430/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 430 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 430/2012
Legislator headnote
AI generated430/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 430 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 430/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
Full text
Απόφαση 430 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 430/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Καραγεώργο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Ι., κατοίκου ..., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τανίας-Δολιανών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 64/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18/11/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 29/11/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 96512Β/ 10-12-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Τριπόλεως Ευαγγέλλου Κούλη, αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 64/2009 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως καθώς και της πράξης, με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η παρούσα, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη Ε. Π.. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, να συζητηθεί, όμως, η υπόθεση, σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).
Επειδή ο πρώτος αναιρετικός λόγος, σύμφωνα με τον οποίο το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο απέρριψε τον περί αοριστίας της ένδικης αγωγής λόγο εφέσεως, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού ο λόγος αυτός δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά από το άρθρο 560 Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενους λόγους αναιρέσεως κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων.
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται να προσβληθούν με αίτηση αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή προσέδωσε στον κανόνα που εφάρμοσε έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών. Ως εκ τούτου, υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις ή κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 23/2004, ΟλΑΠ 11/2003). Αν από το νόμο γίνεται ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από αυτή κατ' αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική ρύθμιση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και, γενικώς, μισθωτό, οπότε σε περίπτωση, κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη Δικαιοσύνη η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ.1 και 2, 93 παρ.4 και 120 παρ.2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας, να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευνοϊκή ρύθμιση. Αν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να επεκτείνουν την ειδική, ευνοϊκή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία. Αυτό δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ.1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "Μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευνοϊκή διάταξη (ΟλΑΠ 28/1992). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ.1 του ν. 2738/99, (ο οποίος εισήγαγε το θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι, ιδίως, τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. Κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ είτε (α) την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου είτε (β) την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 "Εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ, περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανόμενου υπ' όψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας, εξουσιοδοτικής διάταξης και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ) με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" και ειδικότερα, εκδόθηκαν, εκτός άλλων, και οι κρίσιμες για την υπ' όψη περίπτωση ΚΥΑ 2/42529/ 0022/2002 (ΦΕΚ 1128 Β'/29-8- 2002) και ΚΥΑ 2/42529/0022/22-8-2002 (ΦΕΚ 1266 Β'/27-9-2002). Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους ως άνω μόνιμους ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ. Όλες οι προαναφερθείσες ΚΥΑ έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο. Επικαλούνται τις διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 3016/2002 και 1 του ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 ευρώ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κυήσεως κλπ), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και, τέλος, αναφέρουν ως δικαιούχους της παροχής όλους τους υπαλλήλους της υπηρεσίας στην οποία αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί τη χορήγησή της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους. Ενώ, δηλαδή, η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων, με τις εκ των υστέρων εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι δεν λαμβάνουν, πράγματι, πρόσθετες μισθολογικές παροχές. Έτσι, με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και, μάλιστα, σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, που αφ' ενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφ' ετέρου βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε το χαρακτήρα προσαύξησης, χωρίς άλλη προϋπόθεση, του μισθού όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Επομένως, κάθε υπάλληλος, έστω και αν συνδέεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, αμειβόμενος σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, αφού μοναδικό στοιχείο θεμελίωσής της είναι η απασχόλησή του υπό το ανωτέρω μισθολογικό καθεστώς. Στις απολαβές, εξάλλου, που συμψηφίζονται με την εν λόγω παροχή, περιλαμβάνονται οι πρόσθετες μισθολογικές παροχές (εκτός αυτών που χορηγούνται για υπερωριακή εργασία ή λόγω συμμετοχής σε συλλογικά όργανα), που λαμβάνουν όλοι οι υπάλληλοι, κάθε συγκεκριμένης κατηγορίας, έναντι της συνήθους απασχόλησής τους εντός του νομίμου ωραρίου της εργασίας τους, υπό οποιαδήποτε ονομασία π.χ. ως αποζημίωση, όχι όμως και τα τακτικά επιδόματα, που προβλέπονται από το εκάστοτε ισχύον μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (άρθρο 8 ν. 2470/1997 και ήδη ν. 3205/2003) σε συγκεκριμένη κατηγορία αυτών. Και τούτο, διότι τα επιδόματα αυτά, μεταξύ των οποίων και το επίδομα από τον τηρούμενο στην Τράπεζα της Ελλάδος υπ' αριθμ. 26281/6 ειδικό λογαριασμό, με την ονομασία "εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών του Υπουργείου Δικαιοσύνης", το οποίο προβλέπεται από την παρ. 9 της ΚΥΑ 2089160/12620/0022/19-12-1997 (ΦΕΚ Β'35/23-1-1998), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 7 του άρθρου 13 Ν. 2470/1997 και της παρ. 5 του άρθρου 10 του ίδιου νόμου, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει, χορηγήθηκαν από τον νομοθέτη για σκοπό άλλον από αυτόν της αύξησης των αποδοχών των συγκεκριμένων υπαλλήλων και ειδικότερα για τον σκοπό της απάλυνσης των εξαιρετικά επιβαρυντικών συνθηκών, υπό τις οποίες, οι κατηγορίες αυτές μισθωτών τελούν, λόγω του είδους της παρεχόμενης από αυτούς εργασίας και ως τέτοιες, οι παροχές αυτές δεν είναι επιδεκτικές συμψηφισμού με την παροχή των 176 ευρώ, η οποία αποσκοπεί στην αύξηση του μισθού των χαμηλομίσθων υπαλλήλων (Α.Π. 588/2011, Α.Π. 306/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ότι η ενάγουσα εργαζόταν ως καθαρίστρια στο Ειρηνοδικείο Τάνιας - Δολιανών Αρκαδίας από 25-7-1993, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι αμειβόταν σύμφωνα με τις ισχύουσες περί ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης διατάξεις. Ότι αυτή δεν έλαβε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής χρονικό διάστημα την, κατά τα άνω, από το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002 προβλεπόμενη ειδική παροχή. Περαιτέρω, με βάση αυτά το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικαιούται να λάβει την επίδικη παροχή, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις, απορρίπτοντας τον σχετικό, περί του αντιθέτου, λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, καθώς και την ένστασή του, περί συμψηφισμού της εν λόγω μισθολογικής παροχής με το επίδομα "για την εύρυθμη λειτουργία των Υπηρεσιών του Υπουργείου Δικαιοσύνης", που χορηγήθηκε με την ως άνω Υπουργική απόφαση. Σύμφωνα με τα παραπάνω, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με τα όσα δέχθηκε, δεν παραβίασε τις ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτών. Επομένως, οι 2ος, 3ος, 4ος και 5ος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση.
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-11-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 64/2009 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