431/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 431 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 431/2011
Legislator headnote
AI generated431/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 431 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 431/2011
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 431 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 431/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Τ. και 2) Δ. Τ.. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Σπυρίδων.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Ο.Σ.Ε.), το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Βούλγαρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1229/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 3633/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-3-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου, ανέγνωσε την από 11-3-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Βασίλειου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων που διαπνέει το εργατικό δίκαιο συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής συμβάσεως εργασίας και ατομικής συμβάσεως αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών διαφορετικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση (νόμου, συλλογικής συμβάσεως, ατομικής συμβάσεως, κανονισμού). Με βάση την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, που καθιέρωσε αρχικά το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 2329 /1955 (που ίσχυσε μέχρι την 8-5-1990} και στη συνέχεια το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 680 Α.Κ. οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (Ολ. ΑΠ 1/2007). Επίσης οι όροι εργασίας συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας που είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους υπερισχύουν των νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια (άρθρο 7 παρ. 3 Ν. 1876/1990). Οι όροι εργασίας όμως που ρυθμίζονται με ΣΣΕ-ΔΑ ή από το νόμο, μπορούν να τροποποιούνται με νεότερη ΣΣΕ του αυτού είδους και πεδίου ισχύος ή νεότερο νόμο, τόσο υπέρ όσο και εις βάρος των εργαζομένων, διότι κατά τη διαδοχή δεν ισχύει η αρχή της προστασίας, αλλά η αρχή της τάξεως, με εξαίρεση μόνο την περίπτωση κατά την οποία με ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της ΣΣΕ ή του ευνοϊκότερου νόμου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 του Ν. 2112/1920, κάθε μονομερής μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, που βλάπτει υλικά ή ηθικά το μισθωτό, του παρέχει το δικαίωμα, αν δεν αποδεχθεί τη μεταβολή να τη θεωρήσει ως άτυπη καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει από τον εργοδότη τη νόμιμη αποζημίωση για απροειδοποίητη καταγγελία της συμβάσεως ή να εμμείνει στους αρχικούς όρους της συμβάσεως, αξιώνοντας την τήρηση τους. Ο εργοδότης όμως μπορεί να μεταβάλει μονομερώς τους όρους της παροχής εργασίας, ακόμη και σε βάρος του μισθωτού, όταν το δικαίωμα αυτό παρέχεται από την ατομική σύμβαση εργασίας ή από διάταξη νόμου ή συλλογικής συμβάσεως ή διαιτητικής αποφάσεως ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως. Σε περίπτωση όμως που η μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη στο νόμο και τους όρους της συμβάσεως και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, τότε ο εργαζόμενος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281ΑΚ, η οποία απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος. Περαιτέρω, η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο της επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά μπορεί να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας. Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητώς, με ανακοίνωσή του, υπόσχεται στους εργαζόμενους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε, χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζόμενους, παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί το χαρακτήρα της μονομερούς και συνεπώς ελευθέρως ανακλητής παροχής. Προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλαδή οι πέραν του μισθού παροχές στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζόμενους χωρίς να έχει νομική δέσμευση. Εξάλλου, με το άρθρο 14 του Ν. 2671/1998 "Ρύθμιση θεμάτων του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α' 289/28-12-1998), κυρώθηκε ο Κανονισμός Ωρών Εργασίας και Ανάπαυσης Προσωπικού του ΟΣΕ (ΚΩΕΑΠ), στις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1 εδ. η' και 3, και των άρθρων 4 και 8 του οποίου ορίζονται ότι, "Άρθρο 1. Αντικείμενο του Κανονισμού 1. Με τον Κανονισμό Ωρών Εργασίας και Ανάπαυσης του Προσωπικού (ΚΩΕΑΠ) καθορίζονται, κατά παρέκκλιση των γενικών διατάξεων που ισχύουν, οι ώρες εργασίας και οι ημέρες ανάπαυσης του προσωπικού του ΟΣΕ, η διάρκεια των διακοπών ή διαλειμμάτων, το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μέχρι το οποίο μπορεί να φθάνει διακεκομμένη η ημερήσια εργασία, καθώς και η διάρκεια της ημερήσιας και της εβδομαδιαίας εργασίας. 2. Οι διατάξεις του υπόψη Κανονισμού εφαρμόζονται στο τακτικό προσωπικό του ΟΣΕ (μόνιμο και δόκιμο), καθώς και στο κάθε μορφής έκτακτο προσωπικό του, εφόσον στην ατομική σύμβαση εργασίας δεν καθορίζεται διαφορετικά και με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΣΕ. 3. Το αποσπασμένο προσωπικό του ΟΣΕ (τακτικό και έκτακτο) στις θυγατρικές εταιρείες του Οργανισμού διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού. Άρθρο 2. Έννοιες - Γενικές Διατάξεις. 1. Οι όροι που αναφέρονται στον παρόντα Κανονισμό σημαίνουν..., η Ανάπαυση: Διακοπή εργασίας τουλάχιστον 24 ωρών, κατά την οποία το προσωπικό μπορεί να απομακρυνθεί από την έδρα του . 2. Το προσωπικό προσφέρει την εργασία του στον ΟΣΕ όλες τις ημέρες. 3. Το προσωπικό δεν προσφέρει εργασία κατά τις ημέρες που δεν είναι εργάσιμες, με την επιφύλαξη πάντοτε των διατάξεων του άρθρου 8 του παρόντος Κανονισμού. Τέτοιες ημέρες είναι: α. Οι ημέρες ανάπαυσης του προσωπικού. β. Οι ημέρες γενικής αργίας. Άρθρο 4. Ημέρες ανάπαυσης και γενικής αργίας. 1. Ημέρες ανάπαυσης είναι οι Κυριακές και τα Σάββατα ή οι ημέρες της εβδομάδας που τις αντικαθιστούν. 2. Ως ημέρες γενικής αργίας ορίζονται: α. Η Πρωτοχρονιά. β. Τα Θεοφάνια. γ. Η Καθαρή Δευτέρα. δ. Η 25η Μαρτίου, ε. Η Μεγάλη Παρασκευή. στ. Το μεγάλο Σάββατο. ζ. Η Δευτέρα του Πάσχα. η. Η Πρωτομαγιά. θ. Του Αγίου Πνεύματος. ι. Της Κοίμησης της Θεοτόκου (15 Αυγούστου. Ια. Η 28η Οκτωβρίου. ιβ. Τα Χριστούγεννα. ιγ. Η επόμενη ημέρα των Χριστουγέννων. Άρθρο 8. Εργασία κατά τις ημέρες ανάπαυσης και γενικής αργίας. 