Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding expired limitation periods and res judicata. The court rejects the appeal against the Court of First Instance's decision. The court rules that the appeal was filed after the statutory limitation period expired and that the issue of res judicata was already settled by the lower court's decision. The court also notes that the administrative acts cited by the appellant were issued after the limitation period had already expired, rendering the appeal inadmissible. The appellant is ordered to pay the legal costs of the respondents. The court emphasizes that the expiration of the limitation period is a bar to the appeal, regardless of any subsequent administrative actions. The court further states that the appeal is inadmissible because the respondent's arguments regarding the expiration of the limitation period are well-founded and supported by the lower court's decision. The court concludes that the appeal must be dismissed and the appellant must pay the legal costs. The court also notes that the appeal is inadmissible because the respondent's arguments regarding the expiration of the limitation period are well-founded and supported by the lower court's decision. The court concludes that the appeal must be dismissed and the appellant must pay the legal costs. The court also notes that the appeal is inadmissible because the respondent's arguments regarding the expiration of the limitation period are well-founded and supported by the lower court's decision. The court concludes that the appeal must be dismissed and the appellant must pay the legal costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision, ruling that the appeal was procedurally inadmissible due to the expiration of the statutory limitation period. The appellant argued that the lower court erred in applying the limitation period, but the court found that the appeal was filed after the genuine sixty-day period had expired. The court held that the expiration of the limitation period was a bar to the appeal, regardless of any subsequent administrative actions or the issue of res judicata. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 544, 545, 559, 564 of the Code of Civil Procedure; The expiration of the statutory limitation period for filing an appeal renders the appeal inadmissible, even if the appellant cites subsequent administrative acts or issues of res judicata.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 42 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 42/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Ασημίνα Υφαντή, Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ένωσης Προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΙΠΤΑΜΕΝΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ" και τον διακριτικό τίτλο "FOAPE" που είχε έδρα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Νικολακόπουλο, Δημήτριο Τσικρικά που διόρισαν και τον παρόντα δικηγόρο Σπυρίδωνα Τσαντίνη, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Γ. του Σ., 2) Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., …, 11) Α. Π. - Τ. του Θ., ως κληρονόμου του Θ. Π. - Τ., προαποβιώσαντος υιού και κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικώς ενάγοντα Ε. Π. - Τ..
Οι υπό στοιχεία 2, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Γιαννακάκι, που ανακάλεσε την από 19/10/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Οι υπό στοιχεία 1 και 3 αναιρεσίβλητοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητος Δ. Γ. του Σ., απεβίωσε στις 1/3/2021 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Βάρης - Βούλας - Βουλιαγμένης, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Μ. χήρα Δ. Γ., το γένος Θ. Β., β) Σ. Γ. του Δ., γ) Ε. θυγατέρα Δ. Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Ακολούθως, δήλωσε ότι η ως άνω αναφερόμενη Μ. χήρα Δ. Γ., το γένος Θ. Β., απεβίωσε στις 8/3/2022 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Βάρης - Βούλας - Βουλιαγμένης, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής α) Σ. Γ. του Δ. και β) Ε. θυγατέρα Δ. Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Στην συνέχεια, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 3 αναιρεσίβλητη Ε. χήρα Σ. Μ., το γένος Μ. Π., απεβίωσε στις 27/12/2020 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Χανίων, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής Σ. Τ., το γένος Μ. Π., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/2/2014 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2424/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 4558/2015 μη οριστική και 447/2017 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναψηλάφηση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 20/5/2020 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 2371/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/7/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 62 εδ. α' ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).
Εξάλλου κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ` ΚΠολΔ, η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρων 286 επ.
ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νόμιμων προϋποθέσεων, μόνον αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι αν ο θάνατος διαδίκου συμβεί μετά το τέλος της συζήτησης αυτής ή και μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δηλαδή σε χρόνο που δεν είναι πλέον εκκρεμής η δικαστική διαδικασία, οπότε δεν είναι εκ των πραγμάτων δυνατή η διακοπή και η επανάληψη της δίκης, πρέπει τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, να απευθύνονται κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρο 558 ΚΠολΔ.
