Legislator Case Law & Legislation
430/2006 AI generated

430/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 430/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

430/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α' ότι το προσωπικό εκτελεί κατ' αρχήν υπηρεσιακό έργο αντίστοιχο του κλάδου ή της ειδικότητάς του, στην παρ. 2 εδ. β' ότι στο προσωπικό των κλάδων Ι, ΙΙ και ΙΙΙ με βαθμό Α4 και άνω είναι δυνατή η ανάθεση υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης κατά ένα βαθμό ανώτερης ή κατώτερης του κατεχόμενου βαθμού και στο εδ.

Keywords

AI generated
administrative status of officials institution called upon to act lack of prosecutorial standing definition of the institution's position authorization for criminal prosecution unemployment benefits of directors
AI generated
365/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/3/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 793/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5398/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/11/2005 αίτησή του.
580/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
788/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/7/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1917/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5377/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/2/2006 αίτησή της.
427/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1050/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 430 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 430/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Σ. Ν. κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη.

Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ) που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Στην παρούσα δίκη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Δεκεμβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2625/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 9061/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων την από 16 Μαϊου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής διάβασε την από 17 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της και την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΓΚΠ/ΟΤΕ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του Α.Ν. 301/1968, κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του Ν.Δ. 165/1973 και έχει ισχύ νόμου, τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με την 8155/25-5-1983 απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Συγκοινωνιών (ΦΕΚ 325 Β'/1983) και μετά την τροποποίηση αυτή το άρθρο 12 αυτού όριζε στην παρ. 1 εδ.

α' ότι το προσωπικό εκτελεί κατ' αρχήν υπηρεσιακό έργο αντίστοιχο του κλάδου ή της ειδικότητάς του, στην παρ. 2 εδ. β' ότι στο προσωπικό των κλάδων Ι, ΙΙ και ΙΙΙ με βαθμό Α4 και άνω είναι δυνατή η ανάθεση υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης κατά ένα βαθμό ανώτερης ή κατώτερης του κατεχόμενου βαθμού και στο εδ.

α' της ίδιας παρ. 2 ότι η ανάθεση στο προσωπικό ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας ή ορισμένου υπηρεσιακού έργου είναι ανεξάρτητη της γενικής ή στο βαθμό αρχαιότητας αυτού και αποφασίζεται μετά από εκτίμηση του υπηρεσιακού συμφέροντος από το συμβούλιο προσωπικού ή το διοικητικό συμβούλιο. Οι διατάξεις όμως της ανωτέρω Υ.Α. 8155/1983, κατά το μέρος που τροποποίησαν ή αντικατέστησαν ως ανωτέρω τις παρ. 1α' και 2β' του άρθρου 12 του ΓΚΠ/ΟΤΕ, ακυρώθηκαν με την 5095/1984 απόφαση του Σ.τ.Ε.

και επαναφέρθηκε έτσι η ρύθμιση που υπήρχε πριν από την έκδοση της άνω Υ.Α. και συγκεκριμένα η αρχική διάταξη της παρ. 1α', που ορίζει ότι το προσωπικό εκτελεί κατ' αρχήν υπηρεσιακό έργο αντίστοιχο του κλάδου ή της ειδικότητας, στην οποία ανήκει και του βαθμού, τον οποίο φέρει, ενώ έπαυσε να υπάρχει η ρύθμιση της παρ. 2β' και δεν είναι γι' αυτό δυνατή η ανάθεση στο προσωπικό με βαθμό Α4 και άνω της διευθύνσεως υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης κατά ένα βαθμό ανώτερης ή κατώτερης του κατεχόμενου βαθμού, αφού μετά την ακύρωση της ρυθμίσεως της παρ. 2β' δεν επαναφέρθηκαν σε ισχύ οι παρόμοιες διατάξεις των περιπτ.

δ' και ε' της παρ. 1 του άρθρου 12 - που επέτρεπαν κατ' εξαίρεση την προσωρινή ανάθεση υπηρεσιακής λειτουργίας κατά ένα ή δύο βαθμούς ανώτερης ή κατά ένα βαθμό κατώτερης του κατεχόμενου βαθμού για περιορισμένο χρόνο (6 μήνες στην πρώτη περίπτωση και 1 χρόνο στη δεύτερη) - οι οποίες καταργήθηκαν με την παρ. 2 περ.

