Legislator Case Law & Legislation
42/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court misinterpreted lease documents regarding tenant status.

Case Number 42/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Single Judge Court of Appeal's decision in a lease dispute. The appellants argued the appellate court misinterpreted specific lease agreements to incorrectly identify the tenant, but the court found this claim contradictory to their earlier argument that the court failed to consider the same documents. Ultimately, the court ruled the appellate court correctly analyzed the documents and reached the proper evidentiary conclusion based on the evidence presented.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal argument claiming a lower court misinterpreted specific documents is inadmissible if it contradicts the appellant's prior argument that the lower court failed to consider those same documents, and the appellate court's interpretation is deemed correct upon review.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal inadmissibility contradictory arguments lease contract interpretation evidentiary conclusion tenant status determination Single Judge Court of Appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 42 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 42/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: ...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παπαγεωργίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "..."), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Γεωργιάδη και Αναστασία Μαγείρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (...), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Β. Του αναιρεσείοντος - καθ ου η κλήση: Β. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ι. Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "..."), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Γεωργιάδη και Αναστασία Μαγείρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2013 αγωγή της ήδη υπό στοιχ. Α και Β αναιρεσίβλητης - καλούσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκε με τις από 25-11-2015 και 18-11-2015 πρόσθετες παρεμβάσεις των υπό στοιχ. Α και Β 1ου και 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση, αντίστοιχα, καθώς και με την από 23-10-2015 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το υπό στοιχ. Α αναιρεσείον με την από 21-2-2020 αίτησή του και ο υπό στοιχ. Β αναιρεσείων με την από 19-2-2020 αίτησή του. Εκδόθηκαν οι 445/2022 και 446/2022, αντίστοιχα, αποφάσεις του Αρείου Πάγου, οι οποίες διέταξαν την επανάληψη των συζητήσεων σε νέα δικάσιμο, που θα οριστεί με επιμέλεια των διαδίκων. Οι υποθέσεις επανέρχονται για συζήτηση με τις από 7-4-2022 και 5-4-2022 κλήσεις της αναιρεσίβλητης - καλούσας.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του Δικαστηρίου τούτου (17-2-2023) συζητήθηκαν 1) η από 21.2.2020 (αριθ. κατ. 1906/194/2020) αίτηση της ..., στρεφόμενη κατά των α) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικό- Εταιρεία Διαχείρισης και Αξιοποίησης Ακινήτων Ελληνικού Αεροδρομίου Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "....", β) ... και γ) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... και 2) η από 19.2.2020 (αριθ. κατ. 1902/193/2020) αίτηση του Β. Σ., στρεφόμενη κατά των α) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", β) ... και γ) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου .... Οι αιτήσεις αυτές, οι οποίες συζητήθηκαν αρχικά κατά τη δικάσιμο της 24-9-2021, μετά δε την έκδοση επ' αυτών, των υπ' αριθμ. 445/2022 και 446/2002, αντιστοίχως, αποφάσεων του παρόντος δικαστηρίου, με τις οποίες διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως, επαναφέρθηκαν νομίμως προς συζήτηση, με τις από 5-4-2022 και 7-4-2022 κλήσεις της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η προσβαλλομένη με τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως υπ' αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Η ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνικό- Εταιρεία Διαχείρισης και Αξιοποίησης Ακινήτων Ελληνικού Αεροδρομίου Α.Ε.", άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... την από 15-7-2013 (αριθ. κατ. 100438/2317/2013) αγωγή της κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος (στην από 19.2.2020 αίτηση αναιρέσεως) Β.

Σ., με την οποία, ισχυρισθείσα ότι η ίδια έχει συσταθεί δυνάμει του άρθρου 42 του ν. 3943/2011, με σκοπό τη διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση του ακινήτου του πρώην ... και ότι, με τη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 4062/2012, περιήλθε αυτοδικαίως σ' αυτή, από τη δημοσίευση του νόμου (στις 30-3-2012), η διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση των ακινήτων και των επ' αυτών κτιρίων και εγκαταστάσεων, με τα παραρτήματα και τα συστατικά τους, του ..., ενώ, με το ίδιο άρθρο 7, η ίδια υπεισήλθε αυτοδικαίως σε όλες τις συμβάσεις μίσθωσης, παραχώρησης κ.λπ., ως εκ τούτου δε, και 1) στην από 28-1-2001 σύμβαση μισθώσεως μεταξύ του Ταμείου Προνοίας ... (που κατά το χρόνο εκείνο είχε τη χρήση, διαχείριση και εκμετάλλευση του χώρου) και του εναγόμενου, όπως αυτή παρατάθηκε και τροποποιήθηκε, δυνάμει της οποίας εκμισθώθηκε στον εναγόμενο το ευρισκόμενο στη χερσονησίδα ...

κατάστημα (εστιατόριο) ..., με τον αύλειο χώρο του και 2) στην από 5-7-2001 σύμβαση μισθώσεως μεταξύ του ... ... (που κατά το χρόνο εκείνο είχε τη χρήση, διαχείριση και εκμετάλλευση του χώρου) και του ιδίου εναγόμενου, δυνάμει της οποίας εκμισθώθηκε στον τελευταίο έκταση 870 τ.μ., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως χώρος για την εξυπηρέτηση του αναψυκτηρίου και εστιατορίου του.

Ότι ο εναγόμενος, παρότι είχε ενημερωθεί, με επιστολή και με εξώδικη πρόσκληση- δήλωση, ότι η ίδια (ενάγουσα) είχε υπεισέλθει εκ του νόμου στις άνω μισθωτικές συμβάσεις και είχε κληθεί να καταβάλει σ' αυτήν όλα τα ληξιπρόθεσμα μισθώματα μετά την 30-3-2012, ουδέν κατέβαλε. Αφού δε δήλωσε ότι με την ένδικη αγωγή καταγγέλλει τις δύο ως άνω μισθώσεις, ζήτησε την απόδοση των μισθίων και την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων.

Επίσης, ενώπιον του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, ασκήθηκαν: 1) η από 23-10-2015 (αρ. κατ. 97933/2756/2015) υπέρ του εναγομένου πρόσθετη παρέμβαση της ..., η οποία επικαλέσθηκε, ως έννομο συμφέρον, ότι η έκταση στην οποία κείται το πρώτο από τα ένδικα ακίνητα [το (εστιατόριο) ..., με τον αύλειο χώρο του], στη χερσόνησο του ..., αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης 4.850 τ.μ., που ανήκει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στην ίδια.

Ειδικότερα, ισχυρίστηκε α) ότι η ίδια έχει συσταθεί ως ... νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου δυνάμει των άρθρων 1 παρ. 4 και 6 του Ν. 3027/2002 και της από ... αποφάσεως της ..., β) ότι στην κυριότητα και διαχείριση της ..., που βρίσκεται στην ομώνυμη χερσονησίδα ..., βάσει της υπ' αριθμ. 228/5-2-2008 αποφάσεως του ..., γ) ότι το ....

απέκτησε την κυριότητα του ευρύτερου κτήματος, στο οποίο βρίσκεται η άνω μισθωθείσα έκταση, με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις διατάξεις του ..., δ) ότι η κινητή και ακίνητη περιουσία του παρεκκλησίου περιήλθε κατά διοίκηση και διαχείριση στο ιδρυθέν με το Ν. 4606/1930 ... "... με σκοπό την απόκτηση εσόδων κατά την εκκίνηση της λειτουργίας του νεοσύστατου ασφαλιστικού ταμείου, βάσει των διατάξεων των άρθρων 11 του κωδ.

π.δ. της 6-9-1931 και 12 παρ. 1 του κωδ. Ν. 5439/1932, με την τελευταία από τις οποίες ορίζεται ότι "άπαντα τα εξωκκλήσια και ... τα έχοντα ετήσιο ακαθάριστο έσοδο ... άνω των 20 χιλιάδων δραχμών περιέρχονται από της ισχύος του παρόντος νόμου εις την κυριότητα του ..., εις ο περιέρχονται υπέρ της ασφαλίσεως του κλήρου και τα καθαρά έσοδα αυτών", προϋποθέσεις που συνέτρεχαν εν προκειμένω, ε) ότι με το άρθρο 21 παρ. 1 και 7 του Ν. 2084/1992 καταργήθηκαν οι κλάδοι σύνταξης και ασθένειας του ...

και υπήχθησαν στο Δημόσιο, ενώ ο κλάδος αρωγής του ... μετατράπηκε στο αυτοτελές "..., το οποίο θα συνέχιζε πλέον την καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους του, στ) ότι κατά την παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου 21 προβλέφθηκε ότι "Το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού, που προέρχεται από τους καταργούμενους κλάδους σύνταξης και ασθένειας του Τ.Α.Κ.Ε., οι πόροι που προβλέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού υπέρ των ανωτέρω κλάδων, καθώς και η κινητή και ακίνητη περιουσία τους, πλην των ιερών παρεκκλησίων και εξωκλησίων μετά της κινητής και ακινήτου περιουσίας τους τα οποία παραμένουν στην κυριότητα ή διοίκηση της διαχείρισης του ..., περιέρχονται από 1ης Ιανουαρίου 1993 στο Δημόσιο ως καθολικό διάδοχό του", ζ) ότι το ...

καταργήθηκε μεταγενέστερα ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο και κατέστη κλάδος του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων, με το άρθρο 17 του Ν. 3607/2007, με την παρ. 9 δε του ίδιου άρθρου προβλέφθηκε ότι "..., τη διοίκηση και διαχείριση των οποίων έχει το καταργούμενο Ταμείο, βάσει των διατάξεων του άρθρου 12 του κ.ν. 5439/1932 (ΦΕΚ 297/Α`), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 5889/1933 (ΦΕΚ 324/Α`), του άρθρου 5 του α.ν. 2200/1940 (ΦΕΚ 42/Α`) και της παραγράφου 9 του άρθρου 21 του ν.2084/1992, περιέρχονται από την πρώτη του τετάρτου μήνα από της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου, στις οικείες Εκκλησιαστικές Αρχές, οι οποίες καθίστανται καθολικοί διάδοχοι των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αυτών", η) ότι μετά την ως άνω ρύθμιση, όλα τα ...

και εξωκλήσια, με την κινητή και ακίνητη περιουσία τους, που είχαν υπαχθεί κατά διοίκηση- διαχείριση ... και μετέπειτα στο ...., επέστρεψαν, από 1-2-2008 στις οικείες εκκλησιαστικές αρχές, στις οποίες, κατά γεωγραφική περιοχή, ανήκουν και, συνεπώς, το ..., με την κινητή και ακίνητη περιουσία του, περιήλθε στη διοίκηση και διαχείριση της ιδίας (προσθέτως παρεμβαίνουσας ...

και θ) ότι, συνεπώς, η ενάγουσα- καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση "..." δεν έχει υπεισέλθει στην πρώτη από τις μισθωτικές σχέσεις (του καταστήματος ...Ο). Κατόπιν τούτου, ζήτησε να απορριφθεί η αγωγή, 2) η από 18-11-2015 (αρ. κατ. 105349/2993/2015) υπέρ της ενάγουσας πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... το οποίο, ισχυριζόμενο ότι αμφότερα τα μίσθια ακίνητα ανήκουν, κατά ποσοστό 30% στο ίδιο, που συστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3986/2011, και κατά το υπόλοιπο ποσοστό 70% στο ...

και ότι, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 7 του Ν. 4062/2012, η χρήση, διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση περιήλθε στην ενάγουσα, η οποία υπεισήλθε σε όλες τις μισθωτικές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και οι ένδικες, ζήτησε να γίνει δεκτή η αγωγή και 3) η από 25-11-2015 (αρ. κατ. 108640/3090/2015) υπέρ της ενάγουσας πρόσθετη παρέμβαση του ..., το οποίο, ισχυριζόμενο ότι το μείζον ακίνητο, στο οποίο ανήκουν τα δύο μίσθια ακίνητα, ανήκει και ανήκε ανέκαθεν στην κυριότητα του ιδίου και ότι, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 7 του Ν. 4062/2012, η χρήση, διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευσή του περιήλθε στην ενάγουσα, η οποία υπεισήλθε σε όλες τις συμβάσεις μισθώσεως, μεταξύ των οποίων και οι ένδικες μισθώσεις, ζήτησε να γίνει να γίνει δεκτή η αγωγή.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 61/2018 απόφασή του, αφού απέρριψε την πρώτη από τις πρόσθετες παρεμβάσεις, δέχτηκε τη δεύτερη και την τρίτη από αυτές, καθώς και την ένδικη αγωγή υποχρέωσε και 1) τον εναγόμενο και κάθε τρίτο που έλκει δικαιώματα από αυτόν ή κατέχει γι' αυτόν τα μίσθια, να αποδώσει αυτά στην ενάγουσα και 2) τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα, για οφειλόμενα μισθώματα, το συνολικό ποσό των 133.292,55 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής .

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου ... 1) η από 22-2-2018 (αρ. κατ. 18099/1216/2018) έφεση του εναγομένου ... και 2) η από 22-10-2018 (αρ. κατ. 98074/6781/2018) έφεση της προσθέτως υπέρ αυτού πρωτοδίκως παρεμβάσας .... Επί των εφέσεων αυτών, μετά από συνεκδίκασή τους, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία έγιναν αυτές τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν.

Η απόφαση αυτή προσβάλλεται με τις υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Α. Επί της από 21.2.2020 (αριθ. κατ. 1906/194/2020) αιτήσεως αναιρέσεως:

Με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1 και 7 του Ν. 4062/2012, προβλέπονται τα ακόλουθα: Η αξιοποίηση του πρώην Αεροδρομίου του Ελληνικού και της παράκτιας ... ... ... (πρώην ... ... και Εθνικό ... ...) συνιστά σκοπό εντόνου δημοσίου συμφέροντος, με τον οποίο επιδιώκεται ιδίως: α. Η συμβολή στους εθνικούς δημοσιονομικούς και αναπτυξιακούς στόχους για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.

β. Η προσέλκυση επενδύσεων και δραστηριοτήτων υψηλής προστιθέμενης αξίας για την οικονομία της ... και εν γένει της χώρας, καθώς και η ενίσχυση της επιχειρηματικής καινοτομίας. γ. Η δημιουργία θέσεων εργασίας σε τομείς με υψηλή ανταγωνιστικότητα για την οικονομία της ... και εν γένει της χώρας. δ. Η ανάδειξη της Αθήνας σε πολιτιστική μητρόπολη, τουριστικό πόλο διεθνούς ακτινοβολίας και σημαντικό κέντρο οικονομικής ανάπτυξης και επιχειρηματικότητας, καθώς και εκπαίδευσης και έρευνας, στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και των Βαλκανίων.

ε. Η δημιουργία ενός μητροπολιτικού πόλου πολλαπλών λειτουργιών, εθνικής εμβέλειας και διεθνούς αναφοράς. στ. Η εφαρμογή πρότυπων προγραμμάτων αστικής ανάπτυξης και ανασυγκρότησης και η απόδοση στο ευρύτερο μητροπολιτικό συγκρότημα της πρωτεύουσας χώρων πρασίνου και αναψυχής, καθώς και πολιτιστικών, αθλητικών, τουριστικών, εκπαιδευτικών, ερευνητικών και κοινωνικών υποδομών υψηλής ποιότητας.

ζ. Η εφαρμογή προτύπων σχεδίων, μεθόδων και τεχνικών για την αξιοποίηση του θαλάσσιου μετώπου του Σαρωνικού και τη στροφή της πόλης προς τη θάλασσα (άρθρο 1). Για τη συνδυασμένη ανάπτυξη των ακινήτων του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού, του πρώην ... ... ... και του ... ... ... ..., όπως αυτά εμφαίνονται στα τοπογραφικά διαγράμματα του άρθρου 7 και συγκροτούν από κοινού το ... - ..., καταρτίζεται και εγκρίνεται Σχέδιο Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης κατά τις διατάξεις του παρόντος (άρθρο 2 παρ. 1).

Η χρήση, διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση των ακινήτων και των επ' αυτών κτιρίων και εγκαταστάσεων, με τα παραρτήματα και τα συστατικά τους, του ... ... ... ..., εμβαδού 426.011,22 τ.μ., όπως η έκταση αυτή εμφαίνεται με τα στοιχεία Ε1', 75, 73', 54'', Ε1 ....Ε64', ακτογραμμή, Ε1\ καθώς και του πρώην ... ... ..., εμβαδού 529.792,60 τ.μ., όπως η έκταση αυτή εμφαίνεται με τα στοιχεία E64', Ε64, Ε65 ...

