431/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated431/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όταν όμως η υπερημερία του εργοδότη οφείλεται σε ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, τότε δεν είναι απαραίτητη η αναφορά στην αγωγή του στοιχείου της πραγματικής και προσήκουσας προσφοράς της εργασίας από τον μισθωτό, διότι η καταγγελία της συμβάσεως περιέχει και δήλωση της βουλήσεως του εργοδότη για τη μη αποδοχή στο μέλλον των υπηρεσιών του απολυθέντος.
Full text
Απόφαση 431 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 431/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 6η Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Ι. Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βερβεσό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ολυμπιακή Αεροπλοϊα Α.Ε." που εδρεύει στον ... στην Αττική και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ασιμή, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Σεπτεμβρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 23/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 285/2003 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την 27 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής διάβασε την από 21 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, πρώτος και τρίτος, λόγοι της αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ για να είναι ορισμένη η αγωγή, η οποία έχει ως αίτημα την καταβολή μισθών υπερημερίας, σύμφωνα με το άρθρο 656 Α.Κ., είναι η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και η μη αποδοχή από μέρους του εργοδότη της εργασίας, την οποία πραγματικά και με τον προσήκοντα τρόπο του προσέφερε ο μισθωτός.
Όταν όμως η υπερημερία του εργοδότη οφείλεται σε ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, τότε δεν είναι απαραίτητη η αναφορά στην αγωγή του στοιχείου της πραγματικής και προσήκουσας προσφοράς της εργασίας από τον μισθωτό, διότι η καταγγελία της συμβάσεως περιέχει και δήλωση της βουλήσεως του εργοδότη για τη μη αποδοχή στο μέλλον των υπηρεσιών του απολυθέντος.
Ούτε οφείλει να αναφέρει ο τελευταίος στην αγωγή του την ακυρότητα της καταγγελίας, διότι ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί αντένσταση προς απόκρουση της ενστάσεως του εργοδότη περί λύσεως της συμβάσεως εργασίας με καταγγελία. Περαιτέρω, μισθός, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648, 649 Α.Κ.
και 1 της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στον μισθωτό ως αντάλλαγμα για τη παρεχόμενη εργασία του. Αρα, μισθό υπό την έννοια των ανωτέρω διατάξεων αποτελούν και οι αμοιβές, που οφείλονται κατά νόμο στον μισθωτό ως αντάλλαγμα και της επιτρεπόμενης απασχολήσεώς του κατά τις Κυριακές και αργίες, ως και κατά τις νύκτες, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εγκύρως παρεχόμενης εργασίας του.
Σημειώνεται ότι για να είναι ορισμένα, τα κονδύλια της αγωγής, που αφορούν τις εν λόγω προσαυξήσεις, αρκεί να καθορίζεται στο οικείο δικόγραφο ο συνολικός αριθμός των ημερών εργασίας του μισθωτού κατά τις Κυριακές και τις αργίες, καθώς και των νυκτών κάθε μερικότερου χρονικού διαστήματος ή ο μέσος όρος του αριθμού αυτών κατά το αναφερόμενο μερικότερο διάστημα.
Εξάλλου, κατά την διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη, ο εργαζόμενος δικαιούται να απαιτήσει ότι ακριβώς θα έπαιρνε ως μισθό, αν ο εργοδότης δεν απέκρουε την προσφορά της εργασίας του και συνεπώς δικαιούται και της προσαυξήσεως για εργασία κατά τις Κυριακές, τις αργίες και την νύκτα, εάν πριν από την υπερημερία, του εργοδότη εργαζόταν, σταθερώς και μονίμως όλες ή ορισμένες από τις ημέρες αυτές και τις νύκτες ο αριθμός των οποίων μπορεί να προσδιορίζεται στην αγωγή και κατά μέσο όρο.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, ισχυρίσθηκε με την ένδικη από 30-9-1999 αγωγή του ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη τον προσέλαβε την 1-7-1981 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, ως εργάτη - μεταφορέα αποσκευών στον σταθμό της, που βρίσκεται στην Καλαμάτα, όπου έκτοτε προσέφερε τις υπηρεσίες του μέχρι τις 12-8-1994, που η εναγομένη κατήγγειλε την εν λόγω σύμβαση και έπαυσε να δέχεται τις υπηρεσίες του.