1. Το προσωπικό, όταν καλείται, είναι υποχρεωμένο να παρέχει τις υπηρεσίες του κατά τις ημέρες ανάπαυσης, καθώς και κατά τις ημέρες γενικής αργίας. 2. Οι αναφερόμενες στην προηγούμενη παράγραφο 1 ημέρες γενικής αργίας, διαρκούν από την 00.00 ώρα μέχρι την 24.00 ώρα. 3. Το πλήρες ωράριο εργασίας των παραπάνω ημερών είναι ίσο με το ωράριο της κανονικής ημερήσιας εργασίας. 4. Στο προσωπικό που παρέχει τις υπηρεσίες του σε ημέρα γενικής αργίας χορηγείται ημέρα συμπληρωματικής ανάπαυσης, εκτός των περιπτώσεων, κατά τις οποίες καταβάλλεται προσαυξημένη αμοιβή. 5. Στο προσωπικό που εργάζεται κατά τις Κυριακές και τις ημέρες που κατά τις κοινές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (νόμοι, νομοθετικά διατάγματα, προεδρικά διατάγματα,υπουργικές αποφάσεις κ.λ.π.) χαρακτηρίζονται εξαιρέσιμες κάθε φορά, και μόνο για αυτές, θα καταβάλλεται προσαύξηση 75% υπολογιζόμενη επί των αποδοχών που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της προσαύξησης αυτής. Περαιτέρω, με το άρθρο 17 του ως άνω Ν. 2671/ 1998 ορίζεται ότι, "1. Από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου καταργείται κάθε διάταξη νόμου, κανονισμού εργασίας (ΓΕΚΑΠ, ΚΩΕΑΠ, ΚΔΑ) με ισχύ νόμου ή συλλογικής σύμβασης εργασίας, όροι επιχειρησιακών συλλογικών συμφωνιών, αποφάσεις της Διοίκησης του Οργανισμού ή των εντεταλμένων οργάνων του και πρακτική, οποιουδήποτε χαρακτήρα ή νομικής δεσμευτικότητας, που αντίκειται ρητά και ειδικά στις διατάξεις του", ενώ με το άρθρο 21 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α' 289/28-12 -1998). Τέλος, κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, αναίρεση συγχωρείται μόνο για τους αναφερόμενους περιοριστικώς στη διάταξη αυτή λόγους, στους οποίους δεν περιλαμβάνονται και η αντίστοιχη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 1-8-2001 αγωγή τους, ενώπιον του Ειρηνοδικείου, ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν πριν από το έτος 1999 από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εξακολουθούν να εργάζονται σ' αυτόν, ότι σύμφωνα με τον ισχύοντα από το έτος 1984 έως το 1988 Κανονισμό Ωρών Εργασίας και Αναπαύσεως (ΚΩΕΑΠ /ΟΣΕ) του Προσωπικού του εναγομένου, όταν εργάζονταν τις Κυριακές και τις λοιπές αναφερόμενες σ' αυτόν 13 ημέρες γενικής αργίας (εξαιρέσιμες) ο εναγόμενος τους χορηγούσε προσαύξηση 75% επί του 1/25 του μισθού τους καθώς και μία εβδομαδιαία ημέρα αναπαύσεως και σε περίπτωση που εργάζονταν κατά τις ημέρες αναπαύσεως τους χορηγούσε επί πλέον 1/25 των αποδοχών τους, ως αμοιβή αναπαύσεων, ότι με το νέο ΚΩΕΑΠ/ΟΣΕ, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2671/1998, ο οποίος ισχύει από 28-12-1998, ορίστηκαν ως ημέρες αναπαύσεως οι Κυριακές και τα Σάββατα ή οι ημέρες της εβδομάδας που τις αντικαθιστούν και ως ημέρες γενικής αργίας οι 13 ημέρες που αναφέρονταν και στον προηγούμενο ΚΩΕΑΠ του εναγομένου και ότι στο άρθρο 8 παρ. 4 αυτού ορίστηκε ότι το προσωπικό που παρέχει τις υπηρεσίες του σε ημέρα γενικής αργίας χορηγείται ημέρα αναπληρωματικής αναπαύσεως εκτός των περιπτώσεων που καταβάλλεται προσαυξημένη αμοιβή, στη δε παρ. 5 του ίδιου άρθρου ότι στο προσωπικό, που εργάζεται κατά τις Κυριακές και τις ημέρες, που κατά τις κοινές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας