430/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated430/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 430 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 430/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. - Ν. Α. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπουμπουρή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Μ. του Ν. - Χ., κατοίκου ... και 2) Ι. Τ. Μ. του Ν. - Χ., κατοίκου ..., ως καθολικών διαδόχων της αποβιώσασας Θ. Μ. - Β.. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Κωνσταντόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-3-2003 αγωγή της αρχικής διαδίκου Θ. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2624/2016 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-1-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως. Με το λόγο αυτό ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής, ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει και όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποίησης του διαδίκου.
Αν τυχόν δε το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, για την στήριξη της ενεργητικής νομιμοποίησης του διαδίκου, γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα εκτιθέμενα στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ.8 Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναίρεσης (Ολ ΑΠ25/2008, ΑΠ220/2016, 208/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) της από 3-3-2003 αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) δικαστηρίου η αρχική ενάγουσα, στη θέση της οποίας είχαν υπεισέλθει και συνεχίσει τη δίκη, λόγω θανάτου της, από την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση της υπόθεσης, οι ήδη αναιρεσίβλητοι-κληρονόμοι της, εξέθετε τα ακόλουθα:
Στις 8-3-1995 και στις 8-10-1995, ο αποβιώσας σύζυγος της, Ι. Β., μεταβίβασε στους Ν. Χ. (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) και στον ήδη αποβιώσαντα, Χ. Α. (πατέρα του δεύτερου και της τρίτης των εναγομένων, Γ. Α. και Ε. - Ν. Α.), 37.500 και 8.000 ανώνυμες μετοχές της εταιρίας "...", αντίστοιχα, σε καθένα, ονομαστικής αξίας 1.200 δραχμών καθεμία, αντί συνολικού τιμήματος 650.000.000 δραχμών, από το οποίο καθένας των πιο πάνω αγοραστών, συμφώνησε να καταβάλει το ήμισυ, ήτοι 325.000.000 δραχμές.
Έναντι του συνολικού τιμήματος, οι αγοραστές κατέβαλαν στον σύζυγο της Ι. Β., στις 8-3-1995, 8-10-1995 και 2-11-1995, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά και συνολικά το ποσό των 200.000.000 δραχμών, κατά το ήμισυ καθένας και απέμεινε υπόλοιπο 450.000.000 δραχμών, το οποίο συμφωνήθηκε, ότι θα καταβληθεί από αυτούς, κατά το ήμισυ από καθένα, σε εννέα άτοκες εξαμηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από 1-1-1996.
Ακολούθως, στις 21-2-1996, οι αγοραστές κατέβαλαν μέρος της πρώτης δόσης, ποσού 25.000.000 δραχμών (κατά το ήμισυ καθένας). Κατά τον ίδιο χρόνο, ο σύζυγος της, ενώπιον των τελευταίων (αγοραστών), εκχώρησε στην ίδια(ενάγουσα) την απαίτησή του από το εναπομείναν τίμημα, ποσού 425.000.000 δραχμών, την εκχώρηση δε αυτή αποδέχθηκαν οι εναγόμενοι- αγοραστές, δεχόμενοι έκτοτε να καταβάλουν, κατά το ήμισυ καθένας, το άνω οφειλόμενο υπόλοιπο του τιμήματος, στην ίδια.
Στη συνέχεια, στις 27-5-1996, αποβίωσε ο εκ των άνω αγοραστών, Χ. Α., πατέρας των, δεύτερου και τρίτης των εναγομένων, ενώ στις 17-6-1996, αποβίωσε και ο σύζυγος της, ο οποίος με την από 3-4-1995 ιδιόγραφη διαθήκη του, νομίμως δημοσιευθείσα, όρισε την ίδια ως μόνη κληρονόμο του. Ακολούθησαν οι αναφερόμενες καταβολές από τους εναγόμενους προς την ίδια, μετά τις οποίες το υπόλοιπο διαμορφώθηκε σε 35.824.100 δραχμές ή 105.133,09 ευρώ, ως προς τον πρώτο εναγόμενο και σε 194.075.900 δραχμές ή 569.555,10 ευρώ, ως προς τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων.
Οι εναγόμενοι, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της, αρνούνται να της καταβάλουν τα άνω ποσά. Με βάση δε το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθούν, α) ο πρώτος εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 105.133,09 ευρώ και β) οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων να της καταβάλουν το άνω ποσό των 569.555 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή περιείχε όλα τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ στοιχεία για την θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποίησης της αρχικής ενάγουσας αποκλειστικά και μόνο ,στις διατάξεις περί εκχώρησης προς την ίδια, της εναπομένουσας απαίτησης του συζύγου της, για την καταβολή του υπολοίπου τιμήματος εκ μέρους του δικαιοπαρόχου των εναγομένων, από την πώληση προς τον τελευταίο, των περιγραφόμενων στην αγωγή μετοχών.
