Legislator Case Law & Legislation
430/2016 AI generated

430/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 430/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 430 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 430/2016

Legislator headnote

AI generated

430/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 430 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 430/2016

Keywords

AI generated
insufficient medical substantiation flawed psychiatric report outdated medical report deportation despite health issues medical unfitness failure to prove deterioration
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 430 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 430/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Καλλιόπη Μανώλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 2) Μ. Ζ. του Π., κατοίκου ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο και 3) Α. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου. Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε και έλαβε από την Πρόεδρο το λόγο και δήλωσε ότι ο αναιρεσείων παραιτείται από το δικόγραφο της από 24-12-2012 αίτησης για αναίρεση της 3484/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την στο αναιρετήριο δεύτερη αναιρεσίβλητη Μ. Ζ. και προσκόμισε το .../14-1-2015 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Λαυρίου Μαρίας Μεγγουλη Πόγκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η απόφαση 2632/2002 μη οριστική και 3484/2012 οριστική του ίδιου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-12-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 28-9-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του 3ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. .../7-7-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Κ. και τις επισυναπτόμενες σ' αυτήν από 7-7-2015 και 8-7-2015 αποδείξεις του προϊσταμένου του Α.Τ. Κερατέας και του αρμοδίου υπαλλήλου των ΕΛ.ΤΑ. Ομονοίας, προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης δικασίμου (26-10-2015) και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτή έχει επιδοθεί, με επιμέλεια του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσείοντος, νομίμως και εμπροθέσμως στον πρώτο αναιρεσίβλητο (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294 εδ. α', 295 παρ. 1 εδ. α', 296 εδ. α', 297 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν ο τελευταίος προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της υποθέσεως. Η παραίτηση γίνεται με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο, έχει δε ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναιρέσεως θεωρείται μη ασκηθείσα και η δίκη καταργείται χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση αποφάσεως που να κηρύσσει την κατάργηση της. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, ο αναιρεσείων, παριστάμενος κατά την συζήτηση της υποθέσεως μετά της πληρεξουσίας του δικηγόρου, δήλωσε ότι παραιτείται του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την απολειπομένη δεύτερη αναιρεσίβλητη. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως ως προς την ανωτέρω αναιρεσίβλητη μετά την νόμιμη παραίτηση του αναιρεσείοντος, πρέπει να θεωρηθεί μη ασκηθείσα.