Ε146, ακτογραμμή, Ε64', αντιστοίχως, σε τοπογραφικά διαγράμματα κλίμακας 1:1.000 που θεωρήθηκαν από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και ... του Υπουργείου Οικονομικών και των οποίων αντίγραφα σε φωτοσμίκρυνση δημοσιεύονται με το νόμο αυτόν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, περιέρχονται αυτοδικαίως, από την έναρξη ισχύος του νόμου, στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ("....").

Η εταιρεία αυτή δικαιούται να ενεργεί κάθε σχετική πράξη διαχείρισης, αξιοποίησης και εν γένει εκμετάλλευσης για δικό της λογαριασμό και στο όνομά της. Από την έναρξη ισχύος του νόμου η εταιρεία υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις τυχόν συμβάσεις μίσθωσης, παραχώρησης ή άλλες συμβάσεις διοίκησης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης των παραπάνω ακινήτων (άρθρο 7 παρ. 1α).

Το ακίνητο του πρώην ..., του οποίου η χρήση, διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση περιήλθε στην "...." με το άρθρο 42 του Ν. 3943/2011 (Α' 66), με τα παραρτήματα και τα συστατικά του, συνολικής έκτασης 5.249.873,49 τ.μ., προσδιορίζεται κατά τα όριά του και εμφαίνεται με τα στοιχεία 1, 2, 3....317, 318, 319, 1 σε τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:1.000 που θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και ...

του Υπουργείου Οικονομικών και του οποίου αντίγραφο σε φωτοσμίκρυνση δημοσιεύεται με το νόμο αυτόν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 7 παρ. 1β). Ως προς το ακίνητο που βρίσκεται στο Εθνικό ... ... ... με τις επ' αυτού κτιριακές και άλλες εγκαταστάσεις τα εν γένει παραρτήματα και συστατικά του, συνολικής έκτασης 9.360,95 τ.μ., προσδιορίζεται κατά τα όρια του και εμφαίνεται με τα στοιχεία Α - Β - Γ - Δ ...

Χ - Ψ - Ω - Α (Παράρτημα 2) με χρονολογία Ιούνιος 2011 και κλίμακα 1:500, που θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και ... του Υπουργείου Οικονομικών και του οποίου αντίγραφο σε φωτοσμίκρυνση δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως... (άρθρο 7 παρ. 1γ). Οι διατάξεις του άρθρου 42 του ν. 3943/2011 εφαρμόζονται για όλα τα ακίνητα που ορίζονται στο παρόν άρθρο" (άρθρο 7 παρ. 2 εδ.

α). Η περίπτωση δ' της παραγράφου 3 του άρθρου 42 του ν. 3943/2011 αντικαθίσταται ως εξής: "Το ανωτέρω ακίνητο ορίζεται βάσει τοπογραφικού διαγράμματος που θεωρείται από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών και ... του Υπουργείου Οικονομικών ή τη Διεύθυνση Τοπογραφικών Εφαρμογών του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής" (άρθρο 7 παρ. 2 εδ.

γ). Η σύμφωνα με το άρθρο 42 του Ν. 3943/2011 και το παρόν άρθρο μεταβίβαση στην "...." της χρήσης, διοίκησης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης των ακινήτων και των επ' αυτών κτιρίων και εγκαταστάσεων, με τα παραρτήματα και τα συστατικά τους, όπως τα ακίνητα αυτά εμφαίνονται στα τοπογραφικά διαγράμματα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, μεταγράφεται ατελώς στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο και στο Κτηματολόγιο (άρθρο 7 παρ. 3).

Περιέρχονται στο ... κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, με τα παραρτήματα και τα συστατικά τους, τα παρακάτω ακίνητα, τα οποία βρίσκονται στην έκταση του ..., όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: α. Εκτάσεις του πρώην ..., με τα κτίσματα, συστατικά και παραρτήματα που βρίσκονται σε αυτές, συνολικού εμβαδού 169.448,20 τ.μ., όπως αυτές εμφαίνονται με στοιχεία 1.1, 1.2, 1.3, 1.4, 1.1 και 1.5, 1.6, 1.7, 1.8, 1.5 στο από Οκτώβριο 2012 τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1: 1000 που θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και ...

του Υπουργείου Οικονομικών, αντίγραφο του οποίου δημοσιεύεται σε φωτοσμίκρυνση με το νόμο αυτό στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II - διάγραμμα 1). β. Κτίσμα του πρώην ..., εμβαδού 149,80 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται με στοιχεία 2.1, 2.2, 2.3, 2.4, 2.1. στο από Οκτώβριο 2012 τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1: 200 που θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και ...

του Υπουργείου Οικονομικών, αντίγραφο του οποίου δημοσιεύεται σε φωτοσμίκρυνση με το νόμο αυτόν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II- διάγραμμα 2). γ. Έκταση του πρώην ..., με τα κτίσματα, συστατικά και παραρτήματα που βρίσκονται σε αυτή, εμβαδού 38.688,30 τ.μ., όπως αυτή εμφαίνεται με στοιχεία 3.1, 3.2, 3.12, 3.13, 3.1 στο από Οκτώβριο 2012 τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1: 500 που θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και ...

του Υπουργείου Οικονομικών, αντίγραφο του οποίου δημοσιεύεται σε φωτοσμίκρυνση με τον παρόντα νόμο στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II- διάγραμμα 3). Το φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, στο οποίο δημοσιεύεται ο παρών νόμος, καταχωρίζεται στα βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου και στο αρμόδιο Γραφείο ....

Η ως άνω καταχώριση απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος ή αμοιβή, συμπεριλαμβανομένου κάθε τέλους, εισφοράς ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου ή οποιουδήποτε νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και ασφαλιστικών οργανισμών ή τρίτων και αμοιβών ή ανταποδοτικών τελών υποθηκοφυλάκων και πάσης φύσης ανταποδοτικών τελών (άρθρο 7 παρ. 4).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος, η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος, ενώ, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους, να θέσει σε ισχύ νόμους, τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων διαφορών ή προστίμων.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Η παραβίαση, δηλαδή, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται, υπό την επίκληση παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 997/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 42/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 844/2022, Α.Π. 703/2022, Α.Π. 1373/2019, Α.Π. 1003/2019).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 1493/2021, Α.Π. 390/2021, Α.Π. 148/2021, Α.Π. 466/2019).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και, για το λόγο αυτό, γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, ..., σε σχέση με την παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η ενάγουσα, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, κατέστη εκ του νόμου εκμισθώτρια του πρώτου των επιδίκων ακινήτων (καταστήματος - εστιατορίου "...", με τον αύλειο χώρο του), λόγω του ότι αυτό κείται εντός των ορίων του ... ... ... ..., επικαλείται, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά μεν το πρώτο σκέλος του, πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., της ευθείας παραβίασης των άρθρων 7 παρ. 1α του Ν. 4062/2012, 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, κατά δε το δεύτερο δε σκέλος του, πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., της εκ πλαγίου παραβίασης των ίδιων ως άνω διατάξεων, με την αιτίαση ότι η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1α του Ν. 4062/2012, αναφέρεται στα ακίνητα που ανήκουν στην κατοχή και διαχείριση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικό και ... ... ..." και δεν πρόκειται για γεωγραφικό τοπωνύμιο, όπως εσφαλμένα, αλλά και με ελλιπείς αιτιολογίες, δέχτηκε το Εφετείο, η κρίση του δε αυτή συνιστά μονομερή παρέμβαση, εν είδει απαλλοτρίωσης, περιουσιακών (ενοχικών) δικαιωμάτων της (αναιρεσείουσας), χωρίς αποζημίωση.

Το Μονομελές Εφετείο ..., με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. ... απόφασή του, που παραδεκτή επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), σε σχέση με τον ως άνω πρώτο λόγο αναιρέσεως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Ιδιαίτερα εν όψει και των ανωτέρω εκτεθέντων, που δεν αντικρούστηκαν με πληρότητα και πειστικότητα από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας, αποδείχτηκε ότι περιήλθαν αυτοδικαίως, εκ του νόμου, από τη δημοσίευση του προαναφερθέντος Ν. 4062/2012 (ΦΕΚ 70 Α/30-3-2012"), ήτοι από τις 30-3-2012 και εφεξής, στην τώρα ενάγουσα- και ήδη πρώτη εφεσίβλητη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη)ανώνυμη εταιρία με το διακριτικό τίτλο "...." ...

η χρήση, διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση των ακινήτων και των επ' αυτών κτιρίων και εγκαταστάσεων, με τα παραρτήματα και τα συστατικά τους, κείμενων στο Εθνικό ... ... ... ..., εμβαδού 426.011,22 τ.μ., όπως αυτό προσδιορίζεται κατά τα όριά του με τα στοιχεία ΕΓ, 75, 73', 54", ΕΙ, Ε2 ... Ε63, Ε64, Ε64', ακτογραμμή, ΕΓ, ΕΙ καθώς και στο πρώην ... ... ..., εμβαδού 529.792,60 τ.μ., όπως η έκταση αυτή εμφαίνεται με τα στοιχεία Ε 64\ Ε64, Ε65 ," Ε146, ακτογραμμή, Ε64\ αντιστοίχως, σε τοπογραφικά διαγράμματα κλίμακας 1: 1.000, που θεωρήθηκαν από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και ...

του Υπουργείου Οικονομικών και των οποίων αντίγραφα σε φωτοσμίκρυνση δημοσιεύτηκαν με τον ως άνω νόμο στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εντός της οποίας, προπεριγραφείσας μείζονος εδαφικής έκτασης, αποδείχτηκε πλήρως από όλα τα ανωτέρω αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα ότι βρίσκονται αμφότερα τα ανωτέρω περιγραφέντα επίδικα μίσθια ακίνητα, των οποίων η ενάγουσα αιτείται την υπό του εναγόμενου απόδοση με την ιδιότητα της εκμισθώτριας αυτών, ότι δυνάμει των προαναφερόμενων διατάξεων του ως άνω νόμου 4062/2012, από τη δημοσίευση του προαναφερθέντος Ν. 4062/2012 (30-3-2012 ) και εφεξής, αυτοδικαίως, η τώρα ενάγουσα- εφεσίβλητη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) δικαιούτο να ενεργεί κάθε σχετική πράξη διαχείρισης, αξιοποίησης και εν γένει εκμετάλλευσης για δικό της λογαριασμό και στο όνομά της, καθώς και ότι από την έναρξη ισχύος του προαναφερθέντος νόμου, ήτοι από τις 30-3-2012 και εφεξής, η τώρα ενάγουσα-εφεσίβλητη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) υπεισήλθε αυτοδικαίως εκ του ως άνω νόμου σε όλες τις συμβάσεις μίσθωσης, παραχώρησης ή άλλες συμβάσεις διοίκησης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης των παραπάνω ακινήτων, συνακόλουθα ή ενάγουσα υπεισήλθε αυτοδικαίως από την έναρξη ισχύος του προαναφερθέντος νόμου, ήτοι από τις 30-3-2012 και εφεξής, ως εκμισθώτρια στις επίδικες από 28-01-2001 και από 5.7.2001 (αντίστοιχες) συμβάσεις μίσθωσης των δύο ...

μισθίων ακινήτων, απορριπτόμενων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των τώρα εκκαλούντων- εναγομένου και προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντος. Ενισχυτικό των προαναφερθέντων είναι ιδιαίτερα το γεγονός ότι το [παρεμβαίνον στην παρούσα δίκη υπέρ της ως άνω ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητο] ... (ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο), στην κυριότητα του οποίου ανήκουν, κατ' άρθρο 7 παρ. 5 του Ν. 4062/2012 ...

αμφότερα τα επίδικα μίσθια ακίνητα, συνομολογεί ρητά και κατηγορηματικά [...] ότι η ενάγουσα από τις 30-3-2012 και εφεξής έχει υπεισέλθει ως εκμισθώτρια, δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 7 του ως άνω Ν. 4062/2012 (εκτός των άλλων) και στις προαναφερθείσες επίδικες από 28.1.2001 και από 5.7.2001 μισθωτικές συμβάσεις των προπεριγραφέντων δύο επίδικων μισθίων ακινήτων.

Συνακόλουθα, ιδία εν όψει των προεκτεθέντων, που δεν αντικρούστηκαν με πληρότητα και πειστικότητα από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας, αποδείχτηκε πλήρως ότι από τις 30-3-2012 και εφεξής, η τώρα ενάγουσα- πρώτη εφεσίβλητη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) "..." κατέστη εκ του νόμου, δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 7 του ν. 4062/2012, αυτοδικαίως, αποκλειστική νομέας και κάτοχος της προαναφερθείσας μείζονος έκτασης, εμβαδού 426.011,22 τ.μ.

του ως άνω Ε.Α.Κ.Ν. ... ..., μέσα στα όρια του οποίου ευρίσκονται και τα δύο ως άνω τώρα επίδικα μίσθια ακίνητα, των οποίων η ενάγουσα αιτείται την απόδοση από τον εναγόμενο μισθωτή τους, από την ίδια δε ως άνω ημερομηνία (30-3-2012), δυνάμει του ίδιου ως άνω άρθρου 7 του ν. 4062/2012, η τώρα ενάγουσα- πρώτη εφεσίβλητη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) "..." υπεισήλθε αυτοδικαίως, εκ του ως άνω νόμου, σε όλες τις συμβάσεις μίσθωσης, παραχώρησης ή άλλες συμβάσεις διοίκησης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης των περιεχόμενων στην ως άνω μείζονα έκταση ακινήτων και των επ' αυτών κτιρίων και εγκαταστάσεων, με τα παραρτήματα και τα συστατικά τους, του ... ... ... ..., ώστε, συνακόλουθα, η ενάγουσα υπεισήλθε αυτοδικαίως [...] ως εκμισθώτρια στην από 28-01-2001 σύμβαση μισθώσεως που είχε συναφθεί εγγράφως μεταξύ του ...

ως εκμισθωτή και του τώρα εναγομένου ως μισθωτή..." Δηλαδή, το Εφετείο δέχτηκε, αναιρετικώς ανέλεγκτα, ότι το πρώτο από τα ένδικα μίσθια ακίνητα (ήτοι το ευρισκόμενο στη χερσόνησο του ... κατάστημα - εστιατόριο "...", με τις βεράντες και τον αύλειο χώρο του), περιέχεται στη μείζονα εδαφική έκταση του ... ... ... ..., εμβαδού 426.011,22 τ.μ., η χρήση, διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση της οποίας, μετά των επ' αυτής κτιρίων και εγκαταστάσεων, με τα παραρτήματα και τα συστατικά τους, περιήλθε εκ του νόμου, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 7 παρ. 1α του νόμου 4062/2012 και από τη δημοσίευση αυτού, στις 30-3-2012, στην εφεσίβλητη, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία έκτοτε υπεισήλθε αυτοδικαίως ως εκμισθώτρια, με βάση την ίδια διάταξη, σε όλες τις συμβάσεις μισθώσεως, μεταξύ των οποίων και η επίδικη, από 28-01-2001, σύμβαση του προπεριγραφέντος μισθίου καταστήματος "...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω εφαρμοσθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1α του νόμου 4062/2012, αφού συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της. Και τούτο διότι, στην ως άνω διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1α του Ν. 4062/2012, δεν προβλέπεται ότι περιέρχεται στην ενάγουσα, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη "....", η διαχείριση των ακινήτων και των επ' αυτού κτιρίων και εγκαταστάσεων, που ανήκαν στην κατοχή και διαχείριση του Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Εθνικό και ... ... ... ...", στο οποίο είχε παραχωρηθεί η διαχείριση του εν λόγω ακινήτου, όπως αβάσιμα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, αλλά των ακινήτων που κείνται εντός της ευρύτερης εκτάσεως του ... ... ... ..., εμβαδού 426.011,22 τ.μ., όπως αυτή οριοθετείται επακριβώς, με βάση το τοπογραφικό διάγραμμα, που θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και ...

