430/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/2/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 751/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6912/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/3/2014 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated430/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
Full text
Απόφαση 430 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 430/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Ραζέλο και Μαρία Αντωνοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Γ. Κ. ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ - ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΑ Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στο Δήμο Φιλοθέης-Ψυχικού Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ντουρουντό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/2/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 751/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6912/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/3/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 18/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 του ν. 2286/1995, οι συμβάσεις από επαχθή αιτία για την προμήθεια αγαθών που ενεργούνται από φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα Ν.Π.Δ.Δ., οφείλουν να καταρτίζονται εγγράφως, η δε διαδικασία τους ρυθμίζεται ήδη από το π.δ/γμα 118/2007, που αντικατέστησε το π.δ/γμα 394/1996. Γενικότερα ορίζεται με τις διατάξεις του άρθρ. 41 του ν.δ/τος 496/1974 "περί Κώδικος Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." ότι κάθε σύμβαση για λογαριασμό Ν.Π.Δ.Δ., που έχει αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών [και ήδη κατά την υπ` αριθ. 2/59649/ 0026/2001 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών (ΦΕΚ Β`1427/2001) 2.500 ευρώ] ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η πρόταση όμως για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, αίρεται δε η ακυρότητα που προκαλείται από την έλλειψη έγγραφης αποδοχής, αν εκπληρωθεί η σύμβαση.
Από τις διατάξεις αυτές, που αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος και συνεπώς δεν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρ. 4§1 και 20 §1 του Συντάγματος ούτε προς αυτές του άρθρ. 1§1 του από 20.3.1952 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 1372/2012), συνάγεται, σε συνδυασμό και με τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρ. 84 του ν.δ/τος 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" και ήδη με τις διατάξεις του άρθρ. 80 του μεταγενέστερου ν. 2362/1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" (που αντικατέστησε το προηγούμενο ν.δ/γμα), ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό Ν.Π.Δ.Δ.
ή αναλόγως του Δημοσίου ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι` αυτό και η έλλειψή του καθιστά κατά τα άρθρ. 158 και 159§1 του ΑΚ άκυρη τη σύμβαση, με συνέπεια να θεωρείται αυτή κατά το άρθρ. 180 του ίδιου Κώδικα ως μη γενόμενη, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης μόνον όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 862/1984, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 1626/1995, 181/2004, 1161/2009, 1694/2009, 1135/2010, 1057/2011, 1462/2012).
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρ. 7 § 2 του ν.δ/τος 496/1974, που είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ 3/2006 ΑΠ 1917/2007), ορίζει ότι ο νόμιμος και ο τόκος υπερημερίας για κάθε οφειλή Ν.Π.Δ.Δ. είναι 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο, αρχίζει δε από την επίδοση σχετικής αγωγής. Με ειδικό νόμο και συγκεκριμένα με το π.δ/γμα 166/2003, με το οποίο ενσωματώθηκε από 5.6.2003 στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2000/35 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29.6.2000, ορίζεται διαφορετικά ο τόκος για οφειλές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή, δηλαδή συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής (άρθρ. 1 - 3 π.δ/τος 166/2003).
Έτσι κατά το άρθρ. 4§2 του ως άνω π.δ/τος, που ήδη καταργήθηκε με την υποπαράγραφο Ζ.14 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, αλλά οι διατάξεις του παρέμειναν σε ισχύ για τις συμβάσεις που υπογράφτηκαν κατά τη διάρκεια της ισχύος του, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι αν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος χωρίς να απαιτείται όχληση και οφείλει τόκους, στην περίπτωση ειδικότερα που παρέλαβε το τιμολόγιο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου των παραλαμβανόμενων αγαθών ή υπηρεσιών, εφόσον βέβαια προβλέπεται τέτοια διαδικασία, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών ή από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου των παραλαμβανόμενων αγαθών ή υπηρεσιών, ενώ αν πρόκειται για συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών η προθεσμία των 30 ημερών αυξάνεται σε 60 ημέρες.
