Legislator Case Law & Legislation
430/2017 AI generated

430/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 430/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

430/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Διαπιστωθείσης, λόγω της παραίτησης από την υπηρεσία του προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, μετά τη συζήτηση αυτής, ορίστηκε με την υπ’ αριθμόν 245/2015 πράξη του Προέδρου του Γ’ Πολιτικού Τμήματος, ως νέα δικάσιμος η σημερινή για την επανασυζήτηση της υπόθεσης.

Keywords

AI generated
right of conduit access road right of way right to disconnect exclusion zone order rights and obligations of staff
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 430 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 430/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1)Κ. χήρας Θ. Σ., 2)Α. Σ. του Θ., και 3)Α. Σ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Λύτρα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Κ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευγενία Μαζαράκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/5/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και της Μ. συζ. Π. Σ., που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, η οποία κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νεάπολης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 27/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 7/4/2014 αίτησή τους και τους από 17-3-2015 πρόσθετους λόγους αυτής.

Η υπόθεση συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 22ης Απριλίου 2015 με αριθμό πινακίου 27.

Διαπιστωθείσης, λόγω της παραίτησης από την υπηρεσία του προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, μετά τη συζήτηση αυτής, ορίστηκε με την υπ’ αριθμόν 245/2015 πράξη του Προέδρου του Γ’ Πολιτικού Τμήματος, ως νέα δικάσιμος η σημερινή για την επανασυζήτηση της υπόθεσης.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 7-11-2014 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Αρεοπαγίτου Μαρίας Βαρελά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 27/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο και απέρριψε, ως προς την αναιρεσίβλητη, την από 15-2-2011 έφεση των αναιρεσειουσών κατά της 50/2010 απόφασης του Ειρηνοδικείου βοιών. Με την τελευταία [απόφαση] έγινε δεκτή, κατά την επικουρική της βάση, η από 21-5-2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης [και της μη διαδίκου Μ. Σ.] και αναγνωρίστηκε ότι είναι δικαιούχος πραγματικής δουλείας διόδου σε βάρος ακινήτου των αναιρεσειουσών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 495, 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔικ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αντίγραφο αυτού του δικογράφου κοινοποιείται στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους πριν από την προθεσμία αυτή.

Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, ως χρόνος συζήτησης της αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι, θεωρείται η αρχικώς οριζόμενη δικάσιμος, κατά το άρθ. 568 παρ. 2 ΚΠολΔικ και όχι τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, η οποία έχει ορισθεί από το δικαστήριο ύστερα από, για οποιονδήποτε λόγο, ματαίωση ή αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης κατ’ άρθ. 575 ΚΠολΔικ και επομένως η άσκηση των προσθέτων λόγων μετά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών, με άμεση συνέπεια την απόρριψη τους, κατκ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ [ολ ΑΠ 123/1972, ολ ΑΠ 654/1984, ολ ΑΠ 143/1984].

Στην προκείμενη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η από 7-4-2014 αίτηση αναίρεσης της 27/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου κατατέθηκε στις 7 Μαΐου 2014 στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Γυθείου και προσδιορίστηκε για να δικαστεί από το Γ’ Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου στις 19 Νοεμβρίου 2014.

Κατά τη δικάσιμο εκείνη αναβλήθηκε η συζήτησή της οίκοθεν για τις 18-2-2015 και στη συνέχεια για τις 22-4-2015, για τις 20-4-2016 εξαιτίας της αποχής των δικηγόρων για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης. Οι αναιρεσείουσες στις 20-3-2015 κατέθεσαν στην Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού το από 17-3-2015 [αριθμός κατάθεσης …17-3-2015] δικόγραφο πρόσθετων λόγων.

Όμως οι πρόσθετοι λόγοι, ενόψει των όσων έχουν εκτεθεί και του χρόνου άσκησης αυτών, πρέπει να απορριφθούν, κατ’ άρθρο 577 ΚΠολΔικ, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119 και 1121 ΑΚ επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, που να του παρέχει κάποια ωφέλεια δηλαδή πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού.

Η σύσταση του εμπράγματου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση της κυριότητας ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, εφαρμοζομένου αναλόγως και του άρθρου 1051 ΑΚ, έτσι ώστε εκείνος που επικαλείται κτήση πραγματικής δουλείας με έκτακτη χρησικτησία, μπορεί να συνυπολογίσει το χρόνο της οιονεί νομής του στο χρόνο της οιονεί νομής του δικαιοπαρόχου του.

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1045, 974 και 975 ΑΚ, συνάγεται ότι η φυσική εξουσία επί ακινήτων επί συνεχή εικοσαετία επιφέρει την, κτήση μεν κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία αν είναι καθολική, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή), κτήση δε πραγματικής δουλείας αν είναι μερική, περιλαμβάνει δηλαδή μια ή ορισμένες μόνο χρησιμότητες του πράγματος, που αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας και ασκείται υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή).

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ακόμα ότι για την κτήση πραγματικής δουλείας με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας απαιτείται εκείνος που ασκεί την οιονεί νομή δουλείας στο δουλεύον ακίνητο, να είναι κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου και συνεπώς αν ασκεί χρησικτησία και επί του ακινήτου αυτού, ή έναρξη της χρησικτησίας για την απόκτηση της πραγματικής δουλείας, δεν μπορεί να γίνει πριν από τη συμπλήρωση στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος εικοσαετούς με διάνοια κυρίου νομής αυτού επί του δεσπόζοντος ακινήτου.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 ΚΠολΔικ, που είναι ταυτόσημο με τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία (ΟλΑΠ 10/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων , που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

« Η πρώτη ενάγουσα, ήδη εφεσίβλητος, είναι κυρία μιας ισογείου οικίας εμβαδού 35τ.μ. με το μικρό προαύλιο αυτής χώρο, που συνορεύει σύμφωνα με τον τίτλο κτήσεως νοτιοδυτικώς με ιδιοκτησία Π. Σ., ήδη Μ. συζ. Π. Σ., δευτέρα εφεσίβλητος, ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Θ.

Σ., ήδη εκκαλουσών και βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Τ. Κ.. Το παραπάνω ακίνητο περιήλθε στην πρώτη εφεσίβλητο αρχικά κατά την ψιλή κυριότητα, με γονική παροχή από τον πατέρα της Π. Κ. του Π. δυνάμει του υπ’ αριθ. .../2.12.1998 συμβολαίου γονικής παροχής ψιλής κυριότητος κατ’ αρ. 1509 Α.Κ. της συμβολαιογράφου Πειραιά Ελένης Π.