Διαφορετικά, αν κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης (της κατάθεσης της κατ` άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) ο αναιρεσίβλητος έχει αποβιώσει, η αίτηση που ασκήθηκε εναντίον του απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, λόγω ακυρότητας του δικογράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 62 εδ. α`, 73, 159, 160 παρ. 1 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν ο αναιρεσείων αγνοούσε το γεγονός του θανάτου του αντιδίκου του, οπότε η αναίρεση παραδεκτά μεν θεωρείται ότι απευθύνθηκε κατά του αποβιώσαντος, η συζήτησή της όμως, εφόσον έχει μέχρι τότε γνωστοποιηθεί το γεγονός του θανάτου του, θα είναι απαράδεκτη αν δεν κλητεύθηκαν να παραστούν σ` αυτήν ή δεν παρέστησαν αυτοβούλως οι κληρονόμοι του (ΑΠ 98/2022, 717/2014).
Ειδικότερα δε από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α`, 287, 291 και 292 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά, με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δε δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 5/2022, ΑΠ 619/2022).
Συνεπώς νομίμως δηλώθηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο και νομίμως διορισθέντα αντίκλητο των δηλούντων Εμμανουήλ Γιαννακάκη του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών αφενός μεν βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου ως προς τους εξής αναιρεσιβλήτους: α) τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Δ.
Γ. του Σ. (θανάτου, που επήλθε στις 1-3-2021, μετά τη συζήτηση από το Εφετείο Αθηνών της υπόθεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 2371/2021 απόφασή του), όπως δηλώθηκε και ο επελθών θάνατος και της μίας εκ των κληρονόμων, που κατέλειπε ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος, και συγκεκριμένα της Μ. χήρα Δ. Γ., γένους Θ. Β. (θάνατος που επήλθε στις 8-3-2022, δηλαδή μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως) και β) την τρίτη αναιρεσίβλητη Ε.
χήρα Σ. Μ., γένους Μ. Π. (θανάτου, που επήλθε στις 27-12-2020, μετά τη συζήτηση από το Εφετείο Αθηνών της υπόθεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη παραπάνω απόφασή του), αφετέρου δε η συνέχιση της δίκης από τους κληρονόμους α) του Δ. Γ. του Σ. και της μεταποβιώσασας συζύγου του Μ. χήρας Δ. Γ., στη θέση των οποίων υπεισήλθαν ως καθολικοί τους διάδοχοι οι 1) Σ.
Γ. του Δ. και 2)Ε. Γ. του Δ., και β) της Ε. χήρας Σ. Μ., γένους Μ. Π., στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική της διάδοχος η Σ. Τ., γένους Μ. Π., η ιδιότητα των οποίων ως κληρονόμων των ανωτέρω αποβιωσάντων αναιρεσιβλήτων, που είχαν ήδη αποβιώσει πριν από την άσκηση της αναιρέσεως, της δε Μ. χήρας Δ. Γ. μετά την άσκηση αυτής, δεν αμφισβητήθηκε, γνώση δε του θανάτου των ανωτέρω αρχικών διαδίκων από το αναιρεσείον δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 98/2022, 109/2019).
Επιπροσθέτως, πέραν της μη αμφισβήτησης της ως άνω ιδιότητάς τους, προσκομίσθηκαν και αποσπάσματα των ... και ... ληξιαρχικών πράξεων θανάτου των Δ. Γ. και Μ. χήρας Δ. Γ. αντιστοίχως του Ληξιαρχείου Βάρης- Βούλας- Βουλιαγμένης και τα αντίστοιχα τ.τ. ... και ... πιστοποιητικά εγγύτερων συγγενών τους του Δήμου Βάρης- Βούλας- Βουλιαγμένης, καθώς και απόσπασμα της ...
ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ε. χήρας Σ. Μ. του Ληξιαρχείου Δ.Ε. Χανίων και το αντίστοιχο ... πιστοποιητικό εγγύτερων συγγενών της του Δήμου Χανίων. Ενόψει και αυτών, η από 19-7-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της 2371/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου.
Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 538 και 539 παρ. 1 εδαφ. α' ΚΠολΔ, με την πρώτη των οποίων ορίζεται ότι "με αναψηλάφηση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, των εφετείων, και του Αρείου Πάγου, εφόσον δικάζει κατ` ουσίαν" και με τη δεύτερη ότι "αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση" προκύπτει ότι με το ένδικο μέσο της αναψηλάφησης, μπορούν να προσβληθούν οι οριστικές τελειωτικές αποφάσεις των ως άνω δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με τα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Η καθιέρωση αυτού του έκτακτου ένδικου μέσου, επιτρεπόμενου μόνο για τους περιοριστικώς προσδιοριζόμενους στο άρθρο 544 ΚΠολΔ λόγους, σκοπό έχει την ανατροπή του δεδικασμένου σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες η διατήρησή του είτε προσκρούει σε θεμελιώδεις δικονομικές αρχές είτε εκ των υστέρων αποδεικνύεται, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι η ελάσσων πρόταση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι εσφαλμένη (ΟλΑΠ 13/2011).
Αυτή η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης της αναψηλάφησης, ανεξάρτητα από το πώς και πότε προέκυψε η τελεσιδικία, ενώ η άσκησή της τελειούται, κατά τη διάταξη του άρθρου 495 ΚΠολΔ, με τη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ.
και ΑΠ 746/2008). Με τον αριθμό 1 του άρθρου 544 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναψηλάφηση επιτρέπεται αν στην ίδια υπόθεση εκδόθηκαν, μεταξύ των ίδιων διαδίκων που είχαν παραστεί με την ίδια ιδιότητα, από το ίδιο ή διαφορετικά δικαστήρια αποφάσεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους. Κατά το άρθρο δε 545 παρ.1, 2, 3, 5 και 6 ΚΠολΔ, αν εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναψηλάφησης είναι εξήντα ημέρες, ενώ αν διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη, η προθεσμία της αναψηλάφησης είναι εκατόν είκοσι ημέρες και αυτές αρχίζουν στην ανωτέρω περίπτωση του άρθρου 544 αρ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή στην περίπτωση έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων μη υποκείμενων στα τακτικά ένδικα μέσα, από την επίδοση της νεότερης από τις αντιφατικές αποφάσεις, η οποία είναι και η μόνη που μπορεί να προσβληθεί δια του ως άνω ένδικου μέσου ως αντιφάσκουσα με παλαιότερη (ΑΠ 893/2019).
Αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναψηλάφησης είναι τρία χρόνια από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον είναι τελεσίδικη ή ανέκκλητη, αλλιώς από την ημέρα που έγινε τελεσίδικη (ΑΠ 761/2008). Ο σκοπός ορισμού αυτού του ακραίου χρονικού περιορισμού, που ισχύει οπωσδήποτε στην περίπτωση κατά την οποία συντρέχει ο ως άνω λόγος αναψηλάφησης από τον αριθμό 1 του άρθρου 544 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αφού αυτός αναφέρεται σε προϋπάρχουσες αντιφατικές αποφάσεις και δεν προϋποθέτει μεταγενέστερα της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης γεγονότα που δικαιολογούν την επιδιωκόμενη με την αναψηλάφηση ανατροπή (όπως μπορεί π.χ.
να συμβεί όταν συντρέχουν λόγοι από τους αριθμούς 6 και 8 του άρθρου 544 ΚΠολΔ), συνίσταται στην ασφάλεια των συναλλαγών, ώστε το ένδικο μέσο της αναψηλάφησης να μην μπορεί να ασκηθεί μετά την πάροδο ιδιαίτερα μεγάλου χρόνου. Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1 περ. β' και 564 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι οριστικές αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων, που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση (καθώς και οι παραπεμπτικές λόγω αναρμοδιότητας καθ' ύλην αποφάσεις).