Με το ίδιο άρθρ. 4 του π.δ/τος 166/2003 ορίζεται περαιτέρω ότι ο δανειστής δικαιούται τόκους εφόσον (α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και (β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση (§3) και ότι το ύψος του τόκου υπερημερίας, που είναι υποχρεωμένος να καταβάλει ο οφειλέτης, υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κυρία πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου (επιτόκιο αναφοράς), προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες (περιθώριο), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση, το δε επιτόκιο αναφοράς, που ισχύει στην πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες (§4) [ΑΠ 766/2014].
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) εκθέτει, ότι μετά από έγγραφες παραγγελίες της διοίκησης του εναγομένου (αναιρεσείοντος) Νοσοκομείου, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων που κατήρτισε με το εναγόμενο, πώλησε και παρέδωσε σ' αυτό, κατά το χρονικό διάστημα από Οκτώβριο 2006 έως Δεκέμβριο 2008, χωρίς τη διαδικασία σύναψης συμβάσεων προμήθειας, ιατρικά είδη (χημικά αντιδραστήρια) συνολικής αξίας 5.754.597,01 ευρώ συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α., εκδόθηκαν δε με την παραλαβή, τα αντίστοιχα επιμέρους τιμολόγια με υποχρέωση καταβολής κάθε επί μέρους ποσού 60 ημέρες μετά την παραλαβή των πωληθέντων.
Ότι το άνω συνολικό τίμημα καταβλήθηκε από το εναγόμενο σ' αυτήν με καθυστέρηση, στις 6-8-2009, με συνέπεια να της οφείλονται από το εναγόμενο τόκοι υπερημερίας, οι οποίοι υπολογίζονται αναλυτικά στην αγωγή για κάθε τιμολόγιο και για τα αναγραφόμενα σ' αυτό πωληθέντα είδη που παρελήφθησαν από τους εκπροσώπους του εναγομένου με πρωτόκολλο παραλαβής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του π.δ/τος 166/2003, για χρονικό διάστημα από την πάροδο 60 ημερών από την παραλαβή από το εναγόμενο μέχρι την καταβολή του τιμήματος στις 6-8-2009.
Ζήτησε δε κατόπιν αυτών, να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. να της καταβάλει για την αιτία αυτή συνολικό ποσό τόκων υπερημερίας 1.252.728,51 ευρώ, κατά την κύρια βάση της αγωγής, υπολογιζόμενο με το επιτόκιο υπερημερίας που καθορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 4 του π.δ/τος 166/2003, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε επί της ως άνω αγωγής, με την υπ' αριθ. 751/2012 απόφασή του, απέρριψε αυτήν ως νόμω αβάσιμη ως προς την κύρια και την επικουρική βάση της, επί της τελευταίας δε αυτής αποφάσεως ασκήθηκε η από 6-6-2012 έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 6912/2013 απόφασή του, έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς την κύρια από την σύμβαση βάση της και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ερεύνησε αυτήν κατ' ουσίαν, δέχθηκε κατά ένα μέρος την τελευταία, με τις ακόλουθες ανέλεγκτες επί της ουσίας των πραγμάτων παραδοχές του: << Με διαδοχικές συμβάσεις πώλησης και μετά από σχετικές έγγραφες επιμέρους παραγγελίες - προτάσεις της διοίκησης του εναγομένου Νοσοκομείου (υπογραφή διοικητή σε κάθε πρόταση) απευθυνόμενες προς την ενάγουσα εταιρία, η οποία διατηρεί επιχείρηση εισαγωγής και εμπορίας αναλυτικών και διαγνωστικών ιατρικών οργάνων, η τελευταία πώλησε και παρέδωσε στο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ., κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο έως και τον Δεκέμβριο του 2008, χωρίς την διαδικασία σύναψης συμβάσεως προμήθειας, ιατρικά είδη (χημικά αντιδραστήρια) συνολικής αξίας 5.754.597,01 ευρώ συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α.
