Supreme Court allows appeal against company management appointment, ruling it does not require corporate status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed two appeals against a First Instance Court decision regarding the appointment of a company manager. The appellants argued that the lower court erred in appointing a non-corporate entity as manager, while the respondent maintained the appointment was valid. The Court ruled that managing a limited liability company does not strictly require the manager to hold corporate status, thereby validating the appointment and remanding the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; Management of a limited liability company does not require the manager to possess corporate status, and appeals based on this ground are admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 430 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 430/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. συζύγου Χ. Ί., το γένος Π. Τ., 2) Φ. Ί. του Χ., κατοίκων …, 3) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ Ε.Π.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "VIOPSEC Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στα Άνω Λιόσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπασπύρου που ανακάλεσε την από 13/11/2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Ι., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Χαλιακόπουλο που ανακάλεσε την από 12/11/2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Ι., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Χαλιακόπουλο που ανακάλεσε την από 12/11/2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. συζύγου Χ. Ί., το γένος Π. Τ., 2) Φ. Ί. του Χ., κατοίκων …, 3) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ Ε.Π.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "VIOPSEC Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στα Άνω Λιόσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγάθη Μεταξά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/11/2016 αγωγή του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4502/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1466/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντες και υπό στοιχείο Β αναιρεσίβλητοι με την από 4/4/2019 αίτησή τους και ο υπό στοιχείο Α αναιρεσίβλητος και υπό στοιχείο Β αναιρεσείων με την από 16/9/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχείο Α αναιρεσειόντων και υπό στοιχείο Β αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της από 4/4/2019 αιτήσεως και την απόρριψη της από 16/9/2019 αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο Α αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β αναιρεσείοντος την παραδοχή της από 16/9/2019 αιτήσεως και την απόρριψη της από 4/4/2019 αιτήσεως και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους και επειδή έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, των Α) από 4-4-2019 (3449/293/5-4-2019) και Β) 16-9-2019 (9211/887/7-10-2019) αντίθετων αιτήσεων αναίρεσης, με τις οποίες προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 1466/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αποφάνθηκε επί των αντίθετων εφέσεων αφενός μεν των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων στην Α' αίτηση αναίρεσης- αναιρεσιβλήτων στη Β' τοιαύτη, αφετέρου δε του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος στη Β' αίτηση αναίρεσης - αναιρεσιβλήτου στην Α' τοιαύτη, κατά της 4205/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, τις οποίες δέχθηκε τυπικά και αφενός μεν απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος της Β' αναίρεσης, ως προς το αίτημα περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, αφετέρου δε δέχθηκε, κατά τα λοιπά, κατ` ουσία τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή, την οποία δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν και αναγνώρισε ότι η σ' αυτήν αναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη σύστασης της τρίτης των εναγομένων, ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων, είναι μερικώς άκυρη, ως εικονική, ως προς το πρόσωπο της πρώτης εξ αυτών, την οποία υποχρέωσε να καταβάλει στον ενάγοντα, ήδη αναιρεσίβλητο - αναιρεσείοντα, πραγματικό (υποκρυπτόμενο) εταίρο, νομιμοτόκως, το ποσό των 258.231 ευρώ, από τη διανομή των κερδών της ως άνω εταιρείας.
Οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495 παρ. 3Β περ. δ', 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτές (άρθ. 577 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών (άρθ. 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα).
Α) Επί της από 4-4-2019 (3449/293/2019) αιτήσεως αναιρέσεως:
Ο από τον αριθμό 11α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 του ίδιου Κώδικα, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 36 του ν. 3994/2011, αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται μεν σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.Α.Π. 2/2008).
Οι ένορκες βεβαιώσεις στο συμβολαιογράφο ή στον ειρηνοδίκη ή στον πρόξενο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα και, επομένως, πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, η οποία τις έλαβε υπόψη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 422 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2055 και ισχύει από 1-1-2016, δεν επιτρέπεται η λήψη ένορκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση.
Το όριο αυτό ισχύει αθροιστικά και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης, που κάθε διάδικος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αντικρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις (Α.Π. 1461/2013). Για τη θεμελίωση του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο και να προκύπτει ότι το αποδεικτικό μέσο, που δεν επιτρέπει στη συγκεκριμένη περίπτωση ο νόμος, προσκομίστηκε μετ' επικλήσεως από το διάδικο και λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Η επίκληση από το διάδικο πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις, κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αίτηση αναίρεσης απόφαση. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίζονται στο εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης και να είναι ειδική, ως προς τις ένορκες βεβαιώσεις δε, πρέπει να αναφέρεται ο αριθμός αυτής, το ονοματεπώνυμο του μάρτυρα που εξετάστηκε και εκείνος που τον εξέτασε, επιπλέον δε να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου, που προσκόμισε την ένορκη βεβαίωση ή ότι αυτός παραστάθηκε στην ένορκη βεβαίωση, οπότε καλύπτεται η εκ της μη κλητεύσεώς του ακυρότητα.
Από τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 εδαφ. β' του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, στην κατ' έφεση δίκη, αν δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 528 του ίδιου Κώδικα, οι προτάσεις κατατίθενται και προσκομίζονται τα επικαλούμενα μ' αυτές αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις, έως την έναρξη της συζήτησης, μετά την οποία και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης ημέρας, κατατίθεται η τυχόν προσθήκη στις προτάσεις, με την οποία σχολιάζονται από τους διαδίκους οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, μόνο, όμως, για την αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρίστηκαν στα πρακτικά ή περιέχονται στις προτάσεις.
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, στη δευτεροβάθμια δίκη, ο διάδικος (εκκαλών ή εφεσίβλητος) δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί και να προσκομίσει όλα τα πρωτοδίκως νομίμως προσκομισθέντα υπ' αυτού αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Αντίθετα, έχει τη δικονομική ευχέρεια, κατ' εφαρμογή της αρχής του συζητητικού συστήματος, να επιλέξει, ήτοι να επικαλεστεί και, ακολούθως, να προσκομίσει, εκ των πρωτοδίκως προσκομισθέντων, τα αποδεικτικά μέσα εκείνα, συνεπώς και τις ένορκες βεβαιώσεις, που, κατά την κρίση του, είναι τα πλέον πρόσφορα για την αποτελεσματικότερη υποστήριξη της έφεσής του ή την αντίκρουση της έφεσης του αντιδίκου του, τα οποία και μόνον λαμβάνει υπόψη το εφετείο για τη διαμόρφωση της δικανικής του κρίσης.
Επιπροσθέτως, κατ' άρθρο 529 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., ο εκκαλών ή ο εφεσίβλητος έχει τη δικονομική δυνατότητα να επικαλεστεί και να προσκομίσει, παραδεκτά, το πρώτο, στην κατ' έφεση δίκη, νέα αποδεικτικά μέσα, συνεπώς και ένορκες βεβαιώσεις, εκτός, αν, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του ως άνω άρθρου, το εφετείο τα αποκρούσει, εφόσον, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δεν προσκομίστηκαν από το διάδικο στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Με τα δεδομένα αυτά, στη δευτεροβάθμια δίκη, ο διάδικος έχει δικαίωμα να επικαλεστεί και να προσκομίσει, το πρώτον, ένορκη βεβαίωση, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 529 του Κ.Πολ.Δ., η οποία λαμβάνεται υπόψη από το εφετείο, εφόσον, συναθροιζόμενη με τις πρωτοδίκως νομίμως προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις ή όσες εξ αυτών επέλεξε να επαναφέρει νόμιμα στην κατ' έφεση δίκη, δεν υπερβαίνει το ανώτατο επιτρεπόμενο αριθμό, δηλαδή, τις πέντε (5).
Ο κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο και, εντεύθεν, αν εσφαλμένα κηρύχθηκε ή δεν κηρύχθηκε ως απαράδεκτο κάποιο αποδεικτικό μέσο (Ολ.Α.Π. 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της εν λόγω αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 11α' και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι, ενώ ο αναιρεσίβλητος είχε προσκομίσει μετ' επικλήσεως στην πρωτοβάθμια δίκη πέντε (5) συνολικά ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες λήφθηκαν υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εξαντλώντας έτσι τον ανώτατο επιτρεπόμενο αριθμό, στη δευτεροβάθμια δίκη, επέλεξε να προσκομίσει τέσσερις (4) απ' αυτές καθώς και την 7618/23-5-2018 ένορκη βεβαίωση του Π.
