είναι εκείνα που χρησιμεύουν, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δικ., ως αποδεικτικά μέσα, τα οποία περιέχουν δηλώσεις των διαδίκων ή και τρίτων, που έγιναν πριν από τη δίκη και ανεξάρτητα από αυτή. Επομένως στην έννοια των εγγράφων αυτών, δεν περιλαμβάνονται και οι ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, που περιέχονται στην εισηγητική έκθεση ή στα πρακτικά καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις, που δίδονται νομότυπα. Περαιτέρω, κατά τον από το άρθρο 559 αριθ. 11,περ. γ' αναιρετικό λόγο, η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο, που νόμιμα προσκομίσθηκε. Για τη θεμελίωση του αναιρετικού αυτού λόγου, δεν εξετάζεται ποια ήταν η επίδραση του αποδεικτικού μέσου στην ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά μόνον εφόσον προκύπτουν αμφιβολίες εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο, υπό στοιχ. β και γ' αναιρετικό λόγο καθώς και με τον τρίτο, υπό στοιχ.β' και δ', ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στις ως άνω από τους αριθ. 11 και 20 αναιρετικές πλημμέλειες, καθόσο, α) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που προσκομίσθηκαν και ειδικότερα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Β. Γ., Ξ. Π. και Μ. Α., "μολονότι έλαβε υπόψη του την αμφιλεγόμενη κατάθεση του διαδίκου-εκπροσώπου της εταιρίας Π., μολονότι ο νόμος δε το επιτρέπει" και β) παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ανωτέρω "εγγράφων", αφού δέχθηκε πραγματικά γεγονότα "εντελώς διαφορετικά ...". Η αίτηση, κατά τους λόγους αυτούς, είναι απορριπτέα, ως προς μεν τον πρώτο, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις ως άνω καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις, πλην το περιεχόμενό τους εκτίμησε διαφορετικά απ' ό,τι το εκτιμά ο αναιρεσείων, ως προς τον δεύτερο δε, διότι οι ως άνω ένορκες καταθέσεις δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια του νόμου, ώστε να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ. Δικ. ούτε, εξάλλου, με τον τρίτο, υπό στοιχ. δ' λόγο προσδιορίζονται τα έγγραφα, που παραμορφώθηκαν και ποια η "παραμόρφωση". Περαιτέρω, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει η απόφαση στις αιτιολογίες της, συγκεκριμένη αναφορά για κάθε αποδεικτικό μέσο, που οι διάδικοι έχουν επικαλεσθεί, αρκεί να προκύπτει σαφώς ότι αυτά έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο. Τέλος η επίκληση του από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 αναιρετικού λόγου, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν ιδρύεται στις ειδικές διαδικασίες, κατά τις οποίες το δικαστήριο δεν έχει την υποχρέωση να διατάξει αποδείξεις, είναι απορριπτέος και ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η σχετική αναιρετική πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης.

Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το διατακτικό.

ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-11-2010 αίτηση του Χ. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1756/2010 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, εκ χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