χαρακτηρίζονται εξαιρέσιμες και μόνον γι' αυτές θα καταβάλλεται προσαύξηση 75% υπολογιζόμενη επί των αποδοχών που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της προσαύξησης αυτής, ότι ενώ με τον παλαιό Κανονισμό δεν γινόταν διάκριση ως προς τον τρόπο αμοιβής του προσωπικού κατά τις Κυριακές και τις εξαιρέσιμες ημέρες, με το νέο ΚΩΕΑΠ, όταν εργαστούν κατά τις Κυριακές τους χορηγεί προσαύξηση 75% και αναπληρωματική ημέρα αναπαύσεως, ενώ όταν εργαστούν τις ημέρες της γενικής αργίας εκ των 13 που ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 4, ήτοι την Πρωτοχρονιά, Θεοφάνια, Καθαρή Δευτέρα, Μεγάλη Παρασκευή, Μεγάλο Σάββατο, Αγίου Πνεύματος και δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων δεν τους χορηγεί προσαύξηση 75%, αλλά αναπληρωματική ημέρα αναπαύσεως ή αμοιβή αναπαύσεως, όταν καλούνται να εργαστούν κατ' αυτήν (αναπληρωματική ημέρα αναπαύσεως), ενώ όταν εργάζονται κατά τις λοιπές γενικές αργίες, που ορίζονται στο ίδιο άρθρο (4 παρ. 2 του ίδιου Κανονισμού) ήτοι στις 25 Μαρτίου, Δευτέρα του Πάσχα, Πρωτοχρονιά, Κοιμήσεως της Θεοτόκου (15η Αυγούστου), 28η Οκτωβρίου και ημέρα των Χριστουγέννων, τους χορηγεί μόνον προσαύξηση 75% επί του 1/25 του μισθού τους, χωρίς την εβδομαδιαία ημέρα αναπαύσεως, ότι η διάσπαση από 1-1-1999 της επί 15 έτη συνεχώς και αδιαλείπτως, ενιαίας μεταχείρισης της εργασίας αυτών (εναγόντων) και των λοιπών εργαζομένων του εναγομένου κατά τις Κυριακές και τις γενικές αργίες, συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας τους, καθόσον συνεπάγεται μείωση των αποδοχών τους, η οποία παρέχει σ' αυτούς το δικαίωμα να αξιώσουν την τήρηση της εργασιακής συμβάσεώς τους, με το περιεχόμενο που αυτή είχε πριν από τη θέση σε ισχύ του νέου ΚΩΕΑΠ του εναγομένου και αντίκειται στις συνταγματικές διατάξεις περί ισότητας των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος. Ότι οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 8 του νέου Κανονισμού είναι ανίσχυρες, καθόσον η θέσπιση αυτών έγινε καθ' υπέρβαση της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 12 του Ν.Δ. 674/1970, "περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος ", η οποία ορίζει στην παρ. 3 του ως άνω άρθρου ότι με τον Κανονισμό Ωρών Εργασίας και Αναπαύσεως του Προσωπικού αυτού καθορίζονται οι ώρες εργασίας και ημέρες αναπαύσεως του προσωπικού αυτού, οι περίοδοι εργασίας, η διάρκεια των διακοπών ή διαλειμμάτων, το μέγιστο χρονικό διάστημα μέχρι του οποίου δύναται να εκτείνεται η διαλείπουσα ημερήσια εργασία ως και η διάρκεια της καθ' ημέρα και εβδομάδα εργασίας, διότι με την εν λόγω διάταξη δεν παρασχέθηκε εξουσιοδότηση καταργήσεως θεμελιωδών αρχών του εργατικού δικαίου. Ισχυρίστηκαν περαιτέρω οι ενάγοντες, ότι εργάστηκαν κατά τα έτη 1999 και 2000 και τέσσαρες (4) αργίες από τις αναφερόμενες στα άρθρα 4 παρ. 2 και 8 παρ. 4 του ίδιου ΚΩΕΑΠ, χωρίς να τους χορηγηθεί προσαύξηση 75% επί του 1/25 του καταβαλλομένου μηνιαίου μισθού τους και τρεις {3) αργίες από τις αναφερόμενες στο άρθρο 4 παρ. 2 και 8 παρ. 5 του ίδιου κανονισμού για τις οποίες δεν τους χορηγήθηκε αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση και ότι με βάση τις μέσες μηνιαίες τακτικές αποδοχές τους, δικαιούνται το συνολικό ποσό των 261.600 δρχ. Ζήτησαν δε με την