Ότι η καταγγελία αυτή της εργασιακής του συμβάσεως ακυρώθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθμ. 152/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας και η τελευταία υποχρεώθηκε να αποδέχεται την εργασία του και τον απασχόλησε τελικά πάλι από την 1-1-1997. Ότι η εναγομένη, κατά το χρονικό διάστημα από 13-8-1994 μέχρι 31-12-1996, τελούσε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας του, αφού και μόνο με την καταγγελία της συμβάσεως εκδήλωσε την βούλησή της περί μη αποδοχής στο μέλλον των υπηρεσιών του.
Ακολούθως ισχυρίσθηκε ότι στους μισθούς υπερημερίας, που οφείλονται στον ίδιο για το ως άνω χρονικό διάστημα, περιλαμβάνονται, ως αποτελούσες μέρος των τακτικών αποδοχών του και η αμοιβή του για την απασχόλησή του κατά τις Κυριακές και τις αργίες, καθώς και εκείνη για τη νυκτερινή εργασία του, τις οποίες η εναγομένη χορηγούσε σ' όλους τους εργαζόμενους και σ' αυτόν τον ίδιο, μέχρι της ανωτέρω άκυρης καταγγελίας της συμβάσεώς του, αφού τον απασχολούσε τρεις Κυριακές ή αργίες κατά μέσο όρο τον μήνα, ήτοι 24 ώρες τον μήνα και τον υποχρέωνε σε νυκτερινή εργασία 15 ωρών τον μήνα τουλάχιστον για την εξυπηρέτηση των αεροπλάνων, με συνέπεια οι οφειλόμενοι σ' αυτόν μισθοί υπερημερίας για το ως άνω χρονικό διάστημα, με δεδομένο ότι ήταν άγαμος, να ανέρχονται με βάση την από 14-2-1997 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας στα αναγραφόμενα στο οικείο δικόγραφο για κάθε μήνα χρηματικά ποσά και συνολικά στο ποσό των 11.857.334 δρχ.
Ότι η εναγομένη, έναντι των οφειλομένων σ' αυτόν εν λόγω μισθών υπερημερίας, κατέβαλε στον ίδιο α) την 30-5-1997 το ποσό των 900.000 δρχ., β) την 29-8-1997 το ποσό των 777.152 δρχ., γ) την 29-9-1997 το ποσό των 500.000 δρχ. και δ) την 18-11-1997 το ποσό των 5.811.277 δρχ. και συνολικά το ποσό των 10.605.956 δρχ., στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι ασφαλιστικές εισφορές και οι λοιπές κρατήσεις.
Στη συνέχεια ισχυρίσθηκε ότι το οφειλόμενο σ' αυτόν από την εναγομένη ως άνω κεφάλαιο των 11.857.334 δρχ. ήταν τοκοφόρο μέχρι τους χρόνους που καταβλήθηκε στον ίδιο τμηματικά το ποσό των 10.605.956 δρχ., και θεωρώντας ως ημερομηνία καταβολής ολόκληρου του ποσού αυτό την 31-8-1997, οι οφειλόμενοι σ' αυτόν τόκοι επί του κεφαλαίου των 11.857.334 δρχ.
μέχρι την 31-8-1997, υπολογιζόμενοι από την επόμενη της δήλης ημέρας, που κάθε επί μέρους ποσό (μισθός, δώρα) του κεφαλαίου αυτού ήταν απαιτητό, ανέρχονται στο ποσό των 5.475.422 δρχ., το οποίο αφαιρείται από το καταβληθέν ποσό των 10.605.956 δρχ. και απομένει υπόλοιπο 5.130.494 δρχ., που καταλογίζεται στο κεφάλαιο, από το οποίο μετ' αφαίρεση του τελευταίου ποσού, απομένει οφειλόμενο υπόλοιπο 6.726.840 δρχ., με το νόμιμο τόκο επ' αυτού από 1-9-1997.
Τέλος, ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι η εναγομένη κατέβαλε εκπρόθεσμα, ήτοι τον μήνα Αύγουστο 1997, τις οφειλόμενες από την ίδια ασφαλιστικές εισφορές αυτού στο Κεφάλαιο Επικουρικής Αποζημίωσης Προσωπικού Ολυμπιακής Αεροπορίας (ΚΕΑΠΟΑ) για το ως άνω χρονικό διάστημα της υπερημερίας της (13-8-1994 μέχρι 31-12-1996), με αποτέλεσμα να λάβει απ' αυτό κατά τη συνταξιοδότησή του την 1-9-1997 επικουρική αποζημίωση, ανερχόμενη στο ποσό των 5.800.225 δρχ., αντί του ποσού των 6.249.751 δρχ., που έπρεπε να λάβει αν η εναγομένη τον απασχολούσε κατά το εν λόγω διάστημα ή αν είχε καταβάλει εμπρόθεσμα τις ασφαλιστικές του εισφορές, εντεύθεν δε να ζημιωθεί από υπαιτιότητα αυτής κατά το ποσό των 449.526 δρχ.