Κ., την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε, το πρώτον, στο Εφετείο, καταστρατηγώντας, έτσι, τις διατάξεις των άρθρων 421-424 καθώς και 529 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. και συνεπώς, το ως άνω Δικαστήριο, το οποίο έλαβε υπόψη την τελευταία αυτή, υπεράριθμη, ένορκη βεβαίωση και δεν την κήρυξε απαράδεκτη, απορρίπτοντας το σχετικό ισχυρισμό τους, υπέπεσε στις ως άνω πλημμέλειες.
Από την επισκόπηση της 4205/2017 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προκύπτει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών έλαβε υπόψη, πλην των λοιπών αποδεικτικών μέσων, πέντε (5) ένορκες βεβαιώσεις, που επικαλέστηκε με τις προτάσεις του και προσκόμισε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προς υποστήριξη της αγωγής του, ήτοι τις 2288/14-2-2017, 2289/14-2-2017, 2290/14-2-2017, 2291/14-2-2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και την …/…-2-2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ελένης Βαρβεράκη.
Στη συνέχεια, από την επισκόπηση των από 24-5-2018 έγγραφων προτάσεων του αναιρεσιβλήτου στη δευτεροβάθμια δίκη προκύπτει ότι αυτός, προς υποστήριξη της εφέσεώς του και αντίκρουση της εφέσεως των αντιδίκων του, επικαλέστηκε, πλην των λοιπών αποδεικτικών μέσων, κατά τρόπο ειδικό και προσκόμισε πέντε (5) συνολικά ένορκες βεβαιώσεις, ήτοι τέσσερις (4) εκ των πρωτοδίκως προσκομισθεισών ενόρκων βεβαιώσεων και συγκεκριμένα τις 2288/14-2-2017, 2290/14-2-2017, 2291/14-2-2017 και 36289/10-2-2017, επιλέγοντας τις, κατά την κρίση του, προσφορότερες για την υποστήριξη των ισχυρισμών του και αντίκρουση αυτών των αντιδίκων του και, επιπροσθέτως, το πρώτον, την …/…-5-2018 ένορκη βεβαίωση του Π.
Κ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Σπυρίδωνα Αλμπάνη, τις οποίες έλαβε υπόψη το Τριμελές Εφετείο Αθηνών για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος. Από τα ανωτέρω καταδεικνύεται ότι ο αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε και προσκόμισε και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, συνολικά, πέντε (5) ένορκες βεβαιώσεις, όπως, κατ' ανώτατο όριο, επιτρέπεται, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη.
Συνεπώς, το Εφετείο, ορθώς, έλαβε υπόψη την …/2018 ένορκη βεβαίωση, η οποία δεν ήταν υπεράριθμη και, εντεύθεν, ορθώς, απέρριψε σιγή τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό των αναιρεσειόντων. Πρέπει, λοιπόν, ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος.
Β) Επί της από 16-9-2019 (9211/887/2019) αιτήσεως αναιρέσεως:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 εδάφ. α' και β' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Στην έννοια της "επιδίκασης" περιλαμβάνεται και η, χωρίς αίτηση, αναγνώριση ή διάπλαση έννομης συνέπειας. Ως 'αίτηση', κατά την ως άνω έννοια, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας, με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης και εκκρεμοδικία, όπως, η αίτηση της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, των ένδικων μέσων, των ανακοπών, της τριτανακοπής, όχι όμως και οι ενστάσεις, οι οποίες είναι αντικείμενο του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, με εξαίρεση τις γνήσιες ενστάσεις, οι οποίες εισάγουν αυτοτελές αντικείμενο δίκης και αυτοτελή αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, όπως η ένσταση συμψηφισμού.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται στην περίπτωση μερικής παραδοχής της αγωγής ή αν το δικαστήριο επιδίκασε λιγότερα από όσα ζητήθηκαν ή έγινε δεκτό μέρος του αιτήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, με την εν λόγω αίτηση αναιρέσεως και δη με τον πρώτο λόγο, το δεύτερο, ως προς το πρώτο σκέλος του και τον τρίτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 9 και 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι, ενώ, με την από 4-11-2016 αγωγή του, ζήτησε, εκτός των άλλων: α) να αναγνωριστεί η μερική ακυρότητα της τρίτης των εναγομένων, ήδη τρίτης των αναιρεσιβλήτων, εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, λόγω σχετικής εικονικότητας αυτής στο πρόσωπο της πρώτης εξ αυτών, η οποία εμφανίζεται μεν ως εταίρος, κατά ποσοστό 80% του εταιρικού κεφαλαίου, με 144 εταιρικά μερίδια, επί συνόλου 180, πλην όμως, φαινομενικώς, με υποκρυπτόμενο, πραγματικό εταίρο τον ίδιο και β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ήδη αναιρεσίβλητοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να του καταβάλουν το ποσό των 371.853,71 ευρώ, που αφορά στο αντιστοιχούν στην ως άνω εταιρική του μερίδα ποσοστό επί των διανεμηθέντων εντός του έτους 2015 κερδών της τρίτης εξ αυτών, οι δε εναγόμενοι αρνήθηκαν αιτιολογημένα την ως άνω αγωγή του και υποστήριξαν ότι αμφότεροι οι συμβληθέντες στην εταιρική σύμβαση είναι πραγματικοί εταίροι της τρίτης εξ αυτών, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο, προέβη σε αναγνώριση δικαιώματος της πρώτης των εναγομένων, χωρίς να υποβληθεί σχετικό αίτημά της.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων υποστήριξε ότι το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δίκασε κατ' ουσία την αγωγή, κατ' άρθρο 535 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. και την έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη, αφενός μεν αναγνώρισε τη μερική ακυρότητα της τρίτης των εναγομένων - τρίτης των αναιρεσιβλήτων, εταιρείας, λόγω σχετικής εικονικότητας αυτής, ως προς το πρόσωπο της πρώτης εξ αυτών, κατά τα 100 εταιρικά μερίδια αυτής - και όχι κατά τα 144, με βάση το αίτημα της αγωγής του- με υποκρυπτόμενο πραγματικό εταίρο τον ίδιο (ενάγοντα- αναιρεσείοντα) και έκρινε ότι αυτή είναι πραγματική εταίρος της ως άνω εταιρείας, κατά τα υπολειπόμενα 44 εταιρικά μερίδια, αφετέρου δε την υποχρέωσε να του καταβάλει, ως ποσοστό επί των διανεμηθέντων κατά το έτος 2015 κερδών, το αντίστοιχο στην ως άνω εταιρική του μερίδα, ποσό των 258.231 ευρώ.
Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα προκύπτει ότι το Εφετείο αναγνώρισε ως μερικώς άκυρη την εταιρική σύμβαση, λόγω της σχετικής εικονικότητας αυτής, σε ποσοστό, όμως, μικρότερο του διά της αγωγής αιτηθέντος και επιδίκασε στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα ποσό μικρότερο του αιτηθέντος. Ως εκ τούτου, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, οι οποίες, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, ερείδονται αληθώς στον αριθμό 9 περ.
α' και β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτες, καθόσον η εν μέρει παραδοχή των αγωγικών αιτημάτων δεν συνιστά επιδίκαση πλέον του αιτηθέντος ή επιδίκαση μη αιτηθέντος και, συνεπώς, δεν ιδρύονται οι υπό του αναιρεσείοντος επικαλούμενες πλημμέλειες. Πρέπει, λοιπόν, ν' απορριφθούν οι ανωτέρω λόγοι ως απαράδεκτοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του Α.Κ., συνάγεται ότι όποιος προσβάλλεται παρανόμως από πρόθεση στην προσωπικότητά του και ειδικότερα προσβάλλεται στην τιμή και την υπόληψή του, είτε με δυσφημιστικούς (συκοφαντικούς ή απλούς) ισχυρισμούς είτε με εξυβριστική συμπεριφορά, έχει το δικαίωμα να ζητήσει, πλην άλλων, χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη.
Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του. Εξάλλου, από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις προκύπτει ότι η προσβολή είναι παράνομη, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος ή κάτω από περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του.
Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ, για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (Ολ.Α.Π. 812/1980). Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Εξάλλου, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ` αυτήν όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, τα οποία, κατά νόμο, θεμελιώνουν την ασκούμενη αξίωση, ελέγχεται αναιρετικώς ως παραβίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, σε συνδυασμό με την πλημμέλεια, που προβλέπεται από τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη ουσιώδη ισχυρισμό, μη διαλαμβανόμενο στην ιστορική βάση της αγωγής. Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή, εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από τον αριθμό 1 της ως άνω διάταξης, αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς την νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της εν λόγω αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε ως αόριστη τη βάση της αγωγής του, με την οποία ζητούσε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την εκ μέρους των εναγομένων προσβολή της προσωπικότητάς του και απέρριψε κατ' ουσία το δεύτερο λόγο της έφεσής του κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος.
Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του δικογράφου της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 4-11-2016 (72858/2401/2016) αγωγής και δη κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος αυτής, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτει τα εξής: "Επειδή η συμπεριφορά των εναγομένων εναντίον μου, όπως περιγράφεται ανωτέρω, εκτός από αντισυμβατική είναι παράνομη, με την γενομένη δεκτή έννοια του παράνομου κατά τη νομολογία και την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, αλλά και εναντίον των χρηστών ηθών, έχω αξίωση κατά αυτών καταβολής χρηματικής ικανοποίησης 200.000 ευρώ προς αποκατάσταση της ηθικής μου βλάβης κατ' άρθρο 932 ΑΚ.
Πράγματι από τον Ιούλιο 2015 και εφεξής οι εναγόμενοι με τις ως άνω ιδιότητές τους αμφισβητούν εν γνώσει της αναληθείας του, το γεγονός της πραγματικής μου συμμετοχής στη VIOPSEC ΕΠΕ κατά 80%, με απέβαλαν από το γραφείο μου στην έδρα της, διαδίδουν στην αγορά ότι καμία σχέση δεν έχω με την εταιρεία ούτε με το διακριτικό της τίτλο (VIOPSEC ΕΠΕ), που ανήκει στην οικογένειά μου από το 1965, που ιδρύθηκε η οικογενειακή επιχείρηση μέχρι σήμερα, ότι η Μ.
Ί. είναι η πραγματική εταίρος κατά 80% της εταιρείας. Επίσης οι μάρτυρές τους, για να με εξευτελίσουν ως επαγγελματία, οικογενειάρχη και άνθρωπο, καταθέτουν με προτροπή των εναγομένων ότι είμαι μέθυσος, επικίνδυνος, γυναικάς και τεμπέλης. Επειδή όλα αυτά πλήττουν την προσωπικότητά μου, την επιχειρηματική μου ιστορία, την επαγγελματική υπόστασή μου, αλλά και κυρίως την τιμή και την υπόληψή μου, πρέπει οι εναγόμενοι να καταδικαστούν εις ολόκληρον να μου καταβάλλουν το ως άνω ποσό, με προσωπική κράτηση έξι μηνών των δύο πρώτων".
Από το περιεχόμενο του ως άνω δικογράφου καταδεικνύεται ότι στις ενέργειες των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, όπως περιγράφονται στο αγωγικό δικόγραφο, δεν αποδίδεται, αυτοτελώς, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά σε βάρος του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, αλλά εκδήλωση της εκ μέρους τους αμφισβήτησης των αξιώσεων τούτου και υποστήριξης της θέσης τους ότι η πρώτη εξ αυτών είναι πραγματική εταίρος της τρίτης εναγομένης, εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, κατά ποσοστό 80% και της οποίας ασκεί τη διοίκηση και διαχείριση καθώς και ότι ο ενάγων - αναιρεσείων δεν είναι υποκρυπτόμενος εταίρος, αλλά συναλλάσσεται απλώς μετ' αυτής.
Περαιτέρω, στο αγωγικό δικόγραφο δεν καθορίζεται η ταυτότητα και ο αριθμός των μαρτύρων, που, κατά τον ενάγοντα, κατέθεσαν, υποκινούμενοι από τους εναγόμενους, ψευδείς και προσβλητικούς για την προσωπικότητά του χαρακτηρισμούς, ο χρόνος και ο τόπος των καταθέσεων αυτών ούτε, ακόμη, η σχέση των ατόμων αυτών με τους εναγόμενους καθώς και τα περιστατικά, από τα οποία συνάγεται ότι οι τελευταίοι τους έπεισαν και τους παρότρυναν να προβούν στις συγκεκριμένες πράξεις σε βάρος του.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο ορθώς απέρριψε την ως άνω βάση της αγωγής ως αόριστη, δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα υπό των ανωτέρω διατάξεων απαιτούμενα, απορριπτομένου, εντεύθεν, ως αβάσιμου του σχετικού λόγου της κρίση αίτησης αναίρεσης.
Από τις διατάξεις του άρθρου 138 του Α.Κ. προκύπτει ότι δήλωση βουλήσεως, που, εν γνώσει του δηλούντος, δεν έγινε σπουδαίως, παρά μόνο φαινομενικώς, είναι εικονική, πάσχουσα ακυρότητα εκ του λόγου αυτού. Σκοπός της εν λόγω δηλώσεως είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής καταστάσεως, χωρίς ο δηλών να έχει την πρόθεση τέτοιας πραγματικής μεταβολής.
Η εικονικότητα δεν εμποδίζεται και όταν η δήλωση βουλήσεως γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου, καθόσον ο τελευταίος είναι εντεταλμένος να πιστοποιεί τη δήλωση των δικαιοπρακτούντων, όπως αυτή εμφανίζεται εξωτερικώς και όχι να συμπράττει με τη βούλησή του στη δικαιοπραξία. Εικονικότητα της δικαιοπραξίας είναι απόλυτη, όταν αυτή δεν καλύπτει άλλη δικαιοπραξία, δηλαδή, όταν με αυτή οι δικαιοπρακτούντες δεν ήθελαν να επέλθει κάποια έννομη συνέπεια, ενώ σχετική, όταν η εικονικότητα καλύπτει άλλη δικαιοπραξία.
Η κάλυψη μπορεί να είναι πλήρης, αν η ηθελημένη δικαιοπραξία είναι διαφορετική από την εικονική ή μερική, αν η καλυπτόμενη δικαιοπραξία είναι ιδίου τύπου με την εικονική, αλλά περιέχει διαφορετικούς όρους. Κατά την παράγραφο 2 της ως άνω διατάξεως, άλλη δικαιοπραξία, που καλύπτεται κάτω από την εικονική, είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της.
Εικονική δυνατό να είναι η δήλωση βουλήσεως, όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία αλλά και σε σύμβαση, όπως σύμβαση εταιρείας, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση, για την αντίστοιχη ακυρότητα της συμβάσεως, προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος. Επομένως, για την ακυρότητα της συμβάσεως ως εικονικής, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των, κατά το χρόνο της καταρτίσεώς της, συμβαλλομένων για το ότι η συναφθείσα σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες.
Κατά τα ανωτέρω, εικονικότητα υπάρχει, όταν κάποιος, επιδιώκοντας να διατηρήσει μυστική έναντι τρίτων τη συμμετοχή του σε δικαιοπραξία, χρησιμοποιεί για την κατάρτισή της έτερο (παρένθετο) πρόσωπο, το οποίο εμφανίζεται ως κατ' επίφαση συμβαλλόμενος και την καταρτίζει φαινομενικώς μεν στο όνομά του, στην πραγματικότητα, όμως, για λογαριασμό του, ως υποκρυπτομένου εταίρου, γεγονότα, τα οποία λαμβάνουν χώρα εν γνώσει του αντισυμβαλλομένου, ο οποίος αποδέχεται τη συνομολόγηση της συμβάσεως υπέρ του υποκρυπτόμενου προσώπου.
Στην περίπτωση αυτή, η συνομολογηθείσα σύμβαση ισχύει, κατά τη βούληση των συμβληθέντων, υπέρ του, υπό του εικονικώς συμπράξαντος στην κατάρτισή της, καλυπτόμενου προσώπου. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και όταν, δυνάμει ειδικής διάταξης νόμου για τη σύσταση της συμβάσεως, απαιτείται ορισμένος τύπος, αρκεί να περιβλήθηκε τον τύπο αυτό η εικονική, ως προς το πρόσωπο του συμβληθέντος, σύμβαση.