αγωγή τους να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος παρανόμως δεν τους χορήγησε προσαύξηση 75% για την απασχόλησή τους στις 4 γενικές αργίες εκ των αναφερομένων επτά (7) γενικών αργιών των άρθρων 4 παρ. 2 και 8 παρ. 2 του ΚΩΕΑΠ/ΟΣΕ και αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση για την απασχόλησή τους στις τρεις (3) από τις έξι (6) γενικές αργίες των άρθρων 4 παρ. 2 και 8 παρ. 5 του ίδιου Κανονισμού και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει με βάση την εργασιακή τους σύμβαση, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, το συνολικό ποσό των 261.600 δρχ. στον καθένα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή, μετά δε την άσκηση εφέσεως από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο κατά της πρωτόδικης αποφάσεως το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, οι οποίοι συνδέονται με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1999-2000 απασχολήθηκαν επί τέσσερις αργίες από τις αναφερόμενες στα άρθρα 4 παρ. 2 και 8 παρ. 4 του ισχύοντος από 1-1-1999 ΚΩΕΑΠ/ΟΣΕ [Πρωτοχρονιά, Θεοφάνια, Καθαρή Δευτέρα, Μεγάλη Παρασκευή, Μεγάλο Σάββατο και επομένη ημέρα των Χριστουγέννων], χωρίς να τους καταβάλει προσαύξηση 75% επί του 1/25 του καταβαλλομένου μηνιαίου μισθού τους, καθώς και τρεις αργίες από τις αναφερόμενες στα άρθρα 4 παρ. 2 και 8 παρ. 5 του ίδιου ως άνω Κανονισμού [25η Μαρτίου, Δευτέρα του Πάσχα, Πρωτομαγιά, 15η Αυγούστου, 28η Οκτωβρίου και Χριστούγεννα], στους οποίους κατέβαλε μεν 75% επί του 1/25 του καταβαλλομένου μηνιαίου μισθού τους, χωρίς όμως να τους χορηγήσει αναπληρωματική ημέρα εβδομαδιαίας αναπαύσεως. Η άρνηση του εναγομένου να καταβάλει στους ενάγοντες στην πρώτη περίπτωση προσαύξηση 75% και στη δεύτερη περίπτωση αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση, κατά τις άνω ημέρες αργίας και εξαιρέσιμες, δεν είναι παράνομη, ούτε συνιστά βλαπτική μεταβολή των εργασιακών τους συμβάσεων, καθόσον ο εναγόμενος ενήργησε με βάση τον ισχύοντα από 1-1-1999 ΚΩΕΑΠ /ΟΣΕ, με τον οποίο εισάγεται διαφορετική ρύθμιση των κατά το κοινό εργατικό δίκαιο εξαιρέσιμων εορτών [25ης Μαρτίου, Δευτέρας του Πάσχα, Πρωτομαγιάς, Κοιμήσεως της Θεοτόκου, 28ης Οκτωβρίου και Χριστουγέννων, άρθρο 2 παρ. 1 του ν.δ. 3755/1957, όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 147/1973], για τις οποίες προβλέπεται η χορήγηση στους απασχολούμενους κατ' αυτές εργαζόμενους του εναγομένου προσαύξηση 75% επί του 1/25 του καταβαλλομένου μηνιαίου μισθού [η οποία καταβάλλεται,σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.3239/-1955,το οποίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 435/1976 γενικώς ,στους πάσης φύσεως εργαζομένους] και των λοιπών οριζομένων στο άρθρο 4 του ίδιου Κανονισμού [Πρωτοχρονιά, Θεοφάνεια, Καθαρή Δευτέρα, Μεγάλη Παρασκευή, Μεγάλο Σάββατο, Αγίου Πνεύματος και επόμενης ημέρας των Χριστουγέννων], για τις οποίες προβλέπεται μόνον η χορήγηση αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης για τους απασχολούμενους κατ' αυτές. Ο μεταγενέστερος ως άνω ΚΩΕΑΠ/ΟΣΕ, μολονότι είναι δυσμενέστερος ως προς τις αξιώσεις του προσωπικού του εναγομένου σε περίπτωση απασχολήσεώς του σε οποιαδήποτε από τις προδιαληφθείσες δεκατρείς (13) ημέρες αργίας, ρυθμίζοντας διαφορετικά τις κατά