του Υπουργείου Οικονομικών και αντίγραφο του οποίου, σε φωτοσμίκρυνση, δημοσιεύθηκε με τον ίδιο νόμο (4062/2012) στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην οποία, κατά τα ανελέγκτως αναιρετικά δεκτά γενόμενα, περιλαμβάνεται το ως άνω ένδικο μίσθιο ακίνητο. Τούτο επιρρωνύεται και από τις αναφερθείσες παραπάνω διατάξεις 1) του άρθρου 1 του ίδιου ως άνω νόμου, κατά την οποία "η αξιοποίηση του πρώην Αεροδρομίου του Ελληνικού και της παράκτιας ... ... ... (πρώην ... ...

και Εθνικό ... ...) συνιστά σκοπό εντόνου δημοσίου συμφέροντος..." και 2) του άρθρου 7 παρ. 1 περ. γ' του ίδιου νόμου, κατά την οποία "ως προς το ακίνητο που βρίσκεται στο Εθνικό ... ... ... με τις επ' αυτού κτιριακές και άλλες εγκαταστάσεις τα εν γένει παραρτήματα και συστατικά του..." στις οποίες δεν γίνεται καμία αναφορά σε ακίνητα που κατέχει και διαχειρίζεται το Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Εθνικό και ... ... ... ...", αλλά, στη μεν πρώτη, σε αξιοποίηση της παράκτιας ... ... ..., που περιλαμβάνει το πρώην ... ... και το Εθνικό ... ..., στη δε δεύτερη, σε ακίνητο που βρίσκεται στο Εθνικό ... ... ....

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η περαιτέρω αιτίαση, της ευθείας παραβίασης των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, πέραν του απαραδέκτου αυτής, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή των συγκεκριμένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, ενόψει του ότι, υπό την αναιρετικώς ανέλεγκτη παραδοχή του Εφετείου, ότι το αναιρεσείον ...

Ν.Π.ΔΔ. ουδέποτε απέκτησε τη χρήση, διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση του ως άνω πρώτου επιδίκου μισθίου ακινήτου και ότι, συνακόλουθα, ουδέποτε υπεισήλθε νομίμως, ως εκμισθωτής, στην ένδικη μίσθωση στην θέση του αρχικού εκμισθωτή ..., δεν τίθεται θέμα παραβίασης των ως άνω διατάξεων, που προβλέπουν, αντιστοίχως, την προστασία της ιδιοκτησίας και το σεβασμό της περιουσίας των (φυσικών ή νομικών) προσώπων.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., της εκ πλαγίου παραβίασης των ίδιων ως άνω διατάξεων, πέραν του απαραδέκτου αυτού, αφού, με το πρόσχημα της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, ενόψει του ότι τα ως άνω, ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, πραγματικά περιστατικά, βάσει του πραγματικού της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 1α του Ν. 4062/2012, που εφαρμόστηκε, καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, την παραδοχή δηλαδή ότι η ενάγουσα- ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη υπεισήλθε αυτοδικαίως, ως εκμισθώτρια, στην από 28-01-2001 μισθωτική σύμβαση του ως άνω μισθίου (καταστήματος "...").

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος και αβάσιμος, υπό τις προεκτεθείσες διακρίσεις.

Από τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1, 2, 9 και 11 του Ν. 3607/2007, προβλέπονται τα ακόλουθα: Το Ταμείο Προνοίας ... (....), που προήλθε ύστερα από μετονομασία του Τ.Α.Κ.Ε., βάσει των διατάξεων της παρ. 7 του άρθρου 21 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165/Α`) και διέπεται από τις διατάξεις της νομοθεσίας του Κλάδου Αρωγής του μετονομαζόμενου Τ.Α.Κ.Ε., καταργείται από την πρώτη του τέταρτου μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου (παρ. 1).

Στο Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων (Τ.Π.Δ.Υ.) συνιστάται από την ίδια παραπάνω ημερομηνία Κλάδος με την ονομασία "... ..., ο οποίος στο εξής θα αποκαλείται "Κλάδος", στον οποίο υπάγονται υποχρεωτικά: α) οι ασφαλισμένοι του καταργούμενου Ταμείου, β) οι εφεξής διοριζόμενοι με την ιδιότητα με την οποία θα ασφαλίζονταν υποχρεωτικά στο καταργούμενο Ταμείο.

Ο Κλάδος αυτός έχει πλήρη οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια και σε καμία περίπτωση δεν γίνεται μεταφορά κεφαλαίων από τους λοιπούς κλάδους που υφίστανται στο Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων" (παρ. 2)... ..., τη διοίκηση και διαχείριση των οποίων έχει το καταργούμενο Ταμείο, βάσει των διατάξεων του άρθρου 12 του κ.ν. 5439/1932 (ΦΕΚ 297/Α`), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 5889/1933 (ΦΕΚ 324/Α`), του άρθρου 5 του α.ν. 2200/1940 (ΦΕΚ 42/Α`) και της παραγράφου 9 του άρθρου 21 του ν.2084/1992, περιέρχονται από την πρώτη του τετάρτου μήνα από της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου, στις οικείες Εκκλησιαστικές Αρχές, οι οποίες καθίστανται καθολικοί διάδοχοι των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αυτών.

Με απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων καθορίζεται ποσοστό επί των ετήσιων εσόδων τους που θα περιέρχεται στον Κλάδο Προνοίας Ορθόδοξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος. Εκκρεμείς δίκες που προέκυψαν από τη λειτουργία του καταργούμενου Ταμείου που αφορούν τα ιερά ...

και εξωκλήσια και την περιουσία τους συνεχίζονται υπέρ ή κατά των οικείων Εκκλησιαστικών Αρχών χωρίς διακοπή (παρ. 9). Τα ακίνητα του πρώην Τ.Α.Κ.Ε. και του καταργούμενου Ταμείου (....) περιέρχονται κατά κυριότητα από την πρώτη του τέταρτου μήνα από τη δημοσίευση του νόμου αυτού κατά τα 2/3 στο ... και κατά το 1/3 στο Τ.Π.Δ.Υ.

για λογαριασμό του Κλάδου, χωρίς την καταβολή φόρων, τελών ή δικαιωμάτων υπέρ τρίτων. Τυχόν εκκρεμείς δίκες που αφορούν τα ακίνητα αυτά με διάδικο το καταργούμενο Ταμείο συνεχίζονται υπέρ ή κατά του Δημοσίου και του Τ.Π.Δ.Υ., χωρίς διακοπή. Για τη μεταβίβαση της κυριότητας των ανωτέρω ακινήτων στο Δημόσιο και στο Τ.Π.Δ.Υ.

για λογαριασμό του Κλάδου Προνοίας ..., κατά το ποσοστό κυριότητας τους, εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, η οποία μεταγράφεται ατελώς στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ή στα Κτηματικά Βιβλία (παρ. 11). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 1 εδ.

α', 2 εδ. α', 3 του Ν. 3943/2011, συνιστάται ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ - ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ " και με διακριτικό τίτλο "...." (παρ. 1 εδ. α'). Η Εταιρεία λειτουργεί χάριν του δημόσιου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας (παρ. 2 εδ.

α'). Σκοπός της Εταιρείας είναι η διοίκηση, η διαχείριση και η αξιοποίηση της έκτασης και των εγκαταστάσεων του πρώην .... Με την παρέλευση ενός μηνός από την πρώτη συγκρότηση του Διοικητικού Συμβουλίου η διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση του ακινήτου και των επ' αυτού κτιρίων και εγκαταστάσεων του πρώην ..., με τα παραρτήματα και τα συστατικά του, περιέρχονται αυτοδικαίως στην Εταιρεία, η οποία δικαιούται να ενεργεί κάθε σχετική πράξη διαχείρισης, αξιοποίησης και εν γένει εκμετάλλευσης για δικό της λογαριασμό και στο όνομά της.

Από την ίδια ως άνω ημερομηνία η εταιρεία υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις τυχόν συμβάσεις μίσθωσης, παραχώρησης ή άλλες συμβάσεις διοίκησης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης των ως άνω ακινήτων. Ο κινητός εξοπλισμός όλων των ανωτέρω κτιρίων και εγκαταστάσεων περιέρχεται σε αυτήν κατά κυριότητα χωρίς αντάλλαγμα, μετά από προηγούμενη καταγραφή και τη σύνταξη και υπογραφή σχετικού πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής.

Το ανωτέρω ακίνητο ορίζεται βάσει τοπογραφικού διαγράμματος που θεωρείται από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών και ... του Υπουργείου Οικονομικών ή τη Διεύθυνση Τοπογραφικών Εφαρμογών του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (παρ. 3, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 7 του Ν. 4062/2012, που ισχύει από την 30/3/2012).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 περ. ζ' του π.δ. 34/1995 "Περί κωδικοποίησης διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2741/1999, δεν υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος οι μισθώσεις ακινήτων εντός αρχαιολογικών χώρων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι δεν θεωρείται εμπορική μίσθωση και δεν υπάγεται στις προστατευτικές διατάξεις του παραπάνω π.δ/τος, η μίσθωση ακινήτων εντός αρχαιολογικών χώρων.

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 972/2022, Α.Π. 313/2022, Α.Π. 3/2021, Α.Π. 255/2020).

Ακόμη, "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στην γέννηση ή κατάλυση του ασκουμένου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (Α.Π. 415/2023, Α.Π. 1682/2022, Α.Π. 972/2022, Α.Π. 661/2022).

Εν όψει τούτων, δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 2049/2022, Α.Π. 972/2022, Α.Π. 1266/2020, Α.Π. 901/2020). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π. 972/2022, Α.Π. 274/2022, Α.Π. 510/2022, Α.Π. 322/2021), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 367/2023, Α.Π. 661/2022, Α.Π. 510/2022, Α.Π. 274/2022).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 2004/2022, Α.Π. 1929/2022, Α.Π. 1715/2022, Α.Π. 1446/2022).

Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο εφέσεώς του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.Α.Π. 15/2000, Α.Π. 1728/2022, Α.Π. 1446/2022, Α.Π. 995/2022, Α.Π. 505/2022).

Περαιτέρω, και στις περιπτώσεις των εξαιρέσεων αυτών, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.Α.Π. 15/2000, Α.Π.1928/2022, Α.Π. 1586/2021).

Όπως δε προαναφέρθηκε, το καθιερούμενο από την αμέσως πιο πάνω διάταξη απαράδεκτο, αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγους αναιρέσεως (Α.Π. 1716/2022, Α.Π. 1222/2021), ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 1 του εν λόγω άρθρου (Α.Π. 344/2019, Α.Π. 1586/2021, Α.Π. 279/2019). Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (Α.Π. 13/2023, Α.Π. 839/2023, Α.Π. 1949/2022, Α.Π. 1556/2022). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι στην προσβαλλομένη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1602/2022, Α.Π. 70/2022, Α.Π. 439/2020,).

Επίσης, για το ορισμένο του κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως, σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, χωρίς να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τον περί τούτου αναιρετικό λόγο, ισχυρισμό που προτάθηκε, πρέπει να διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι σχετικές πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, προκειμένου να κριθεί εάν ιδρύεται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

αναιρετικός λόγος, λόγω του ότι πράγματι δεν ελήφθη υπόψη ο εν λόγω ισχυρισμός (σχετ. Α.Π. 16/2023, Α.Π. 235/2019, Α.Π. 34/2015). Επομένως, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθ. 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ.), καθώς και η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθ. 559 αριθ.8 β' του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς επιστήριξη του διατακτικού της αποφάσεως, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναιρέσεως.

Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτών των αναιρετικών λόγων, αφού, έτσι, δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή τους με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (Ολ.Α.Π. 28/1998, 27/1998, 32/1996, Α.Π. 1886/2022, Α.Π. 1791/2022, Α.Π. 1523/2022, Α.Π. 57/2022).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1354/2022, ΑΠ 804/2022, Α.Π. 1350/2021, Α.Π. 87/2021), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 1858/2022, Α.Π. 1354/2022, Α.Π. 804/2022, Α.Π. 1467/2021), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Ωστόσο, στην προσβαλλομένη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 566/2023, Α.Π. 386/2023, Α.Π. 1354/2022, Α.Π. 804/2022).

Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (Α.Π. 386/2023, Α.Π. 1698/2022, Α.Π. 1551/2022, Α.Π. 804/2022). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, καθώς και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1022/2022, Α.Π. 57/2022, Α.Π. 424/2021, Α.Π. 15/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδει την προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες 1) από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με τις κατατεθείσες ενώπιόν του προτάσεις της ισχυρισμό, ότι η περιοχή του ... ..., στην οποία κείται το ένδικο μίσθιο ακίνητο (κατάστημα "..."), έχει κηρυχθεί, δυνάμει της υπ' αριθμ. 256666/11-9-1957 αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, αρχαιολογικός χώρος, ο οποίος (ισχυρισμός) είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού η περιοχή αυτή, ως τοιαύτη, δεν υπάγεται στις προστατευτικές διατάξεις του παραπάνω π.δ/τος 34/1995, όπως εσφαλμένα δέχτηκε το δικαστήριο και 2) από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., της ευθείας παραβίασης της διατάξεως του άρθρου 4 παρ. 1 περ.

ζ' του π.δ. 34/1995 "Περί κωδικοποίησης διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", με την αιτίαση ότι, παρότι το ως άνω ένδικο μίσθιο ακίνητο κείται εντός αρχαιολογικού χώρου και, συνεπώς, δεν υπάγεται στις διατάξεις του ως άνω π.δ., δέχτηκε ότι η εν λόγω μίσθωση παρατάθηκε σιωπηρά, μετά την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου της, ως εμπορική.

Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως, κατά το ανωτέρω υπό τον αριθμό 1 σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η αναιρεσείουσα επικαλείται με το αναιρετήριο ότι τον ισχυρισμό αυτό είχε προτείνει στο Εφετείο, με τις προτάσεις που υπέβαλε κατά τη συζήτηση ενώπιόν του, και όχι με λόγο της εφέσεώς της, όπως απαιτείται, για το παραδεκτό αυτού, κατά την αναφερθείσα παραπάνω νομική σκέψη, ενόψει του ότι η ίδια είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, κατά τον οποίο απορρίφθηκε η ασκηθείσα εκ μέρους της πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του κυρίως ενάγοντος, και είχε ασκήσει έφεση.

Σε κάθε δε περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας ..., προκύπτει ότι ισχυρισμός με το περιεχόμενο αυτό ουδόλως είχε προταθεί εκ μέρους της, με λόγο εφέσεως. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το υπό τον αριθμό 2 σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει του ότι, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, και με δεδομένο ότι δεν διερευνήθηκε από αυτό, ως μη νομίμως προταθείς, ο ισχυρισμός ότι το ως άνω ένδικο μίσθιο ακίνητο βρίσκεται εντός αρχαιολογικού χώρου και, συνακόλουθα, δεν υπάγεται στις προστατευτικές διατάξεις του π.δ. 34/1995, ορθώς δεν εφαρμόστηκε η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 περ.

ζ' του εν λόγω π.δ., αφού δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ως αβάσιμος, υπό τις προεκτεθείσες διακρίσεις. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει την προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες 1) από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την παραδοχή ότι μετά την κατάργηση του ... (....) το πρώτο από τα ένδικα μίσθια ακίνητα (το κατάστημα "..."), περιήλθε κατά κυριότητα στο Δημόσιο και στο Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων (Τ.Π.Δ.Υ.), κατά ποσοστό 2/3 και 1/3, αντιστοίχως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 11 του Ν. 3607/2007, εσφαλμένα, αλλά και με ελλιπείς αιτιολογίες, εφάρμοσε την, μη εφαρμοστέα εν προκειμένω, παράγραφο 11 του άρθρου 17 του Ν. 3607/2007, και δεν εφάρμοσε τη διάταξη της παραγράφου 9 του ίδιου ως άνω άρθρου, που ήταν εφαρμοστέα και 2) από τον αριθμό 8 περ.

β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με τους πρώτο και πέμπτο λόγο της εφέσεώς της -και αποδεικνυόμενο από α) τις από 21-7-2008, 1-11-2010, 1-11-2011 και 5-7-2012 τροποποιητικές μισθωτικές συμβάσεις μεταξύ της ιδίας (αναιρεσείουσας) και της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ...", β) την υπ' αριθμ. ...

απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, γ) την από 13.8.2009 γνωμοδότηση του νομικού συμβούλου της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δ) την υπ' αριθμ. 2/2000 γνωμοδότηση του Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων, ε) το υπ' αριθμ. Β1/30215/20310/3120/16.9.2009 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικής Ασφάλισης, στην οποία περιλαμβάνεται και η υπ' αριθμ. 329/13.8.2009 γνωμοδότηση- απάντηση του Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου, Σ Π.

