Supreme Court dismisses appeal against first instance court ruling on legal costs and attorney fees in expropriation case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first instance court's decision regarding legal costs and attorney fees. The appellant argued for a direct violation of procedural laws and insufficient reasoning for the cost award, but the court found no legal error in the lower court's application of substantive law. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the defendants' legal expenses.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged direct violation or lack of legal basis for cost allocation is inadmissible if the lower court's reasoning is sound and the appeal lacks specific factual grounds to identify the precise error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 42 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 42 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Ξ. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κρίτσανο, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. συζ. Η. Π. , το γένος Ν. και Β. Π. , κατοίκου ... , 2) Θ. Π. του Ν. και της Β. , κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ανθή Βακράτσα, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και της συνενάγουσας Μ. Μ. του Λ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ελασσόνας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 35/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-6-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την από 24.06.2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 35/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που δίκασε ως Εφετείο. Ειδικότερα, η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, έχει ως εξής: Η ήδη αναιρεσείουσα, με άλλα πρόσωπα, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη, άσκησαν, κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ελασσόνας, αγωγή στην κύρια βάση της οποίας εξέθεταν ότι κατέστησαν με, παράγωγο τρόπο, (κληρονομική διαδοχή), (συγ)κύριοι ακινήτου το οποίο απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ότι οι αναιρεσίβλητοι, με απατηλή συμπεριφορά, αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης που αναλογούσε στο απαλλοτριωθέν ακίνητό τους την οποία και εισέπραξαν και επικουρικά ότι οι τελευταίοι, κατέστησαν κατά τα ως άνω, κατά το ποσό της αποζημίωσης, αδικαιολογήτως πλουσιότεροι σε βάρος τους, χωρίς νόμιμη αιτία.
Ζήτησαν δε, ενόψει του ότι, μετά την συντέλεση της απαλλοτρίωσης (με την είσπραξη του ποσού της αποζημίωσης από τους μη δικαιούχους εναγομένους), διατηρούν ενοχική αξίωση σε βάρος τους, διότι απώλεσαν την απαίτησή τους και ταυτόχρονα υπέστησαν θετική ζημία ισόποση της επιδικασθείσας αποζημίωσης, επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να υποχρεωθεί έκαστος αυτών να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων, κατά το ποσοστό (συγ)κυριότητάς του, το παρανόμως εισπραχθέντος χρηματικό ποσό αποζημίωσης από την απαλλοτρίωση και λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, χρηματική ικανοποίηση για αυτή.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η 3/2018 οριστική απόφαση, με την οποία απερρίφθη η αγωγή, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Κατά της απόφασης αυτής, η ήδη αναιρεσείουσα, άσκησε την από 04.02.2019 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, η οποία δέχθηκε την έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε την αγωγή ως ορισμένη και στην συνέχεια απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την κύρια βάση της και ως μη νόμιμη κατά την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 3, 552, 553 παρ.1 β, 556 παρ.1, 558, 564 παρ.1,3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, και είναι παραδεκτή (577 παρ.1), επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
2.- Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα ορίζεται ότι : "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές. 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε ως προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1,2,4,5,8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως (ΟλΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018). Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων.
Άλλες αιτιάσεις, πλην των περιοριστικά αναφερομένων στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση του ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο επί εφέσεως αποφάσεως του ειρηνοδικείου, δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 348/2023, ΑΠ 298/2020, ΑΠ 1321/2020). Επομένως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αποκλείεται η προβολή αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 3, 6, 9, 10, 11,12, 13, 14, 15, 16, 17, 18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού οι λόγοι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην, κατά τα άνω, ειδική για τις εν λόγω αποφάσεις και περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 340/2022, ΑΠ 248/2024).
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, τόσον η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη ένορκη βεβαίωση την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα, όσον και η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έκρινε ως απαράδεκτη την ίδια ένορκη βεβαίωση για λόγους δικονομικής ακυρότητας, καθώς και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται με αυτόν, στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 16 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί παραβίασης των διατάξεων περί δεδικασμένου, είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι, δεν περιλαμβάνονται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
3.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α' του ίδιου Κώδικα, αναιρετικός λόγος , για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020), ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).
Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής, έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ.38/2020, ΑΠ 1551/2018).
3.α.- Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).
Οι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ταυτόσημοι με αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559) ιδρύονται, αντιστοίχως, όταν παραβιάζονται, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου, κανόνες του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου, η παραβίαση του οποίων ιδρύει τον από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, και συνεπώς δεν ιδρύονται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, χωρίς να εισέλθει στην ουσία της διαφοράς και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα σε ελάσσονα πρόταση. (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 352/2023, ΑΠ 109/2022, ΑΠ 1155/2021, ΑΠ 754/2021, ΑΠ 38/2021, ΑΠ 1233/2020, ΑΠ 825/2020).
