Legislator Case Law & Legislation
430/2011 AI generated

430/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 430/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

430/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ. αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αφότου τελέστηκε ο γάμος αυξηθεί, ο άλλος• σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από δική του συμβολή.

Keywords

AI generated
provisional divorce measures suspension of insurance cover inducement to breach of contract marital protection measures agreement on an unopened succession ancillary effects of divorce
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 430 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 430/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου του Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Σ. του Χ., η οποία παραστάθηκε με την ιδιότητα της ως δικηγόρου Θεσσαλονίκης.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Μ. του Δ., κατοίκου ... και ήδη .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Φραγκιαδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ. 12061/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 4607/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η 285/2008 μη οριστική και η 1369/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-10-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 1-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46 και 91 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενόψει και της φύσης της σχέσης αυτού με τον εντολέα του, ως κατ' εξοχήν σχέσης εμπιστοσύνης, δεν δικαιούται αμοιβής για ενέργειες οι οποίες α) δεν περιλαμβάνονται στη δοθείσα σ' αυτόν εντολή ή ρητά εξαιρέθηκαν από τον εντολέα και β) δεν ήταν αναγκαίες ή ενδεδειγμένες στη συγκεκριμένη περίπτωση για την υποστήριξη των συμφερόντων του εντολέα του, εκτός αν αυτές έγιναν κατά συμφωνία ή ειδική εντολή του τελευταίου, ή έγιναν αποδεκτές ή εγκρίθηκαν εκ των υστέρων απ' αυτόν.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ. αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αφότου τελέστηκε ο γάμος αυξηθεί, ο άλλος• σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη, ή καμία συμβολή.

Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση της διάστασης των συζύγων που διήρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Δηλαδή προϋποθέσεις της αξιώσεως του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι : α) λύση ή ακύρωση του γάμου, ή διάσταση των συζύγων επί χρόνο μεγαλύτερο των τριών ετών, β) αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου αφότου τελέστηκε ο γάμος και γ) συμβολή με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην ανώτερη αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου.

Επομένως αν κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής δεν έχει γεννηθεί η αξίωση του ενός των συζύγων για συμμετοχή του στα αποκτήματα του άλλου συζύγου (λόγω λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή λόγω παρέλευσης τριετίας από την οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης), η σχετική αγωγή είναι μη νόμιμη, καθόσον το δικαίωμα προσδοκίας για τα αποκτήματα του γάμου δεν μπορεί να στηρίξει προκαταβολικά έγερση αγωγής από τον μελλοντικό δικαιούχο, το δε δικαστήριο οφείλει να εξετάσει παρεμπιπτόντως την αγωγή αυτή για να κριθεί και το προφανές βάσιμο οποιασδήποτε αξίωσης για αμοιβή σύνταξης της αγωγής αυτής. Εξάλλου, ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών.

Στην προκείμενη περίπτωση , όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Στην ήδη αναιρεσείουσα (ενάγουσα), δικηγόρο και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, ανατέθηκε από τον αναιρεσίβλητο (εναγόμενο) τον Ιανουάριο του έτους 1998 εντολή να προβεί στις απαιτούμενες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες προκειμένου να διεκδικήσει την αναλογία της συμμετοχής του από τα αποκτήματα του γάμου του με την Ε.

Κ., με την οποία βρίσκονταν σε διάσταση. Μετά την ανάθεση της ανωτέρω εντολής, η σύζυγος του αναιρεσίβλητου άσκησε εναντίον του την 179/62/25-2-1998 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, με την οποία ζητούσε να διαταχθεί η μετοίκησή του από την οικογενειακή στέγη, να ανατεθεί σ'αυτήν προσωρινά η γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων τους Δ.

και Η. και να υποχρεωθεί ο καθού σύζυγος της να της καταβάλλει ως προσωρινή διατροφή για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων τους το ποσό των 100.000 δρχ. για το καθένα. Ο αναιρεσίβλητος, μετά την άσκηση της παραπάνω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, ανέθεσε στην αναιρεσείουσα την εκπροσώπησή του στην δίκη αυτή και την εντολή για άσκηση αγωγής διαζυγίου.

Η συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων προσδιορίστηκε για την δικάσιμο της 5-3-1998, από την οποία αναβλήθηκε αρχικά για 19-3-1998 και κατόπιν για 3-4-1998, οπότε και ματαιώθηκε. Η ματαίωση της συζήτησης της ανωτέρω αιτήσεως δεν έγινε γιατί οι διάδικοι σύζυγοι είχαν επιλύσει τις μεταξύ τους ενδοοικογενειακές διαφορές, αλλά γιατί αυτοί συμβιβάστηκαν μόνο ως προς τα ζητήματα που αφορούσε η αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων.