Επομένως, όταν κάποιος, ο οποίος επιθυμεί να συστήσει, μετ' άλλων, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, χωρίς οι τρίτοι να γνωρίζουν τη συμμετοχή του στην εταιρεία αυτή, μπορεί να χρησιμοποιήσει παρένθετο πρόσωπο, το οποίο, εν γνώσει των λοιπών εταίρων, συμπράττει στην ιδρυτική της εν λόγω εταιρείας σύμβαση, φαινομενικώς ιδίω ονόματι, στην πραγματικότητα, όμως, για λογαριασμό του υποκρυπτόμενου προσώπου, το οποίο επιθυμούν ως συνεταίρο και οι λοιποί συμπράττοντες στην εταιρεία.
Έτσι, στην περίπτωση αυτή, είναι άκυρη ως εικονική, στις μεταξύ των συμβληθέντων σχέσεις, η συμμετοχή του παρένθετου προσώπου στην εταιρεία, παραμένει, όμως, έγκυρη, εφόσον τηρήθηκε ο υπό του ν. 3190/1955 απαιτούμενος τύπος, η υπό την εικονική αυτή σύμβαση καλυπτόμενη και υπό των συμβληθέντων θεληθείσα τοιαύτη, βάσει της οποίας, αληθής εταίρος τυγχάνει το υπό του παρένθετου προσώπου υποκρυπτόμενο έτερο πρόσωπο.
Συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι τα εταιρικά μερίδια, που αποκτώνται από το παρένθετο πρόσωπο, ανήκουν σ' αυτό, κατ' επίφαση μόνον, ενώ, στην πραγματικότητα και εν γνώσει των αποδεχόμενων το γεγονός αυτό λοιπών εταίρων, περιέρχονται, άνευ άλλου, στο υποκρυπτόμενο πρόσωπο, που είναι και ο αληθής εταίρος. Ο τελευταίος αυτός, σε περίπτωση αμφισβητήσεως των εκ της εταιρικής σχέσεως δικαιωμάτων του από το παρένθετο πρόσωπο ή από τους συμπράξαντες στην ίδρυση της εταιρείας ή υπό αυτού τούτου του νομικού προσώπου, διά του αρμόδιου οργάνου του, δικαιούται να ζητήσει με αγωγή τη δικαστική αναγνώριση των περί ων ο λόγος δικαιωμάτων, επικαλούμενος την εν γνώσει των λοιπών εταίρων εικονική συμμετοχή του παρένθετου προσώπου στην κατάρτιση της εταιρικής συμβάσεως.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η εικονικότητα δικαιοπραξίας δεν ανάγεται στην έννοια της δήλωσης βούλησης, αλλά συνιστά έλλειψη της αληθινής βούλησης (εκούσια διάσταση μεταξύ της δήλωσης και της βούλησης). Επομένως, η απόφαση, που διερευνά αν η δήλωση είναι εικονική, δεν δέχεται (εμμέσως) κενά ή αμφίβολα σημεία στη δικαιοπραξία ούτε προβαίνει στην ερμηνεία της, αλλά στην αναζήτηση της ειλικρίνειας ή της ανειλικρίνειας της δήλωσης (Α.Π. 1340/2017).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 16, 17 παρ.1 και 2, 18 παρ.1 εδαφ. α' και 21 του ν. 3190/1955 συνάγεται ότι η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και η εκπροσώπηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης ανήκει, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, σε όλους τους εταίρους, που δρουν συλλογικώς. Με το καταστατικό ή με απόφαση της συνέλευσης των εταίρων η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και η εκπροσώπηση της εταιρείας μπορεί να ανατεθεί σε έναν ή περισσότερους εταίρους ή σε μη εταίρους για ορισμένο χρονικό διάστημα ή μη.
Η σχέση μεταξύ της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης και των διαχειριστών της ρυθμίζεται, καταρχήν, από την εταιρική σύμβαση και τις σχετικές διατάξεις του ν. 3190/1955 και του Α.Κ., καθώς και τις περί εντολής διατάξεις των άρθρων 714 - 723 του Α.Κ., εφαρμοζομένων αναλόγως. Η απόφαση για το διορισμό του διαχειριστή δεν υπόκειται στις διατυπώσεις δημοσιότητας, διότι αυτές δεν έχουν συστατικό, αλλά απλώς δηλωτικό χαρακτήρα (Α.Π. 1395/2013).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβιάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, το οποίο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού, σχετικά με ουσιαστικό πραγματικό ισχυρισμό α) δεν αναφέρει καθόλου πραγματικά περιστατικά (παντελής έλλειψη αιτιολογίας), β) τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), γ) τα περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι, λόγω της πλημμέλειας αυτής, δεν μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο, αν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν οι όροι εκείνης που εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ιδρύεται, επίσης, ο λόγος αυτός, όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, που ισοδυναμεί με ανεπαρκή. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται α) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, β) ο ισχυρισμός, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών και η σύνδεσή του με το διατακτικό, αν δεν είναι αυτονόητη, γ) τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δ) οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά, ε) εξειδίκευση του σφάλματος, ήτοι αα) αν υποστηρίζεται παντελής έλλειψη αιτιολογικών, το ελάττωμα αυτό, ββ) αν προβάλλεται ανεπάρκεια αιτιολογιών, ποια αναγκαία στοιχεία λείπουν για την πληρότητά τους, δηλαδή, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρει η απόφαση, γγ) αν προβάλλεται αντίφαση αιτιολογιών, ποιες είναι αυτές, γιατί αντιφάσκουν και σε ποια μέρη της απόφασης εντοπίζονται και δδ) αν προβάλλεται ασάφεια ή αντίφαση, από ποιες ακριβώς πραγματικές παραδοχές προκύπτει και σε τι συνίσταται.
Ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση ή στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολογία του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία (Ολ.ΑΠ. 861/1984). Πρέπει, δηλαδή, να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς τι αποδείχθηκε ή τι δεν αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Ενόψει των ανωτέρω, το σφάλμα, που ιδρύει το λόγο αυτό, εντοπίζεται πάντοτε στην ελάσσονα πρόταση και συγκεκριμένα στο οντολογικό μέρος του τελικού νομικού συλλογισμού, όπου η ανεπαρκής ή η αντιφατική ή η ενδοιαστική περιγραφή των περιστατικών καθιστά αδύνατη την κρίση για το αν είναι ορθή ή όχι η υπαγωγή τους στον κανόνα ουσιαστικό δικαίου που εφάρμοσε το δικαστήριο της ουσίας.
Προϋπόθεση, συνεπώς, του λόγου αυτού είναι ότι το δικαστήριο ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό κατ' ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως αόριστο ή μη νόμιμο (Ολ.Α.Π. 3/1997).
Από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, από το έτος 1993 δραστηριοποιείτο στον τομέα εισαγωγής, εμπορίας και κατασκευής γεωργικών και ψεκαστικών μηχανημάτων, ασκώντας ατομική επιχείρηση με τον τίτλο "VIOPSEC Κ."...
την οποία παρέλαβε από τον πατέρα του. Στην επιχείρηση αυτή απασχολούσε επτά άτομα ως προσωπικό μεταξύ των οποίων, το δεύτερο εναγόμενο, υιό της πρώτης εναγομένης, πρώτης του εξαδέλφης, ο οποίος προσλήφθηκε την 1-7-2005, με την ειδικότητα του εργάτη και το Χ. Ί., πατέρα και σύζυγο των ανωτέρω αντίστοιχα, με την ειδικότητα του τεχνίτη ψεκαστήρων στην επιχείρηση, προσληφθείς αρχικά από τον προκάτοχο του ενάγοντος και στη συνέχεια από τον ίδιο.
Το έτος 2006 ο ενάγων ενεπλάκη σε πρόσθετη επαγγελματική ενασχόληση, συστήνοντας... ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΜΕΤΑΛ Α.Ε.", με αντικείμενο την εισαγωγή και εξαγωγή μετάλλου και γεωργικών μηχανημάτων... Σ' αυτήν προσλήφθηκαν το Μάρτιο του 2008, ο δεύτερος εναγόμενος ως ανειδίκευτος εργάτης και ο πατέρας του ως οδηγός...