Γιαννακοπούλου-Λέκκα, που έχει μεταγράφει νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου του Δήμου … στο τόμο … και αριθμό ..., με το οποίο ο δικαιοπάροχος πατέρας της πρώτης εφεσιβλήτου παρακράτησε ισοβίως το δικαίωμα επικαρπίας επί του προαναφερθέντος ακινήτου και στη συνέχεια κατά πλήρη κυριότητα μετά τον θάνατο το έτος 2004, του επικαρπωτή πατέρα της Π.

Κ. σύμφωνα με το αρ. 1167 εδαφ. ακ’ Α.Κ. Ο δικαιοπάροχος πατέρας της, είχε το παραπάνω ακίνητο από κληρονομιά των εξ αδιαθέτου αποβιωσάντων γονέων του, ήτοι του πατέρα του Π. Κ. του Π. που απεβίωσε το 1972 και της μητέρας του Ε. Π. Κ., το γένος Ν. Κ., που απεβίωσε το 1974, τις κληρονομιές των οποίων απεδέχθη με τις υπ’ αριθμ. .../1984 πράξεις αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ...

Μιχαήλ Αύρα που έχουν μεταγράφει νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου του Δήμου ... στο τόμο … και με αυξ. αριθμ. ... αντίστοιχα. Η δεύτερη ενάγουσα, ήδη εφεσίβλητος, είναι κυρία, νομέας και κάτοχος μιας ισογείου οικίας μετά του αυλίου χώρου αυτής και των παραρτημάτων της, που συνορεύει σύμφωνα με τον τίτλο κτήσεως ανατολικά με ιδιοκτησία Π.

Κ., ήδη πρώτης ενάγουσας και εφεσιβλήτου, βόρεια και δυτικά με ιδιοκτησία Κ. Μ., και νότια με οικία Ι. Τ. και δημοτικό δρόμο. Το ακίνητο αυτό περιήλθε σκ’ αυτήν από αγορά από την Κ. Κ. Μ., δυνάμει του υπ αριθ. ...21.8.1961 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου ... Μιχαήλ Λύρα που έχει μεταγράφει νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου του Δήμου ...

στο τόμο … και αριθμό…. Οι εναγόμενες, ήδη εκκαλούσες, είναι κυρίες σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου 2/8 η πρώτη και 3/8 εκάστη δευτέρα και τρίτη ενός οικοπέδου, το οποίο κατά τον τίτλο κτήσεως έχει εμβαδόν 187,67 τ.μ. και συνορεύει βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία Τ. Κ. και εν μέρει με κοινόχρηστο χώρο, ανατολικά με ιδιοκτησία Π.

Κ., νότια με ιδιοκτησία Γ. Μ., νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Μ., νοτιοδυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Ε. Κ., ήδη εφεσιβλήτων και εν μέρει με είσοδο Κ. (εφεσιβλήτων) και ιδίων (εκκαλουσών) και βορειοδυτικώς εν μέρει με είσοδο Κ. (εφεσιβλήτων) και ιδίων (εκκαλουσών) και με είσοδο Τ. Κ., Κ. (εφεσιβλήτων) και ιδίων (εκκαλουσών) και δυτικά με κοινόχρηστο χώρο.

Εντός του ανωτέρω οικοπέδου έχουν ανεγερθεί τα εξής κτίσματα: α) μια διώροφη οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο επιφάνειας 31,87 τ.μ. και από πρώτο όροφο επιφάνειας 18,98 τ.μ., η οποία έχει πρόσοψη στον κοινόχρηστο χώρο, β) ισόγειο κτίσμα επιφάνειας 29,79 τ.μ. και γ) ισόγειο βοηθητικό κτίσμα επιφάνειας 4,13 τ.μ., τα οποία έχουν πρόσοψη στον ακάλυπτο χώρο του ανωτέρω οικοπέδου των εκκαλουσών.

Το ακίνητο των εκκαλουσών περιήλθε σκ’ αυτές κατά δικαίωμα πλήρους κυριότητος με την υπ’ αριθμ. .../17.12.2009 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Κηφισιάς Μαρίας Δημητρακοπούλου-Παπαγιάννη, διά της οποίας απεδέχθησαν ρητώς την κληρονομιά του Θ. Σ., ο οποίος απεβίωσε στις 9.2.2006 αδιάθετος και είχε αποκτήσει την κυριότητα του προπεριγραφέντος ακινήτου από.

αγορά δυνάμει του υπκ’ αρ. ...2.1.1962 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτων του συμβολαιογράφου ... Μιχαήλ Αύρα, νομίμως μεταγεγραμμένου στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο … και με αυξ. αρ….. Τα ανωτέρω όρια των ακινήτων, ο τρόπος περιέλευσης αυτών στους διαδίκους και το δικαίωμα κυριότητος εκάστου επκ’ αυτών δεν αμφισβητούνται υπό των διαδίκων.

Το επίδικο είναι μία δίοδος, η οποία εμφαίνεται στο από Ιανουάριου 2010 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Β. Κ. και η οποία κατά το βόρειο άκρο αυτής, όπου απολήγει στον δημοτικό δρόμο του δ.δ. ..., έχει πλάτος περίπου 3 μ. και οριοθετείται σύμφωνα με το ανωτέρω τοπογραφικό σχεδιάγραμμα δυτικά με ημικυκλικό λιθόκτιστο πεζούλι και ανατολικά με κοινό όριο ιδιοκτησιών Τ.

Κ. και εκκαλουσών, εμφαινόμενο υπό στοιχείο Ζ στο ανωτέρω τοπογραφικό. Η δίοδος αυτή συνεχίζει κατά την προς τον νότο κατεύθυνση αυτής κατά το αυτό πλάτος (περίπου 3 μ.), και κατά μήκος 2μ. περίπου σε επαφή προς τα ανατολικά με τον εξωτερικό τοίχο του ισογείου βοηθητικού χτίσματος των εκκαλουσών, εμβαδού 4,13 τ.μ., εμφαινόμενο υπό στοιχεία ...

στο ανωτέρω τοπογραφικό, ενώ προς δυτικά έχει όρια με ακάλυπτο χώρο κυριότητος εκκαλουσών και εν συνεχεία εφάπτεται με το ανωτέρω κοινόχρηστο κατά τους ισχυρισμούς των εκκαλουσών πεζούλι. Εν συνεχεία το πλάτος της ανωτέρω διόδου μειώνεται με κυμαινόμενο πλάτος από 1,55 μ. έως 1 μ. προς την νότια απόληξη αυτής, στο σημείο όπου αυτή κάμπτει προς νοτιοδυτικώς, καθκ’ όσον διέρχεται κατά την προς νότο κατεύθυνση αυτής διά μέσου του ακάλυπτου χώρου, κυριότητος των εκκαλουσών, ο οποίος διαμορφώνεται από το προς δυτικά εφαπτομένου εξωτερικού τοίχου, καθκ’ όλο το μήκος αυτού 6,35 μ.