Για τις πωλήσεις αυτές η ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής, όπου αναγράφονται το είδος, η ποσότητα και η τιμή μονάδος των πωληθέντων, στο κάθε δε τιμολόγιο αναγράφεται ο αριθμός εντολής-παραγγελίας, για δε την παραλαβή συντάχθηκαν τα αντίστοιχα επιμέρους πρωτόκολλα παραλαβής με την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου του εναγομένου και την σφραγίδα του Νοσοκομείου.
Οι συμβάσεις αυτές δεν καταρτίσθηκαν εγγράφως και υπερβαίνει κάθε μία το ποσό των 2.500 ευρώ, όμως, επειδή η πρόταση του εναγομένου προς κατάρτιση κάθε επί μέρους σύμβασης έγινε με ιδιαίτερο έγγραφο, η ακυρότητα από τη μη τήρηση του τύπου ως προς την έγγραφη αποδοχή αίρεται με την εκπλήρωση της σύμβασης από την ενάγουσα εφόσον παραδόθηκαν τα πωληθέντα είδη στο εναγόμενο.
Το συνολικό ποσό του τιμήματος για τις πωλήσεις αυτές (5.754.597,01 ευρώ) για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα καταβλήθηκε από το εναγόμενο Νοσοκομείο εκπρόθεσμα, στις 6-8-2009, με παράδοση σχετικής τραπεζικής επιταγής στην ενάγουσα, το ποσό της οποίας (6.146.746,37 ευρώ) αφορούσε κατά τη συμφωνία των διαδίκων, όπως εκθέτει η ενάγουσα στην αγωγή της, χωρίς να αμφισβητεί το εναγόμενο, το ως άνω κεφάλαιο της απαίτησης και κατά τα λοιπά οφειλόμενο τίμημα για προγενέστερες πωλήσεις.
Επομένως, το εναγόμενο Νοσοκομείο οφείλει, ως υπερήμερος οφειλέτης, να καταβάλει στην ενάγουσα τους δεδουλευμένους τόκους υπερημερίας από την πάροδο 60 ημερών από την για κάθε παράδοση των πωληθέντων με τα επιμέρους τιμολόγια ημερομηνία των πρωτοκόλλων παραλαβής και τιμολογίων, μέχρι την εξόφληση του τιμήματος στις 6-8-2009, με βάση το άρθρο 4 παρ. 4 του π.δ/τος 166/2003, όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζει το εναγόμενο είναι απορριπτέα ως αβάσιμα>>.
Ακολούθως, το Εφετείο, με βάση τον υπολογισμό του τόκου υπερημερίας, όπως αυτός προβλέπεται στο άρθρο 4 παρ. 4 του π.δ/τος 166/2003, τον καθορισμό αυτού για τα επίδικα έτη και τον υπολογισμό, βάσει του ποσού εκάστου τιμολογίου, μέχρι της καταβολής του ποσού αυτού, για όσες από τις επίδικες συμβάσεις πωλήσεως κρίθηκε ότι είναι έγκυρες, λόγω υποβολής έγγραφης πρότασης της αντίστοιχης παραγγελίας και παράδοσης των παραγγελθέντων στο εναγόμενο ιατρικών ειδών, εξήγαγε τους οφειλόμενους τόκους υπερημερίας μέχρι την ως άνω καταβολή του τιμήματος των συμβάσεων που κρίθηκαν έγκυρες, καθορίζοντας αυτό στο συνολικό ποσό των 818.775,83 ευρώ (ως προς το ύψος του ποσού τον καθορισμό του επιτοκίου και τον βάση αυτού υπολογισμό των τόκων δεν υπάρχει λόγος αναιρέσεως), το οποίο και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει νομιμοτόκως στην ενάγουσα.