Ζήτησε δε ο ενάγων, κατόπιν του προεκτιθέμενου ιστορικού, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 11.857.334 δρχ., διαφορετικά το ποσό των 6.726.840 δρχ. για οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας, καθώς και το ποσό των 449.526 δρχ. για διαφορά επικουρικής αποζημίωσης, με το νόμιμο τόκο το μεν ποσό των 11.857.334 δρχ.
από την επομένη της δήλης ημέρας, που κάθε επί μέρους ποσό ήταν απαιτητό ή το ποσό των 6.726.840 δρχ. από τη 1-9-1997, διαφορετικά αμφότερα τα ποσά αυτά, καθώς και εκείνο των 449.526 δρχ. από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Στη συνέχεια, ο ενάγων, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και πριν χωρήσει η εξέταση της ουσίας της υποθέσεως, παραιτήθηκε με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στο οικείο πρακτικό, από το δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής του για το πέραν των 6.726.000 δρχ.
αιτούμενο ποσό. Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή διαλαμβάνει τα, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ., αναγκαία για την πληρότητα του δικογράφου της στοιχεία, δηλαδή τα γεγονότα που απαιτούνται για τη θεμελίωση της διωκόμενης ως άνω αξιώσεως και ειδικότερα α) τον καθορισμό του αριθμού των ημερών της εργασίας κατά τις Κυριακές και τις αργίες, καθώς και των ωρών της νυκτερινής εργασίας, που παρείχε ο αναιρεσείων σταθερώς και μονίμως πριν από την υπερημερία της αναιρεσίβλητης, β) την καταβολή από την τελευταία του ποσού των 10.605.956 δρχ.
έναντι του οφειλόμενου κεφαλαίου των 11.857.334 δρχ. και τον καταλογισμό από τον αναιρεσείοντα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 423 παρ. 1 Α.Κ., του καταβληθέντος εν λόγω χρηματικού ποσού πρώτα στους τόκους, που ανέρχονταν, κατά τους υπολογισμούς του, στο ποσό των 5.475.462 δρχ. και στη συνέχεια, το υπόλοιπο ποσό των 5.130.494 δρχ., στο κεφάλαιο, γ) την καταψήφιση του τελικώς αιτουμένου ποσού των 6.726.840 δρχ.
με το νόμιμο τόκο από 1-9-1997, δ) την εκπρόθεσμη καταβολή από την αναιρεσίβλητη στο ΚΕΑΠΟΑ των ασφαλιστικών εισφορών του αναιρεσείοντος (Αύγουστος 1997) και την εντεύθεν λήψη από τον τελευταίο, κατά την προηγηθείσα της καταβολής αυτής συνταξιοδότησή του (1-1-1997), μειωμένης επικουρικής αποζημιώσεως κατά το ποσό των 449.526 δρχ.
και ε) την δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος περί παραιτήσεώς του από το δικόγραφο της αγωγής, που αφορά τον ειδικό περιορισμό της αγωγής κατά το κύριο αίτημά της και την αίτηση αυτού προς καταψήφιση πλέον μόνο του επικουρικώς αιτουμένου ποσού των 6.726.000 δρχ. Επομένως, ανεξάρτητα από την ορθότητα ή μη του γενόμενου από τον ενάγοντα υπολογισμού των τόκων ή από την βασιμότητα του τελευταίου κονδυλίου (που προϋποθέτει ότι το ΚΕΑΠΟΑ δεν ήταν υποχρεωμένο να συμπληρώσει την επικουρική αποζημίωση του αναιρεσείοντος, μετά την επικαλούμενη εκπρόθεσμη καταβολή σ' αυτό των ασφαλιστικών εισφορών), η αγωγή περιείχε τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ στοιχεία και συνεπώς το Εφετείο που την απέρριψε ως αόριστη υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ και είναι γι' αυτό βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αναιρέσεως.
Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ., προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Για τους λόγους αυτούς
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 285/2003 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων είκοσι (720) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