περίπου, του ισογείου κτίσματος των εκκαλουσών εμβαδού 29,79 τ.μ., εμφαινόμενου υπό στοιχεία ... στο ανωτέρω τοπογραφικό, και από το προς ανατολικά εφαπτομένου εξωτερικού τοιχείου αντιστήριξης, κατά μέρος του συνολικού μήκους αυτού 6,35 μ., που εφάπτεται με έτερο βοηθητικό κτίσμα (πλην του ανωτέρωκ’ υπό στοιχεία ...) ιδιοκτησίας των εκκαλουσών, εμφαινόμενου υπό στοιχεία ...

του ανωτέρω τυπογραφικού. Εν συνεχεία η δίοδος κατά την προς νότο κατεύθυνση αυτής κάμπτει ελαφρώς προς τα νοτιοδυτικά στο σημείο, όπου κατά το δυτικό όριο αυτής εφάπτεται το ανωτέρω ισόγειο κτίσμα των εκκαλουσών, εμβαδού 29,79 τ.μ., εμφαινόμενο υπό στοιχεία ... του ανωτέρω τοπογραφικού σχεδιαγράμματος, με το έτερο διώροφο κτίσμα των εκκαλουσών εμβαδού 31,87 τ.μ.

ο ισόγειος όροφος και 18,98 τ.μ. ο πρώτος όροφος, εμφαινόμενο υπό στοιχεία ... του ανωτέρω τοπογραφικού σχεδιαγράμματος, ακολουθώντας την κατεύθυνση του εξωτερικού τοίχου του διωρόφου κτίσματος των εκκαλουσών, ήτοι δυτικώς, σε μήκος 5,27 μ. περίπου και σε απόσταση 40 εκ. περίπου από αυτόν έως του σημείου, όπου το προαναφερθέν διώροφο κτίσμα των εκκαλουσών εφάπτεται με το ισόγειο κτίσμα ιδιοκτησίας της πρώτης των εφεσιβλήτων, εμφαινόμενο υπό στοιχεία Β του ανωτέρω τοπογραφικού σχεδιαγράμματος, ενώ προς νοτιοανατολικά η δίοδος εφάπτεται αρχικώς σε μήκος περίπου 1,81 μ.

και σε κυμαινόμενο πλάτος 1,10 μ. έως 3,60μ. μ. περίπου με τμήμα του τοιχείου αντιστήριξης, που εφάπτεται με το προαναφερθέν βοηθητικό κτίσμα των εκκαλουσών, εμφαινόμενο υπό στοιχεία ... του ανωτέρω τοπογραφικού σχεδιαγράμματος και εν συνεχεία προς τον νότο εφάπτεται σε μήκος 6,81 μ. περίπου και σε κυμαινόμενο πλάτος 3,20 μ.

έως 3,60 μ. περίπου με νοτιοανατολικό όριο ιδιοκτησίας εκκαλουσών και ιδιοκτησίας Μ., εμφαινόμενο υπό στοιχεία Ι-Α του ανωτέρω τοπογραφικού σχεδιαγράμματος, το εμπεριεχόμενο δε εδαφικό τμήμα, που οριοθετείται κατά τα ανωτέρω αποτελεί ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου των εκκαλουσών. Η ανωτέρω επίδικος δίοδος, αναφορικώς με την διέλευση αυτής υπό της ιδιοκτησίας των εκκαλουσών, απολήγει ως προς νοτιοδυτικό όριο αυτής στο όρια του οικοπέδου των εκκαλουσών με το οικόπεδο ιδιοκτησίας της πρώτης των εφεσιβλήτων, οριοθετούμενο νοτιοδυτικός με σημείο, εμφαινόμενο υπό στοιχεία Γ2 του ανωτέρω τοπογραφικού σχεδιαγράμματος, όπου ..

εφάπτεται η διώροφος οικία των εκκαλουσών, εμφαινόμενη υπό στοιχεία ... του ανωτέρω τοπογραφικού σχεδιαγράμματος, με διώροφο οικία της κ’ πρώτης των εφεσιβλήτων, εμφαινόμενη υπό στοιχεία ... του ανωτέρω τοπογραφικού διαγράμματος και νοτιοανατολικώς με σημείο εμφαινόμενο υπό στοιχείο Α του ανωτέρω τοπογραφικού σχεδιαγράμματος, όπου συνιστά το όριο των ιδιοκτησιών των εκκαλουσών με ιδιοκτησία πρώτης των εφεσιβλήτων και ιδιοκτησίας Μ., πλάτους δε της πλευράς αυτής μεταξύ των ανωτέρω ορίων 3,59 μ., εμφαινομένης υπό στοιχεία ...

του ανωτέρω τοπογραφικού σχεδιαγράμματος. Το προπεριγραφέν δε τμήμα της διόδου αποτελεί το επίδικο. Εν συνεχεία η δίοδος συνεχίζει νοτιοδυτικώς διερχόμενη αρχικώς του αύλιου χώρου της ιδιοκτησίας της πρώτης των εφεσιβλήτων κατά μήκος του εξωτερικού τοίχου της ανωτέρω ισογείου οικίας της πρώτης των εφεσιβλήτων προς την νοτιοδυτική πλευρά αυτής και του ορίου του οικοπέδου της πρώτης των εφεσιβλήτων με το οικόπεδο ιδιοκτησίας Π.

Σ. προς την νοτιοανατολική πλευρά αυτής, όπου καταλήγει στο όριο των ιδιοκτησιών των εφεσιβλήτων. Ακολούθως η δίοδος συνεχίζει νοτιοδυτικώς εισερχομένη του αυλίου χώρου της δευτέρας των εφεσιβλήτων κατά μήκος του εξωτερικού τοίχου της ισογείου οικίας της δευτέρας των εφεσιβλήτων εφαπτομένης ως προς την μία νοτιοδυτική πλευρά αυτής με τον εξωτερικό τοίχο της οικίας της δευτέρας των εφεσιβλήτων και ως προς ετέρα νότιο πλευρά αυτής του ορίου της ιδιοκτησίας της δευτέρας των εφεσιβλήτων με ιδιοκτησία Π.