Ενόψει των ανωτέρω, με το να κρίνει αρχικώς το Εφετείο νόμιμη την ένδικη αγωγή ως προς την κύρια από την σύμβαση πωλήσεως βάση της, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα σ'αυτήν, ακολούθως δε και ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος, διαλαμβάνοντας ειδικότερα στην απόφασή του, αναφορικά με την κύρια αυτή αγωγική βάση ότι αυτή περιέχει, εκτός από τα αναγκαία για κάθε πώληση στοιχεία του άρθρ. 513 του ΑΚ, και αυτά που απαιτούνται για να είναι τελικώς έγκυρες οι συμβάσεις πώλησης, όταν συμβαλλόμενο είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και οι συμβάσεις, όπως οι επίδικες, έχουν αντικείμενο ανώτερο των 2.500 ευρώ, δηλαδή ναι μεν οι συμβάσεις αυτές δεν καταρτίστηκαν εγγράφως, όπως οι διατάξεις του άρθρ. 41 του ν.δ/τος 496/1974 επέβαλλαν, ώστε να είναι εξ αρχής έγκυρες, όμως αναφέρεται στην ένδικη αγωγή ότι οι παραγγελίες (προτάσεις) προς κατάρτιση των συμβάσεων έγιναν εγγράφως, όπου αυτό ήταν αναγκαίο λόγω του ύψους του συμβατικού αντικειμένου, η δε αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε τις παραγγελίες του αναιρεσείοντος και εκτέλεσε τις συμβάσεις, γεγονός που αίρει την αρχική ακυρότητα των συμβάσεων, και να δεχθεί ακολούθως ως αποδεικνυόμενα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, για ένα μέρος των συμβάσεων αυτών που κρίθηκε ότι ήταν έγκυρες, λόγω υποβολής έγγραφης πρότασης της αντίστοιχης παραγγελίας από το εναγόμενο και παράδοσης των παραγγελθέντων σ' αυτό από την ενάγουσα ιατρικών ειδών (όχι δε και για εκείνες τις συμβάσεις που δεν τηρήθηκαν τα ανωτέρω), καθώς επίσης ότι η ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται τόκους όχι το πρώτον από την επίδοση της ένδικης αγωγής σε ποσοστό μόνον 6% επί του ποσού της απαίτησής της κατά του αναιρεσείοντος Νοσοκομείου, που αποτελεί ήδη κατά το άρθρ. 7 του ν. 3329/2005 Ν.Π.Δ.Δ., αλλά μετά την πάροδο 60 ημερών από την ημερομηνία κάθε μερικότερης παραλαβής των πωληθέντων σ` αυτό από την ίδια υλικών, η οποία συμπίπτει με την ημερομηνία έκδοσης του αντίστοιχου τιμολογίου της, δηλαδή σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρ. 4 του π.δ/τος 166/2003 και με επιτόκιο το προβλεπόμενο στο άρθρο αυτό, με βάση το οποίο επιδίκασε ακολούθως στην αναιρεσίβλητη τόκους υπερημερίας, υπολογίζοντας το ποσό εκάστου τιμολογίου με το επιτόκιο αυτό, μέχρι της καταβολής του αναφερόμενου στο τιμολόγιο ποσού, για όσες από τις επίδικες συμβάσεις πωλήσεως έκρινε ότι είναι έγκυρες, λόγω υποβολής έγγραφης πρότασης της αντίστοιχης παραγγελίας και παράδοσης των παραγγελθέντων στο εναγόμενο ιατρικών ειδών, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 7§2 και 41 του ν.δ/τος 496/1974, 4 του π.δ/τος 166/2003,158, 159§1, 340, 341 και 513 ΑΚ, οι οποίες και μόνον ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες.
Επομένως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι αντίθετοι από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 20-03-2014 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία <<ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ">> για αναίρεση της υπ' αριθ. 6912/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-03-2014 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία <<ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ">> για αναίρεση της υπ' αριθ. 6912/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