και στ) την υπ' αριθμ. Β1/30215/28392/4466/29.11.2010 υπουργική απόφαση- διαπιστωτική πράξη περιγραφής ακινήτων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας - ισχυρισμό, ότι το ...., κείμενο στη θέση "... ...", στην παραλιακή περιοχή της περιφέρειας του Δήμου ... στο θαλάσσιο μέτωπο μπροστά από το πρώην αεροδρόμιο Ελληνικού, Δήμου ... ..., αποτελεί βυζαντινό ναό, χτισμένο περίπου τον 14ο αιώνα, στο οποίο ανήκει κατά κυριότητα η έκταση στην οποία κείται το πρώτο από τα επίδικα μίσθια ακίνητα (εστιατόριο "...").

Ότι η κινητή και ακίνητη περιουσία του ως άνω παρεκκλησίου περιήλθε, κατά διοίκηση και διαχείριση, στο ιδρυθέν με τον ν. 4606/1930 (Α' 138) "Ταμείο Ασφαλίσεως ..." (Τ.Α.Κ.Ε.), βάσει των διατάξεων των άρθρων 11 του κωδ. π.δ. της 6.9.1931 (Α' 363), και 12 παρ. 1 του κωδ. ν. 5439/1932 (Α' 297), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 5889/1933 (Α' 324) με σκοπό, μεταξύ άλλων, την απόκτηση ορισμένων εσόδων κατά την εκκίνηση της λειτουργίας του νεοσύστατου τότε ασφαλιστικού Ταμείου.

Ότι με το άρθρο 21 παρ. 1 και 7 του ν. 2084/1992 καταργήθηκαν οι Κλάδοι σύνταξης και ασθένειας του Ταμείου Ασφαλίσεως ... ... και υπήχθησαν στο Δημόσιο, ενώ ο Κλάδος αρωγής (κλάδος "εφ' άπαξ παροχής" των κληρικών) του ... μετατράπηκε στο αυτοτελές "Ταμείο Πρόνοιας ..." (...), το οποίο θα συνέχιζε πλέον την καταβολή του εφ' άπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους του και στο οποίο περιήλθε η κινητή και ακίνητη περιουσία των ...ου καταργηθέντος ..., σύμφωνα με την παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου 21 του ν. 2084/1992.

Ότι με το άρθρο 17 του Ν. 3607/2007 καταργήθηκε το ..., ως αυτοτελές ΝΠΔΔ και υπήχθη πλέον ο Κλάδος αρωγής στο Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων (Τ.Π.Δ.Υ.) υπό την ονομασία ... ..., στο οποίο πλέον υπάγονταν όλοι οι ασφαλισμένοι του καταργούμενου ... και οι εφεξής διοριζόμενοι κληρικοί, όλοι δε οι ναοί αυτοί (... και εξωκλήσια), μετά της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους, που είχαν υπαχθεί κατά διοίκηση-διαχείριση στο ...., επέστρεψαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου δέκατου εβδόμου παρ. 9 του ν. 3607/2007, από την 1η 2.2008 στις "οικείες εκκλησιαστικές αρχές", στις οποίες κατά γεωγραφική περιοχή ανήκουν.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως προς όλα τα σκέλη του (από τους αριθμούς 1, 8β' και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση τις οποίες το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν ήταν, εν προκειμένω, εφαρμοστέα η διάταξη της παραγράφου 9 του άρθρου 17 του Ν. 3607/2007, ώστε να διερευνηθεί αν ελήφθη ή όχι υπόψη ο παραπάνω, καταλυτικός του ασκηθέντος με την ένδικη αγωγή, δικαιώματος, ισχυρισμός.

Σε κάθε όμως περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχτηκε, ανελέγκτως αναιρετικά, σε συνέχεια των παραδοχών της που παρατέθηκαν παραπάνω, κατά τη διερεύνηση του πρώτου λόγου αναιρέσεως, τα ακόλουθα: "...δεν αποδείχτηκε, με πληρότητα και πειστικότητα, η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού αμφότερων των τώρα εκκαλούντων (ήδη αναιρεσειόντων) ότι το προαναφερθέν πρώτο επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητα του προσθέτως υπέρ του εναγομένου παρεμβαίνοντος (ήδη αναιρεσείοντος) ...., καθώς και ότι το προσθέτως υπέρ του εναγομένου προσθέτως παρεμβαίνον (ήδη αναιρεσείον) είναι ο εκμισθωτής του πρώτου επιδίκου ακινήτου...

Ιδία ... αποδείχτηκε ότι το ως άνω εκκαλούν (προσθέτως υπέρ του εναγομένου παρεμβαίνον) ... Ν.Π.ΔΔ. (αναιρεσείον), ουδέποτε απέκτησε τη χρήση, διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση του ως άνω πρώτου επιδίκου μισθίου ακινήτου, και ότι (συνακόλουθα) ουδέποτε υπεισήλθε νομίμως ως εκμισθωτής στην ένδικη μίσθωση, στη θέση του αρχικού εκμισθωτή ..., αντιθέτως αποδείχτηκε πλήρως ότι στην ένδικη μίσθωση υπεισήλθε αυτοδικαίως και νομίμως, από τις 30-3-2012 και εφεξής, ως εκμισθώτρια..., η τώρα ενάγουσα - πρώτη εφεσίβλητη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), που, συνακόλουθα, νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής [...].

Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως ... ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το Νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενων ως αβάσιμων το λόγων έφεσης αμφοτέρων των ενδίκων εφέσεων, που υποστηρίζουν τα αντίθετα...". Δηλαδή, το Εφετείο δέχτηκε ότι η κυριότητα του (πρώτου από τα ένδικα) μισθίου ακινήτου (καταστήματος "..."), περιήλθε στο Δημόσιο και στο Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων (Τ.Π.Δ.Υ.), κατά ποσοστό 2/3 και 1/3 αντιστοίχως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 11 του Ν. 3607/2007, και όχι στο ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, το οποίο ουδέποτε απέκτησε τη χρήση, διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση αυτού και, συνακόλουθα, δεν υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση, κατόπιν τούτου δε απέρριψε την έφεση αυτού, με το οποίο υποστήριζε τα αντίθετα.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 11 του Ν. 3607/2007 και ορθά δεν εφάρμοσε την, μη εφαρμοστέα εν προκειμένω, παράγραφο 9 του ιδίου άρθρου 17 του Ν. 3607/2007, με σαφείς δε και πλήρεις αποδείξεις και αφού έλαβε υπόψη και απέρριψε κατ' ουσίαν τους ως άνω, προβληθέντες με λόγους εφέσεως, αντίθετους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι στην ένδικη σύμβαση μισθώσεως υπεισήλθε η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη "...", υπό την επίκληση δε των ως άνω πλημμελειών, επιχειρείται να πληγεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω, αν ήθελε εκτιμηθεί, κατά τη νοηματική εκτίμηση του τετάρτου αναιρετικού λόγου, ότι η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα, που αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε, όπως αυτά προαναφέρθηκαν, ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν επικαλείται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ότι τα έγγραφα αυτά τα επικαλέστηκε και τα προσκόμισε παραδεκτά στο Εφετείο, για την απόδειξη των ισχυρισμών της.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Σε κάθε όμως περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία αναφέρεται, επί λέξει, ότι "...από την προσήκουσα επανεκτίμηση ...

όλων ανεξαιρέτως των νομίμως επικαλούμενων και προσκομισθέντων εγγράφων, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ..., όπως μερικά απ' αυτά αναφέρονται παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο από την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς...αποδείχτηκαν πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...", καθώς και από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, για να διαμορφώσει το άνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομισθεί από τους διαδίκους, μεταξύ των οποίων και τα ως άνω, φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη, έγγραφα.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και αβάσιμος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Με τον λόγο αυτό ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η παράβαση του νόμου, δηλαδή η ψευδής ερμηνεία ή η εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων.

Για να ιδρυθεί ο ως άνω λόγος αναιρέσεως απαιτείται να περιέχει η προσβαλλομένη απόφαση θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (Α.Π. 592/2023, Α.Π. 2115/2022, ΑΠ 509/2022, ΑΠ 210/2022) και, συνεπώς, δεν ιδρύεται, αν η προσβαλλομένη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου, δηλαδή αν προκύπτει από το περιεχόμενό της ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν απασχολήθηκε με την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου (Ολ.Α.Π. 1339/1985, Α.Π. 1185/2022, Α.Π. 110/2022, Α.Π. 2115/2022, ΑΠ 1485/2021).

Εξάλλου, η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή, ως προς την έννοια διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν, από μόνες τους, για να ιδρύσουν το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αν, κατά τα λοιπά, δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της αποφάσεως, δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Επίσης, η πλεοναστική παράθεση στην απόφαση διατάξεων, που δεν έχουν εφαρμογή στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν καθιστά αναιρετέα την απόφαση, εφόσον οι διατάξεις αυτές παρέμειναν στην ουσία ανεφάρμοστες και δεν οδηγήθηκε τελικώς το δικαστήριο, με βάση τις διατάξεις αυτές, σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και, κατ' επέκταση, σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου (ΑΠ 1681/2022, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 684/2013).

Τέλος, λόγος αναιρέσεως, ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (Α.Π. 492/2020, Α.Π. 1241/2019, Α.Π. 1449/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείoυσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 38/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ...

και την υπ' αριθμ. 1904/2014 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι δεν περιέχεται σ' αυτή θετική ή αρνητική κρίση ως προς την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου, που απορρέει από τις εν λόγω αποφάσεις.

Επί του ζητήματος τούτου το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε ότι "...αποδείχτηκε πλήρως ... πως το ως άνω πρώτο επίδικο δεν περιλαμβανόταν στην ακίνητη περιουσία του ... και δεν περιήλθε (συνακόλουθα) στην κυριότητα του τώρα εκκαλούντος και υπέρ του εναγομένου παρεμβαίνοντος (ήδη αναιρεσείοντος) ....

Ενισχυτικό των ως άνω προεκτεθέντων είναι ιδιαίτερα η μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη τελεσίδικη υπ' αρ. 38/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ... (Δημόσιο - Τμήμα 2ο), με την οποία απορρίφθηκε η από 25-11-2015 και με αρ. κατάθ. 6937/2015 έφεση του τώρα εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) .... κατά της υπ' αρ. 834/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε απορριφθεί η (σχετική) από 25-2-2013 και με αρ.

κατάθ. 33799/922/2013 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του τώρα εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) ...., την οποία αυτό είχε ασκήσει μόλις το έτος 2013, σε σχέση με το ως άνω τώρα πρώτο επίδικο μίσθιο ακίνητο. Συγκεκριμένα, το τώρα εκκαλούν και προσθέτως υπέρ του εναγομένου- εκκαλούντος παρεμβαίνον ... Ν.ΠΔ.Δ. (ήδη αναιρεσείον), άσκησε μόλις το έτος 2013 σε σχέση με το ως άνω τώρα πρώτο επίδικο μίσθιο ακίνητο (ως τμήμα μείζονος έκτασης 4.850 τ.μ.,) κατά του 1) ..., 2) του ΝΠΔΔ με την επωνυμία Τ.Π.Δ.Υ., 3) της τώρα ενάγουσας "....", 4) της Α.Ε.

με την επωνυμία "...." (ήδη αναιρεσιβλήτους) την από 25-2-2013 και με αρ. κατάθ. 33799/922/2013 αγωγή του, με την οποία το τώρα εκκαλούν ... Ν.ΠΔ.Δ. ισχυριζόταν ειδικότερα ότι το ίδιο, έχοντας συσταθεί ως ... νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, έχει στην κυριότητα, διοίκηση και διαχείρισή του το ευρισκόμενο στη χερσονησίδα ...

του Δήμου ... ... ...., το οποίο (...) υφίσταται εκεί πολύ πριν από την 12.9.1985, απεικονιζόταν σε γερμανικό χάρτη της περιοχής των ετών 1881-1882 βορείως επί της χερσονησίδας, στην οποία έδωσε το όνομά του. Ότι το ... αυτό έχει στην κυριότητά του μείζονα οικοπεδική έκταση στην παραλιακή περιοχή της περιφέρειας του Δήμου ... ..., συνολικού εμβαδού 11 στρεμμάτων περίπου, την οποία απέκτησε από αμνημονεύτων χρόνων κατά τις διατάξεις του ...

και δη των νόμων 1 και 26 κωδ (1.2) και της ..., αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας με διάνοια κυρίου πράξεις νομής (φύλαξη, εποπτεία, καλλιέργεια) συνεχώς και αδιαταράκτως πριν την 12.9.1885 και επέκεινα. Ότι μέσα στην έκταση των 11 στρεμμάτων περιλαμβάνεται η επιμέρους επίδικη της ως άνω αγωγής έκταση των 4.850 τ.μ., κείμενη στη χερσονησίδα ...

του Δήμου ... ... ...., η οποία περιγραφόταν λεπτομερώς κατά θέση, έκταση και όρια στο ως άνω αγωγικό δικόγραφο και αποτυπωνόταν στο συνημμένο στην ως άνω αγωγή από Οκτώβριο 1998 τοπογραφικό διάγραμμα, περιλαμβανόταν δε σε αυτήν κτίσμα, το οποίο λειτουργεί ως κέντρο ψυχαγωγίας, που φέρει τον διακριτικό τίτλο "...", δηλαδή το τώρα επίδικο πρώτο μίσθιο ακίνητο.

Ότι με το άρθρο 12 του ν. 5439/1932, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 5889/1933, το ...., με την κινητή και ακίνητη περιουσία του, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης έκτασης, περιήλθε στην κυριότητα, διοίκηση και διαχείριση του Ταμείου Ασφάλισης Κληρικών Ελλάδος (Τ.Α.Κ.Ε.). Ότι με το άρθρο 21 του ν. 2084/1992 το Τ.Α.Κ.Ε.

μετονομάσθηκε σε ... και ότι το τελευταίο συνέχισε, ως καθολικός διάδοχος του Τ.Α.Κ.Ε., να διοικεί και να διαχειρίζεται τα ... με όλη την περιουσία τους. Ότι, στη συνέχεια, με το ν. 3607/2007 καταργήθηκε το .... ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο και υπήχθη ως κλάδος στο Ταμείο Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων (Τ.Π.Δ.Υ.). Ότι με το άρθρο δέκατο έβδομο παρ. 9 του ν. 3607/2007, το συγκεκριμένο ..., με την κινητή και ακίνητη περιουσία του, περιήλθε από την 5.2.2008 στην κυριότητα, διοίκηση και διαχείριση του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος.

Ότι οι εναγόμενοι αμφισβητούν την κυριότητα του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος των 4.850 τ.μ. ως εξής: [...]. Επί της ως άνω αγωγής εξεδόθη η ... υπ' αρ. 834/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω από 25-2-2013 και με αρ. κατάθ. 33799/922/2013 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του τώρα εκκαλούντος ....

και στην συνέχεια εξεδόθη η ... υπ' αρ. 38/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ... που απέρριψε την κατ' αυτής έφεση, ως προς όλους τους λόγους αυτής, κατά τα σε αυτήν εκτιθέμενα. Πρέπει να τονιστεί εδώ επίσης ότι το άνω ... Ν.Π.Δ.Δ.(τώρα εκκαλούν) είχε ασκήσει ενώπιον του Σ.Τ.Ε την από 13 Μαρτίου 2013 αίτησή του κατά των Υπουργών: 1) Οικονομικών και 2) Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, και κατά των παρεμβαινουσών: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..., (τώρα ενάγουσας - εφεσίβλητης) (ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης) με την οποία ζητούσε την ακύρωση της Β1/30215/28392/4466/29.11.2010 πράξεως του Υπουργού Οικονομικών και του Αναπληρωτή Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, κατά το μέρος της, με το οποίο διαπιστώθηκε ότι, μετά την κατάργηση του (προαναφερθέντος) ... (...) περιήλθε στην κυριότητα του ...

και του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΔΠΔΥ), εξ αδιαιρέτου κατά τα ποσοστά των δύο τρίτων (2/3) και του ενός τρίτου (1/3) αντιστοίχως, το κείμενο στη χερσονησίδα του ... ... ... εξοχικό κέντρο "..." (ήδη πρώτο μίσθιο ακίνητο της ένδικης αγωγής ) μετά εδαφικής εκτάσεως 4.850 τετραγωνικών μέτρων, επί της οποίας ...