Σ., όπου καταλήγει έμπροσθεν της εισόδου της οικίας της δευτέρας των εφεσιβλήτων. Η προπεριγραφείσα δίοδος καθκ’ όλο το μήκος και πλάτος αυτής καταλαμβάνει τους αυλίους χώρους των ιδιοκτησιών των διαδίκων και χρησιμοποιείτο από τους διαδίκους, αλλά και από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους αυτών από πολλών ετών και πάντως τουλάχιστον από το έτος 1946 ως μόνη δίοδος για την επικοινωνία των εισόδων των οικιών και των αποθηκών των διαδίκων και των δικαιοπαρόχων τους με τον δημοτικό δρόμο του οικισμού της ..., διερχόμενοι αυτής-καθκ’ όλο το πλάτος και μήκος αυτής, πεζοί και με έμφορτα ζώα (ιδίως γαϊδούρια), αδιαλείπτως και ακωλύτως διανοία δικαιούχου πραγματικής δουλείας διόδου, ήτοι με πεποίθηση ότι έχουν νόμιμο δικαίωμα να διέρχονται διά μέσου των αυλίων χώρων ξένων ιδιοκτησιών, καθκ’ όσον τα ακίνητα των διαδίκων πέραν του προς βορρά ορίου των εκκαλουσών, το οποίο συνιστά, ως προελέχθη, την είσοδο της επιδίκου διόδου με την δημοτική οδό, είναι περίκλειστα, περιβαλλόμενα από ιδιοκτησίες τρίτων, πλην του ακινήτου της δευτέρας των εφεσιβλήτων ως προς την νοτιοδυτική πλευρό αυτού, για το οποίο θα γίνει αναλυτικά λόγος κατωτέρω.

Εν όψει του ανωτέρω οι θύρες εισόδου των οικιών και των αποθηκών των διαδίκων και συγκεκριμένα τα ακίνητα εμφαινόμενα υπό στοιχεία ..., ... των εκκαλουσών, ... της πρώτης των εφεσιβλήτων στο από Ιανουάριου 2010 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Β. Κ. και το εφαπτόμενο νοτιοδυτικώς του ανωτέρω υπό στοιχεία ...

ακίνητο της δευτέρας των εφεσιβλήτων είχαν πρόσοψη προς την επίδικο δίοδο (βλ. προσκομιζόμενες φωτογραφίες διαδίκων) και οι διαμένοντες εντός των οικιών των ακινήτων και οι ποιούντες χρήση των αποθηκών, διάδικοι και δικαιοπάροχοι αυτών, διέρχονταν πεζοί και με έμφορτα ζώα (ιδίως γαϊδούρια) με αγαθά προς αποθήκευση στις αποθήκες των οικιών των διαδίκων αδιαλείπτως και αδιαταράκτως της προπεριγραφείσης διόδου διανοία δικαιούχου περιορισμένου εμπραγμάτου δικαιώματος δουλείας διόδου προς εξυπηρέτηση της ανάγκης των ακινήτων των εφεσιβλήτων για πρόσβαση με την ως άνω δημοτική οδό σύμφωνα με τα αρ. 975 και 1121 Α.Κ., χωρίς μάλιστα η διέλευση αυτή να γίνεται κατά παράκληση, ή κατόπιν αδείας των ιδιοκτητών των παρόδιων ιδιοκτησιών, ιδίως των εκκαλουσών και των δικαιοπαρόχων αυτών, ως αβασίμως διατείνονται οι εκκαλούσες, αφού λόγω της προπεριγραφείσης θέσεως των οικοπέδων των διαδίκων εν σχέσει με τον μοναδικό δημοτικό δρόμο του οικισμού, υπήρχε κοινή πεποίθηση στους διαδίκους και στους απώτερους δικαιοπαρόχους αυτών, ότι είχαν νόμιμο δικαίωμα να διέρχονται διά μέσου των αυλίων χώρων των ιδιοκτησιών των εκκαλουσών, αλλά και των εφεσιβλήτων, για να έχουν πρόσβαση με τον δημοτικό δρόμο, η οποία (πρόσβαση) άλλως ήταν αδύνατη.

Πρέπει δε να επισημανθεί, ότι από την επισκόπηση των προσκομιζομένων φωτογραφιών των διαδίκων στους αύλιους χώρους των ακινήτων όλων των διαδίκων δεν εμφαίνονται ίχνη περίφραξης, ή διαχειριστικών ορίων, αλλά αντιθέτως εμφανίζουν συνέχεια (οι αύλιοι χώροι), ούτε άλλωστε απεδείχθη το αντίθετο από άλλο αποδεικτικό μέσο, γεγονός, το οποίο ενισχύει περαιτέρω τον ισχυρισμό των εφεσιβλήτων, ότι διέρχονταν μέσω της προπεριγραφομένης διόδου αδιαταράκτως και άνευ αδείας, ή παρακλήσεως υπό των εκκαλουσών και των δικαιοπαρόχων τους.

Ο προβαλλόμενος δε πραγματικός ισχυρισμός των εκκαλουσών, ότι η οικία της πρώτης των εφεσιβλήτων, εμφαινόμενη υπό στοιχεία ... του από Ιανουάριου 2010 τοπογραφικού σχεδιαγράμματος της πολιτικού μηχανικού Β. Κ., έχει θύρα επί εδαφικού τμήματος, εκ του οποίου δεν διέρχεται η επίδικος δίοδος και εξ αυτού ουδέποτε η ίδια, ή οι δικαιοπάροχοι αυτής διέρχονταν της επιδίκου διόδου, για να εισέλθουν στην οικία τους ελέγχεται ως κατκ’ ουσίαν αβάσιμος, αφού η ως άνω οικία της πρώτης των εφεσιβλήτων είναι μεν διώροφος, αλλά λόγω της μεγάλης υψομετρικής κλίσεως του εδάφους, όπου είναι ανεγερμένη , ο άνω του ισογείου όροφος, ο οποίος ανέκαθεν χρησιμοποιείτο ως κατοικία, έχει πρόσοψη βορειοδυτικώς σε εδαφικό τμήμα , εκ του οποίου δεν διέρχεται η επίδικη δίοδος και συγκεκριμένα έχει πρόσοψη επί αύλιου χώρου της όμορης προς βορειοδυτικά ιδιοκτησίας Α.

Κ., ο ισόγειος, όμως, όροφος αυτής, ο οποίος παλαιά χρησιμοποιείτο ως αποθηκευτικός χώρος, έχει θύρα νοτιοανατολικός στην επίδικη δίοδο, εκ της οποίας εισέρχοντο οι κάτοικοι της οικίας αυτής, για να εναποθέσουν τα αγαθά τους. Δέον δε να επισημανθεί, ότι δεν απεδείχθη από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, με ποιον συγκεκριμένο τρόπο η πρώτη των εφεσιβλήτων και οι δικαιοπάροχοι της είχαν πρόσβαση στον πρώτο άνωθεν του ισογείου όροφο, ο οποίος έχει δική του θύρα, η οποία, όμως, έχει πρόσοψη στον αύλιο χώρο της όμορης βορείως ιδιοκτησίας της Α.