Η διηγηματική αναφορά στην ένδικη αγωγή του θανάτου του συζύγου της αρχικής ενάγουσας και του γεγονότος ότι είναι η μοναδική του κληρονόμος, δεν δημιουργεί ασάφεια ,ούτε συνιστά επίκληση αντιφατικών, σωρευτικώς, περιστατικών, ως προς την νομιμοποίηση της αρχικής ενάγουσας, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ λόγο της κρινόμενης αίτησής της.
Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσής της περί αοριστίας ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση της τελευταίας, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και ο ανωτέρω πρώτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο περαιτέρω αναιρετικό λόγο, κατά το οικείο μέρος του, η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ μέμφεται το Εφετείο ότι για την στήριξη της παραδοχής του αναφορικά με την ενεργητική νομιμοποίηση της αρχικής ενάγουσας, στη σύμβαση εκχώρησης, έλαβε υπόψη του πράγμα μη εκτιθέμενο στην αγωγή και συγκεκριμένα ότι "έγιναν καταβολές σε αυτή μετά την αναγγελία της εκχώρησης υπό την ιδιότητα της εκδοχέως".
Ο λόγος, εκτός του ότι είναι απαράδεκτος, εφόσον ο ανωτέρω ισχυρισμός συνιστά ένα επιχείρημα του διαδίκου, δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη και δεν μπορεί να θεμελιώσει την στηριζόμενη στην σύμβαση εκχώρησης αγωγή, με αποτέλεσμα να μη συνιστά "πράγμα" (ΑΠ1207/2017) είναι και αβάσιμος. Συγκεκριμένα, στηρίζεται σε λανθασμένη προϋπόθεση, δοθέντος ότι το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει για το ορισμένο των επικαλούμενων περιστατικών για την ενεργητική νομιμοποίηση της αρχικής ενάγουσας, δεν έλαβε υπόψη το πράγματι εκτιθέμενο ,ως επιχείρημα, στη ν αγωγή γεγονός, των μετά την αναγγελία της εκχώρησης καταβολών στην τελευταία (χωρίς την αναφορά της ιδιότητάς της), αλλά την με σαφήνεια επικαλούμενη σύμβαση εκχώρησης, σε συνδυασμό με την αναγγελία αυτής.
Η μη κήρυξη, περαιτέρω, προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζήτησης, ιδρύει τον από το άρθρο 559αριθμ.14ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, όταν η κήρυξη του απαραδέκτου επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης που προηγήθηκε, όπως είναι η ακυρότητα της κλήτευσης ή και προς εξασφάλιση άσκησης δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 2/2001,ΑΠ2130/2007).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 214ΑΚΠολΔ,παρ.1,υπό την αρχική του μορφή, αγωγές, που έχουν ως αντικείμενο τους διαφορές ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες υπάγονται στην καθύλην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία, για τις οποίες επιτρέπεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο να συνομολογηθεί συμβιβασμός, δεν μπορεί να συζητηθούν, αν δεν προηγηθεί απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης.
Κατά την παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου,"το απαράδεκτο της συζήτησης λόγω παράλειψης της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς μπορεί να προταθεί και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, μόνο κατά την πρώτη συζήτηση της διαφοράς στον πρώτο βαθμό (εδ.α).Μετά τη συζήτηση αυτή μπορεί να εξετασθεί μόνο αν προταθεί εκ νέου από το διάδικο που το είχε προτείνει παραδεκτά στην πρώτη συζήτηση (εδ.β)".Με το νόμο 2943/2001 όμως και ειδικότερα με το άρθρο 3 παρ.3 αυτού, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2002(και συνεπώς καταλαμβάνει την ένδικη αγωγή, που συζητήθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 9-11-2005) το ανωτέρω δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 9 της διάταξης του άρθρου 214 Α ΚΠολΔ, καταργήθηκε.
Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, περί απαραδέκτου της συζήτησης της ένδικης αγωγής, λόγω μη τήρησης της απόπειρας της συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, εφόσον το ζήτημα αυτό μπορούσε να προταθεί, ή να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα αποκλειστικά και μόνο στον πρώτο βαθμό και μάλιστα κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης.
Μετά δε την ρητή κατάργηση του δεύτερου εδαφίου της παρ.9 του εν λόγω άρθρου, καθίσταται σαφές, ότι το σχετικό απαράδεκτο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση, ούτε και αν ο εναγόμενος δικάσθηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό (όπως στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα και ο μετέπειτα αποβιώσας αδελφός της-αρχικώς εναγόμενος, στην θέση του οποίου υπεισήλθε και συνέχισε τη δίκη η ίδια ως μοναδική του κληρονόμος, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο),να προβληθεί στον δεύτερο βαθμό.