εξεδόθη η υπ' αρ. 1904/2014 απόφαση της Ολομέλειας του Σ.Τ.Ε. στο σκεπτικό της οποίας κρίθηκε, εκτός των άλλων εκεί αναφερόμενων, αφενός ότι: η συσταθείσα με τον ν. 3943/2011(Α' 66) ανώνυμη εταιρεία "Ελληνικό - Εταιρεία Διαχείρισης και Αξιοποίησης Ακινήτων Ελληνικού Αεροδρομίου Α.Ε." (τώρα ενάγουσα - εφεσίβλητη), "στην οποία έχουν περιέλθει, δυνάμει του άρθρου 7 παρ. 1 α' του ν. 4062/2012 (Α' 70), τα δικαιώματα διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκμεταλλεύσεως των ακινήτων του ...

εντός μείζονος εκτάσεως που καταλαμβάνει και το ακίνητο, στο οποίο αναφέρεται η προσβαλλόμενη πράξη" με έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς παρεμβαίνει στη ως άνω δίκη (επί της οποίας εξεδόθη η ως άνω 1904/2014 απόφαση της Ολομέλειας του Σ.Τ.Ε.), ζητώντας την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως, αφετέρου (κρίθηκε με την ως άνω 1904/2014 απόφαση της Ολομέλειας του Σ.Τ.Ε.) ότι: "7.

Επειδή, η προσβαλλόμενη πράξη δεν εκδόθηκε κατ' ενάσκηση δημοσίας εξουσίας ούτε αποβλέπει στη θεραπεία δημοσίου σκοπού. Επάγεται δε η προσβαλλόμενη πράξη έννομα αποτελέσματα έναντι της αιτούσης στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, διότι μετά την έκδοση και τη μεταγραφή της στα βιβλία μεταγραφών του οικείου υποθηκοφυλακείου, σύμφωνα με το άρθρο δέκατο έβδομο παρ. 11 του ν. 3607/2007, η αιτούσα πρέπει να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια για να διεκδικήσει από το ...

και από το ΤΠΔΥ την κυριότητα του ακινήτου, ως νόμιμη διάδοχος του ... κατά τους ισχυρισμούς της.

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση, με την οποία η αιτούσα αναρμοδίως διεκδικεί ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας την κυριότητα του ακινήτου, στο οποίο αναφέρεται η προσβαλλόμενη πράξη, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη ... Απορριπτόμενης δε της αιτήσεως, πρέπει να γίνουν δεκτές οι παρεμβάσεις...", στη συνέχεια απορρίφθηκε η ως άνω αίτηση ως απαράδεκτη και έγιναν δεκτές οι ως άνω παρεμβάσεις.

Ιδία εν όψει και όλων των ανωτέρω αναλυτικά εκτεθέντων, δεν αποδείχτηκε με πληρότητα και πειστικότητα η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού αμφότερων των τώρα εκκαλούντων ότι το προαναφερθέν πρώτο επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητα του προσθέτως υπέρ του εναγομένου παρεμβαίνοντος ...., καθώς και ότι το προσθέτως υπέρ του εναγομένου προσθέτως παρεμβαίνον είναι ο εκμισθωτής του πρώτου επιδίκου ακινήτου...".

Με την ως άνω κρίση του, το Εφετείο, δεν αποφάνθηκε, ως προς την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου, που να απορρέει από την υπ' αριθμ. 38/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ... και την υπ' αριθμ. 1904/2014 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως προς την αναιρετικώς ανέλεγκτη παραδοχή της ότι το ως άνω πρώτο επίδικο μίσθιο ακίνητο (κατάστημα "...") δεν περιλαμβανόταν στην ακίνητη περιουσία του ...

και, συνακόλουθα, δεν περιήλθε στην κυριότητα του ήδη αναιρεσείοντος ...., και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια. Η αναφορά σ' αυτήν, της εκδόσεως και του περιεχομένου των ως άνω αποφάσεων, συνιστά επιχείρημα του Εφετείου, από την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, υποστηρικτικό και ενισχυτικό της ανωτέρω κρίσης του, που στηρίζει πλήρως το διατακτικό της (βλ. 14ο φύλλο προσβαλλομένης αποφάσεως, ρητά αναφέρεται: "Ενισχυτικό των ως άνω προεκτεθέντων είναι ιδιαίτερα η προσκομιζόμενη ...

υπ' αρ. 38/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ......"). Και είναι, μεν, αληθές ότι στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνεται νομική σκέψη, που αναφέρεται στις περί δεδικασμένου διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του Κ.Πολ.Δ., καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 50 παρ. 5 π.δ. 18/1989, που κωδικοποίησε το ν.δ. 170/1973 περί του Συμβουλίου της Επικρατείας και 197 παρ. 1 εδ.

α' ΚΔΔ (ν. 2717/1999). Οι περιεχόμενες όμως, στη μείζονα σκέψη, ως άνω διατάξεις, παρέμειναν ανεφάρμοστες κατ' ουσίαν και, συνακόλουθα, η πλεοναστική αυτή αναφορά τους, που δεν επιστηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν καθιστά αυτήν αναιρετέα, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 121.2.2020 (αριθ. κατ. 1906/194/2020) αίτηση αναιρέσεως. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν κατέβαλε κατά την άσκηση της αναιρέσεως παράβολο, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 παρ. 4 του Ν. 590/1977 και 6 του Ν. 3027/2002. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν, καθόσον η ερμηνεία των κανόνων που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 και 183 του Κ.Πολ.Δ). Β. Επί της από 19.2.2020 (αριθ. κατ. 1902/193/2020) αιτήσεως αναιρέσεως:

Από τη διάταξη του άρθρου 68 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον", προκύπτει ότι, ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση.

Δηλαδή, για τη νομιμοποίηση, αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ' αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής. Η έλλειψη, άλλωστε, νομιμοποιήσεως εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, ελλείψει διαδικαστικής προϋποθέσεως της δίκης.

Ενόψει της ανωτέρω φύσεως της νομιμοποιήσεως, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο, των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποιήσεως περιστατικών, συνιστά, όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος αποδείξεως, με συνέπεια, σε περίπτωση που ο τελευταίος δεν αποδείξει τον περί νομιμοποιήσεως ισχυρισμό, να απορρίπτεται η αγωγή για έλλειψη (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποιήσεως (Α.Π. 55/2022, Α.Π. 915/2021, A.Π. 46/2020, Α.Π. 649/2017, Α.Π. 59/2017).

Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., με τους οποίους ορίζεται, αντιστοίχως, ότι κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., αποσκοπούν στην ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη, εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δηλώσεως, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δηλώσεως, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη (Α.Π. 46/2023, Α.Π. 204/2022, Α.Π. 1259/2021, Α.Π. 1166/2021, ΑΠ 630/2021).

Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Αντικείμενο ερμηνείας, είναι η δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, στην κανονιστική της μόνο διάσταση, ως φορέα ενός νομικώς κρισίμου νοήματος, ενώ η ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ως εμπειρικώς διαπιστώσιμων φαινομένων, αποτελεί μόνον αντικείμενο αποδείξεως (Α.Π. 1544/2022, Α.Π. 301/2022, Α.Π. 1286/2021).

Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται και εκ πλαγίου, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με σαφήνεια και πληρότητα, όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (Α.Π. 1465/2022, Α.Π. 1184/2022, Α.Π. 206/2022, Α.Π. 70/2022).

Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (Ολ.Α.Π. 26/2004, Α.Π. 1096/2022, Α.Π. 630/2021, Α.Π. 133/2021) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.Α.Π. 26/2004) ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (Α.Π. 1584/2022, Α.Π. 1544/2022, Α.Π. 1289/2022, Α.Π. 70/2022).

Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του Α.Κ., δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (Α.Π. 1595/2022, Α.Π. 1096/2022, Α.Π. 630/2021).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (Α.Π. 46/2023, Α.Π. 1184/2022, Α.Π. 1096/2022).

Για να είναι, δηλαδή, ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει, αμέσως ή εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή, παρότι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες.

Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1544/2022, Α.Π. 354/2022, Α.Π. 1286/2021, Α.Π. 1350/2018). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 8/2005).

Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, αλλά ούτε και λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του Κ.Πολ.Δ., τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 412/2022, Α.Π. 35/2022, Α.Π. 1285/2021, Α.Π. 161/2021).

Συνεπώς, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 582/2023, Α.Π. 1620/2022, Α.Π. 1285/2021, Α.Π.161/2021). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο με ακρίβεια, η εντοπιζόμενη στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αντίφαση των διατάξεων αυτής, συνεπεία της οποίας εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και, κατ' επέκταση, είναι αδύνατη η εκτέλεσή της (Α.Π. 1444/2022, Α.Π. 366/2020, Α.Π. 1199/2018, Α.Π. 385/2017).

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (Ολ.Α.Π. 25/2003).

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής, κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 385/2022, Α.Π. 122/2022, Α.Π. 14/2022, Α.Π. 498/2021). Ο ανωτέρω όμως, εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, απορρίπτεται ως αβάσιμος, εάν από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1836/2022, Α.Π. 1319/2022, Α.Π. 294/2022, Α.Π. 62/2022), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως (Α.Π. 1836/2022, Α.Π. 1062/2022, Α.Π. 385/2022, Α.Π. 19/2021).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν αναιρετικός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα, με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (Α.Π. 1702/2022, Α.Π. 1525/2022, Α.Π. 1016/2020).

Ο όρος "πράγματα", στη διάταξη αυτή, έχει το ίδιο εννοιολογικό περιεχόμενο με τον αντίστοιχο του άρθρου 559 αρ. 8 του ιδίου κώδικα, αφορά δηλαδή σε ισχυρισμούς, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (Α.Π. 1702/2022, Α.Π. 1539/2022, Α.Π. 646/2022, Α.Π. 384/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλείται συλλήβδην αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8, 9, 10, 11, 17, 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενος, κατ' εκτίμηση των αναφερόμενων στο αναιρετήριο, ότι ο Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση: 1) δέχτηκε ότι η ενάγουσα, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", υπεισήλθε αυτοδικαίως, ως εκμισθώτρια, στις ένδικες συμβάσεις μισθώσεως, στις οποίες ο ίδιος (αναιρεσείων), είχε την ιδιότητα του μισθωτή μέχρι την καταγγελία τους, που έγινε με την άσκηση της ένδικης αγωγής, χωρίς αποδείξεις και χωρίς να λάβει υπόψη α) τον παραδεκτά προβληθέντα από αυτόν ισχυρισμό, ότι αα) μισθωτής των μισθίων ακινήτων δεν είναι ο ίδιος, αλλά η -προελθούσα, από μετατροπή της έχουσας ως αντικείμενο την εκμετάλλευση του καταστήματος "..." ατομικής του επιχείρησης- εταιρεία με την επωνυμία "... ....", που υπεισήλθε στη μισθωτική σύμβαση, του πρώτου από τα ένδικα μίσθια ακίνητα (του καταστήματος "..."), από της συστάσεώς της, το Σεπτέμβριο του 2001, με εκμισθωτή το "Ταμείο Προνοίας ... (...)", άλλως από την 21-7-2008, με εκμισθώτρια, δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 9 του Ν. 3607/2007, την ... ...

με την οποία (η ομόρρυθμη εταιρεία) συμβλήθηκε με συνεχείς συμβάσεις παράτασης της μίσθωσης και αναπροσαρμογής μισθώματος, καταβάλλοντας προς αυτή τα οφειλόμενα μισθώματα, και η οποία απασχολούσε προσωπικό, υπέβαλε δηλώσεις φόρου εισοδήματος, κάνοντας αποκλειστικά χρήση αμφοτέρων των επιδίκων μισθίων ακινήτων και β) τα προσκομισθέντα προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού έγγραφα και δη, ως προς μεν το πρώτο από τα ένδικα μίσθια ακίνητα (κατάστημα "...") αα) το από 21-8-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό παρατάσεως μισθώσεως, ββ) το από 1-11-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήσεως της από 28-1-2001 συμβάσεως μισθώσεως, γγ) το από 1-11-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήσεως της από 28-1-2001 συμβάσεως μισθώσεως, δδ) το από 5-7-2012 χειρόγραφο συμφωνητικό μείωσης του μισθώματος και παράτασης της μισθώσεως, που συνήφθησαν μεταξύ του ... "... ..." και της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ....", καθώς επίσης και την άδεια λειτουργίας του καταστήματος "...", η οποία από το έτος 2001 έχει χορηγηθεί στην ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία, τις αποδείξεις καταβολής μισθωμάτων από την ίδια, τη χορηγηθείσα σ' αυτή άδεια παραστάσεων και την απευθυνόμενη προς αυτή από 14-1-2013 εξώδικη όχληση- κλήση- δήλωση της αναιρεσίβλητης "...", ως προς δε το δεύτερο μίσθιο ακίνητο, αα) το από 25-4-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ του ... ...

και της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που ο ίδιος υπέγραψε ως διαχειριστής της τελευταίας και ββ) το από 2-4-2013 συμφωνητικό μεταξύ του ... ... και της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", με το οποίο ρυθμίστηκαν οι οφειλές της τελευταίας προς τον εκμισθωτή, 2) παρότι δέχτηκε, κατ' ακριβή μεταφορά από το αναιρετήριο, ότι "...ο εκμισθωτής, καίτοι δεν είναι κύριος του μισθίου, έχει το δικαίωμα (μόνο αυτός) να αξιώσει το μίσθωμα ή να ασκήσει τις συναφείς αγωγές απόδοσης του μισθίου και ότι ο κύριος (πλήρης ή ψιλός) ή ο επικαρπωτής του μισθίου δεν δικαιούνται (αν δεν είναι και εκμισθωτές) να ασκήσουν οιαδήποτε αγωγή από τη μίσθωση για καταβολή μισθωμάτων ή απόδοση του μισθίου, ακόμη και αν έληξε η μίσθωση, αλλά μόνο την κυριότητα ή νομή...", στη συνέχεια, αντιφατικά, έκρινε ότι η "... ..." δεν υπήρξε εκμισθώτρια του πρώτου από τα ένδικα μίσθια ακίνητα, αφήνοντας αδίκαστο το σχετικό ισχυρισμό του, 3) έκρινε ότι εκμισθώτρια στην πρώτη από τις ένδικες συμβάσεις μισθώσεως είναι η ενάγουσα, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, και μισθωτής αμφοτέρων των μισθωτικών συμβάσεων ο εναγόμενος, ήδη αναιρεσείων, ερμηνεύοντας εσφαλμένα, αλλά και με ελλιπείς αιτιολογίες, τη βούληση, κατ' ακριβή μεταφορά από το αναιρετήριο, "...

της εκμισθώτριας "... ..." και της μισθώτριας εταιρείας, σύμφωνα με την οποία αμφότερες θέλησαν να συμβληθούν και συμβλήθηκαν με σύμβαση μίσθωσης για τη χρήση του πρώτου επιδίκου ακινήτου, η οποία ... είναι έγκυρη, καθότι ουδείς αντέδρασε (κύριος, διαχειριστής, διοικητής κλπ)..." και 4) ότι κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία, κατ' ακριβή μεταφορά από το αναιρετήριο, "αυτός που κάνει ακώλυτη χρήση του χώρου και καταβάλλει το αντίτιμο για τη χρήση αυτού, που έχει άδεια λειτουργίας για τη λειτουργία της επιχειρήσεώς του σ' αυτόν, έχει την ιδιότητα μισθωτή και αυτός που λαμβάνει το αντίτιμο έχει την ιδιότητα του εκμισθωτή", δέχτηκε ότι εκμισθωτής και μισθωτής αντίστοιχα, στις ένδικες συμβάσεις μισθώσεως, είναι η πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και ο ήδη αναιρεσείων, και όχι το ...

ΝΠΔΔ "... ..." και η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ....", αντιστοίχως. Οι προπαρατεθείσες αιτιάσεις, δεν εστιάζονται, ούτε μπορούν να ταυτοποιηθούν με τον επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα, από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικό λόγο, αφού δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα απαραίτητα προς θεμελίωσή του στοιχεία, όπως αυτά εκτίθενται στην προπαρατιθεμένη νομική σκέψη.