Η πρώτη εναγομένη, εξαδέλφη του ενάγοντος, είχε προσληφθεί και παρείχε την εργασία της ως υπάλληλος γραφείου στην εταιρία με την επωνυμία "Α. Τ. Ε.Π.Ε."... από 26-4-2005 μέχρι 31-8-2007, οπότε απολύθηκε, κατόπιν καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της. Με την υπ' αριθ. …/…-11-2008 συμβολαιογραφική πράξη σύστασης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης της συμ/φου Αθηνών Ελευθερίας Κυριάκου, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών, συστάθηκε η τρίτη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "VIOPSEC Ε.Π.Ε."...
Στην ανωτέρω συστατική πράξη εμφανίζονται ως συμβαλλόμενοι εταίροι η πρώτη εναγομένη με 144 εταιρικά μερίδια, συνολικής αξίας 14.400 ευρώ, με ποσοστό συμμετοχής 80% στο εταιρικό κεφάλαιο και ο δεύτερος εναγόμενος με 36 εταιρικά μερίδια, συνολικής αξίας 3.600 ευρώ, με ποσοστό συμμετοχής 20% στο εταιρικό κεφάλαιο.
Σκοπός της εταιρείας αυτής ήταν η εισαγωγή, εξαγωγή, παραγωγή και εμπορία γεωργικών και ψεκαστικών μηχανημάτων και χειροκίνητων γεωργικών και ψεκαστικών μηχανημάτων, μηχανημάτων κήπου και εργαλείων και ειδών κήπου, ανοξείδωτων δοχείων υγρών και υλικών ελαιοκομιδής. Στη σύσταση, την υλικοτεχνική υποδομή, την πελατεία, την τεχνογνωσία και την εν γένει λειτουργία της εταιρίας αυτής, ουσιαστική συμβολή είχε και ο ενάγων, πλην όμως, μεταξύ των εταίρων συμφωνήθηκε η συμμετοχή του να μην είναι εμφανής, αλλά άτυπη για τον εξής λόγο.
Ο ενάγων, από αρχές του έτους 2008, διέγνωσε ότι οι επιχειρηματικές δραστηριότητες της εταιρίας "ΗΛΕΚΤΡΟΜΕΤΑΛ Α.Ε." δεν εξελίσσονταν ομαλά, λόγω αδυναμίας αντιμετώπισης των οικονομικών της υποχρεώσεων, με ορατό τον κίνδυνο της κατάρρευσής της και της απώλειας των δικών του περιουσιακών στοιχείων, λόγω των επικείμενων ατομικών διώξεων σε βάρος του, ως εκ της θέσης του ως μετόχου της εταιρίας και εγγυητή των δανειακών της συμβάσεων.
Πλέον συγκεκριμένα, η άνω εταιρία αδυνατούσε να εξυπηρετήσει την από Μάιο του έτους 2008 σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού που είχε συνάψει με την Τράπεζα Πειραιώς για πίστωση, που με τις πρόσθετες τροποποιητικές πράξεις, ανήλθε στο συνολικό ποσό του 1.100.000 ευρώ. Ο λογαριασμός κινήθηκε και στις 30-6-2008, εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο 556.310,82 ευρώ, το οποίο αναγνώρισε με την από 2-7-2008 επιστολή της η ανωτέρω εταιρία.
Ακολούθως, η Τράπεζα Πειραιώς κατάγγειλε αυτήν τη δανειακή σύμβαση με την από 3-4-2009 εξώδικη καταγγελία της που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 27-4-2009, ο οποίος είχε εγγυηθεί την καταβολή του καταλοίπου ως αυτοφειλέτης. Αδυναμία εξυπηρέτησης εμφάνισε άλλη μία σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού που είχε συνάψει η εταιρία "ΗΛΕΚΤΡΟΜΕΤΑΛ Α.Ε." με την Εθνική Τράπεζα, η οποία στις 30-6-2008 εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο 220.098,56 ευρώ, το οποίο αναγνώρισε με την από 30-6-2008 επιστολή της η ανωτέρω εταιρία.
Την καταβολή του οριστικού καταλοίπου της σύμβασης αυτής είχε εγγυηθεί ο ενάγων ως αυτοφειλέτης. Αλλά και ο ενάγων, ατομικά, είχε συνάψει με την Τράπεζα Πειραιώς την από 30-12-2007 σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, η οποία, την 30-9-2008, εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 274.608,38 ευρώ, το οποίο ο ενάγων αναγνώρισε ως οφειλόμενο με την από 2-10-2008 επιστολή του.
Κινδύνευε, επομένως, να υποστεί ατομικές διώξεις από τις δανείστριες τράπεζες για την ικανοποίηση των ανωτέρω αρκετά σημαντικών απαιτήσεών τους με απειλούμενη την απώλεια των περιουσιακών του στοιχείων με αναγκαστικές εκτελέσεις που αναμένονταν να επακολουθήσουν. Δεδομένων των συνθηκών αυτών και προκειμένου να απεκδυθεί τυπικά των περιουσιακών του στοιχείων και να συνεχίσει την επαγγελματική του δραστηριότητα, συμφώνησε με τους πρώτη και δεύτερο των εναγομένων, οικεία πρόσωπα του συγγενικού του περιβάλλοντος και της απόλυτης εμπιστοσύνης του, τα οποία γνώριζαν την οικονομική του κατάσταση, να ενταχθεί και αυτός ως άτυπος εταίρος, εισφέροντας κυρίως τον πάγιο εξοπλισμό, το χώρο εγκατάστασης, τη γνώση του στο αντικείμενο, υποκρυπτόμενος εν μέρει κάτω από τη μερίδα της πρώτης εναγομένης εμφανούς εταίρου.
Ειδικότερα προς επίτευξη του σκοπού αυτού και με τη συναίνεση της πρώτης και δεύτερου των εναγομένων, ο ενάγων επιμελήθηκε της μίσθωσης χώρου στην επί της οδού ... διεύθυνση, στα ..., που απετέλεσε την αρχική έδρα της τρίτης εναγομένης... Ακολούθως, μετά πάροδο ενός μηνός περίπου, αφότου συστάθηκε η τρίτη εναγομένη (18-11-2008), με το υπ' αριθ.
…/…-12-2008 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Παρασκευής Στόλη, που μεταγράφηκε νόμιμα... ο ενάγων μεταβίβασε στο δεύτερο εναγόμενο, κατά κυριότητα, το ευρισκόμενο επί των οδών ... και ..., στην περιοχή …. του Δήμου … ακίνητο, συνολικής έκτασης 1.000 τ.μ., με διώροφο κτίσμα, στο οποίο βρισκόταν η έδρα της ατομικής του επιχείρησης ΒΙΟΨΕΚ Κ.
ΒΙΟΛΟΓΙΚΑ ΨΕΚΑΣΤΗΡΙΑ καθώς και η έδρα της "ΗΛΕΚΤΡΟΜΕΤΑΛ Α.Ε.". Η μεταβίβαση αυτή ήταν εικονική, αφού πραγματική βούληση μεταβίβασης του ενάγοντος προς το δεύτερο εναγόμενο δεν υπήρξε, τίμημα εκ μέρους του τελευταίου δεν δόθηκε και η μεταβίβαση έγινε κατ' επίφαση, προς διάσωση του εν λόγω αξιόλογου περιουσιακού στοιχείου του ενάγοντος και προς συνέχιση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, αφού, στη συνέχεια, διά της από 29-1-2009 σύμβασης επαγγελματικής μίσθωσης μεταφέρθηκε, κατόπιν τροποποίησης του αρχικού της καταστατικού, η αρχική έδρα της τρίτης εναγομένης ΕΠΕ...
στο ακίνητο των 1.000 τ.μ. Η εικονικότητα της μεταβίβασης αυτής κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου με την υπ' αριθμ. 964/2018 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (με άλλη σύνθεση)... σε δίκη που ανοίχθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του δεύτερου εναγόμενου... Άρση του δεδικασμένου δεν υφίσταται, καθόσον η εκδίκαση της ασκηθείσας εκ μέρους του δεύτερου εναγομένου αίτησης αναίρεσης κατά της ως άνω δευτεροβάθμιας απόφασης εκκρεμεί ακόμη...