Συνεπώς ο περί του αντιθέτου δεύτερος από το άρθρο 559 αριθμ.14 (και όχι και 1) ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 11α' ΚΠολΔ ελέγχεται το δικαστήριο της ουσίας αν στήριξε την απόφαση του σε μη επιτρεπόμενα από τον νόμο αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και οι μαρτυρικές καταθέσεις που χρησιμοποιήθηκαν προς απόδειξη σύμβασης, η αξία του αντικειμένου της οποίας υπερβαίνει το προβλεπόμενο στο άρθρο 393 παρ. 1 ΚΠολΔ όριο, όπως η διάταξη αυτή, προ της τροποποίησής της, ίσχυε κατά τον χρόνον της συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με την οποία συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τις 5.900 ευρώ.
Κατ' εξαίρεση και σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 394 παρ. 1 περ.β' Κ.Πολ.Δ., η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται, πλην των άλλων περιπτώσεων και σε κάθε περίπτωση, αν υπήρχε φυσική ή ηθική αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο. Ηθική αδυναμία κτήσεως εγγράφου υπάρχει, αν τα μέρη είχαν κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης τόσο στενό δεσμό, ώστε σύμφωνα με τις κρατούσες στις συναλλαγές αντιλήψεις η αξίωση σύνταξης εγγράφου για την συγκεκριμένη σύμβαση θα παρίστατο αδικαιολόγητη ή θα ενείχε μη ανεκτή δυσπιστία.
Ο δεσμός αυτός μπορεί να είναι στενή συγγένεια κ.λ.π.(ΑΠ402/2012). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της συνδρομής ή μη στη συγκεκριμένη περίπτωση της ανωτέρω εξαίρεσης, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικού ζητήματος, δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου (Ολ ΑΠ 487/1982, ΑΠ 1616/2008,1644/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικώς τα ακόλουθα:"...Η κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, η οποία ενισχύεται από τα προαναφερθέντα έγγραφα, παραδεκτά λαμβάνεται υπόψη για την απόδειξη της ένδικης σύμβασης εκχώρησης, με αντικείμενο απαίτηση μεγαλύτερη από το τότε ισχύον όριο του επιτρεπτού, του εμμάρτυρου μέσου απόδειξης, των 5.900 ευρώ, καθόσον, λόγω της στενής συγγενικής σχέσης του εκχωρητή με την ενάγουσα-εκδοχέα, σύζυγο του, η οποία δεν αμφισβητείται, και κατά συνέπεια και της ύπαρξης ηθικής αδυναμίας τήρησης έγγραφου τύπου για τη σύμβαση αυτή, συντρέχει λόγος εφαρμογής της εξαίρεσης του άρθρου 394παρ.1βΚΠολΔ,ώστε να επιτραπεί η εμμάρτυρη απόδειξη".
Δεχόμενο συνεπώς το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ,ύπαρξη ηθικής αδυναμίας για τήρηση έγγραφου τύπου μεταξύ των συμβληθέντων στη σύμβαση εκχώρησης,(και όχι των διαδίκων της δίκης ,που δεν ενδιαφέρουν, εφόσον δεν ταυτίζονται με τους συμβληθέντες) παραδεκτώς έλαβε υπόψη μαρτυρική κατάθεση για την απόδειξή της και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.11α ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Επισημαίνεται ότι η επικαλούμενη με τον ίδιο λόγο ,αναιρετική πλημμέλεια, από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ,για εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 394παρ.1περ.2ΚΠολΔ,είναι απαράδεκτη, εφόσον η εν λόγω διάταξη δεν είναι ουσιαστικού, αλλά είναι δικονομικού δικαίου και δεν ελέγχεται με την προαναφερθείσα πλημμέλεια (ΑΠ 1402/2008,1308/2007).
Στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές) από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αν έστω και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς με λόγο αναίρεσης, διότι οι κατ' αυτής λόγοι απορρίπτονται, οι λόγοι αναιρέσεως που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς (ΟλΑΠ25/2003). Επομένως, ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.11, 8και19 ΚΠολΔ, πλήττει την επάλληλη παραδοχή του Εφετείου για ύπαρξη αρχής έγγραφης απόδειξης, συνεπεία και της οποίας έκρινε παραδεκτή την απόδειξη με μάρτυρα της επίδικης σύμβασης, είναι αλυσιτελής, εφόσον με την μη πληττόμενη αποτελεσματικά προαναφερόμενη κύρια αιτιολογία, στηρίζεται αυτοτελώς το σχετικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας για το παραδεκτό της εμμάρτυρης απόδειξης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η τελευταία, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων(αρθρ.176,183ΚΠολΔ),κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Ιανουαρίου 2017 αίτηση της Ε.-Ν. Α. για αναίρεση της 2624/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