Ειδικότερα, δεν εξειδικεύονται ποιες είναι οι αντιφατικές διατάξεις, που περιέχονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, συνεπεία των οποίων εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και, κατ' επέκταση, καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της, ώστε να στοιχειοθετηθεί η επικαλούμενη παράβαση από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ..

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του. Περαιτέρω, το Μονομελές Εφετείο ..., με την ως άνω προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον, για τη διερεύνηση των λοιπών αναιρετικών λόγων τμήμα της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), επιπλέον των παραδοχών αυτής που αναφέρθηκαν παραπάνω, κατά τη διερεύνηση των λόγων της συνεκδικασθείσας από 21.2.2020 (αριθ.

κατ. 1906/194/2020) αιτήσεως αναιρέσεως της ..., τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Τα επίδικα μίσθια ακίνητα ... είναι ξεχωριστά, μισθωθέντα υπό διαφορετικών εκμισθωτών στον ίδιο [τώρα εναγόμενο - εκκαλούντα] (ήδη αναιρεσείοντα), μισθωτή, ακίνητα και ειδικότερα: Α) το πρώτο επίδικο μίσθιο ακίνητο, είναι το κατάστημα (εστιατόριο) "...", μετά του αυλείου χώρου του, ευρισκόμενο στην χερσονησίδα ... ..., συνολικού εμβαδού καταστήματος, συμπεριλαμβανομένων των βεραντών, περίπου 800 τ.μ., το οποίο εκμισθώθηκε στον τώρα εναγόμενο - μισθωτή (ήδη αναιρεσείοντα), δυνάμει της μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενης από 28-01-2001 σύμβασης μίσθωσης υπό του [αρχικού εκμισθωτή] ... ( ...) ...

και Β) το δεύτερο επίδικο μίσθιο ακίνητο, είναι α) αφενός μία έκταση 870,00 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στο Νοτιοδυτικό τμήμα του ... ... [.../ΑΓΚ] και η οποία συνορεύει ..., εξυπηρετούσε δε την επιχείρηση του εναγομένου αναψυκτηρίου και εστιατορίου που λειτουργούσε στο προπεριγραφέν πρώτο επίδικο μίσθιο ακίνητο, β) αφετέρου ζώνη παραλίας εκτάσεως 1.640,00 τ.μ., η οποία βρίσκεται νότια - νοτιοδυτικά της αμέσως ανωτέρω περιγραφείσας υπό στοιχεία Βα και έχουσας εμβαδό 870 τ.μ.

επίδικης έκτασης, το οποίο [υπό στοιχεία Βα και Ββ δεύτερο προπεριγραφέν επίδικο μίσθιο ακίνητο] εκμισθώθηκε στον τώρα εναγόμενο - μισθωτή (ήδη αναιρεσείοντα), δυνάμει του μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενου από 05-07-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης υπό του [αρχικού εκμισθωτή] ... ... ... ... ... Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη Α.Ε.

με την επωνυμία "...." (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή της ότι έχει υπεισέλθει ... από τις 30-3-2012 και εφεξής ως εκμισθώτρια στις προαναφερόμενες δύο επίδικες μισθώσεις των δύο προπεριγραφέντων (αντίστοιχων επιδίκων) μισθίων ακινήτων ..., ενώ αντιθέτως ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) καθώς και το υπέρ αυτού παρεμβαίνον και ήδη εκκαλούν ...

Ν.Π.Δ.Δ. (αναιρεσείον της πρώτης από τις συνεκδικασθείσες αιτήσεις αναιρέσεως) ισχυρίζονται ... αφενός ότι α) η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής, για τον λόγο ότι ... εκμισθώτρια του πρώτου ως άνω επιδίκου ακινήτου δεν είναι η ενάγουσα αλλά το παρεμβαίνον- εκκαλούν ... Ν.Π.Δ.Δ., αφετέρου ότι β) ο τώρα εναγόμενος- εκκαλών δεν νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής, για το λόγο ότι ...

δεν είναι μισθωτής των ως άνω επιδίκων ακινήτων, αλλά μισθωτής αυτών είναι η [τρίτη προς τους τώρα διαδίκους] Ο.Ε. με την επωνυμία "... ....", ήδη μετατραπείσα σε Ε.Ε. (σύμφωνα με τα στις ως άνω εφέσεις ιστορούμενα). Σε σχέση με τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς των ως άνω διαδίκων, ως προς τα προπεριγραφέντα δύο επίδικα μίσθια ακίνητα και τις επίδικες μισθώσεις αυτών, από όλα τα ανωτέρω αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκαν ειδικότερα και τα εξής:

Η ενάγουσα Α.Ε. με την επωνυμία "...." και δ.τ. "....", έχει συσταθεί δυνάμει του άρθρου 42 του Ν. 3943/2011 (ΦΕΚΑ66/31-3-2011), λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος ... και έχει σκοπό τη διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση του ακινήτου του πρώην Αεροδρομίου του Ελληνικού [...]. Σε σχέση με τον ... " ... - ..." ... με τις διατάξεις του ...

ν. 4062/2012 συγκροτήθηκε ο "... - ..." δια της ενοποιήσεως του ήδη περιληφθέντος στο "..." ακινήτου με την ονομασία "Ελληνικό" (εδαφικής εκτάσεως 5.249.873,49 τ.μ.) και δύο άλλων ακινήτων, ήτοι του ... ... και του ... ... ... (εδαφικής εκτάσεως 529.792,60 τ.μ. και 426.011,22 τ.μ. αντιστοίχως), καθώς και ότι η ενοποίηση των τριών αυτών ακινήτων έγινε για να επιτευχθεί νέος σκοπός του νομοθέτη, η "συμβολή στους εθνικούς δημοσιονομικούς και αναπτυξιακούς στόχους" με τη "δημιουργία ενός μητροπολιτικού πόλου πολλαπλών λειτουργιών, εθνικής εμβέλειας και διεθνούς αναφοράς" ..., ήτοι σκοπός που συνεπάγεται την άνευ ετέρου άρση των προϋφισταμένων χαρακτηρισμών του "Ελληνικού" ως αεροπορικής εγκαταστάσεως και των δύο άλλων ακινήτων ως αθλητικών κέντρων ...

Εν όψει των ανωτέρω εκτεθέντων, που δεν αντικρούστηκαν με πληρότητα και πειστικότητα από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας, αποδείχτηκε ότι περιήλθαν αυτοδικαίως, εκ του νόμου, από τη δημοσίευση του ... Ν. 4062/2012 (ΦΕΚ 70 Α/30-3-2012") , ήτοι από τις 30-3-2012 και εφεξής, στην τώρα ενάγουσα- και ήδη πρώτη εφεσίβλητη "...." (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), ...

η χρήση, διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση των ακινήτων και των επ' αυτών κτιρίων και εγκαταστάσεων, με τα παραρτήματα και τα συστατικά τους, κείμενων στο Εθνικό ... ... ... ..., εμβαδού 426.011,22 τ.μ. ... εντός της οποίας ... βρίσκονται αμφότερα τα ανωτέρω περιγραφέντα επίδικα μίσθια ακίνητα, των οποίων η ενάγουσα αιτείται την υπό του εναγόμενου απόδοση με την ιδιότητα της εκμισθώτριας αυτών, ότι δυνάμει των προαναφερόμενων διατάξεων του ως άνω νόμου 4062/2012, από τη δημοσίευση του προαναφερθέντος Ν. 4062/2012 (30-3-2012 ) και εφεξής, αυτοδικαίως, η τώρα ενάγουσα- εφεσίβλητη δικαιούτο να ενεργεί κάθε σχετική πράξη διαχείρισης, αξιοποίησης και εν γένει εκμετάλλευσης, για δικό της λογαριασμό και στο όνομά της, καθώς και ότι από την έναρξη ισχύος του προαναφερθέντος νόμου, ήτοι από τις 30-3-2012 και εφεξής, η τώρα ενάγουσα-εφεσίβλητη υπεισήλθε αυτοδικαίως εκ του ως άνω νόμου σε όλες τις συμβάσεις μίσθωσης, παραχώρησης ή άλλες συμβάσεις διοίκησης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης των παραπάνω ακινήτων, συνακόλουθα η ενάγουσα υπεισήλθε αυτοδικαίως ...

από τις 30-3-2012 και εφεξής, ως εκμισθώτρια [...]: 1) ... στην από 28-01-2001 σύμβαση μισθώσεως που είχε συναφθεί εγγράφως μεταξύ του ... ως εκμισθωτή και του τώρα εναγομένου ως μισθωτή και 2) ... στο από 5-7-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, όπως παρατάθηκε και τροποποιήθηκε με το από 25-4-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως και με την από 25-9-2009 "τροποποίηση συμφωνητικού μίσθωσης χώρου", που είχε συναφθεί μεταξύ του ... ...

ως εκμισθωτή και του τώρα εναγομένου ως μισθωτή... Συγκεκριμένα ... αποδείχτηκε και ότι: 1) δυνάμει της ως άνω μετ' επικλήσεως προσκομισθείσας στο δικαστήριο αυτό από 28-01-2001 συμβάσεως μισθώσεως, που υπογράφηκε μεταξύ του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος μισθωτή και του ... (...) - εκμισθωτή, το οποίο είχε, κατά τον χρόνο της υπογραφής της ως άνω σύμβασης μίσθωσης, τη χρήση, διαχείριση και εκμετάλλευση του ανωτέρω αναλυτικά περιγραφέντος πρώτου επιδίκου μισθίου ακινήτου [...] εκμισθώθηκε στον τώρα εναγόμενο - μισθωτή το περιγραφέν ανωτέρω κατάστημα (εστιατόριο) "...", μετά του αυλείου χώρου του, ευρισκόμενο στην χερσονησίδα ... ..., συνολικού εμβαδού 800 τ.μ.

περίπου (του ως άνω καταστήματος, συμπεριλαμβανομένων των βεραντών του), προκειμένου ο εναγόμενος- μισθωτής να λειτουργήσει σ' αυτό το μίσθιο ακίνητο επιχείρηση εστιατόριου - αναψυκτηρίου. Ημερομηνία έναρξης της εν λόγω μίσθωσης, η οποία είναι εμπορική, ορίστηκε η 1η Φεβρουαρίου 2001, χρονική διάρκεια αυτής τα πέντε έτη, αρχόμενη στις 1/2/2001 και λήγουσα στις 31/1/2006 [...].

Αποδείχτηκε περαιτέρω ... ότι ο ανωτέρω μισθωτής - ήδη εναγόμενος εγκαταστάθηκε στο ως άνω μίσθιο από της υπογραφής της προαναφερθείσας σύμβασης και έκανε έκτοτε ακωλύτως χρήση αυτού, η δε ως άνω μίσθωση [η οποία άλλωστε ήταν εμπορική] παρατάθηκε σιωπηρά μετά την πάροδο του προαναφερόμενου συμφωνημένου χρόνου, ως εμπορική τοιαύτη.

Αποδείχτηκε επίσης ... ότι δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 3607/2907 καταργήθηκε ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο το προαναφερθέν Ταμείο Προνοίας ... (...) [που ήταν ο ... εκμισθωτής του ως άνω πρώτου επίδικου μισθίου ακινήτου (κατάστημα- εστιατόριο "..."] ... και ότι τα ακίνητά του (μεταξύ των οποίων και το προπεριγραφέν πρώτο επίδικο μίσθιο ακίνητο...

περιήλθαν κατά τα 2/3 στο ... και κατά το 1/3 στο Τ.Π.Δ.Υ., που υπεισήλθαν ως εκμισθωτές κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά εξ αδιαιρέτου... στην προαναφερθείσα ένδικη από 28-1-2001 σύμβαση μίσθωσης, ενώ στην συνέχεια ... και από τη δημοσίευση του προαναφερθέντος Ν. 4062/2012 (30-3-2012) και εφεξής, υπεισήλθε εκ του νόμου αυτοδικαίως ως εκμισθώτρια ...

η τώρα ενάγουσα- εφεσίβλητη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) ... Συγκεκριμένα το άρθρο δέκατο έβδομο του ως άνω Ν. 3607/2007 " Σύσταση Κλάδου Προνοίας ... (....) στο Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων (Τ.Π.Δ.Υ.)" όριζε ότι "1. Το Ταμείο Προνοίας ... (....), που προήλθε ύστερα από μετονομασία του Τ.Α.Κ.Ε. βάσει των διατάξεων της παρ. 7 του άρθρου 21 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165/Α) και διέπεται από τις διατάξεις της νομοθεσίας του Κλάδου Αρωγής του μετονομαζόμενου Τ.Α.Κ.Ε.

καταργείται από την πρώτη του τέταρτου μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου... Τα ακίνητα του πρώην Τ.Α.Κ.Ε. και του καταργούμενου Ταμείου (....) περιέρχονται κατά κυριότητα από την πρώτη του τέταρτου μήνα από τη δημοσίευση του νόμου αυτού κατά τα 2/3 στο ... και κατά το 1/3 στο Τ.Π.Δ.Υ. για λογαριασμό του Κλάδου, χωρίς την καταβολή φόρων, τελών ή δικαιωμάτων υπέρ τρίτων.

Τυχόν εκκρεμείς δίκες που αφορούν τα ακίνητα αυτά με διάδικο το καταργούμενο Ταμείο συνεχίζονται υπέρ ή κατά του Δημοσίου και του Τ.Π.Δ.Υ, χωρίς διακοπή. Για τη μεταβίβαση της κυριότητας των ανωτέρω ακινήτων στο Δημόσιο και στο Τ.Π.Δ.Υ. για λογαριασμό του Κλάδου Προνοίας ..., κατά το ποσοστό κυριότητας τους, εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, η οποία μεταγράφεται ατελώς στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ή στα Κτηματικά Βιβλία...", εκδόθηκε δε ήδη ως προς το μείζον ακίνητο, εντός του οποίου βρίσκεται η ως άνω μίσθια επίδικη έκταση [πρώτο επίδικο μίσθιο ακίνητο, ως ακίνητο του καταργούμενου Ταμείου (....) ] η με αριθμό πρωτ.

Β1/30215/28392/4466/29.11.2010 διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Οικονομικών και του Αναπληρωτή Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης που μετεγράφη νομίμως στο Υποθηκοφυλακείο Παλαιού Φαλήρου, εκδοθέντος του μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενου υπ' αρ. 4281/19-9-2011 πιστοποιητικού μεταγραφής. Ιδία εν όψει και των προαναφερθέντων ...

πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι οι ισχυρισμοί αμφοτέρων των εκκαλούντων- εναγομένου και προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντος Εκκλησιαστικού Ν.ΠΔ.Δ.- (ήδη αναιρεσειόντων), ότι το προπεριγραφέν πρώτο επίδικο μίσθιο ακίνητο περιήλθε στο προσθέτως παρεμβαίνον ... Ν.Π.Δ.Δ., δυνάμει της παρ. 9 του ίδιου ως άνω άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 3607/2007, κατά το οποίο " 9. ..., τη διοίκηση και διαχείριση των οποίων έχει το καταργούμενο Ταμείο, βάσει των διατάξεων του άρθρου 12 του κ.ν. 5439/1932 (ΦΕΚ 297/Α'), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 5889/1933 (ΦΕΚ 324/Α'), του άρθρου 5 του α.ν. 2200/1940 (ΦΕΚ 42/Α') και της παραγράφου 9 του άρθρου 21 του ν.2084/1992, περιέρχονται από την πρώτη του τετάρτου μήνα από της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου, στις οικείες Εκκλησιαστικές Αρχές, οι οποίες καθίστανται καθολικοί διάδοχοι των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αυτών" .

Επίσης ... πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι και οι ισχυρισμοί αμφοτέρων των εκκαλούντων (εναγομένου και προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντος Εκκλησιαστικού Ν.ΠΔ.Δ.) ότι το προπεριγραφέν πρώτο επίδικο ακίνητο ανήκε στην ακίνητη περιουσία του ... που βρίσκεται στην περιοχή "... ...", αφού (αντιθέτως προς τους ως άνω ισχυρισμούς των εκκαλούντων) αποδείχτηκε πλήρως ...

πως το ως άνω πρώτο επίδικο δεν περιλαμβανόταν στην ακίνητη περιουσία του ... και δεν περιήλθε (συνακόλουθα) στην κυριότητα του τώρα εκκαλούντος και υπέρ του εναγομένου παρεμβαίνοντος ...... [...] αντιθέτως αποδείχτηκε πλήρως ότι στην ένδικη μίσθωση υπεισήλθε αυτοδικαίως και νομίμως από τις 30-3-2012 και εφεξής ως εκμισθώτρια ...