γ' της μη ακυρωθείσης στο σημείο αυτό Υ.Α. 8155/1983. Ενόψει αυτών παρέπεται ότι ο Ο.Τ.Ε. δικαιούται με τα αρμόδια όργανά του να αναθέτει, μετά από εκτίμηση του συμφέροντος της υπηρεσίας, στο ανώτατο προσωπικό του τη διεύθυνση ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας, ανεξάρτητα από τη γενική ή στο βαθμό αρχαιότητα του συγκεκριμένου υπαλλήλου, εφόσον κρίνει ότι ο υπάλληλος αυτός είναι ικανότερος και καταλληλότερος από άλλους ομοιόβαθμους συναδέλφους του (άρθρ. 12 παρ. 2 δ'), δεν δικαιούται όμως να αναθέτει σε υπάλληλό του καθήκοντα κατώτερα από εκείνα που αντιστοιχούν τον βαθμό του ή να μην αναθέτει σ' αυτόν ανάλογα με τον βαθμό του καθήκοντα γιατί έχουν τοποθετηθεί στις αντίστοιχες θέσεις υπάλληλοι κατώτερου βαθμού (Α.Π. 1241/2003).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 298 εδ. β' Α.Κ., ως διαφυγόν κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκάται με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που έχουν ληφθεί. Περαιτέρω, με την από 17-4-1995 Ε.Σ.Σ.Ε., που καταρτίσθηκε μεταξύ το Ο.Τ.Ε. και της Ο.Μ.Ε. - Ο.Τ.Ε., σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1876/1990 και των άρθρων 2 παρ. 6β του Ν. 2167/1993 και 2 παρ. 2α του Ν. 2257/1994, τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του ως άνω Κανονισμού για την επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων σε υπηρεσιακές λειτουργίες και ορίσθηκε ειδικότερα ότι η πλήρωση των θέσεων προϊσταμένων υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης τομέα και άνω πραγματοποιείται α) με προκήρυξη των οικείων θέσεων, β) με βάση τα αναφερόμενα ενδεικτικά κριτήρια βαθμολογούμενα με συντελεστές βαρύτητας, που προσδιορίζονται κατά περίπτωση και γ) με υποβολή μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δέκα πέντε ημερών σχετικής αιτήσεως με βιογραφικό σημείωμα από μέρους των ενδιαφερομένων υπαλλήλων.

Στην ανωτέρω Ε.Σ.Σ.Ε. προβλέπεται επίσης ότι η αξιολόγηση του προσωπικού γίνεται από επιτροπή, που ορίζεται κάθε φορά από το Δ.Σ. ή τον διευθύνοντα σύμβουλο, ότι η σειρά κατάταξης των επιλεγομένων από την επιτροπή είναι υποχρεωτική για τον Οργανισμό και τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο και η τοποθέτηση στη θέση ευθύνης του προσωπικού, που επιλέχθηκε, γίνεται με απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου ή του συμβουλίου προσωπικού για ορισμένη διετή θητεία, που μπορεί να παραταθεί και ότι το προσωπικό με βαθμό τομεάρχη, υποδιευθυντή και διευθυντή, που δεν υπέβαλε αίτηση για συμμετοχή του στην προκήρυξη της θέσης ή δεν επιλέχθηκε γι' αυτή τοποθετείται ως στέλεχος σε τομέα, υποδιεύθυνση και διεύθυνση αντίστοιχα.

Στη συνέχεια, με την από 16-5-1995 Ε.Σ.Σ.Ε., που καταρτίσθηκε επίσης σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις μεταξύ του ΟΤΕ και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, ορίσθηκε ότι από 1-6-1995 καταβάλλονται στους προϊσταμένους των αναφερομένων υπηρεσιακών λειτουργιών τα προσδιοριζόμενα ποσά για έξοδα κίνησης και παράστασης, για τα οποία προβλέπεται ότι είναι οικειοθελής παροχή και δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές ούτε υπολογίζονται στα δώρα εορτών και στο επίδομα αδείας και τονίζεται ότι χορηγούνται αποκλειστικά και συνδέονται υποχρεωτικά με την πραγματική άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων των προϊσταμένων προς αντιμετώπιση των εξόδων φιλοξενίας επισκεπτών, συμμετοχής αυτών ως εκπροσώπων του ΟΤΕ στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, των εξόδων κίνησης κ.λ.π.