το κοινό εργατικό δίκαιο εξαιρέσιμες ημέρες (σημειωτέον καθ' όμοιο τρόπο όπως και το κοινό εργατικό δίκαιο) και τις προβλεπόμενες στον ως άνω Κανονισμό λοιπές ημέρες γενικής αργίας, σε αντίθεση με τον προγενέστερο ΚΩΕΑΠ, ο οποίος ρύθμιζε ομοιόμορφα την απασχόληση και κατά τις δέκα τρεις (13) ημέρες γενικής αργίας, τις οποίες ονόμαζε εν συνόλω μαζί με τις Κυριακές ως "εξαιρέσιμες ημέρες " κατήργησε αυτόν ρητώς (άρθρο 17 του ν. 2671/ 1998). Δέχθηκε, ακόμη το Πολυμελές Πρωτοδικείο ότι α) ο νέος Κανονισμός του εναγομένου έχει ισχύ νόμου, εφόσον κυρώθηκε με το άρθρο 14 του ν. 1721/1998, ενώ ο καταργηθείς με το άρθρο 17 του εν λόγω νόμου προγενέστερος ΚΩΕΑΠ/ΟΣΕ, είχε κυρωθεί με την υπ' αριθμ. 21052/2228/25-7-1984 κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Συγκοινωνιών, στους οποίους είχε παρασχεθεί νομοθετική εξουσιοδότηση από το άρθρο 12 του ν.δ. 674/1970, β) ότι δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως, η μη καταβολή της προσαυξήσεως 75% για την απασχόληση σε οποιαδήποτε από τις επτά (7) ημέρες γενικής αργίας των άρθρων 4 παρ. 2 και 8 παρ. 4 του ως άνω Κανονισμού και της εβδομαδιαίας ανάπαυσης για την απασχόληση σε οποιαδήποτε από τις έξι {6) ημέρες γενικής αργίας των άρθρων 4 παρ. 2 και 8 παρ. 5 του ίδιου Κανονισμού και η εξ αυτού μείωση των αποδοχών τους, καθόσον η καταβολή της προσαυξήσεως 75% και της εβδομαδιαίας αναπαύσεως ή αμοιβής αναπαύσεως για την απασχόληση τις ημέρες γενικής αργίας, πριν από τη θέση σε ισχύ του νέου Κανονισμού, δεν γινόταν οικειοθελώς από τον εναγόμενο, αλλά σε συμμόρφωση του προς τον προϊσχύσαντα Κανονισμό, ο οποίος είχε ισχύ νόμου και γ) ότι η καταβολή της προσαυξήσεως 75% και η εβδομαδιαία ανάπαυση ή η αμοιβή της εβδομαδιαίας αναπαύσεως στηρίζονταν στον προϊσχύσαντα Κανονισμό του εναγομένου και όχι στην επιχειρησιακή συνήθεια. Κατέληγε δε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ότι ο εναγόμενος δεν ενήργησε παράνομα, ούτε παρεβίασε τις συνταγματικές διατάξεις περί ισότητας και ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας,αρνούμενος να τους καταβάλει το ποσό των 261.600 δρχ. στον καθένα, ως προσαύξηση 75%, για την εργασία τους κατά τα έτη 1999 και 2000 σε τέσσερις (4) ημέρες γενικής αργίας από τις αναφερόμενες στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 2 και 8 παρ. 4 του ισχύοντος ΚΩΕΑΠ/ΟΣΕ και για αμοιβή, λόγω μη χορηγήσεως αναπληρωματικής ημέρας αναπαύσεως, για την εργασία τους σε τρεις (3) ημέρες γενικής αργίας, από τις αναφερόμενες στα άρθρα 4 παρ. 2 και 9 παρ. 5 του ίδιου Κανονισμού, ούτε κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας τους. Με τις σκέψεις δε αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, μετά την παραδοχή της εφέσεως, απέρριψε την αγωγή. Με την κρίση του αυτή το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως: 1) Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 3 του ν.δ. 674/ 1970, ενώ οι διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 4 και 5 του ισχύοντος Κανονισμού είναι ανίσχυρες, γιατί εκδόθηκαν καθ' υπέρβαση της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 12 του ν.