η τώρα ενάγουσα - πρώτη εφεσίβλητη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), που, συνακόλουθα, νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής. Πρέπει λοιπόν να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι υποστηρίζοντες ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής λόγοι αμφότερων των ενδίκων εφέσεων των (αντιστοίχως) εναγομένου και υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβαίνοντος .... [...].

Το Πρωτοβάθμιο επομένως δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε ομοίως, και δη που έκρινε ότι η ενάγουσα νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής [...], ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το Νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενων ως αβάσιμων των λόγων αμφοτέρων των ενδίκων εφέσεων, που υποστηρίζουν τα αντίθετα.

Περαιτέρω, από όλα τα ανωτέρω αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα ..., πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι και οι ισχυρισμοί αμφοτέρων των εκκαλούντων (εναγομένου και προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντος Εκκλησιαστικού Ν.ΠΔ.Δ. ... ότι ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) δεν είναι μισθωτής των ως άνω επιδίκων ακινήτων, αλλά μισθωτής αυτών είναι η [τρίτη προς τους τώρα διαδίκους] Ο.Ε.

με την επωνυμία "... ....", ήδη μετατραπείσα σε Ε.Ε., και ότι συνακόλουθα ο εναγόμενος εκκαλών δεν νομιμοποιείται παθητικά στην υπό κρίση αγωγή. Ειδικότερα, πρέπει να τονιστεί ότι ο εναγόμενος - εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) στην 3η σελίδα της υπό κρίση έφεσής του, επαναφέροντας τον και πρωτοδίκως υποβληθέντα ισχυρισμό του περί ελλείψεως παθητικής του νομιμοποίησης, ισχυρίστηκε επί λέξει και ότι η εκκαλούμενη " ...

λανθασμένα δέχθηκε ότι ΑΤΟΜΙΚΑ εγώ, παρέμεινα ως μισθωτής στη χρήση του μισθίου χώρου, δηλαδή του καταστήματος "...", που βρίσκεται στην περιοχή του ... ..., συνολικής επιφάνειας 800,00 τ.μ., περίπου, όπως περιγράφεται αναλυτικά στην άνω σύμβαση μίσθωσης και διατήρησα την ιδιότητα του μισθωτή μέχρι την καταγγελία της μίσθωσης και άσκηση της αγωγής, ενώ από το προσαχθέν αποδεικτικό υλικό και μαρτυρικές καταθέσεις αποδείχθηκε αναντίρρητα, ότι χρήση του μισθίου αυτού χώρου έκανε αποκλειστικά και μόνον η εταιρεία με την επωνυμία "... ....", η οποία υπεισήλθε -με βάση συμβατικό όρο στο αρχικό (από 05.07.2001) συμφωνητικό μίσθωσης- στα δικαιώματα και υποχρεώσεις μου, ως μισθώτρια από της συστάσεώς της, πράγμα που αναγνώρισε εγγράφως η εκμισθώτρια, στο από 21.07.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό παρατάσεως μισθώσεως ..." .

Σε σχέση με τους εν λόγω ισχυρισμούς αμφοτέρων των τώρα εκκαλούντων, περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης του εναγομένου - εκκαλούντος, λόγω υπεισέλευσης στην ένδικη μίσθωση, της ως άνω Ο.Ε. (που ήδη έχει μετατραπεί σε Ε.Ε.), πρέπει να τονιστεί ότι, ιδιαίτερα από το περιεχόμενο της μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενης από 28.01.2001σύμβασης μίσθωσης, που συνήφθη μεταξύ του ...

αρχικού εκμισθωτή ... (...) και του τώρα εναγομένου [ο οποίος, σημειωτέον, είχε αναδειχθεί μισθωτής του ως άνω πρώτου μισθίου επιδίκου ακινήτου κατόπιν πλειοδοτικού διαγωνισμού, διεξαχθέντος σύμφωνα με την υπ' αρ. 3804/14-11-2000 διακήρυξη (γεγονότα που ουδείς των τώρα αντιδίκων αμφισβήτησε ειδικά) και δυνάμει της στον διαγωνισμό αυτόν κατακυρώσεως, για χρονικό διάστημα πέντε ετών, στον εναγόμενο μισθωτή, της εκμεταλλεύσεως του ως άνω εστιατορίου "..."] ...

από το περιεχόμενο του όρου 10 της σύμβασης αυτής ... αποδεικνύεται πλήρως ότι συμφωνήθηκε ρητά και κατηγορηματικά μεταξύ των προαναφερόμενων συμβαλλομένων (τώρα εναγόμενου μισθωτή και εκμισθωτή ...) η απαγόρευση της υπεισέλευσης στην ως άνω (ένδικη) από 28.01.2001 σύμβαση μίσθωσης, χωρίς την ρητή έγγραφη συναίνεση του εκμισθωτή ....

Συγκεκριμένα, με τον ως άνω 10 περ. α της σύμβασης αυτής ... συμφωνήθηκε ρητά και κατηγορηματικά μεταξύ των προαναφερόμενων συμβαλλομένων ... επί λέξει ότι: "Εις τον μισθωτήν απαγορεύεται: α) η άνευ προηγουμένης αδείας του εκμισθωτού υπεκμίσθωσις μέρους η όλον του μισθίου, η υφ' οιονδήποτε τίτλον παραχώρησις αυτού έστω και άνευ ανταλλάγματος, απαγορευομένης απολύτως οιασδήποτε μετατροπής της χρήσεως του μισθίου, απαγορευομένης ωσαύτως της προσλήψεως συνεταίρου, άνευ ρητής εγγράφου συναινέσεως του ...

και της συστάσεως οιουδήποτε τύπου εταιρίας, κοινοπραξίας κλπ. β) ...γ ...". Τα αμέσως προηγούμενα αναφερόμενα και μεταξύ των προαναφερόμενων συμβαλλομένων ... συμφωνηθέντα, δεν αντικρούστηκαν με πληρότητα και πειστικότητα από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας, ιδία εν όψει και του ότι:

Α) δεν προσκομίστηκε μετ' επικλήσεως στο παρόν δικαστήριο το (φερόμενο ως συναφθέν μεταξύ του τώρα εναγόμενου ως μισθωτή και του ... ως εκμισθωτή) από 05.07.2001 συμφωνητικό μίσθωσης, δυνάμει του οποίου ισχυρίστηκε ο εναγόμενος - εκκαλών ότι επετράπη ρητά σε αυτόν υπό του εκμισθωτή ... η σύσταση εταιρείας στο ως άνω μίσθιο και η υπεισέλευση εταιρείας ως μισθώτριας στην ως άνω από 28.01.2001 σύμβαση μίσθωσης του ως άνω πρώτου επιδίκου ακινήτου, αντιθέτως προσκομίστηκε μετ' επικλήσεως η ως άνω από 28.01.2001 σύμβαση μίσθωσης του ως άνω πρώτου επιδίκου επιδίκου ακινήτου, δυνάμει του ως άνω όρου 10 περ.

α της οποίας απαγορευόταν (εκτός των άλλων και ανωτέρω αναφερθέντων) η σύσταση εταιρείας, κοινοπραξίας κλπ. στην ως άνω (ένδικη) από 28.01.2001 σύμβαση μίσθωσης "άνευ ρητής εγγράφου συναινέσεως του ...". Β) δεν προσκομίστηκε μετ' επικλήσεως οιαδήποτε έγγραφη συναίνεση του προαναφερόμενου [εκμισθωτή του πρώτου επίδικου μισθίου] ...

στην υπό του εναγομένου μισθωτή του πρώτου επίδικου μισθίου σύσταση της εταιρείας με την επωνυμία "... ....", καθώς και στην υπεισέλευσή της ως μισθώτριας αντί του εναγομένου μισθωτή στην ένδικη από 28.01.2001 σύμβαση μίσθωσης του πρώτου επίδικου μισθίου ακινήτου. Ενισχυτικό όλων των ανωτέρω είναι επίσης ιδία και το μετ' επικλήσεως προσκομισθέν φέρον ημερομηνία 5-9-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης της προαναφερόμενης Ο.Ε.

με την επωνυμία "... ....", στο οποίο α) αφενός γίνεται μνεία μόνο στην από 28.01.2001 σύμβαση μίσθωσης, ενώ ουδεμία μνεία γίνεται στο φερόμενο (αλλά μη προσκομιζόμενο με επίκληση) από 05.07.2001 συμφωνητικό μίσθωσης, όπως επίσης δεν γίνεται μνεία σε οιαδήποτε έγγραφη συναίνεση του εκμισθωτή ... στην σύσταση της εν λόγω εταιρείας και στην υπεισέλευσή της στην ως άνω μίσθωση, η οποία δεν ήταν δυνατόν νομίμως και εγκύρως να τροποποιηθεί μονομερώς από τον εναγόμενο μισθωτή, β) αφετέρου αναφέρεται ρητά στο άρθρο 1 αυτού ότι: "Όλοι οι εταίροι έλαβαν γνώση του με ημερομηνία 28-01-2001 μισθωτηρίου συμφωνητικού που έχει υπογράψει ο εκ των εταίρων Β.

Σ. και τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει έναντι του εκμισθωτή και συμφωνούν σ' αυτά, καθώς και στην ανάληψη των υποχρεώσεων από την εταιρεία". Σημειωτέον ότι ο τώρα εναγόμενος - εκκαλών δεν προσεπικάλεσε στην δίκη επί της ένδικης αγωγής την ως άνω (φερόμενη μισθώτρια) "... ....", διαχειριστής της οποίας ήταν ο ίδιος ο τώρα εναγόμενος, και η οποία μετετράπη δυνάμει του από 23-7-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού σε Ε.Ε.

με την επωνυμία " ....", στην οποία, σημειωτέον, ο τώρα εναγόμενος - εκκαλών ετερόρρυθμος εταίρος κατέχει ποσοστό 95%], ούτε άλλωστε προσεπικάλεσε την ως άνω Ε.Ε. με την επωνυμία "....", καθώς και ότι η τελευταία δεν παρενέβη στην ένδικη διαφορά. Ενισχυτικό όλων των ανωτέρω αναλυτικά εκτεθέντων και δη του γεγονότος ότι ο εναγόμενος ήταν ο μισθωτής [και δη τόσον τύποις όσον και εν τοις πράγμασι] του ως άνω επιδίκου μισθίου από την σύναψη της μίσθωσης αυτής και εφεξής, αλλά και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από τις 30-3-2012 και εφεξής, είναι επίσης ιδία η μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη από 23-1-2013 εξώδικη απάντηση, την οποία ο τώρα εναγόμενος - εκκαλών απέστειλε στην τώρα ενάγουσα - πρώτη εφεσίβλητη, που του ζητούσε με τα από 14-1-2013 εξώδικά της την καταβολή των μισθωμάτων των επίδικων μισθίων ακινήτων και στην οποία [από 23-1-2013 εξώδικη απάντηση του] ουδεμία ποιείται αναφορά ο τώρα εναγόμενος στην φερόμενη υπεισέλευσή της ως άνω εταιρείας [Ο.Ε.

ή Ε.Ε] στην μίσθωση του ως άνω πρώτου επιδίκου ακινήτου, δεν αρνείται την ιδιότητά του ως μισθωτής των τώρα επίδικων μισθίων ακινήτων, δεν απαντά στην τώρα ενάγουσα ως εκπρόσωπος της Ο.Ε με την επωνυμία "... ...." ή ως εκπρόσωπος της Ε.Ε με την επωνυμία "....", αλλά απαντά ατομικά, ως Β. Σ., ισχυριζόμενος ότι στα δικαιώματα του ...

έχει υπεισέλθει η ... ... και ότι αμφότερα τα τώρα επίδικα ακίνητα "...ανήκουν σε τρίτο, έχουν εκμισθωθεί από αυτόν και σ' αυτόν καταβάλλονται τα μισθώματα". Ιδία εν όψει όλων των προεκτεθέντων, που δεν αντικρούστηκαν με πληρότητα και πειστικότητα από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας, αποδείχτηκε πλήρως ότι ο μοναδικός μισθωτής του πρώτου ανωτέρω περιγραφέντος επιδίκου μισθίου ήταν συνεχόμενα, από τη σύσταση της ένδικης από 28.01.2001 σύμβασης μίσθωσης και εφεξής, συνακόλουθα και καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, ο τώρα εναγόμενος - εκκαλών, καθώς και ότι η υπό του εναγομένου συσταθείσα εταιρεία με την επωνυμία "... ...." και η εταιρεία με την επωνυμία "....", στην οποία η ως άνω Ο.Ε.

μετετράπη [στην οποία, όπως εξετέθη, ο τώρα εναγόμενος - εκκαλών ετερόρρυθμος εταίρος κατέχει ποσοστό 95%], ουδέποτε υπεισήλθε νομίμως ως μισθώτρια στην ένδικη μίσθωση, αφού ο προαναφερθείς εκμισθωτής του επιδίκου ουδέποτε συναίνεσε και δη εγγράφως προς τούτο, απορριπτόμενων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των τώρα εκκαλούντων.

Τα ανωτέρω δεν αντικρούστηκαν με πληρότητα και πειστικότητα από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας, ιδία δεν αντικρούστηκαν με πληρότητα και πειστικότητα από τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα 1) από 21-8-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό παρατάσεως μισθώσεως, 2) από 1-11-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήσεως της από 28.01.2001 συμβάσεως μισθώσεως, 3) από 1-11-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήσεως της από 28.01.2001 συμβάσεως μισθώσεως, 4) από 5-7-2012 χειρόγραφο συμφωνητικό μείωσης μισθώματος και παράτασης μισθώσεως, τα οποία συνήφθησαν μεταξύ α) αφενός του τώρα εκκαλούντος ...., νομίμως εκπροσωπούμενου, το οποίο όμως, όπως και ανωτέρω αναλυτικά εξετέθη, ουδέποτε υπεισήλθε ως εκμισθωτής στην ένδικη μίσθωση του ως άνω πρώτου επίδικου μισθίου ακινήτου, και για το οποίο πρέπει επίσης να τονιστεί ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχτηκε πλήρως ότι, κατά τον χρόνο σύναψης των εν λόγω συμφωνητικών, είχε την κυριότητα, νομή, διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση του προπεριγραφέντος πρώτου επιδίκου ακινήτου, β) αφετέρου του τώρα εναγομένου, φερόμενου ως ενεργούντος ως εκπροσώπου της ίδιας προαναφερθείσας Ο.Ε με την επωνυμία "... ....", η οποία ως άνω Ο.Ε.

όμως ουδέποτε υπεισήλθε νομίμως ως μισθώτρια στην ένδικη από 28.01.2001 σύμβαση μίσθωσης του ως άνω πρώτου επίδικου μισθίου ακινήτου, σύμφωνα με όσα αναλυτικά ανωτέρω εξετέθησαν, αλλά αντιθέτως μοναδικός μισθωτής του προπεριγραφέντος πρώτου επίδικου μισθίου ακινήτου ήταν και παρέμενε ο πρώτος εναγόμενος, που συνακόλουθα νομιμοποιείται παθητικά στην υπό κρίση αγωγή, απορριπτόμενων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών τόσον του ιδίου του εναγομένου, όσον και του υπέρ αυτού παρεμβαίνοντος ...., τους οποίους αυτοί επανέφεραν με τις ένδικες εφέσεις τους.

Το Πρωτοβάθμιο επομένως δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε ομοίως ... ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το Νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενων ως αβάσιμων των λόγων έφεσης αμφοτέρων των ενδίκων εφέσεων, που υποστηρίζουν τα αντίθετα. Περαιτέρω από όλα τα ανωτέρω αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε πλήρως ότι 2) δυνάμει του ως άνω από 05-07-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, που συνήφθη εγγράφως μεταξύ του τώρα εναγομένου - ήδη εκκαλούντος μισθωτή (ήδη αναιρεσείοντος) και του αρχικού εκμισθωτή ... ... ... ..., που είχε κατά τον χρόνο σύναψης της εν λόγω μίσθωσης (05-07- 2001) την χρήση, διαχείριση και εκμετάλλευση του ανωτέρω αναλυτικά περιγραφέντος δεύτερου επιδίκου μισθίου ακινήτου [στη θέση του οποίου, ως εκμισθωτή ..., υπεισήλθε αυτοδικαίως ...