Τέλος, ορίσθηκε ότι από 1-6-1995 καταργούνται οι αναφερόμενες αποφάσεις του Δ.Σ. του ΟΤΕ και ο όρος 25 της από 7-3-1990 Ε.Σ.Σ.Ε., που προέβλεπαν την καταβολή επιδόματος ευθύνης θέσεως στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών στάθμης τομέα και άνω και τον χαρακτηρισμό του ως οικειοθελούς παροχής, που δεν αποτελεί μέρος των τακτικών αποδοχών.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του, που στηρίζεται σε παράνομη παράλειψη της προαγωγής του στον βαθμό του υποδιευθυντή, στον οποίο προήχθη από 1-1-1993 δυνάμει της 7729/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ζήτησε να επιδικασθεί σ' αυτόν αποζημίωση, διότι, εξαιτίας της παράνομης παραλείψεώς του, δεν άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υποδιεύθυνσης, τα οποία με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε αν είχε προαχθεί κανονικά στον ανωτέρω βαθμό και στερήθηκε έτσι το επίδομα ευθύνης κατά τη χρονική περίοδο από 1-1-1993 μέχρι 31-5-1995, τα έξοδα κίνησης και παράστασης κατά τη χρονική περίοδο από 1-6-1995 μέχρι 30-6-1996 και το επίδομα ανωτάτων στελεχών - που χορηγήθηκε με απόφαση του Δ.Σ.

του ΟΤΕ στο προσωπικό για βαθμό διευθυντή και υποδιευθυντή, εφόσον κατείχε ή κατέχει θέση προϊσταμένου διευθύνσεως ή υποδιεύθυνσης για ένα ίσως τουλάχιστο - κατά τη χρονική περίοδο από 1-8-1997 μέχρι 31-12-1998. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο ενάγων προσλήφθηκε από τον εναγόμενο Οργανισμό την 21-6-1965 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και εντάχθηκε στον κλάδο διοικητικού - εκμεταλλεύσεως του προσωπικού αυτού, προαγόμενος σ' όλους τους βαθμούς με τελευταία προαγωγή στον βαθμό του τομεάρχη από 9-6-1986.

Το Δ.Σ. του εναγομένου στις προαγωγικές κρίσεις των ετών 1992 έως 1995 για την κάλυψη οργανικών θέσεων υποδιευθυντών, δεν τον προήγαγε παρά το γεγονός ότι είχε τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα. Στη συνέχεια, με την 7729/2000 απόφαση του Εφετείου που εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής του ενάγοντος κρίθηκε τελεσίδικα ότι ο τελευταίος υπερείχε καταφανώς σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των αντ' αυτού προαχθέντων, μεταξύ άλλων, συναδέλφων του Π.

Λ. και Γ. Σ. και ότι η παράλειψη της προαγωγής του στον βαθμό του υποδιευθυντή ήταν κατάφωρα άδικη, ως αντικείμενη προφανώς στα όρια, που επιβάλλονται από την καλή πίστη, αναγνωρίσθηκε δε ότι ο ενάγων έπρεπε να προαχθεί από 1-1-1993 στον βαθμό του υποδιευθυντή. Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι δεν αποδείχθηκε ότι, εάν ο ΟΤΕ δεν είχε παραλείψει να προαγάγει τον ενάγοντα από 1-1-1993 στον ως άνω βαθμό, θα ανέθετε σ' αυτόν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και καθήκοντα σε ανάλογη προς τον βαθμό του θέση ευθύνης και θα τον τοποθετούσε προϊστάμενο, όπως συνέβη με τους συναδέλφους του υποδιευθυντές Π.

Λ. και Γ. Σ., αλλά και κατώτερου βαθμού τομεάρχες Ε. Σ., Σ. Α., Ε. Ν., Κ. Κ., Γ. Φ., Κ. Σ., Ν. Π., καθώς και τους μη πτυχιούχους ανώτατης σχολής τομεάρχες Θ. Κ., Ν. Τ., Δ. Π. κ.λ.π. Τούτο διότι, ενόψει, των διατάξεων του άρθρου 12 του ΓΚΠ/ΟΤΕ η ανάθεση καθηκόντων προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης διεύθυνσης δεν συναρτάται αναγκαίως με την προαγωγή του υπαλλήλου στον αντίστοιχο βαθμό, αλλ' αποφασίζεται μετά από εκτίμηση του υπηρεσιακού συμφέροντος.

Μόνη η καταφανής υπεροχή του ενάγοντος έναντι των αναφερομένων συναδέλφων του δεν αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος απολήψεως αποζημιώσεως για την παράλειψη αναθέσεως σ' αυτόν καθηκόντων προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας, αφού η ανάθεση στο προσωπικό υπηρεσιακής λειτουργίας είναι ανεξάρτητη από τη γενική ή στον βαθμό αρχαιότητα και γι' αυτό απαιτείται να συντρέχουν και άλλα πραγματικά περιστατικά, όπως ειδική γνώση του αντικειμένου, διοικητική ικανότητα, εξαιρετική κρίση και αντίληψη, ικανότητα αντιμετωπίσεως υπηρεσιακών προβλημάτων και μεθοδικότητα επιλύσεώς τους, μεγάλη εμπειρία και συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας και επικοινωνίας.