Έτσι η αναιρεσείουσα γνωρίζοντας ότι ουδέποτε είχαν αποκατασταθεί πλήρως οι διαφορές των διαδίκων συζύγων σε εκτέλεση της εντολής που είχε λάβει από τον εναγόμενο, μετά την ματαίωση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς την 427/58/12-5-1998 αγωγή διαζυγίου καθώς και την 428/59/12-5-1998 αγωγή συμμετοχής στα αποκτήματα, δικάσιμος των οποίων ορίστηκε η 6-11-1998.

Με την δεύτερη των παραπάνω αγωγών η αναιρεσείουσα δικηγόρος, αφού επικαλούνταν ότι η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των τότε διαδίκων συζύγων έγινε τυπικά και ουσιαστικά στις 25-2-1998 ζητούσε να υποχρεωθεί η τότε εναγόμενη σύζυγος του αναιρεσείοντος να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 736.575.020 δρχ. που αντιστοιχούσε (κατά τους ισχυρισμούς του) στα 2/3 της περιουσίας της συζύγου του ή επικουρικά το τεκμαιρόμενο από τον νόμο ποσοστό (1/3) δηλαδή 368.287.520 δρχ., εντόκως.

Η παραπάνω όμως αγωγή, ήταν μη νόμιμη, καθόσον, κατά τον χρόνο ασκήσεώς της (13-5-1998) δεν είχε γεννηθεί ακόμη η αξίωση του τότε ενάγοντος για συμμετοχή του στα αποκτήματα της συζύγου του, αφού ο γάμος τους δεν είχε λυθεί, ούτε ακυρωθεί, αλλά ούτε και είχε παρέλθει τριετία από την οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης τους.

Το γεγονός αυτό όφειλε και μπορούσε να γνωρίζει η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) δικηγόρος, επιδεικνύοντας την στοιχειώδη επιμέλεια.

Συνεπώς, εφόσον από υπαιτιότητά της άσκησε την προαναφερθείσα μη νόμιμη αγωγή, δεν δικαιούται οποιασδήποτε αμοιβής για τις δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες της που αφορούσαν την αγωγή αυτή. Με την κρίση του αυτή, ότι η αναιρεσείουσα δικηγόρος (ενάγουσα) δεν εδικαιούτο αμοιβής από τον αναιρεσίβλητο (εναγόμενο) για την από υπαιτιότητά της σύνταξη μη νόμιμης αγωγής και την εντεύθεν απόρριψη των σχετικών αγωγικών κονδυλίων, το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 46, 91 παρ. 1 και 98 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" καθώς και εκείνη του άρθρου 1400 Α.Κ. και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Ο από το άρθρ. 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 469/1984) και γενικότερα οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως.

Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα "πράγματα" που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν ή εκείνα που δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" ήταν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα από τη λήψη ή τη μη λήψη υπόψη των "πραγμάτων".

Τέλος, αν ο αναιρεσείων ήταν ο εκκαλών, πρέπει να εκθέτει στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός του που θεμελιώνει το λόγο αυτό αναιρέσεως υποβλήθηκε στο Εφετείο με λόγο εφέσεως, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι τα "πράγματα" προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα, είναι αόριστος και απορριπτέος.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει, κατ' επίκληση παραβιάσεως από τον αριθμό 8 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και δη την επικουρική βάση της αγωγής της εκ του άρθρου 904 ΑΚ. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως (δεύτερος) είναι αόριστος διότι δεν αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε από την αναιρεσείουσα στο Εφετείο με λόγο εφέσεως και τούτο ανεξαρτήτως του ότι από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως δεν προκύπτει η υποβολή τέτοιου λόγου εφέσεως.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ομοίως από το άρθρο 559 αρ. 8 α' του ΚΠολΔ., η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο δέχθηκε τους ισχυρισμούς και ενστάσεις του αναιρεσίβλητου που περιέχονταν στις πρωτόδικες προτάσεις του αν και δεν επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο, καθόσον έγινε παραπομπή στις προτάσεις αυτές, χωρίς σύντομη περίληψη των ισχυρισμών και ειδικότερη αναφορά στις σελίδες των προτάσεων που τους περιείχαν και προσκομιδή των προτάσεων αυτών σε επικυρωμένο αντίγραφο, κατά παράβαση του άρθρου 240 ΚΠολΔικ.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος, γιατί η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ποια είναι τα "πράγματα", ήτοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί και ενστάσεις του αναιρεσίβλητου που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" αυτά ήταν ουσιώδη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 02-10-2008 αίτηση της Ε. Σ. για αναίρεση της 1369/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2011 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