η ενάγουσα- πρώτη εφεσίβλητη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) ..." από 30-3 -2012 και εφεξής, κατ' άρθρο 7 του Ν. 4062/2012...] μισθώθηκε στον τώρα εναγόμενο - ήδη εκκαλούντα μισθωτή το δεύτερο επίδικο μίσθιο ακίνητο, ήτοι μία έκταση 870,00 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στο Νοτιοδυτικό τμήμα του ... ... [.../ΑΓΚ], η οποία συνορεύει [...], προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως χώρος εξυπηρέτησης της ανωτέρω αναφερθείσας και λειτουργούσας στο πρώτο προπεριγραφέν επίδικο μίσθιο ακίνητο επιχείρησης αναψυκτηρίου και εστιατορίου που διατηρούσε στο κατάστημα "..." ο εναγόμενος.

Ακολούθως, δυνάμει του ως άνω από 25-04-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, που συνήφθη εγγράφως μεταξύ του τώρα εναγομένου - ήδη εκκαλούντος μισθωτή και του αρχικού εκμισθωτή ... ... ... ... [στη θέση του οποίου, ως εκμισθωτή ..., υπεισήλθε αυτοδικαίως ... η ενάγουσα ... (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) "..." από 30-3-2012 και εφεξής, κατ' άρθρο 7 του Ν. 4062/2012] μισθώθηκε εκ νέου στον ίδιο μισθωτή - τώρα εναγόμενο - ήδη εκκαλούντα από τον ίδιο ως άνω εκμισθωτή ..., το αμέσως ανωτέρω περιγραφέν δεύτερο επίδικο μίσθιο ακίνητο, ήτοι α) η προπεριγραφείσα έκταση 870,00 τ.μ.

περίπου, που βρίσκεται ... στο Νοτιοδυτικό τμήμα του ... ... [.../ΑΓΚ] και του παραχωρήθηκε, επί πλέον αυτής, η χρήση και β) ζώνης παραλίας, εκτάσεως 1.640,00 τ.μ., η οποία βρίσκεται νότια -νοτιοδυτικά της αμέσως ανωτέρω περιγραφείσας μισθίας υπό στοιχεία Βα) και έχουσας εμβαδό 870 τ.μ. επίδικης έκτασης. Στη συνέχεια, δυνάμει του ...

από 25-09-2009, επιγραφόμενου "τροποποίηση συμφωνητικού μίσθωσης χώρου", ιδιωτικού συμφωνητικού, παρατάθηκε η διάρκεια του προαναφερθέντος από 25-04-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης "μέχρι την λήξη της μίσθωσης του καταστήματος ... και του ... (...) και για όσο διάστημα η μισθωτική σύμβαση ισχύει...". Σε σχέση με το προπεριγραφέν δεύτερο επίδικο ακίνητο, αποδείχτηκε πλήρως ...

ότι, καθ' όλη τη διάρκεια της ως άνω μίσθωσης, και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι ... από τις 30-3 -2012 και εφεξής ..., μισθωτής του προπεριγραφέντος δεύτερου επίδικου ακινήτου ήταν ο τώρα εναγόμενος - εκκαλών (ήδη αναιρεσείων), απορριπτόμενου ως αβάσιμου του ισχυρισμού των εκκαλούντων, ότι ο εναγόμενος είχε παύσει να χρησιμοποιεί το προπεριγραφέν δεύτερο επίδικο ακίνητο από το θέρος του 2012 και ότι έκτοτε ουδεμία σχέση είχε με τις εγκαταστάσεις αυτές.

Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι ιδία η ... προσκομιζόμενη, από 23-1-2013, εξώδικη απάντηση, την οποία ο τώρα εναγόμενος - εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) απέστειλε στην τώρα ενάγουσα - πρώτη εφεσίβλητη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), η οποία του ζητούσε με τα από 14-1-2013 εξώδικά της την καταβολή των μισθωμάτων των επίδικων μισθίων ακινήτων, αλλά και ιδιαίτερα η από 16-10-2013 "εξώδικη δήλωση - καταγγελία μίσθωσης του εναγόμενου προς το .../Α.Κ. (επιδοθείσα στις 5-11-2013, ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο ήδη ο .../Α.Κ.

δεν ήταν εκμισθωτής του δεύτερου επιδίκου μισθίου ακινήτου, αλλά στην μίσθωση αυτού είχε υπεισέλθει, από τις 30-3-2012 και εφεξής, η τώρα ενάγουσα, κατά τα προαναφερθέντα), με την οποία ο εναγόμενος ως μισθωτής επιχειρεί να καταγγείλει την μίσθωση του δεύτερου επιδίκου μισθίου ακινήτου, και στην οποία (γενόμενη στον ως άνω ανύποπτο χρόνο από 16-10-2013 εξώδικη δήλωσή του) ουδόλως ισχυρίζεται ότι είχε παύσει να χρησιμοποιεί το δεύτερο επίδικο ακίνητο από το θέρος του 2012 ή ότι έκτοτε ουδεμία σχέση είχε με τις εγκαταστάσεις αυτές, ούτε ισχυρίζεται ότι δεν είναι μισθωτής αυτών.

Το Πρωτοβάθμιο επομένως δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως ... ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το Νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενων ως αβάσιμων των λόγων έφεσης αμφοτέρων των ενδίκων εφέσεων, που υποστηρίζουν τα αντίθετα...". Δηλαδή, το Εφετείο, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ότι στις ένδικες συμβάσεις μισθώσεως υπεισήλθε αυτοδικαίως, από τις 30-3-2012 και εφεξής, ως εκμισθώτρια, η ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη "...", μισθωτής δε αμφοτέρων των επιδίκων μισθίων ακινήτων, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, είναι ο εναγόμενος, ήδη αναιρεσείων, Β.

Σ., αφού η συσταθείσα από αυτόν εταιρεία με την επωνυμία "... ....", ουδέποτε υπεισήλθε νομίμως ως μισθώτρια σ' αυτές. Η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα έλλειψη (ενεργητικής και παθητικής) νομιμοποίησης, δεν συνιστά, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ένσταση, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής, η μη απόδειξη της οποίας, από τον φέροντα το βάρος αποδείξεώς της ενάγοντα, έχει ως συνέπεια την απόρριψη της ασκηθείσας από αυτόν αγωγής.

Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη του παραδεκτά προταθέντος ισχυρισμού του, περί ελλείψεως ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης και των εγγράφων που παραδεκτά προσκόμισε, προς απόδειξη της βασιμότητάς του, είναι απαράδεκτος και συνεπώς απορριπτέος, αφού η έλλειψη νομιμοποίησης, ως αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός, καθώς και τα προσκομισθέντα από αυτόν, προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού, έγγραφα, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 β' του Κ.Πολ.Δ.

και, συνακόλουθα, η μη λήψη αυτών υπόψη από το Εφετείο, δεν ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, για τη διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι χρήση των επιδίκων μισθίων ακινήτων έκανε ο ίδιος και όχι η εταιρεία με την επωνυμία "... ...." και ότι, συνακόλουθα, ο ίδιος νομιμοποιείται παθητικά με την ένδικη αγωγή, χωρίς απόδειξη δέχθηκε ως αληθή τον προβληθέντα από την πρώτη αναιρεσίβλητη, προς θεμελίωση της αγωγής της, ισχυρισμό, ότι ο ίδιος νομιμοποιείται παθητικά για την άσκηση της ένδικης αγωγής.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού με αυτόν, υπό την κατ' επίφαση επίκληση πλημμέλειας εκ της ανωτέρω διατάξεως, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, αφού, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε, αφού ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Για τον ίδιο δε λόγο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα, που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε, όπως αυτά αναφέρονται στην ανωτέρω, υπό τον αριθμό 1β', αιτίαση, αφού, από την αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα, έστω και για πρώτη φορά ενώπιόν του, καθώς και από το όλο περιεχόμενο αυτής, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, για να διαμορφώσει το άνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομισθεί από τους διαδίκους, μεταξύ των οποίων και τα ως άνω, φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη, έγγραφα, τα οποία μάλιστα αναφέρονται, άπαντα, στο 18ο φύλλο αυτής.

Επίσης, ο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι άφησε αδίκαστο τον (αρνητικό της αγωγής) ισχυρισμό του ότι η ... ... υπήρξε εκμισθώτρια του πρώτου από τα επίδικα μίσθια ακίνητα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει του ότι δεν πρόκειται για αίτηση, που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, σε κάθε δε περίπτωση, ελήφθη υπόψη από το Εφετείο και, μετά από αξιολόγησή του, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Εξ άλλου, με την ανωτέρω, υπό τον αριθμό 2, αιτίαση, ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλομένη απόφαση ότι, ενώ δέχτηκε ότι ο εκμισθωτής, και αν δεν είναι κύριος του μισθίου, έχει το δικαίωμα, μόνο αυτός, να αξιώσει το μίσθωμα ή να ασκήσει τις συναφείς αγωγές, και ότι ο κύριος (πλήρης ή ψιλός) ή ο επικαρπωτής του μισθίου δεν δικαιούνται, αν δεν είναι και εκμισθωτές, να ασκήσουν οποιαδήποτε αγωγή από τη μίσθωση, για καταβολή μισθωμάτων ή απόδοση του μισθίου, στη συνέχεια, αντιφατικά, έκρινε ότι η "... ..." δεν έχει την ιδιότητα της εκμισθώτριας του πρώτου από τα ένδικα μίσθια ακίνητα.

Ο στηριζόμενος στην αιτίαση αυτή λόγος αναιρέσεως από τον αριθμο 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και, συνεπώς, απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, η αναφορά ότι ο εκμισθωτής- μη κύριος, έχει το δικαίωμα να ασκήσει τις αγωγές από τη μίσθωση, περιλαμβάνεται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, τα πραγματικά όμως περιστατικά, που περιέχονται στην ελάσσονα πρόταση αυτού και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, για το κρίσιμο ζήτημα της μη υπεισέλευσης της ... ...

στην πρώτη από τις ένδικες συμβάσεις μισθώσεως, δεν συγκρούονται μεταξύ τους και δεν αλληλοαναιρούνται και, συνακόλουθα, δεν αποδυναμώνουν την ανωτέρω κρίση του Εφετείου, ώστε να ιδρυθεί ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως. Επίσης, με τον από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων των (μη αναφερόμενων στο αναιρετήριο) άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., με την αιτίαση ότι, προκειμένου το Εφετείο να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο εναγόμενος, ήδη αναιρεσείων, έκανε χρήση του πρώτου από τα επίδικα μίσθια ακίνητα (καταστήματος- εστιατορίου "...", με τον αύλειο χώρο του), ερμήνευσε εσφαλμένα τη βούληση της "... ..." και της εταιρείας με την επωνυμία "... ....", οι οποίες, με τη μεταξύ τους σύναψη των 1) από 21-8-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού παρατάσεως μισθώσεως, 2) από 1-11-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποιήσεως της από 28.01.2001 συμβάσεως μισθώσεως, 3) από 1.11.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποιήσεως της από 28.01.2001 συμβάσεως μισθώσεως, 4) από 5.7.2012 χειρόγραφου συμφωνητικού μείωσης μισθώματος και παράτασης μισθώσεως, θέλησαν να συμβληθούν και συνεβλήθησαν με, καθ' όλα έγκυρη, σύμβαση μισθώσεως του εν λόγω ακινήτου.

Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν διαπίστωσε, άμεσα ή έμμεσα, ότι υπάρχει κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των προαναφερομένων νομικών προσώπων και, ως εκ τούτου, ορθώς δεν προσέφυγε σε ερμηνεία αυτών, κατ' εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.

Αντιθέτως, δέχτηκε, ανελέγκτως, ότι τα πρόσωπα αυτά ουδέποτε υπεισήλθαν, ως εκμισθωτής και μισθωτής, στην ένδικη μίσθωση του ως άνω πρώτου επίδικου μισθίου ακινήτου και, συνακόλουθα, δεν νομιμοποιούντο να προβούν σε παράταση και τροποποίηση της συμβάσεως και σε μείωση του μισθώματος. Σε κάθε όμως περίπτωση, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου για τη μη ύπαρξη κενού ή ασάφειας, ως προς το περιεχόμενο των παραπάνω δηλώσεων βουλήσεως.

Τέλος, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 εδάφιο β' του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι για την άσκηση της ένδικης αγωγής νομιμοποιείται, ενεργητικά μεν η ενάγουσα, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη "...", παθητικά δε ο ίδιος (αναιρεσείων), εσφαλμένα δεν υπήγαγε στο νόμο τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία, αυτός που κάνει ακώλυτη χρήση του χώρου και καταβάλλει αντίτιμο για τη χρήση αυτού και, επιπλέον, έχει άδεια λειτουργίας της επιχείρησής του σ' αυτόν, έχει την ιδιότητα του μισθωτή, ενώ αυτός που λαμβάνει το αντίτιμο έχει την ιδιότητα του εκμισθωτή.

Ο λόγος, όμως, αυτός είναι αόριστος, καθόσον δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ποια η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια, που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου και ποια η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που το Εφετείο χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Πέραν τούτου, οι επικαλούμενες αιτιάσεις αναφέρονται όχι στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων που έχουν γίνει δεκτά, αλλά ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, είτε θετικώς, με λανθασμένη ανάγνωση αυτού, είτε αρνητικώς, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων τμημάτων του κειμένου του, συνεπεία δε των παραδρομών αυτών προσέδωσε στο έγγραφο περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από εκείνο που αυτό πράγματι έχει, στη συνέχεια δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως σ' αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά αναγνώστηκε, συνάγει το Δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο, αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 551/2023, Α.Π. 814/2022, Α.Π. 376/2022, Α.Π. 438/2021).

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 711/2022, Α.Π. 124/2022, Α.Π. 438/2021, Α.Π. 237/2020).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Περαιτέρω, οι λόγοι αναιρέσεως δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Αν υπάρχει αντίφαση, γεγονός που συμβαίνει και όταν προβάλλεται με το αναιρετήριο ο λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη κάποιο έγγραφο, και στη συνέχεια ο λόγος από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, ο δεύτερος λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 711/2022, Α.Π. 580/2019, Α.Π. 2264/2013, Α.Π. 579/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ακόλουθων εγγράφων αα) του από 21-8-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού παρατάσεως μισθώσεως, ββ) του από 1-11-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποιήσεως της από 28-1-2001 συμβάσεως μισθώσεως, γγ) του από 1-11-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποιήσεως της από 28-1-2001 συμβάσεως μισθώσεως και δδ) του από 5-7-2012 χειρόγραφου συμφωνητικού μείωσης του μισθώματος και παράτασης της μισθώσεως, που συνήφθησαν μεταξύ του ... "... ..." και της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ....", που είχαν προσκομισθεί με επίκληση ενώπιόν του, διότι δέχτηκε, ότι περιέχουν περιστατικά και στοιχεία προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι αναφέρονται σ' αυτά και έτσι κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί είναι αντιφατικός έναντι του αναφερθέντος παραπάνω λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμός 11γ του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενη πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, των ιδίων ως άνω εγγράφων.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθ` όσον από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των εγγράφων αυτών, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς αυτά, σε διαγνωστικό λάθος, αλλά, αφού ορθώς τα ανέγνωσε, κατέληξε, μετά από συνεκτίμηση του περιεχομένου τους με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, στο αποδεικτικό πόρισμα ότι στις ένδικες συμβάσεις μισθώσεως υπεισήλθε αυτοδικαίως, από τις 30-3-2012 και εφεξής, ως εκμισθώτρια, η ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη "...", μισθωτής δε αμφοτέρων των επιδίκων μισθίων ακινήτων, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, είναι ο εναγόμενος, ήδη αναιρεσείων, Β.

Σ..

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 19.2.2020 (αριθ. κατ. 1902/193/2020) αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν, καθόσον η ερμηνεία των κανόνων που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 και 183 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 21.2.2020 (αριθ. κατ. 1906/194/2020) και από 19.2.2020 (αριθ. κατ. 1902/193/2020) αιτήσεις, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου ....

Απορρίπτει την από 21.2.2020 (αριθ. κατ. 1906/194/2020) αίτηση αναιρέσεως. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Απορρίπτει την από 19.2.2020 (αριθ. κατ. 1902/193/2020) αίτηση αναιρέσεως.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο, του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