Ταυτόχρονα ο ενάγων, στις αρχές του έτους 2009, μετέφερε την έδρα της ατομικής του επιχείρησης στη διεύθυνση ... στα …, σε μισθωμένο ημιυπόγειο χώρο 70 τ.μ... ενώ προχώρησε και στη λύση της εταιρίας "ΗΛΕΚΤΡΟΜΕΤΑΛ Α.Ε."... Η μεταφορά της έδρας της ατομικής του επιχείρησης ήταν προσχηματική, αφού ο κύριος όγκος του πάγιου εξοπλισμού των δύο επιχειρήσεων, παρέμενε στον ίδιο χώρο, εξυπηρετώντας τις ανάγκες της νεοσύστατης τρίτης εναγομένης, αλλά και της ατομικής του επιχείρησης, για τη λειτουργία της οποίας διατηρούσε ιδιαίτερο χώρο στο ισόγειο των 1.000 τ.μ.
Ενισχυτικό της μεθόδευσης να συνεχίσει την άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, υποκρυπτόμενος κάτω από το νομικό πρόσωπο της τρίτης εναγομένης, είναι το ότι ο ενάγων παραχώρησε το διακριτικό τίτλο "VIOPSEC"..., παρά το ότι, υπό άλλες συνθήκες, θα προέκυπτε ζήτημα αθέμιτου ανταγωνισμού, μεταξύ των δύο επιχειρήσεων, των οποίων το αντικείμενο ήταν, εν πολλοίς, ταυτόσημο.
Για τον ίδιο λόγο ο ενάγων, με συναίνεση των δύο πρώτων εναγομένων, διοχέτευσε το προσωπικό των επιχειρήσεών του στη νεοσυσταθείσα ΕΠΕ και συγκεκριμένα προσλήφθηκαν σ' αυτήν α) ο Χ. Ί...., β) ο Φ. Ί...., γ) ο Χ. Β...., δ) ο Ι. Ζ.... και ε) ο L. M....Αλλά και οι τηλεφωνικές γραμμές καθώς και τα λοιπά μέσα επικοινωνίας (fax, email) των επιχειρήσεων του ενάγοντος συνέχιζαν να χρησιμοποιούνται από την τρίτη εναγομένη, ενώ σε φωτογραφίες που προσκομίζονται από τον ενάγοντα, αυτός απεικονίζεται να κατέχει περίοπτη θέση κατά την κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας της ΕΠΕ...
Επίσης, πωλούσε προϊόντα της ατομικής του επιχείρησης σε τιμή κόστους στην τρίτη εναγομένη, ενισχύοντας την εικόνα της στην αγορά. Τέλος, οι μεταφορές χρηματικών ποσών α) των 5.000 ευρώ, που μεταφέρθηκαν την 5-1-2009 από λογαριασμό του ενάγοντος στην τράπεζα "EUROBANK ERGASIAS" σε τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης εναγομένης στην ίδια τράπεζα, β) των 30.000 ευρώ, που μεταφέρθηκαν την 23-3-2009 από τραπεζικό λογαριασμό της συζύγου του ενάγοντος...
στην Εθνική Τράπεζα σε τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης και δεύτερου των εναγομένων, γ) των 15.000 ευρώ, που μεταφέρθηκαν την 27-7-2010 από τραπεζικό λογαριασμό της συζύγου του ενάγοντος σε τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης εναγομένης και δ) τα ποσά των 10.000 και 10.000 ευρώ, που μεταφέρθηκαν στις 3-2-2009 και 10-2-2009 από τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος σε τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, είναι αμφίβολο και δεν αποδείχθηκε επαρκώς, αν κατατέθηκαν για την εξυπηρέτηση των ταμειακών αναγκών της τρίτης εναγομένης, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, αφού οι καταθέσεις αυτές δεν έγιναν σε δικούς της τραπεζικούς λογαριασμούς..., ενώ ανακρούεται και από τους εναγόμενους, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι οι εν λόγω χρηματικές μεταφορές όντως πραγματοποιήθηκαν, όμως, αφορούσαν σε ισόποσες επιστροφές χρημάτων που είχε δανεισθεί ο ενάγων από την πρώτη εναγομένη, τα οποία είχε καταθέσει σε δικό του τραπεζικό λογαριασμό και για απόδειξη προσκομίζουν αναλυτική κίνηση των τριών τραπεζικών λογαριασμών...
Με τις παραπάνω συνεισφορές, πλην της τελευταίας που κρίθηκε αναπόδεικτη, ο ενάγων συνέβαλε καθοριστικά στην κερδοφόρο πορεία της τρίτης εναγομένης, η οποία πέτυχε από την πρώτη υπερδωδεκάμηνη χρήση της κύκλο εργασιών 936.435,01 ευρώ και κέρδη μετά φόρων ύψους 112.486,15 ευρώ, αγόρασε εμπορεύματα συνολικής αξίας 981.000 ευρώ με πίστωση, καταβάλλοντας γι' αυτά ποσό 671.000 ευρώ είτε μετρητά είτε με επιταγές πελατών.
Το αποτέλεσμα αυτό δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με το εταιρικό κεφάλαιο των 18.000 ευρώ, το οποίο, σύμφωνα με την από 15-11-2015 'Συνοπτική 'Έκθεση', που προσκόμισε ο ενάγων, ήταν ανεπαρκές ακόμη και για τα αρχικά έξοδα ίδρυσης και εγκατάστασής της και θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με την εκδοχή ότι υπήρχαν ευμεγέθη αποθέματα προϊόντων κατά την έναρξη λειτουργίας της που δεν καταγράφηκαν ή με την εκδοχή ότι οι εταίροι εισέφεραν καθ' όλη τη διάρκεια της χρήσης σε μετρητά πολλαπλάσια κεφάλαια του αρχικού.
Η τελευταία αυτή εκδοχή ουδόλως αποδείχθηκε, επιστηρίζεται δε και στο συμπέρασμα των Ορκωτών Λογιστών..., που προσκομίζουν οι εναγόμενοι, σύμφωνα με το οποίο 'για τη χρήση 2009 και 2010... δε διαπιστώθηκε να χρηματοδοτείται η εταιρεία με χρήματα που συνεισέφεραν οι εταίροι. Αντιθέτως, γίνεται αποδεκτή η πρώτη εκδοχή, ενόψει της συνεισφοράς του ενάγοντος σε υποδομή και εξοπλισμό, αλλά και της διαχειριστικής ικανότητας της πρώτης εναγομένης...
Συμμετείχε, επομένως, ο ενάγων ουσιαστικά, πλην άτυπα, ως υποκρυπτόμενος εταίρος, στην έναρξη και λειτουργία της τρίτης εναγομένης μέχρι το έτος 2015, οπότε επήλθε ρήξη με τους εναγομένους και αποχώρησε... Στη σχέση αυτή συναινούσαν και οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και τα αντίθετα υποστηριζόμενα εκ μέρους τους...
δεν ευσταθούν. Η άποψη του Δικαστηρίου στο ζήτημα αυτό ενισχύεται και απ' το ότι η πρώτη εναγομένη παρέσχε εγγράφως την από 19-4-2013 εξουσιοδότηση προς τον ενάγοντα για να εκπροσωπήσει την τρίτη εναγομένη και να καταθέσει τα απαραίτητα δικαιολογητικά σε διαγωνισμό της Περιφερειακής Ενότητας Λέσβου..., η οποία (εξουσιοδότηση) δεν θα δινόταν αν η σχέση των διαδίκων περιοριζόταν στα πλαίσια που οι εναγόμενοι προσδιορίζουν.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι και η πρώτη εναγομένη διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη δράση και στη λειτουργία της ΕΠΕ, διαχειριζόμενη τυπικά αλλά και ουσιαστικά το σύνολο, εκτός ελάχιστων περιπτώσεων πελατείας του ενάγοντος... των συναλλαγών της εταιρίας, τα εργασιακά της ζητήματα, τη διαχείριση του ταμείου, τις επαφές με τις αρχές και κάθε άλλη πράξη που αρμόζει στην καταστατική της θέση ως νόμιμης εκπροσώπου και διαχειρίστριας αυτής.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη διαμόρφωνε την οικονομική πολιτική της εταιρίας, η ίδια ερχόταν σε επαφή με τους προμηθευτές και τους πελάτες της, η ίδια διαπραγματευόταν τις τιμές, καθόριζε τους όρους στις συναλλαγές, έδινε εντολές και υποδείξεις στο προσωπικό, έκανε νέες προσλήψεις...