Κατόπιν αυτών κατέληξε το Εφετείο ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων η μη τοποθέτηση του ενάγοντος σε τέτοια θέση δεν ήταν καταχρηστική και παράνομη και συνακόλουθα, δεν θεμελιώνει αιτιωδώς δικαίωμα αποζημιώσεως για την απώλεια του επιδόματος ευθύνης (ήδη εξόδων κινήσεως και παραστάσεως) και επιδόματος ανωτάτου προσωπικού.

Στη συνέχεια δε το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί αντιθέτως, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο, καθόσον αφορά το κονδύλιο της αιτουμένης αποζημιώσεως για τη στέρηση του επιδόματος θέσεως ευθύνης υποδιευθυντή κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 μέχρι 31-5-1995 και του επιδόματος ανωτάτου προσωπικού κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-1997 μέχρι 31-12-1998, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 του ΓΚΠ/ΟΤΕ και 914, 297, 298 Α.Κ., αφού η ως άνω διάταξη του Κανονισμού ορίζει, όπως εκτέθηκε, ότι το προσωπικό εκτελεί υπηρεσιακό έργο, που αντιστοιχεί και στον βαθμό του και συνεπώς, αν δεν είχε παραληφθεί παρανόμως ο αναιρεσείων θα είχαν με πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων ανατεθεί σ' αυτόν καθήκοντα προϊσταμένου υποδιεύθυνσης, αφού είχαν ανατεθεί τέτοια καθήκοντα και στους αναφερόμενους τομεάρχες, δηλαδή σε συναδέλφους του κατώτερου βαθμού και θα εδικαιούτο γι' αυτό και το επίδομα ανώτατου προσωπικού, κατά το άνω διάστημα.

Καθόσον αφορά όμως στο κονδύλιο της αιτουμένης αποζημιώσεως για τη στέρηση των εξόδων κινήσεως και παραστάσεως κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-1995 μέχρι 30-6-1996, ο αναιρεσείων δεν ισχυρίσθηκε στην αγωγή του ότι, αν δεν μεσολαβούσε η ως άνω παράλειψή του, θα υπέβαλε αίτηση για την επιλογή του ως προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιεύθυνσης στις θέσεις που προκηρύχθηκαν, σύμφωνα με την προαναφερόμενη από 17-4-1995 Ε.Σ.Σ.Ε.

και ότι, λόγω της υπεροχής του έναντι και ορισμένων έστω από τους επιλεγέντας συναδέλφους του, θα επιλεγόταν και αυτός ως προϊστάμενος υποδιευθύνσεως με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Για το κονδύλιο αυτό, άρα, η αγωγή ήταν αόριστη και συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά τη λανθασμένη αιτιολογία της, κατέληξε σε ορθό διατακτικό.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος τους, καθώς και ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον αφορούν το απορριφθέν κονδύλιο αποζημιώσεως του χρονικού διαστήματος από 1-1-1993 μέχρι 31-5-1995, είναι βάσιμοι, ενώ οι τρεις πρώτοι λόγοι της αναιρέσεως, καθόσον αφορούν το απορριφθέν κονδύλιο αποζημιώσεως του χρονικού διαστήματος από 1-6-1995 μέχρι 30-6-1996, πρέπει να απορριφθούν, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Εξάλλου οι ως άνω τρεις λόγοι της αναιρέσεως κατά το μέρος που αφορούν στο κονδύλιο αποζημιώσεως του τελευταίου αυτού χρονικού διαστήματος (από 1-6-95 έως 30-6-96) και στηρίζονται και σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ., πρέπει να απορριφθούν, ως στηριζόμενοι σε λανθασμένη προϋπόθεση, αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν απορρίφθηκε το κονδύλιο αυτό ως αόριστο, αλλά ως ουσιαστικά αβάσιμο (αναπόδεικτο).

Επειδή, μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε τις αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος των χρονικών διαστημάτων από 1-1-1993 μέχρι 31-5-1995 και από 1-8-1997 μέχρι 31-12-1998 και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ., προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το ανωτέρω μέρος στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Για τους λόγους αυτούς

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 9061/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο Οργανισμό στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