Κ. και ειδικότερα, εάν η διέλευση μέσω του αύλιου χώρου αυτής γινόταν κατά παράκληση, ή κατκ’ ενάσκηση ενοχικού ή εμπραγμάτου δικαιώματος, ή ότι πάντως καθκ’ οιονδήποτε νόμιμο τρόπο ο χώρος έμπροσθεν της θύρας του πρώτου ορόφου της οικίας της πρώτης των εφεσιβλήτων έχει προσλάβει την ιδιότητα του κοινοχρήστουκ’ χώρου.

Ο ειδικότερος δε ισχυρισμός, ότι μεταξύ των δύο ορόφων της ανωτέρω οικίας της πρώτης των εφεσιβλήτων υφίστατο εσωτερική σκάλα και καταπακτή, "κλεβανή", επί του δαπέδου του ανωγείου και του ταβανιού της αποθήκης αντίστοιχος, πέραν ότι δεν απεδείχθη ο ακριβής χρόνος κατασκευής αυτής, δεν αναιρεί τα ανωτέρω, αφού, ως προελέχθη, ο ισόγειος όροφος αρχικός χρησιμοποιείτο από τους δικαιοπαρόχους της πρώτης των εφεσιβλήτων ως αποθήκη, για την πρόσβαση της οποίας για την αποθήκευση αγαθών χρησιμοποιείτο η επίδικη δίοδος, προς τούτο δε ο ισόγειος όροφος-αποθήκη-ήταν αυτοτελής έναντι του πρώτου ορόφου, ο οποίος χρησιμοποιείτο ως κατοικία, ήτοι οι δύο όροφοι δεν επικοινωνούσαν εσωτερικός με κλίμακα και είχε (ο ισόγειος όροφος) αυτοτελή θύρα με πρόσοψη προς την επίδικο δίοδο.

Η δε καταπακτή "κλεβανή" εν όψει τούτων προδήλως χρησιμοποιείτο για την απόληψη υπό των διαμενόντων στον πρώτο όροφο τινών των ήδη αποθηκευμένων αγαθών της αποθήκης-ισογείου ορόφου- προς κατανάλωσή τους και όχι ως πρόσβαση αυτών για την αποθήκευση το πρώτον των αγαθών στην αποθήκη, δεδομένου ότι οι διαστάσεις της καταπακτής και η θέση της καθιστούν αδύνατη την μεταφορά μέσω αυτής τροφίμων και εν γένει αντικειμένων μεγάλων σε όγκο.

Περαιτέρω απεδείχθη, ότι, αν και, ως προελέχθη, το ακίνητο της δευτέρας των εφεσιβλήτων έχει πρόσοψη με την δημοτική οδό του οικισμού ως προς το νοτιοδυτικό μέρος αυτής πλάτους περίπου 5μ., εντούτοις η ίδια (δευτέρα εφεσίβλητος) και οι δικαιοπάροχοί της διέρχονταν της προπεριγραφείσης διόδου μέσω του ακινήτου των εφεσιβλήτων, διότι στο σημείο, όπου το ακίνητο της δευτέρας των εφεσιβλήτων έχει όριο με τον κοινοτικό δρόμο του οικισμού, το έδαφος είναι επικλινές εμφανίζοντας απότομη κατωφέρεια και λόγω αυτού, προ της διαμορφώσεως του ανωτέρω σημείου με ράμπα και σκαλοπάτια τα τελευταία 10 έτη, ήταν ιδιαιτέρως δύσκολο να χρησιμοποιηθεί από ανθρώπους, ιδίως αν είχαν προβλήματα κίνησης και πάντως δεν ήταν δυνατή η διέλευση από έμφορτα ζώα, οπότε και γινόταν χρήση της επιδίκου διόδου.

Τα ανωτέρω απεδείχθησαν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού ιδίως δε από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των εφεσιβλήτων, εμπεριεχόμενες στα δημόσια πρακτικά της δίκης κατά την διαδικασία λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, της εκκαλουμένης και στις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίοι είχαν ιδία γνώση, όσων κατέθεσαν ως μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής και δεν αναιρούνται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, συμπεριλαμβανομένων των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των εκκαλουσών, εμπεριεχόμενες στα δημόσια πρακτικά της δίκης κατά την διαδικασία λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, της εκκαλουμένης και στις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες δεν κρίνονται πειστικές και δεν ανατρέπουν το ανωτέρω αποδεικτικό συμπέρασμα.

Το ανωτέρω αποδεικτικό συμπέρασμα επιρρωνύεται και από την υπ’ αρ. ...10.2008 απόφαση του τοπικού συμβουλίου του δ.δ. ... του δήμου ..., η οποία εκτιμάται ως απλό δικαστικό τεκμήριο κατ’ αρ. 339 Κ.Πολ.Δ. εν όψει , ότι με την ως άνω απόφαση βεβαιώνονται γεγονότα , τα οποία δεν εμπίπτουν σε κείνα για την πιστοποίηση των οποίων έχουν αρμοδιότητα τα τοπικά συμβούλια των δημοτικών διαμερισμάτων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 86 και 106, αντίστοιχα, του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", που καθορίζουν τις αρμοδιότητες του Δημάρχου και του Προέδρου της Κοινότητας, ενώ από τον χρόνο λήψεως αυτής προδήλως υποδεικνύεται, ότι δεν ελήφθη επίτηδες, για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στην υπό κρίση υπόθεση.

Η απόφαση αυτή ελήφθη κατόπιν συλλογικής συζητήσεως των μελών του, οι οποίοι είναι κάτοικοι του οικισμού ..., έχουν ιδία και άμεση γνώση επί των ζητημάτων της κοινότητος και ομόφωνα έκριναν, ότι το εδαφικό τμήμα, το οποίο εμφαίνεται υπό τα στοιχεία ...... στο επισυναπτόμενο της ως άνω αποφάσεως του τοπικού συμβουλίου αχρονολόγητο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π.

Π., το οποίο ταυτίζεται ως προς τα μερικότερα αυτού σημεία ...... με τμήμα της επιδίκου διόδου επί της ιδιοκτησίας των εκκαλουσών και ειδικότερα με το τμήμα από την απόληξη αυτής στην δημοτική οδό προς βορρά έως του σημείου, όπου κάμπτει ελαφρώς η δίοδος νοτιοδυτικώς, ήτοι στο σημείο, κατά το οποίο εφάπτονται οι δύο οικίες των εκκαλουσών προς την νοτιοδυτική πλευρά αυτής, αποτελεί κατά την διατύπωση της ανωτέρω αποφάσεως "πεζόδρομο κοινής χρήσεως από παλαιοτάτων ετών", υποδηλώνοντας, ότι η διέλευση της προπεριγραφείσης εδαφικής λωρίδος επί της ιδιοκτησίας των εκκαλουσών γινόταν ακωλύτως και άνευ προηγούμενης αδείας, ή σχετικής παρακλήσεως των ιδιοκτητών των ιδιοκτητών των ακινήτων, τα οποία διέρχετο η επίδικος δίοδος, από αρκετά έτη, όχι μόνο υπό των εφεσιβλήτων, αλλά και υπό παντός τρίτου, ο οποίος ήθελε να έχει πρόσβαση στα ακίνητα των εφεσιβλήτων, ώστε να θεωρείται από τους τωρινούς κατοίκους του οικισμού ως "κοινής χρήσεως".