3.β.- Ειδικότερα κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά παράβαση σχετικής δικονομικού περιεχομένου διάταξης. Ο λόγος αυτός, όπως προαναφέρθηκε δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά απαριθμούμενους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται εν προκειμένω.
3.γ.- Περαιτέρω, η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 560 αριθ. 1 και 6 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παράβαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, για το ορισμένο αυτών των λόγων, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010).
Και τούτο, διότι, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό , από το οποίο εξαρτάται τελικά, κατά τα προεκτιθέντα, η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ) 38/2020, ΑΠ 1551/2018), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα , συνιστούν αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην συνιστούν σφάλμα και να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως το ανωτέρω αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό (ΑΠ 972/2022, ΑΠ 123/2021, ΑΠ 892/2019).
Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1646/2018).
3.δ.- Επιπλέον για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ , αντίστοιχο του άρθρ. 560 αρ. 1 του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, σε περίπτωση αιτιάσεως ότι παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η αγωγή, την οποία έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, να απορριφθεί ως μη νόμιμη, θα πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο με πληρότητα, η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων στην αγωγή, για την στήριξη συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψη του αιτήματος ως μη νομίμου, συνιστά ή όχι παραβίαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ΑΠ 1258/2007).
4.- Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, της ευθείας παραβίασης, δια της παραλείψεως εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων "περί κληρονομικής διαδοχής των εξωτικών κληρονόμων του προϊσχύσαντος δικαίου", οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, καθόσον δεν αναφέρονται σε αυτόν ενάριθμα οι συγκεκριμένοι κανόνες του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκαν. Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, είναι απαράδεκτος ως προς την αποδιδόμενη με αυτόν πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο, οι φερόμενες ως παραβιασθείσες ουσιαστικές διατάξεις, ενώ γίνεται μόνον αριθμητική επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επίσης δεν γίνεται αναφορά έστω και συνοπτικά των κρίσιμων παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι αναγκαίες προκειμένου να ελεγχθεί η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Έτι περαιτέρω ο ίδιος αναιρετικός λόγος, είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν, υπό την επίκληση των παραπάνω πλημμελειών, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη κτήσης κυριότητας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου από την αναιρεσείουσα, επιπλέον, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει, αναιρετικός λόγος περιλαμβανόμενος στο άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα.
5.- Περαιτέρω, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το οικείο μέρος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της επικουρικής βάσης της αγωγής, την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη, παραβίασε ευθέως, δια της παραλείψεως εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 904, 974, 987, 989, 992 ΑΚ, ενώ ήταν εφαρμοστέες, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας καθόσον, αφενός μεν δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο η ιστορική βάση της αγωγής που είναι απαραίτητο, αφετέρου δε, δεν περιλαμβάνονται στο δικόγραφο αυτής οι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι σχετικές με την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής, ώστε από την νομική κρίση αυτής, να είναι δυνατό να διαπιστωθεί η συνδρομή της επικαλούμενης πλημμέλειας και αν αυτή (η πλημμέλεια) οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση η περί έλλειψης νόμιμης βάσης πλημμέλεια από τον αρ.6 του ίδιου άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν προέβη σε ουσιαστική έρευνα της επικουρικής βάσης της αγωγής περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη, γεγονός που αποκλείει την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου.
6.- Περαιτέρω, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, της ευθείας παραβίασης, με εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, καθώς και η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, (τον οποίο προέβαλε για πρώτη φορά με το δικόγραφο της έφεσης), περί κτήσης της κυριότητας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και της παράνομης αποβολής της από την νομή του, η οποία δικαιολογούσε την αποδοχή της ωφέλειας των αναιρεσιβλήτων από την παράνομη αυτή ενέργεια, συναρτώμενος με την επικουρική βάση της αγωγής από τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεχόμενο ειδικότερα, ότι με την προβολή του, επιχειρείται, απαραδέκτως μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, επειδή σε αυτή δεν περιλαμβάνονταν εξαρχής τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, είναι απαράδεκτος, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του.