Κατά την διάταξη του άρθρου 131 παρ.1 του Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του ν. 2447/1996, η οποία και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου συστάσεως της εννόμου σχέσεως, "Η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεων του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του". Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, ο δηλών από τις άνω αιτίες δεν είχε έλλογη κρίση, που να επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεως με λογικούς υπολογισμούς και αδυνατεί να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτή. Η ρύθμιση αναφέρεται στην ανικανότητα κατά τη στιγμή της δηλώσεως βουλήσεως για τη συγκεκριμένη δικαιοπραξία που προσβάλλεται εκάστοτε (Α.Π. 223/2008, 274/2011). Εξάλλου κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, έλλειψη νομίμου βάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ. ΑΠ 24/1992, 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Ο Σ. Α., γεννήθηκε το έτος 1906 και απεβίωσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, την 23η-6-2000..., καταλείποντας ως μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο του, το θετό τέκνο του Α. Α. (ήδη αναιρεσείοντα). Κατά τη διάρκεια της ζωής του..., ο Σ. Α. κατοικούσε μόνος του σε ιδιόκτητη κατοικία του...στο δήμο Κερατέας Αττικής. Σε παρακείμενες κατοικίες..., διαβιούσαν οι διάδικοι, με τους οποίους ο αποβιώσας επικοινωνούσε κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Στις 12-6-2000, συντάχθηκε στην οικία αυτού από τη συμβολαιογράφο...Μαρία Ζαφειροπούλου το... .../2000 πληρεξούσιο... , με το οποίο...παρείχε στον τρίτο εναγόμενο (ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο) την εντολή και πληρεξουσιότητα να πωλήσει και να μεταβιβάσει την κυριότητα...προς οποιονδήποτε τρίτο ή στον εαυτό του με αυτοσύμβαση, ενός αγροτεμαχίου, κειμένου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Κερατέας..., εμβαδού 4.000 περίπου τ.μ. Στις 22-6-2000, δυνάμει του ανωτέρω πληρεξουσίου, ο τρίτος εναγόμενος προέβη στην πώληση και μεταβίβαση στον εαυτό του (με αυτοσύμβαση) του ανωτέρω αγροτεμαχίου, με το.../2000 συμβόλαιο...της ιδίας συμβολαιογράφου, αντί τιμήματος ύψους 4.720.000 δρχ. Στο ανωτέρω συμβόλαιο αγοραπωλησίας προσαρτήθηκε η από 22-6-2000 ιατρική βεβαίωση του πρώτου εναγομένου (ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου) στην οποία αναφέρεται ότι ο πωλητής δεν πάσχει από νόσο, που να του στερεί τη συνείδηση των πραττομένων. Ο ενάγων αμφισβητεί την ορθότητα της ανωτέρω ιατρικής βεβαιώσεως, ισχυριζόμενος ότι ο Σ. Α. ήδη από το έτος 1997 έπασχε από γεροντική άνοια, εξαιτίας της οποίας, κατά την κατάρτιση του ... .../2000 πληρεξουσίου, δεν είχε συνείδηση των πραττομένων του, υπό την έννοια ότι αδυνατούσε να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, που επιχείρησε και περαιτέρω ότι εξαιτίας της διαταραχής, στην οποία βρισκόταν, αποκλειόταν σε αυτόν ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης, με λογικούς υπολογισμούς. Ωστόσο, από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψε ότι κατά το χρόνο καταρτίσεως των ανωτέρω δικαιοπραξιών ο Σ. Α. δεν είχε συνείδηση των πράξεων του. Ειδικότερα, προσκομίζεται εκ μέρους του ενάγοντος η από 21-11-2000 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Κ. Π., αναπληρωτή διευθυντή του καρδιολογικού τμήματος του .... νοσοκομείου Αττικής…, στην οποία αναφέρεται ότι ο Σ. Α. νοσηλεύθηκε στην καρδιολογική κλινική του … από την 30 -10-1997 έως 10η-11-1997, πάσχων από βαριά καρδιακή ανεπάρκεια, γεροντική άνοια και βαριές αποφρακτικές βλάβες των καρωτίδων άμφω με συμπτωματολογία παροδικών ισχαιμικών επεισοδίων εγκεφάλου. Ωστόσο, στο προσκομισθέν με ημερομηνία 14-11-1997 εξιτήριο, που υπογράφει η ιατρός της καρδιολογικής κλινικής του νοσοκομείου … - Λ. Κ., δεν αναφέρεται ότι ο ανωτέρω ασθενής διαπιστώθηκε ότι έπασχε από γεροντική άνοια, αλλά από καρδιολογική πάθηση (κολποκοιλιακό αποκλεισμό), συνεπεία της οποίας τοποθετήθηκε σε αυτόν βηματοδότης, χωρίς να βεβαιώνεται περαιτέρω ότι κατά τη νοσηλεία του πραγματοποιήθηκαν σε αυτόν νευροψυχιατρικές εξετάσεις. Ο ενάγων προσκομίζει... επίσης..