Supreme Court annuls appeal court decision for violating substantive law on creditor's right to clawback fraudulent asset transfers.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Third Athens Court of Appeal's final decision regarding a fraudulent asset transfer case. The lower court accepted contradictory reasoning that the debtor company intended to harm creditors while simultaneously claiming the transfer was made to evade debt satisfaction. The Court ruled that the appeal court failed to establish the necessary factual basis for applying Article 939 of the Civil Code, rendering its judgment legally flawed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code; A creditor is entitled to demand the clawback of any asset transfer made by the debtor to their detriment when the debtor's remaining assets are insufficient to satisfy the debt, provided the transfer was made with intent to harm the creditor.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 430 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 430/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σαλώμη Δερμάτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. (πρώην Κ.) του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ι. Μπόμπο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 343/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2379/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 31/7/2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 31.07.2020 και με ειδ. αριθ. κατάθ.693/03.08.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2379/15.05.2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, και δέχθηκε μεν τύποις, αλλά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των τότε εκκαλουσών-εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 343/25.01.2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της τότε εφεσίβλητης-ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και είχε απαγγελθεί η διάρρηξη της αναφερόμενης σ' αυτή καταδολιευτικής δικαιοπραξίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553,556,558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ και 74 παρ.1 Ν.4690/2020). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.
Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος, και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών.
Εξάλλου, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 1001/2007, ΑΠ 651/2008) και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 28/2017,ΑΠ 928/2014).
Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που κατά το νόμο είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της αποφάσεώς του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 12/2016, ΑΠ 509/2013).
Η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 590/2019, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 112/2016, ΑΠ 951/2013).
Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναιρέσεως θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 335/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι η παραδοχή του Εφετείου ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι των εναγομένων γνώριζαν πως με την απαλλοτρίωση του μοναδικού σημαντικής οικονομικής αξίας περιουσιακού στοιχείου της πρώτης εναγομένης, η τελευταία θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που της απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση της ενάγουσας δανείστριας, η οποία θα υποστεί βλάβη από την απαλλοτρίωση, έρχεται σε αντίθεση με την παραδοχή του ότι ο Α.
Μ., έπεισε άπαντες ότι ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης της πρώτης εναγομένης για να στερήσει από την ενάγουσα τη δυνατότητα να αξιώσει και επιτύχει την απόδοση των δια των ατόκων δανείων καταβληθέντων προς την πρώτη εναγομένη χρηματικών ποσών και ότι αυτός εξαπάτησε τα όργανα της διοικήσεως της πρώτης των εναγομένων και έτσι του παρασχέθηκε πληρεξούσιο για την πώληση των επίδικων ιδιοκτησιών στη δεύτερη των εναγομένων.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, μέρος της τα ακόλουθα "... Η πρώτη εναγομένη είναι εξωχώρια (off shore) εταιρία... Η ενάγουσα τον Ιούλιο του έτους 1989 προέβη στην εξαγορά του συνόλου του μετοχικού της κεφαλαίου με σκοπό την επένδυση σε ακίνητα μέσω της εταιρίας αυτής.
Όμως η πραγματική διοίκησή της ασκούνταν από την ενάγουσα μέσω του εντολοδόχου της Α. Μ., ο οποίος είχε την κατοικία του στην Ελλάδα, η ενάγουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο είχε τη συνήθη διαμονή της στην Ελλάδα, ενώ αντικείμενο αυτής ήταν, μεταξύ άλλων, η αγορά, η διαμόρφωση και ο εξοπλισμός ακινήτων στην Ελλάδα...
Το ότι η ενάγουσα ήταν η πραγματική ιδιοκτήτρια της ως άνω εταιρείας και ότι ο Α. Μ. ενεργούσε για λογαριασμό της, έγινε δεκτό από την υπ'αριθ. 2437/2014 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο έκανε επίσης δεκτό ότι αυτός εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς στα μέλη του δ.σ. της 1ης εναγομένης ότι κατείχε νόμιμα την μετοχή και επομένως και την κυριότητά της, με αποτέλεσμα να προβεί εν αγνοία της και με σκοπό τον προσπορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, στην εκποίηση των στην αγωγή αναφερομένων και παρακάτω περιγραφομένων ακινήτων, στην 2η εναγομένη, της οποίας ο ίδιος ήταν κύριος μέτοχος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, έναντι του ποσού των 613.491,24 ευρώ.
Η ως άνω απόφαση, για την πράξη της απάτης για την οποία καταδικάστηκε ο Α. Μ., έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη... Για την πραγματοποίηση του επιδιωχθέντος σκοπού... και σε εκτέλεση ατύπων, ατόκων και αορίστου χρόνου συμβάσεων δανείων, τα οποία καταρτίστηκαν μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης κατά τις ημερομηνίες καταβολής καθενός από τα παρακάτω αναφερόμενα επιμέρους ποσά, η ενάγουσα ...