και παρά τη μικρή της εμπειρία στην εμπορία ανοξείδωτων προϊόντων, με τη συνδρομή του συζύγου της Χ. Ί., ο οποίος διέθετε πλούσια εμπειρία σ' όλο το εύρος των δραστηριοτήτων της ΕΠΕ, λόγω της μακράς του ενασχόλησης στις επιχειρήσεις του ενάγοντος και παλαιότερα του πατέρα του, πέτυχαν ένα ευρύ κύκλο συναλλαγών, ακόμη και στο εξωτερικό...
με κερδοφόρα αποτελέσματα καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας της επιχείρησης. Μάλιστα, με τη συμβολή της, η τρίτη εναγομένη αναδείχθηκε ως μία από τις πλέον επιτυχημένες εταιρίες στο χώρο των αγροτικών εφοδίων... Άλλωστε και ο ενάγων, στη διεξαχθείσα δίκη των ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αχαρνών την 19-7-2016, κατέθεσε ανωμοτί ως διάδικος ότι τη διαχείριση του ταμείου της ΕΠΕ την είχε η πρώτη εναγομένη, καθότι ήταν η διαχειρίστρια της εταιρίας.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η πρώτη εναγομένη ασκούσε πραγματικά τη διοίκηση και τη διαχείριση της τρίτης εναγομένης εταιρίας... Η πρώτη εναγομένη, εξάλλου, από κοινού με το δεύτερο εναγόμενο εγγυήθηκαν ως αυτοφειλέτες την από 7-11-2014 σύμβαση δανείου, ύψους 25.000 ευρώ, που έλαβε η τρίτη εναγομένη από την Τράπεζα Πειραιώς, ενεχύρασαν, μετέχοντος και του συζύγου της..., τίτλους σε διαταγή προς εξασφάλιση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού των 96.000 ευρώ, που συνομολόγησε η τρίτη εναγομένη με την Εθνική Τράπεζα και πέτυχε την έκδοση εγγυητικής επιστολής για ποσό 70.409,35 ευρώ από την ίδια Τράπεζα, προκειμένου να συμμετάσχει η τρίτη εναγομένη σε διαγωνισμό δολωματικού ψεκασμού στην Περιφέρεια Λέσβου. ...δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι τα ιδρυτικά της μέλη (α' και β' εναγόμενοι) κατέβαλαν το εταιρικό κεφάλαιο, καθόσον δε δόθηκαν ενώπιον της συμπράττουσας συμβολαιογράφου, αλλά, κατά δήλωσή τους, καταβλήθηκαν σε μετρητά στο ταμείο του συμβολαίου..., αποδεικνύεται, όμως, ότι το φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίων τον κατέβαλε η πρώτη εναγομένη ως νόμιμη εκπρόσωπος αυτής.
Από τα παραπάνω αποδειχθέντα συνάγεται ότι η πρώτη εναγομένη διαδραμάτισε ενεργό και ουσιαστικό ρόλο στην εταιρία, η συμμετοχή της δεν ήταν αμιγώς εικονική και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του ενάγοντος, κρίνεται κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα, το Δικαστήριο άγεται στην ασφαλή κρίση...
ότι ο ενάγων, προκειμένου να διαφυλάξει την προσωπική του περιουσία από τους δανειστές του και να εξακολουθήσει την επαγγελματική του δραστηριότητα, χωρίς να είναι ορατός, συναποφάσισε με τους πρώτη και δεύτερο απ' τους εναγόμενους τη σύσταση της τρίτης εναγομένης εταιρίας, σε γνώση και αποδοχή όλων, ότι ήταν μερικώς άκυρη ως μερικώς εικονική ως προς το πρόσωπο της πρώτης εναγομένης, κατά τη συμμετοχή της ως εταίρου με 144 εταιρικά μερίδια επί συνόλου 180 εταιρικών μεριδίων, η οποία, κατ' εκτίμηση, κατά τα 100 εταιρικά της μερίδια, ήταν φαινομενική και όχι σπουδαία, υποκρύπτουσα τη συμμετοχή του ενάγοντος κατ' αυτά τα εταιρικά μερίδια, στην κατά τα άλλα νομίμως συσταθείσα εν λόγω εταιρεία.
Είχε, επομένως, η πρώτη εναγομένη, με βάση την εσωτερική σχέση της έμμεσης αντιπροσώπευσης, μεταξύ αυτής ως παρένθετου προσώπου και του ενάγοντος ως υποκρυπτόμενου, να μεταβιβάζει στον τελευταίο τα κέρδη που θα λάμβανε στη μερίδα της ως εικονική εταίρος, τα οποία στην πραγματικότητα ανήκαν στον ενάγοντα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, κατόπιν σύγκλησης της γενικής συνέλευσης, που έγινε εντός του έτους 2015, διένειμαν τα κέρδη των παρελθουσών εταιρικών χρήσεων των ετών 2010 έως 2013, ύψους 464.817,14 ευρώ και η πρώτη εναγομένη έλαβε, κατ' αναλογίαν της εταιρικής της μερίδας το ποσό των 371.853,71 ευρώ και ο δεύτερος εναγόμενος έλαβε το ποσό των 92.963,43 ευρώ, κατ' αναλογίαν της δικής του εταιρικής μερίδας.
Όφειλε, όμως, η πρώτη εναγομένη, ως εκ της ανωτέρω εσωτερικής σχέσης, να αποδώσει στον ενάγοντα το ποσό των 258.231 (464.817,14 : 180=2.582,31 χ 100) ευρώ, το οποίο κατείχε ως εικονική εταίρος για λογαριασμό του, ως πραγματικού εταίρου της τρίτης εναγομένης εταιρίας και δεν του το έχει αποδώσει. Η άρνηση αυτή και η εν συνεχεία παρεμπόδιση του ενάγοντος να εισέρχεται στα γραφεία της τρίτης εναγομένης με αλλαγή των κωδικών εισόδου απ' τους εναγόμενους, επέφερε ρήξη στις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις και απ' το καλοκαίρι του 2015, ο ενάγων αποχώρησε άτυπα από την ΕΠΕ...".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που δεν καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 138 και 180 του Α.Κ., αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της συνδρομής των, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, θεμελιωτικών στοιχείων του πραγματικού της σχετικής, μερικής εικονικότητας της συσταθείσας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, τρίτης των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι, το έτος 2008, ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος - αναιρεσείων, προκειμένου να απεκδυθεί τυπικά των περιουσιακών του στοιχείων, ενόψει του επαπειλούμενου κινδύνου απώλειάς τους, συνεπεία των οφειλών του προς τρίτους και δη τράπεζες και να συνεχίσει ακινδύνως την επαγγελματική του δραστηριότητα, συμφώνησε με τους δύο πρώτους των εναγομένων, ήδη αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητους, στενούς συγγενείς του, να συστήσουν την τρίτη εξ αυτών, εικονική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης.
Ότι στη συστατική πράξη της ως άνω εταιρείας εμφανίζονται ως συμβληθέντες εταίροι οι δύο πρώτοι των εναγομένων - αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων και συγκεκριμένα η πρώτη, με ποσοστό 80% επί του εταιρικού κεφαλαίου και 144 εταιρικά μερίδια επί συνόλου 180 και ο δεύτερος, κατά ποσοστό 20% επί του εταιρικού κεφαλαίου και 36 εταιρικά μερίδια, ενώ συμφωνήθηκε ο ενάγων να είναι άτυπος (υποκρυπτόμενος) εταίρος, χωρίς οι τρίτοι να γνωρίζουν τη συμμετοχή του σ' αυτήν, χρησιμοποιώντας ως εμφανή εταίρο - παρένθετο πρόσωπο την πρώτη εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη.