Και τούτο διότι: 1) ως προς την πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις που ρυθμίζουν τον τρόπο προβολής ισχυρισμών για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι δικονομικές διατάξεις και δεν στηρίζουν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αναιρετικό λόγο από τον αρ.1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αλλά από τον αρ.14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ο οποίος όμως δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του αρθρ.560 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται εν προκειμένω. 2) ως προς την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το οικείο μέρος του, υπαγόμενος στην ρύθμιση του αρ. 6 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ, σε σχέση με την απόρριψη ως απαράδεκτου του παραπάνω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, συναρτώμενου με την μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, είναι απαράδεκτος, διότι το δικαστήριο της ουσίας, δεν εισήλθε στην ουσιαστική έρευνα του ισχυρισμού αυτού αλλά τον απέρριψε ως απαράδεκτο, γεγονός που αποκλείει την ίδρυση του λόγου από τον αρ.1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ, η εφαρμογή του οποίου προϋποθέτει την κατ' ουσίαν έρευνα επί της αγωγής, ένστασης ή ισχυρισμού, που δεν συντρέχει εν προκειμένω.
7.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 189, 190, 191 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αποδίδονται στον νικήσαντα διάδικο μόνον τα έξοδα τα οποία ήταν απαραίτητα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης (τέλη χαρτοσήμου, τέλος δικαστικού ενσήμου, αμοιβή του δικηγόρου κλπ), ότι ο αιτών τα έξοδα πρέπει να υποβάλει κατάλογο των εξόδων και ότι αν δεν υποβληθεί τέτοιος κατάλογος, αρκεί και μόνη η υποβολή του σχετικού αιτήματος, για να προβεί το δικαστήριο στην εκκαθάριση των εξόδων.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει, από τα άρθρα 58 και 84 του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία με τον πελάτη του και αν δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή καθορίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα του Κώδικα Δικηγόρων.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63, 68, 69 του Κώδικα Δικηγόρων, εφόσον δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, η αμοιβή του πρώτου για τη σύνταξη κυρίας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, το οποίο (ποσοστό), εάν η αξία αυτή μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ, ορίζεται σε 2%. Η αμοιβή για την σύνταξη προτάσεων στον πρώτο βαθμό για τον δικηγόρο του εναγόμενου είναι ίση με την αμοιβή για την σύνταξη της αγωγής και για τον δικηγόρο του ενάγοντος ανέρχεται στο 1% αυτής, ενώ για την σύνταξη προτάσεων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η αμοιβή όλων των δικηγόρων είναι διπλάσια από την προηγούμενη. Όσον αφορά δε την αμοιβή του δικηγόρου για την παράστασή του στο Ειρηνοδικείο, σύμφωνα με το παράρτημα Ι του Κώδικα Δικηγόρων, αυτή ορίζεται στο ποσό των 89 ευρώ, ενώ για την παράστασή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζον ως Εφετείο, ορίζεται στο ποσό των 130 ευρώ.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι σε σχέση με την καταψήφιση της δικαστικής δαπάνης των εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων σε βάρος της εκκαλούσας- αναιρεσείουσας, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Τέλος, η εκκαλούσα πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας της, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρα 176 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό ορίζεται. Αναφορικά δε με το παρεπόμενο αίτημα των εναγομένων-εφεσιβλήτων περί καταδίκης της εκκαλούσας στη καταβολή των δικαστικών εξόδων τους, με βάση τον αναφερόμενο στις προτάσεις τους κατάλογο, λεκτέα τα ακόλουθα: από τις διατάξεις των άρθρων 189, 190, 191 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αποδίδονται στον νικήσαντα διάδικο μόνον τα έξοδα τα οποία ήσαν απαραίτητα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης (τέλη χαρτοσήμου, τέλος δικαστικού ενσήμου, αμοιβή του δικηγόρου κ.λπ), ότι ο αιτών τα έξοδα πρέπει να υποβάλει κατάλογο των εξόδων και ότι αν δεν υποβληθεί τέτοιος κατάλογος, αρκεί και μόνη η υποβολή του σχετικού αιτήματος, για να προβεί το δικαστήριο στην εκκαθάριση των εξόδων.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει, από τα άρθρα 58 και 84 του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία με τον πελάτη του και αν δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή καθορίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα του Κώδικα Δικηγόρων.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63, 68, 69 του Κώδικα Δικηγόρων, εφόσον δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, η αμοιβή του πρώτου για τη σύνταξη κυρίας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, το οποίο (ποσοστό), εάν η αξία αυτή μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ, ορίζεται σε 2%. Η αμοιβή για την σύνταξη προτάσεων στον πρώτο βαθμό για τον δικηγόρο του εναγόμενου είναι ίση με την αμοιβή για την σύνταξη της αγωγής και για τον δικηγόρο του ενάγοντος ανέρχεται στο 1% αυτής, ενώ για την σύνταξη προτάσεων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η αμοιβή όλων των δικηγόρων είναι διπλάσια από την προηγούμενη. Όσον αφορά δε την αμοιβή του δικηγόρου για την παράστασή του στο Ειρηνοδικείο, σύμφωνα με το παράρτημα Ι του Κώδικα Δικηγόρων, αυτή ορίζεται στο ποσό των 89 ευρώ ενώ για την παράστασή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζον ως Εφετείο, ορίζεται στο ποσό των 130 ευρώ.