κατέβαλε σ' αυτήν το συνολικό ποσό των 1.051.031,29 ευρώ... Η ενάγουσα διατηρούσε αξίωση για την επιστροφή των παραπάνω δανείων από την πρώτη εναγομένη και το μήνα Νοέμβριο του έτους 2003 όχλησε την οφειλέτρια προς απόδοση των οφειλόμενων ποσών. Η πρώτη εναγόμενη όμως, με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, στις 27-6-2003 δυνάμει του με αριθμό .../27-6-2003 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ουρανίας Μικρού, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, προέβη στην πώληση και μεταβίβαση στη δεύτερη εναγόμενη εταιρία των μοναδικών της περιουσιακών στοιχείων, συνολικής αξίας 613.491,24 ευρώ και συγκεκριμένα εννέα (9) κληροτεμαχίων, συνολικής έκτασης 70.750 τ.μ., τα οποία βρίσκονται στα ...
στη θέση "..." στην εποικισθείσα περιοχή του αγροκτήματος ... και στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας ..., όπως εμφαίνονται περιμετρικά με τους αριθμούς και στοιχεία... Στην ως άνω απαλλοτρίωση η δεύτερη εναγόμενη εταιρεία εκπροσωπήθηκε από την Γ. Μ. αδελφή του Α. Μ.. Ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι η άνω μεταβίβαση έγινε με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας δανείστριας, της οποίας η απαίτηση ήταν γεγενημένη κατά το χρόνο της κρίσιμης απαλλοτρίωσης και ήδη ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι των δύο εναγομένων γνώριζαν ότι με την απαλλοτρίωση του μοναδικού σημαντικής οικονομικής αξίας περιουσιακού στοιχείου της πρώτης εναγομένης, η τελευταία θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που της απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση της ενάγουσας δανείστριας, η οποία έτσι θα υποστεί βλάβη από την απαλλοτρίωση.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων/ εκκαλουσών ότι αιτία της επίδικης μεταβίβασης ήταν η αποφυγή φορολόγησης του ακινήτου... δεν είναι πειστικός ως προς την αληθή περί της μεταβιβάσεως αιτία, αλλά δημιουργία αληθοφανούς αιτίας, την οποία χρησιμοποίησε ο καταδικασθείς γι' αυτό Α. Μ. για να απαλλαγεί η 1η εναγομένη πάσης ακινήτου περιουσίας, ούτως ώστε αυτός, πείθοντας άπαντες ότι ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης της, να στερήσει από την ενάγουσα τη δυνατότητα να αξιώσει και να επιτύχει την απόδοση των δια των τριών ατόκων δανείων καταβληθέντων προς την 1η εναγομένη χρηματικών ποσών.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ούτως, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις... Μετά ταύτα θα πρέπει να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη...". Με την κρίση του αυτή το εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της κρίσης του περί της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής της διάταξης αυτής.
Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι η ενάγουσα ήταν ιδιοκτήτρια της πρώτης εναγομένης και ασκούσε τη διοίκησή της μέσω του εντολοδόχου της Α. Μ., ότι ο τελευταίος εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς στα μέλη του Δ.Σ. της πρώτης εναγομένης ότι κατείχε νόμιμα την μετοχή και την κυριότητα αυτής, με αποτέλεσμα να του χορηγηθεί πληρεξούσιο και να προβεί εν αγνοία της ενάγουσας και με σκοπό τον πορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους σε βάρος της περιουσίας της στην εκποίηση των ακινήτων της πρώτης εναγομένης, στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι η πρώτη εναγομένη, με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, προέβη στην πώληση και μεταβίβαση των ακινήτων της προς την δεύτερη εναγομένη, ότι η μεταβίβαση από την πρώτη εναγομένη στην δεύτερη έγινε με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας δανείστριας, καθόσον οι νόμιμοι εκπρόσωποι των εναγομένων γνώριζαν ότι με την απαλλοτρίωση η πρώτη εναγομένη θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που της απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση της ενάγουσας δανείστριας, η οποία θα υποστεί βλάβη από την απαλλοτρίωση.
Έτσι το Εφετείο, με την ασαφή και αντιφατική, ως άνω αιτιολογία του ως προς το ουσιώδες ζήτημα της γνώσης και της πρόθεσης ή μη της πρώτης εναγομένης να βλάψει την ενάγουσα, στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού δεν προκύπτουν εξ αυτής τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για την εφαρμογή της προειρημένης ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 939 ΑΚ, καθισταμένου έτσι ανέφικτου του ελέγχου της ορθότητας ή μη της εφαρμογής αυτής.
Επομένως, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και παρελκούσης της έρευνας του (ετέρου) εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' του ΚΠολΔ πρώτου λόγου αυτής, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 εδ.
β' ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στις αναιρεσείουσες (άρθρ.495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2379/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάζει την επιστροφή στις αναιρεσείουσες του παραβόλου που έχουν καταθέσει.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