την με ημερομηνία 20-5-2000 ιατρική γνωμάτευση του παθολόγου στο κέντρο υγείας Λαυρίου-Ν. Β. (ο οποίος έχει εξετασθεί και ως μάρτυρας αποδείξεως), στην οποία βεβαιώνεται ότι ο Σ. Α. εξετασθείς κατά την 20η-5-2000 διαπιστώθηκε ότι πάσχει από αρρυθμία, κινητικές διαταραχές με σύνοδο γαστρίτιδα και γεροντική άνοια με έκπτωση των νοητικών του λειτουργιών. Από την με αριθμό πρωτοκόλλου 1012/21.10.2010 βεβαίωση του κέντρου υγείας Λαυρίου προκύπτει, ωστόσο, ότι κατά την ανωτέρω ημερομηνία ο Σ. Α. δεν επισκέφθηκε το ως άνω κέντρο υγείας, καθόσον δεν φαίνεται εγγεγραμμένος στο τηρούμενο βιβλίο εφημερίας. Περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες σελίδες του ασφαλιστικού βιβλιαρίου του Σ. Α. δεν αποδεικνύεται ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο εκδήλωσης της δικαιοπρακτικής του βούλησης (Ιούνιο του έτους 2000) ο ανωτέρω είχε προσβληθεί από γεροντική άνοια, καθόσον δεν προκύπτει ότι παρακολουθείτο από ιατρούς και ελάμβανε φαρμακευτική αγωγή για έκπτωση των πνευματικών και ψυχικών του λειτουργιών. Η αναφερομένη στην από 24-6-2000 έκθεση νεκροψίας-νεκροτομίας του ιατροδικαστή-Ε. Ν. ατροφία εγκεφάλου δεν αποτελεί στοιχείο βεβαιωτικό πνευματικής εκπτώσεως του ως άνω αποβιώσαντος, ώστε να δικαιολογεί μόνιμη διαταραχή του νου ή μείωση της ικανότητας αντικειμενικού ελέγχου της πραγματικότητας. Στο πόρισμα αυτό καταλήγει, άλλωστε, με την από 10-1-2011 γνωμοδότηση του ο ως άνω ιατροδικαστής-Ε. Ν., ο οποίος εκτιμώντας τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αποφαίνεται ότι δεν υφίστανται τεκμηριωμένοι λόγοι, που να στοιχειοθετούν αδυναμία δικαιοπρακτικής ικανότητας του Σ. Α. προ του χρόνου θανάτου του. Τούτο ενισχύεται και από το ότι ο Σ. Α., παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, έως το θάνατο του διέμενε μόνος του σε ιδιόκτητη κατοικία του, γεγονός που μεταξύ άλλων υποδηλώνει ότι ήταν ικανός να επιμελείται των προσωπικών αναγκών και της περιουσίας του". Στη συνέχεια το Εφετείο αφού αξιολογεί και τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων καταλήγει: "Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι ο αποβιώσας Σ. Α. κατά το χρόνο...σύνταξης της επίμαχης δικαιοπραξίας (παροχής πληρεξουσιότητας) ήταν δικαιοπρακτικά ικανός για την κατάρτισή της, καθόσον τελούσε σε διαύγεια πνεύματος, διανοητική και ψυχική ισορροπία, έτσι ώστε να είναι σε θέση με πλήρη συνείδηση και υπό συνθήκες πνευματικής νηφαλιότητας να σταθμίσει λογικά και φυσιολογικά τα πράγματα, να προσδιορίσει την αληθινή και πραγματική βούληση του και να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της χορηγηθείσας εντολής προς τον τρίτο εναγόμενο να πωλήσει και να μεταβιβάσει προς τρίτο ή-στον ίδιο αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας του. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη ... .../2000 πράξη παροχής πληρεξουσιότητας της συμβολαιογράφου Κερατέας Μαρίας Ζαφειροπούλου είναι έγκυρη και ισχυρή. Η δε προσαρτηθείσα στο υπ' αριθμό .../2000 συμβόλαιο αγοραπωλησίας με ημερομηνία 22-6-2000 ιατρική βεβαίωση του πρώτου εναγομένου είναι αληθής και ως εκ τούτου δε μπορεί να στοιχειοθετηθεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αδικοπραξία, είτε κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, είτε κατά την έννοια του άρθρου 919 ΑΚ, αφού η εκτιθέμενη συμπεριφορά του πρώτου και του τρίτου των εναγομένων δε μπορεί να χαρακτηρισθεί, στην πρώτη περίπτωση παράνομη και στη δεύτερη αντίθετη στα χρηστά ήθη, ως προϋποθέσεων, αντίστοιχα αδικοπρακτικής ευθύνης για αποζημίωση...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Δικαστήριο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή, κατά το μέρος που είχε κριθεί παραδεκτή και νόμιμη και δη κατά το κεφάλαιο που αφορά την αναγνώριση της ακυρότητος της περί παροχής πληρεξουσιότητος συμβολαιογραφικής πράξεως και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από την τέλεση αδικοπραξίας. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο, δεν στέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της κρίσεώς του περί μη υπαγωγής των (γενομένων δεκτών ως) αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην προεκτεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 131 παρ. 1 Α.Κ. και σε αυτές των άρθρων 914 και 919 του ιδίου Κωδικός, τις οποίες και δεν παρεβίασε εκ πλαγίου, αρνούμενο την εφαρμογή τους. Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον προσάπτονται στην απόφαση αιτιάσεις περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα της παθήσεως του Σ. Α. από γεροντική άνοια και της επιδράσεως ή μη τη παθήσεως του στην δικαιοπρακτική του ικανότητα, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Αποδεικτική δύναμη των διαφόρων αποδεικτικών μέσων είναι η επίδραση που έχει ή μπορεί να έχει κάποιο αποδεικτικό μέσο στο σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως και ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη δύναμη αποδείξεως από εκείνη που δεσμευτικώς καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ., ιδίας αποδεικτικής δυνάμεως αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ. 353/2007, 1531/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλει κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο κατά την διαμόρφωση της κρίσεως του ότι ο θετός πατέρας του, κατά τον κρίσιμο χρόνο καταρτίσεως της επίμαχης δικαιοπραξίας δεν εστερείτο της συνειδήσεως των πράξεων του και συνεπώς δεν ήταν ανίκανος προς δικαιοπραξία, δεν προσέδωσε την προσήκουσα αποδεικτική ισχύ στην από 24-6-2000 έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ιατροδικαστού Ε. Ν., σύμφωνα με το άρθρο 390 Κ.Πολ.Δ., υποπίπτοντας στην αντίστοιχη, ως άνω, αναιρετική πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το ανωτέρω έγγραφο δεν έχει κατά νόμον δεσμευτική αποδεικτική δύναμη και μάλιστα αυξημένη έναντι των λοιπών εγγράφων, αλλά πρόκειται για ίσης βαρύτητος αποδεικτικό μέσο, εκτιμώμενο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ελευθέρως, μετά των λοιπών αποδείξεων, όπως και εκτιμήθηκε από το δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη ειδικότερα στο ότι το Δικαστήριο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ότι ο θανών Σ. Α. δεν έπασχε από γεροντική άνοια και ήταν ικανός προς δικαιοπραξία, δεν ανεγνωσε την διαπίστωση του ιατροδικαστού Ε. Ν. στην προρρηθείσα από 24-6-2000 έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής ότι ο εγκέφαλος του ανωτέρω ήταν "ρικνός", η διαπίστωση δε αυτή υποδηλώνει, κατά τον αναιρεσείοντα, μη λειτουργία του εγκεφάλου από μακρού χρόνου, λόγω άνοιας που απέκλειε την ικανότητα του προς δικαιοπραξία. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι από την εκτίμηση του περιεχομένου του, προκύπτει ότι με αυτόν προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση απόδοση στο συγκεκριμένο έγγραφο νοήματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, δηλαδή εκτιμητικό (και όχι διαγνωστικό) σφάλμα, το οποίο δεν ιδρύει τον υπό έρευνα αναιρετικό λόγο. Τούτο δε διότι το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το αντίστοιχο χωρίο της προπαρατεθείσης αποφάσεως του, ανεγνωσε και έλαβε υπόψη τον επίμαχο όρο (ρικνός) της εκθέσεως νεκροψίας-νεκροτομής, εντάσσοντας αυτόν στην έννοια της αναφερομένης ατροφίας εγκεφάλου, η οποία, κατά την απόφαση και σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, δεν αποτελεί στοιχείο βεβαιωτικό της εκπτώσεως των πνευματικών λειτουργιών του θανόντος Σ. Α..

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρισταμένου τρίτου αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί μη ασκηθείσα, ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων (Μ. Ζ.) και

Απορρίπτει ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους την από 24 Δεκεμβρίου 2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3484/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του τρίτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