Κατόπιν των ανωτέρω απεδείχθη, οτι τα ακίνητα των εφεσιβλήτων έχουν αποκτήσει εμπράγματο δικαίωμα δουλείας διόδου , ως έχει προπεριγραφεί κατά θέση και όρια, επί του ακινήτου των εκκαλουσών-αυλίου χώρου της οικίας αυτών-με τα προσόντα της εκτάκτου χρησικτησίας, αφού, ως έχει αναπτυχθεί ανωτέρω, οι εφεσίβλητες και οι δικαιοπάροχοί τους, προσμετρουμένου του χρόνου οιονεί νομής των τελευταίων στον χρόνο νομής των εφεσιβλήτων, διέρχονταν αυτής πεζοί και με έμφορτα ζώα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών προ της ασκήσεως της ενδίκου αγωγής (29.10.2010), ήτοι τουλάχιστον από το έτος 1946, διανοία δικαιούχου δουλείας διόδου για την πρόσβασή τους (ιδίων και δικαιοπαρόχων αυτών) με την δημοτική οδό του οικισμού ...

σύμφωνα με τα αρ. 1118, 1120, 1121 σε συνδ. με 975, 1045, 1051 Α.Κ. Το κατά τα ανωτέρω κτηθέν περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα δουλείας διόδου, όμως προς το ακίνητο της δευτέρας των εφεσιβλήτων, κατόπιν σχετικού νομοτύπως προβαλλομένου ισχυρισμού των εκκαλουσών, ο οποίος είχε προβληθεί ως ένσταση ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου και νομίμως επαναφέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ως λόγος εφέσεως, έχει αποσβεσθεί καθ’ όσον ...

Όσον αφορά, όμως, το ακίνητο της πρώτης των εφεσιβλήτων δεν απεδείχθη ότι έχει καταστεί αυτάρκες, εξυπηρετούμενο, κατά τρόπο οριστικό, πλήρη, διαρκή, στο ίδιο μέτρο και ισοδυνάμως (πραγματικώς ή και νομικώς) με άλλον τρόπο πλην του κατά τα ανωτέρω κτηθέντος εμπραγμάτου δικαιώματος δουλείας διόδου επί του ακινήτου των εκκαλουσών.

Ειδικότερα ο ισχυρισμός των εκκαλουσών, ότι έχει καταστεί περιττή και εν πάση περιπτώσει καταχρηστική η εξακολούθηση της συσταθείσης δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου της πρώτης των εφεσιβλήτων, επειδή το ακίνητο αυτής έχει αποκτήσει πρόσβαση με τον δημοτικό δρόμο μέσω διαμορφωθείσης κοινοχρήστης οδού, διερχομένης επί των όμορων ιδιοκτησιών της Α.

Κ. και Π. Τ. και απολήγει στο βόρειο και νοτιοδυτικό άκρο του με την δημοτική οδό ... δεν απεδείχθη. Διότι, ως προελέχθη, το ακίνητο της πρώτης των εφεσιβλήτων συνεχίζει να είναι περίκλειστο περιβαλλόμενο βορειοανατολικώς υπό της ιδιοκτησίας των εκκαλουσών, βορείως και δυτικώς υπό της ιδιοκτησίας Α. Κ., νοτιοδυτικώς υπό ιδιοκτησίας Π.

Τ., νοτίως υπό ιδιοκτησίας δευτέρας εφεσιβλήτου και ανατολικώς υπό ιδιοκτησίας Μ., ενώ ο δημοτικός δρόμος ... κείται δυτικώς του ακινήτου της πρώτης των εφεσιβλήτων, παρεμβαλλόμενων των ιδιοκτησιών βορείως και δυτικώς της Α. Κ. και νοτιοδυτικώς της ιδιοκτησίας Π. Τ.. Ειδικότερα δεν απεδείχθη από κανένα αποδεικτικό μέσο, ότι η ανωτέρω οδός διερχόμενη επί των ιδιοκτησιών των ακινήτων Α.

Κ. και Π. Τ. έχει καταστεί κοινόχρηστη κατ’ αρ. 967 Α.Κ. με κανέναν νόμιμο τρόπο, ήτοι α) με πράξη της διοικήσεως για ρυμοτομία και τη συντέλεσή της σύμφωνα με τους νόμους περί σχεδίων πόλεων και αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, β) με τη βούληση του ιδιοκτήτη που θέτει στην κοινή χρήση συγκεκριμένο ακίνητο, είτε με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά υπό τρόπο), είτε με παραίτηση από την κυριότητα, που πρέπει να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγράφει κατ’ άρθρ. 369 και 1192 εδάφ. 1 ΑΚ, ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, κατκ’ ανοχή του ιδιοκτήτη κατ’ αρ. 281 Α.Κ.

και γ) με την από το β.ρ.δ. (ν.3 παν. 43.7) προβλεπομένη αμνημόνευτου χρόνου αρχαιότητα (vetustas), δηλαδή με την άσκηση της κοινής χρήσεως επί τόσο χρόνο, ώστε η παρούσα γενεά από δική της αντίληψη και από πληροφορίες της προηγουμένης έτσι γνώρισε την παρούσα κατάσταση στα τελευταία 80 χρόνια, η οποία πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι την εισαγωγή του ανωτέρω Κώδικα (23-2-1946), δεδομένου ότι μετά την εισαγωγή του δεν αναγνωρίζεται ο θεσμός αυτός.

Περαιτέρω δεν απεδείχθη, ότι υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου της πρώτης των εφεσιβλήτων έχει συσταθεί εμπράγματο, ή ενοχικό" δικαίωμα διέλευσης εις βάρος των ανωτέρω όμορων ακινήτων, ή άλλου, ώστε να θεωρηθεί, ότι το δεσπόζον ακίνητο της πρώτης των εφεσιβλήτων έχει αποκτήσει κατά τρόπο οριστικό, πλήρη, διαρκή, στο ίδιο μέτρο και ισοδυνάμως (πραγματικώς ή και νομικώς) με την κατά τα ανωτέρω συσταθείσα δουλεία εις βάρος του ακινήτου των εκκαλουσών πρόσβαση με την κοινοτική οδό του οικισμού ....