Στην προκειμένη περίπτωση η αξία του αντικειμένου της διαφοράς ανέρχεται στο ποσό των 19.784 ευρώ, το οποίο ζήτησε η εκκαλούσα-πρώτη ενάγουσα να υποχρεωθούν να της καταβάλουν εφεσίβλητοι. Εφόσον, δε, δεν υφίσταται έγγραφη συμφωνία μεταξύ των νικησάντων εφεσιβλήτων και της πληρεξουσίας δικηγόρου τους για την αμοιβή της, τα δικαστικά έξοδα, τα οποία αυτοί δικαιούνται, ανέρχονται, σύμφωνα με τις αναφερθείσες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων:
α. για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου σε ποσοστό 2% επί του αποτιμητού σε χρήμα αντικειμένου της αγωγής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 68 παρ.1 σε συνδυασμό με το άρθρο 63 παρ.1 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", ήτοι σε (19.784 χ 2% =) 395,68 ευρώ, χωρίς να δύναται να επιδικαστεί το αιτηθέν από τους εφεσιβλήτους για την ως άνω αιτία ποσό, καθ' ο μέρος υπερβαίνει την οριζόμενη στον κώδικα περί δικηγόρων αμοιβή για τη σύνταξη προτάσεων, αφού τα δικαστικά αυτά έξοδα, στην πληρωμή των οποίων καταδικάζεται o ηττώμενος διάδικος, ανήκουν στο νικήσαντα διάδικο και όχι στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, του οποίου την αμοιβή οφείλει αυτός να καταβάλει εξ ιδίων βάσει της μεταξύ τους υφιστάμενης σχέσης εντολής (ΑΠ 648/2009 ΕλλΔνη 2011.424), β.
για την παράσταση της πληρεξουσίας τους δικηγόρου ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου σε 89 ευρώ, γ. για αγορά ενσήμων σε 5 ευρώ, δ. για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου σε ποσοστό 4% επί του αποτιμητού σε χρήμα αντικειμένου της αγωγής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 69 παρ.1 σε συνδυασμό με το άρθρο 63 παρ.1 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", ήτοι σε (19.784 x 4% =) 791,36 ευρώ, ε.
για την παράσταση της πληρεξουσίας τους δικηγόρου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου σε 130 ευρώ, ήτοι για την ως άνω αιτία (σύνταξη προτάσεων και παράσταση της πληρεξουσίας τους δικηγόρου ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου) το ποσό των 921,36 ευρώ, πλην, όμως, οι εφεσίβλητοι αιτούνται το ποσό των 322,40 ευρώ (βλ.
σχετ. την υπ' αριθμ. 497/03.01.2020 απόδειξη παροχής υπηρεσιών της πληρεξουσίας δικηγόρου των εναγομένων), το οποίο και τελικώς τους επιδικάζεται (άρθρο 106 ΚΠολΔ), ε. έξοδα για φωτοτυπίες ποσού 3,50 ευρώ και στ. έξοδα για αγορά μεγαροσήμων ποσού 2 ευρώ, ήτοι συνολικώς το ποσό των οκτακοσίων δεκαεπτά ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών (817,58 ευρώ)".
Έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας και υποχρέωσε την ηττηθείσα εκκαλούσα- αναιρεσείουσα στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης των εφεσιβλήτων-αναιρεσιβλήτων και την αμοιβή της πληρεξουσίας δικηγόρου τους, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε, καθόσον υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτό και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που αμέσως προηγήθηκε, και στο αποτέλεσμα του δικανικού συλλογισμού του.
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το οικείο μέρος, η αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ίδιων διατάξεων από τον αρ.1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ, με εσφαλμένη εφαρμογή, είναι αβάσιμος. Επιπλέον, ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην ίδια απόφαση, η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ.6 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ, ήτοι της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ζήτημα της καταψήφισης της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής της πληρεξουσίας δικηγόρου των εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων, σε βάρος της εκκαλούσας- αναιρεσείουσας, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον στο αναιρετήριο, δεν εκτίθεται ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται σε αυτή ώστε να είναι πλήρης η αιτιολογία, δηλαδή δεν αναφέρεται ποιο είναι το, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, υπαγωγικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε, εν προκειμένω, το δικαστήριο της ουσίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης κατά της 35/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ., η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η τελευταία, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24.06.2021 αίτηση, για αναίρεση της 35/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που δίκασε ως Εφετείο.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