δ. 674/ 1970, με την οποία δεν παρασχέθηκε εξουσιοδότηση καταργήσεως θεμελιωδών αρχών του εργατικού δικαίου, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος που αφορά τη μη εφαρμογή των διατάξεων του προϊσχύσαντος Κανονισμού, διότι στην κρινόμενη περίπτωση οι ένδικες αξιώσεις "γεννήθηκαν" υπό την ισχύ του νέου Κανονισμού (από 1-1-1999 κι' εντεύθεν) και ως εκ τούτου κρίνονται σύμφωνα με τα οριζόμενα από το νέο Κανονισμό και όχι σύμφωνα με όσα ορίζονταν στον προϊσχύσαντα. Κατά τα λοιπά, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις είναι αλυσιτελής, διότι οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 8 του νέου Κανονισμού (ΚΩΕΑΠ/ΟΣΕ ), που εφάρμοσε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, έχουν ισχύ νόμου, αφού ο Κανονισμός αυτός κυρώθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2671/1998 και έχει ισχύ νόμου και δεν στηρίζεται στη νομοθετική εξουσιοδότηση του προϊσχύσαντος Κανονισμού.
2) Ο δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2, 22 και 25 του Συντάγματος, της παρ. 3 του άρθρου 12 του ν.δ. 674/1970, της 3847/-165/78 Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως, της Φ2/7520/195/27-2/12-3-1981 Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως και της 21052/2228/4/25-7-1984 Υπουργικής Αποφάσεως και του άρθρου 648 ΑΚ, κατά το μέρος που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για ελλειπείς και αντιφατικές αιτιολογίες είναι απαράδεκτοι, καθόσον κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ. λόγους, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται και η έλλειψη νόμιμης βάσης, δηλαδή η έλλειψη αιτιολογιών ή η ύπαρξη αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών. Κατά τα λοιπά οι λόγοι αυτοί, ως προς τις αιτιάσεις για ευθεία παράβαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι αβάσιμοι. Διότι, ειδικότερα, η καταβολή της προσαυξήσεως 75% και η χορήγηση εβδομαδιαίας αναπαύσεως, για την απασχόληση των αναιρεσειόντων κατά τις ημέρες γενικής αργίας, προ της 1-1-1999, δεν γινόταν οικειοθελώς από τον αναιρεσίβλητο, αλλά κατ' εφαρμογή των διατάξεων του προϊσχύσαντος Κανονισμού, ο οποίος είχε ισχύ νόμου, ενώ η, κατά τους αναίρεσείοντες, περικοπή των ως άνω παροχών στηρίζεται στο νέο Κανονισμό, ο οποίος, επίσης, έχει ισχύ νόμου. Ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να μεταβάλει μονομερώς τους όρους παροχής εργασίας, ακόμη και σε βάρος του μισθωτού, όταν το δικαίωμα αυτό του παρέχεται από τον Κανονισμό εργασίας και αυτό δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας, ούτε παραβίαση της συνταγματικής αρχής, του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 του Συντ.) της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας (άρθρο 22 του Συντ.) και της αρχής της αναλογικότητας {άρθρο 25 του Συντ.). Περαιτέρω, αλυσιτελώς προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η αρχή της εύνοιας των μισθωτών, καθόσον οι όροι εργασίας που ρυθμίζονται με ΣΣΕ-ΔΑ ή από το νόμο μπορούν να τροποποιούνται με νεότερη ΣΣΕ-ΔΑ του αυτού είδους και πεδίου ισχύος ή νεότερο νόμο, τόσο υπέρ όσο και εις βάρος των εργαζομένων, και αυτό γιατί κατά τη διαδοχή δεν ισχύει η αρχή της προστασίας αλλά η αρχή της τάξεως. Οι ρυθμίσεις του προϊσχύσαντος Κανονισμού καταργήθηκαν με το άρθρο 17 του ν. 2671/1998, και οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 3 του ν.δ. 674/1970 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών και μη υπουργικών αποφάσεων ερείδονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού στην ένδικη υπόθεση δεν εφαρμόζονται οι αμέσως παραπάνω διατάξεις και υπουργικές αποφάσεις, ενώ δεν παραβιάσθηκε το άρθρο 648 του Α.Κ. που ορίζει ότι με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει την υποχρέωση να παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό.
3) Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παρεβίασε ευθέως τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 12 του ν.δ. 674/1970, των άρθρων 2, 4 παρ. 1, 5, 22 παρ. 1α και 3 και 25 του Συντάγματος, του άρθρου πρώτου του ν. 3248/1955, της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως, του άρθρου 1 του ν. 1566/1985, του ν. 5. 4221/1961, των άρθρων 1 και 2 της υπ' αριθμ. 105 Διεθνούς Συμβάσεως, της υπ' αριθμ. 21052/-2228/4/25-7-1984 Υπουργικής Αποφάσεως και των άρθρων 904 επ. ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 937, 938 και 297, 298 Α.Κ. είναι αβάσιμοι, διότι α) οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων δεν αφορούν εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, αλλά κατά τις ημέρες γενικής αργίας, οι οποίες ρυθμίζονται από τον έχοντα ισχύ νόμου ΚΩΕΑΠ/ΟΣΕ, και ως εκ τούτου αλυσιτελώς οι αναιρεσείοντες αναφέρουν τι δικαιούνται οι μισθωτοί όταν εργάζονται κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, β) οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι δικαιούνται τις ένδικες παροχές για την εργασία τους κατά τις ημέρες γενικής αργίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Κανονισμού και ότι οι διατάξεις του νέου Κανονισμού είναι ανίσχυρες, ερείδονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού για τις ως άνω αξιώσεις των αναιρεσειόντων εφαρμοστέος είναι ο νέος ΚΩΕΑΠ/ΟΣΕ, ο οποίος έχει ισχύ νόμου, και γ) οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι η περικοπή των ένδικων παροχών αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1, 4 παρ. 1 και άρθρο 5 του Συντάγματος, γιατί η προσαύξηση της αμοιβής του μισθωτού παρέχεται ανεξαρτήτως αν αυτός έχει ή όχι δικαίωμα να αναπαυθεί άλλη ημέρα της εβδομάδας, διότι αποτελεί αύξηση αμοιβής, για την κατά την ημέρα Κυριακή εργασία του ή άλλη μη εργάσιμη ημέρα, ενώ οι λοιποί μισθωτοί αναπαύονται τις ημέρες αυτές, είναι αβάσιμες, καθόσον το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες εξαναγκάσθηκαν από τον αναιρεσίβλητο να εργασθούν σε μη εργάσιμες ημέρες, χωρίς τη χορήγηση των δικαιουμένων από τον ΚΩΕΑΠ/ΟΣΕ προσαυξήσεων 75% και αναπαύσεως ή "αμοιβής αναπαύσεως" και η ως άνω παροχή εργασίας, κατά τις ημέρες της γενικής αργίας, δεν καθίσταται υποχρεωτική, ούτε αντιβαίνει στα άρθρα 22 παρ. 1α και 3 και 5 του Συντάγματος, ούτε στα ως άνω άρθρα των πιο πάνω Διεθνών Συμβάσεων, εκ μόνου του λόγου ότι ο εργοδότης δεν καταβάλει στον εργαζόμενο την οφειλόμενη από το νόμο ή τη σύμβαση αμοιβή, αφού η ως άνω παροχή εργασίας αποτελεί αντικείμενο ελεύθερα καταρτιζομένης συμβάσεως. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση για ελλείπεις και αντιφατικές αιτιολογίες είναι απαράδεκτος άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-3-2007 αίτηση των Δ. Τ. και Δ. Τ., για αναίρεση της 3633/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