Μόνη δε η ύπαρξη θύρας επί της εμφαινομένης υπό στοιχεία ... του από Ιανουάριου 2010 τοπογραφικού σχεδιαγράμματος της τοπογράφου μηχανικού Β. Κ. διωρόφου οικίας της πρώτης των εφεσιβλήτων επί της ανωτέρω, κατά τους ισχυρισμούς των εκκαλουσών, κοινοχρήστου οδού και η πρόσβαση αυτής μέσω της ανωτέρω οδού άνευ αποδείξεως της εννόμου σχέσεως, διά της οποίας διέρχεται της ανωτέρω εδαφικής λωρίδος, δεν αρκούν να αναιρέσουν τα ανωτέρω.

Περαιτέρω οι εκκαλούσες ισχυρίζονται, ότι δεν χωρεί εγκύρως σύσταση πραγματικών δουλειών μετά την έναρξη ισχύος του β.δ. 9 Αυγούστου/30 Σεπτεμβρίου 1955 "Περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού του Κράτους". Ο λόγος αυτός εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθ’ όσον στο αρ. 75 παρ. 1 του ως άνω β.δ. ορίζεται, ότι χωρεί εγκύρως σύσταση, ή η διατήρηση δουλείας διόδου, που εξυπηρετεί περίκλειστα ακίνητα, ως εν προκειμένω το ακίνητο της πρώτης των εφεσιβλήτων.

Περαιτέρω οι εκκαλούσες ισχυρίζονται, ότι η συσταθείσα δουλεία διόδου έχει αποσβεσθεί βάσει των διατάξεων του Π.Δ. 14/1999 "Κώδικας Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας" αρ. 261 και του ν. 1577/1985 Γ.Ο.Κ. αρ. 25., ήδη αρ. 9 του ν. 4067/2012 "ΝΕΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθκ’ όσον διά των ως άνω διατάξεων δεν επέρχεται αυτοδίκαιη απόσβεση των συσταθεισών εν γένει δουλειών, αλλά απαιτείται επιπροσθέτως:

α) έκδοση νόμιμης οικοδομικής άδειας, για να γίνουν στο δουλεύον ακίνητο κατασκευές ή εγκαταστάσεις που καθιστούν αδύνατη, εν όλω ή εν μέρει, την άσκηση της δουλείας και β) καταβολή ή την κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της αποζημίωσης στον κύριο του δεσπόζοντος ακινήτου, η οποία έχει καθορισθεί από το Ειρηνοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το δουλεύον ακίνητο ύστερα από αίτηση του δικαιούχου της δουλείας, ή εκείνου, στον οποίο έχει χορηγηθεί νόμιμη οικοδομική άδεια για την εκτέλεση εργασιών ασυμβίβαστων με την άσκηση της δουλείας, στοιχεία τα οποία οι εκκαλούσες δεν επικαλούνται διά της ενδίκου εφέσεως.

Ειδικώς δε για την συσταθείσα δουλεία διόδου αυτή δεν καταργείται σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εφκ’ όσον αποτελεί την μοναδική δίοδο προς κοινόχρηστο χώρο οικοπέδου, ή κτιρίου, ή αυτοτελούς από πλευράς δόμησης ορόφου, όταν δηλ. αυτό στερείται παντελώς προσπελάσεως σε κοινόχρηστο χώρο και συγκεκριμένα, όταν η επικοινωνία του ακινήτου αυτού με τον κοινόχρηστο χώρο είναι παντελώς αδύνατη από λόγους τεχνικούς ή όταν απαιτεί δυσανάλογα μεγάλη δαπάνη, την οποία δεν είναι σε θέση να καταβάλει ο ιδιοκτήτης του.

Η κατάργηση δε της συσταθείσης δουλείας είναι επιτρεπτή, πληρουμένων των ανωτέρω προϋποθέσεων για την απόσβεση των λοιπών πραγματικών δουλειών, όταν η προσπέλαση στον κοινόχρηστο χώρο μπορεί να επιτευχθεί με κάποιες δυσχέρειες ή θυσίες του ιδιοκτήτη του δεσπόζοντος ακινήτου.

Εν προκειμένω από το σύνολο των αποδείξεων, απεδείχθη ότι δεν συντρέχουν οι ανωτέρω νόμιμες προϋποθέσεις για την απόσβεση της συσταθείσης δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου της πρώτης των εφεσιβλήτων βάσει των διατάξεων του Γ.Ο.Κ., αφού πέραν της ελλείψεως των προϋποθέσεων για την απόσβεση γενικώς των συσταθέντων εμπραγμάτων δουλειών (έκδοση νόμιμης οικοδομικής άδειας υπό των εκκαλουσών, για να γίνουν στο δουλεύον ακίνητο κατασκευές ή καταστάσεις που καθιστούν αδύνατη, εν όλω ή εν μέρει, την άσκηση της δουλείας και καταβολή ή την κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της αποζημίωσης στον κύριο του δεσπόζοντος ακινήτου, η οποία έχει καθοριστεί από το Ειρηνοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το δουλεύον ακίνητο ύστερα από αίτηση των εκκαλουσών για την εκτέλεση εργασιών ασυμβίβαστων με την άσκηση της συνεστώσης δουλείας διόδου) το δεσπόζον ακίνητο της πρώτης των εφεσιβλήτων είναι πανταχόθεν περίκλειστο, χωρίς καθ’ οιονδήποτε τρόπο να έχει αποκτήσει δίοδο προς την κοινόχρηστο οδό του οικισμού, ούτε περαιτέρω αποδεικνύεται, ότι το ακίνητο της πρώτης των εφεσιβλήτων δύναται να αποκτήσει επικοινωνία στον ανωτέρω κοινόχρηστο δρόμο διά υπερβάσεως υπό της πρώτης των εφεσιβλήτων ορισμένων δυσχερειών ή με το να προ βει σε ορισμένες θυσίες και επομένως πρέπει ο σχετικός λόγος εφέσεως να απορριφθεί.

Εν όψει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός των εναγομένων, ήδη εκκαλουσών, περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος (αρ. 281 Α.Κ.), διότι δεν απεδείχθη, ότι η ενάσκηση του δικαιώματος δουλείας της πρώτης των εφεσιβλήτων γίνεται καταχρηστικώς καθ’ οιονδήποτε τρόπο, κατά τα ανωτέρω, ούτε απεδείχθη, ότι η πρώτη εφεσίβλητος, ή οι δικαιοπάροχοί τους έπαυσαν να κάνουν χρήση του ως άνω δικαιώματος τους επί μακρό χρονικό διάστημα, ώστε σε συνδυασμό με λοιπές συνθήκες να γεννηθεί η πεποίθηση στις εκκαλούσες, ότι η εφεσίβλητος δεν θέλει να ασκεί πλέον το δικαίωμά της αυτό.