Ότι αυτός συνέβαλε ουσιαστικά στη σύσταση, την υλικοτεχνική υποδομή, την πελατεία, την τεχνογνωσία και την εν γένει λειτουργία της τρίτης των εναγομένων, παραχώρησε στην εν λόγω εταιρεία το διακριτικό τίτλο της πατρογονικής ατομικής του επιχείρησης καθώς και τις τηλεφωνικές γραμμές και τα λοιπά μέσα επικοινωνίας, διοχέτευσε στη νεοσύστατη εταιρεία το προσωπικό των επιχειρήσεών του καθώς επίσης, μεταβίβασε, εικονικά, στο δεύτερο των εναγομένων, ήδη αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων, λόγω πωλήσεως, ακίνητο, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, της αποκλειστικής κυριότητάς του, στο οποίο έδρευαν οι επιχειρήσεις του, όπου και μεταφέρθηκε η έδρα της τρίτης εξ αυτών.
Ότι αυτός συνέβαλε καθοριστικά στην κερδοφόρο πορεία της και το αποτέλεσμα αυτό δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με το εταιρικό κεφάλαιο των 18.000 ευρώ, το οποίο ήταν ανεπαρκές για την κάλυψη ακόμη και των αρχικών εξόδων ίδρυσης και εγκατάστασης αυτής, ενώ δεν αποδείχθηκε χρηματοδότησή της από τους δύο πρώτους των εναγομένων, ήδη αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων και συνεπώς, αποδείχθηκε ότι συμμετείχε ουσιαστικά, πλην άτυπα, ως υποκρυπτόμενος εταίρος, στην έναρξη και λειτουργία της εταιρείας, συναινούντων των αντιδίκων του, μέχρι το έτος 2015, οπότε επήλθε η ρήξη των σχέσεων των διαδίκων.
Ακολούθως, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η πρώτη των εναγομένων, ήδη πρώτη των αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων συνέβαλε καθοριστικά στη δράση και τη λειτουργία της εταιρείας, τρίτης εξ αυτών, ασκώντας επιτυχώς τη διοίκηση και διαχείρισή της, έχοντας την εποπτεία στον τομέα των συναλλαγών, στα εργασιακά ζητήματα, τη διαχείριση του ταμείου και κάθε άλλη πράξη, που άρμοζε στην καταστατική της θέση ως νόμιμης εκπροσώπου και διαχειρίστριας αυτής και, ως εκ του γεγονότος αυτού, έκρινε ότι η συμμετοχή αυτής δεν ήταν αμιγώς εικονική, αλλά μετείχε ως πραγματική εταίρος, κατέχουσα 44 από τα 144 εταιρικά μερίδια, ενώ, ως προς τα υπόλοιπα 100, ήταν φαινομενική και όχι σπουδαία, υποκρύπτουσα τη συμμετοχή του ενάγοντος, ήδη αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος, με εντεύθεν συνέπεια να επιδικάσει σ' αυτόν το ποσό των 258.231 ευρώ, που αντιστοιχεί στο, κατά την κρίση του, μερίδιο τούτου στην εν λόγω εταιρεία και αφορά στα διανεμηθέντα, το έτος 2015, κέρδη αυτής (τρίτης εναγομένης).
Όμως, οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απολύτως ανεπαρκείς και ασαφείς, καθόσον δεν συνάγεται απ' αυτές η βεβαιότητα για την κάλυψη του πραγματικού των ως άνω κανόνων δικαίου, με συνέπεια να στερείται αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) νόμιμης βάσης. Συγκεκριμένα, δεν παρατίθενται στην αναιρεσιβαλλομένη, σαφείς και χωρίς ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες σχετικά με τη διαπίστωση του ακριβούς περιεχομένου της συμφωνίας των διαδίκων, κατά τον κρίσιμο χρόνο της καταρτίσεως της εταιρικής συμβάσεως και σχετικά με το χαρακτήρα αυτής, δηλαδή την εικονικότητά της ή μη και δη, ως προς το πρόσωπο της πρώτης των εναγομένων, ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα αν συμφωνήθηκε από τους διαδίκους ότι αυτή συμβλήθηκε ως πραγματική εταίρος ή ως κατ' επίφαση τοιαύτη, φαινομενικώς μεν ιδίω ονόματι, στην πραγματικότητα, όμως, για λογαριασμό του υποκρυπτόμενου, αληθούς εταίρου, ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου -αναιρεσείοντος, στη δεύτερη δε περίπτωση και το ποσοστό επί του εταιρικού κεφαλαίου, κατά το οποίο η πρώτη συμμετείχε εικονικά στην ως άνω εταιρεία, ώστε να υπολογιστεί και να επιδικαστεί στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο - αναιρεσείοντα το ποσό, που δικαιούται επί των διανεμηθέντων, κατά το έτος 2015, κερδών της ως άνω εταιρείας, το οποίο πράγματι αντιστοιχεί στο ποσοστό της πραγματικής συμμετοχής του σ' αυτήν.
Η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι η πρώτη εναγομένη μετέχει ως πραγματική εταίρος της ως άνω εταιρείας, με 44 εταιρικά μερίδια, λόγω της συμβολής της στη λειτουργία και την εξέλιξη της εταιρείας, ως διαχειρίστρια αυτής, που ανάγεται σε χρόνο, όμως, μεταγενέστερο της καταρτίσεως της εταιρικής συμβάσεως, ενώ, κατά τα υπόλοιπα 100 εταιρικά μερίδια, η συμμετοχή της είναι εικονική, με υποκρυπτόμενο εταίρο τον ενάγοντα, και, εντεύθεν, η επιδίκαση στον τελευταίο του ποσού των 258.231 ευρώ, ως το αναλογούν στο ποσοστό της πραγματικής συμμετοχής του στα διανεμηθέντα κέρδη, είναι αυθαίρετη, χωρίς την απαιτούμενη σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθώς δεν αναφέρεται αν τούτο τελούσε σε γνώση και αποδοχή των λοιπών διαδίκων, συμβληθέντων στην εταιρική σύμβαση, κατά το χρόνο κατάρτισης αυτής ή εχώρησε τυχόν μεταγενέστερη συμφωνία τούτων, δοθέντος, εξάλλου, ότι αυτή ταύτη η άσκηση της διαχείρισης στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεν προϋποθέτει, άνευ άλλου, εταιρική ιδιότητα, κατά τα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη εκτιθέμενα.
Επομένως, οι αιτιάσεις, που διατυπώνονται σε αμφότερες της υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης και ειδικότερα στην Α' αίτηση αναίρεσης, με το δεύτερο λόγο αυτής και στη Β' τοιαύτη, στο δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου και στον τρίτο λόγο, κατά τα δύο πρώτα σκέλη του, με τους οποίους προβάλλονται πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
είναι βάσιμες και, συνεπώς, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι λόγοι αυτοί.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από δικαστές, άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 580 του Κ.Πολ.Δ. Πρέπει, ακόμη, να διαταχθεί η απόδοση στους αναιρεσείοντες αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως των υπ' αυτών κατατεθέντων, για το παραδεκτό των αιτήσεων αναίρεσης, παραβόλων (άρθρο 495 παρ. 3Β περ. δ' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν α) ο αναιρεσίβλητος στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων της από 4-4-2019 αίτησης αναίρεσης, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους και β) οι αναιρεσίβλητοι στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος της από 16-9-2019 αίτησης αναίρεσης, που, επίσης, κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματος τούτου (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 182, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ α) την από 4-4-2019 (3449/293/2019) αίτηση των 1) Μ. συζύγου Χ. Ί., 2) Φ. Ί. του Χ. και 3) της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ Ε.Π.Ε." και β) την από 16-9-2019 αίτηση του Ν. Κ. για αναίρεση της 1466/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΕΧΕΤΑΙ τις ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως.
ΑΝΑΙΡΕΙ τη 1466/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι Δικαστές, που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στους αναιρεσείοντες εκάστης των ανωτέρω αιτήσεων αναιρέσεως των παραβόλων, που έχουν καταθέσει.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο της από 4-4-2019 αιτήσεως αναιρέσεως στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ
και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους της από 16-9-2019 αίτησης αναιρέσεως στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