Και ενώ ήταν έτσι διαμορφωμένη η κατάσταση, το πρώτο δεκαήμερο του Αυγούστου του 2009 οι εκκαλούσες από κοινού κατέλαβαν το πλέον στενό σημείο του παραπάνω πεζόδρομου, που είναι νοτιοανατολικό και εν συνεχεία νοτίως του τοίχου της ισογείου οικίας των εκκαλουσών, πλάτους περίπου 1 μ., και α) κατασκεύασαν δύο μικρού ύψους τοίχους επί του εδάφους του πεζόδρομου, διαμορφώνοντας δύο κτιστούς πάγκους σε επαφή με τον τοίχο της ισόγειας οικίας της πρώτης των εκκαλουσών, ανατολικώς και δυτικώς της θύρας εισόδου της ως άνω οικίας τους.

Συγκεκριμένα ο μεν ανατολικώς της θύρας εισόδου τοίχος έχει ύψος 50 εκ., πλάτος 50 εκ. και μήκος 1,65 μ., ο δε δυτικά της πόρτας εισόδου τους τοίχος έχει ύψος 50 εκ, πλάτος 50 εκ. και μήκος 1,45 εκ. και τοποθέτησαν στην επιφάνεια αυτών γλάστρες με λουλούδια. Το πλάτος δε των τοίχων αυτών καταλαμβάνει το ήμισυ του πλάτους της επιδίκου διόδου, το οποίο στο συγκεκριμένο σημείο είναι 1 μ.

από τον απέναντι τοίχο του προς ανατολικά εφαπτομένου εξωτερικού τοιχείου αντιστήριξης εμφαινόμενου υπό στοιχεία ... του ανωτέρω τοπογραφικού. β) Στο σημείο που κάμπτει δεξιά-δυτικώς-η ανωτέρω δίοδος και σε επαφή με τον νότιο τοίχο της ανωγείου οικίας των εναγομένων στα δύο πρώτα μέτρα κατά μήκος, η πρώτη των εκκαλούντων έριξε τσιμέντο ύψους 10 εκατοστών και κατέλαβε τριγωνικό τμήμα της διόδου αυτής κατά πλάτος 70 εκατοστών (μετρουμένου από τον τοίχο της ανωγείου οικίας των και προς νότο) και κατά μήκος 1 μέτρο, συνδέοντας με αυτόν τον τρόπο τμήμα της ανωτέρω διόδου, ακριβώς στην κάμψη αυτού, με τον μικρό προαύλιο χώρο, κειμένου νοτίως της οικίας των εκκαλουσών.

Διά των προαναφερθέντων κατασκευασμάτων παρακωλύεται το κατά τα ανωτέρω κτηθέν δικ’ εκτάκτου χρησικτησίας περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου της πρώτης των εφεσιβλήτων και επομένως πρέπει τα κατασκευάσματα αυτά να καθαιρεθούν και να παραλείπουν οι εκκαλούσες στο μέλλον την προσβολή του δικαιώματος αυτού της πρώτης των εφεσιβλήτων κατ’ αρ. 1132 σε συνδ.

με 1108 Α.Κ. 946 παρ. 1 και 947 Κ.Πολ.Δ.». Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου, που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε ότι παρακωλύεται το περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα δουλείας διόδου, το οποίο απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, με τις κατασκευές των εκκαλουσών επί της επίδικης διόδου και, επομένως, αυτές [κατασκευές] πρέπει να καθαιρεθούν και να παραλείπουν στο μέλλον την προσβολή του δικαιώματος αυτού της αναιρεσίβλητης.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 975, 1118, 1120, 1121, 1132, 1108 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, εφόσον συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο του σκέλος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται τα αντίθετα.

Σύμφωνα με το άρθ. 560 ΚΠολΔικ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν 1) παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών κλπ. 2) το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου έγινε δεκτή η εξαίρεση 3) το δικαστήριο υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν ήταν καθ’ ύλη αρμόδιο και 4) παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ’ αποφάσεων των ειρηνοδικείων απαριθμούνται περιοριστικά σ’ αυτές (ΟλΑΠ 45/1987), οι οποίες είναι ειδικές ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων και ως τούτου άλλες αιτιάσεις δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι αναίρεσης.

Έτσι, δεν συγχωρείται αναίρεση κατά των αποφάσεων αυτών, μεταξύ άλλων, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προταθέντων πραγμάτων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή για λόγο που προβλέπεται από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ή για τη μη λήψη αποδεικτικών μέσων, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δηλαδή για λόγο που προβλέπεται από τον αριθμό 11 περ.

γ του ίδιου ως άνω άρθρου ή για παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας, έκπτωσης από δικαίωμα ή απαραδέκτου, που προβλέπεται από τον αριθμό 14 του ίδιου ως άνω άρθρου και αναφέρεται στις δικονομικές ακυρότητες ή για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή και αντιφατικών αιτιολογιών, όταν αποδίδεται δηλαδή αναιρετική πλημμέλεια από το αριθμό 19 του ίδιου ως άνω άρθρου.

Στην προκείμενη περίπτωση πλήττεται η απόφαση που προσβάλλεται α) με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης , κατά το δεύτερο σκέλος του, διότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ότι η ιδιοκτησία της αναιρεσίβλητης είναι περίκλειστη, β) με το δεύτερο λόγο, διότι δεν έλαβε υπόψη της πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν έλαβε, δηλαδή, υπόψη, τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών ότι η επικοινωνία της οικίας της αναιρεσίβλητης με την κύρια κοινοτική οδό ουδέποτε πραγματοποιήθηκε δια μέσου της ιδιοκτησίας τους, ότι υπάρχει δίοδος της ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης με κοινόχρηστο δρόμο, διότι έχει δρόμο ανάμεσα από την ιδιοκτησία Κ.

και την ιδιοκτησία Τ., αλλά και ανάμεσα από την ιδιοκτησία Κ. και Σ. και ότι η διέλευση της αναιρεσίβλητης μέσα από το οικόπεδό τους γινόταν παρακλητικά και όχι με διάνοια δικαιούχου. Επίσης με το δεύτερο σκέλος του ίδιου [δεύτερου] λόγου και τον τέταρτο λόγο, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα , που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, γ) με τον τρίτο λόγο, διότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και δ) με τον πέμπτο λόγο, διότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, όμως, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού οι ως άνω αποδιδομένες στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες της δεν εμπίπτουν στην περιοριστική απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατ’ αποφάσεων ειρηνοδικείων.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά το νόμιμο αίτημα αυτής [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17.3.2015 αίτηση και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης της 27/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων [3.000] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