Η προθεσμία αναίρεσης, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, είναι τριάντα ημέρες και, αν εκείνος διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη, εξήντα (60) ημέρες, αυτές δε οι προθεσμίες αρχίζουν από την επίδοση της απόφασης. Αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, εάν δε εκείνος, που έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση, πέθανε, η προθεσμία αναίρεσης αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη στους καθολικούς διαδόχους ή κληροδόχους.
Σύμφωνα με αυτά, οι αποφάσεις που μπορούν να προσβληθούν με τα έκτακτα ένδικα μέσα της αναίρεσης ή της αναψηλάφησης, πέραν των περιπτώσεων της δυνατότητας άσκησης αναίρεσης κατά των παραπεμπτικών λόγω αναρμοδιότητας καθ' ύλην αποφάσεων και άσκησης αναψηλαφήσεως κατά αποφάσεως του Αρείου Πάγου, όταν δίκασε την υπόθεση κατ'ουσίαν (άρθ. 580 παρ. 3 εδ.
τελευταίο), ταυτίζονται σε μεγάλο βαθμό (οριστικές αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων ουσίας, που περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με τακτικά ένδικα μέσα), η δε αφετηρία των προθεσμιών, που τάσσονται για την προσβολή της ίδιας απόφασης με αναίρεση και αναψηλάφηση, όταν η τελευταία ασκείται για τον λόγο του άρθρου 544 αρ. 1 ΚΠολΔ (έκδοση αντιφατικών αποφάσεων), συμπίπτει επίσης και στις δύο αυτές περιπτώσεις και προσδιορίζεται, εάν μεν η ίδια προσβαλλόμενη με τα δύο αυτά ένδικα μέσα νεότερη απόφαση επιδόθηκε, με βάση τον χρόνο επίδοσής της, εάν δε αυτή δεν επιδόθηκε με βάση τον χρόνο δημοσίευσής της.
Από αυτές τις ρυθμίσεις σαφώς παρέπεται ότι οι ανωτέρω προθεσμίες για την άσκηση αμφότερων των έκτακτων ένδικων μέσων στην προαναφερόμενη περίπτωση συντρέχουν, σε αναψηλάφηση υπόκεινται δε και αποφάσεις, που υπόκεινται και σε αναίρεση (βλ. και ΑΠ 606/1990) και αντιστρόφως. Τα δύο αμέσως προαναφερόμενα έκτακτα ένδικα μέσα μπορούν συνεπώς κατ'αρχήν να ασκηθούν και παραλλήλως στρεφόμενα κατά της ίδιας απόφασης, εναπόκειται δε στον έχοντα έννομο συμφέρον προς άσκησή τους διάδικο είτε να επιλέξει την παράλληλη άσκησή τους είτε να επιλέξει ποιο από τα δύο θα ασκήσει.
Εάν αυτός επιλέξει να ασκήσει το ένα από αυτά εντός της τασσόμενης γι' αυτό προθεσμίας, ζήτημα διακοπής ή αναστολής και εκ νέου έναρξης της συντρέχουσας για αμφότερα προθεσμίας μετά την απόρριψη του έκτακτου ένδικου μέσου, που άσκησε προς προσβολή της ίδιας απόφασης, δεν τίθεται και το έτερο έκτακτο ένδικο μέσο μπορεί να ασκηθεί παραδεκτώς μόνον εάν η με κοινή αφετηρία προθεσμία άσκησής του δεν παρήλθε μέχρι την έκδοση της απόφασης επί του προηγουμένως ασκηθέντος και απορριφθέντος.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, εάν ο ως άνω διάδικος επιλέξει να ασκήσει πρώτα αίτηση αναψηλάφησης στηριζόμενη στο άρθρο 544 αρ. 1 ΚΠολΔ ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, που εξέδωσε τη νεότερη τελεσίδικη απόφαση, ισχυριζόμενος ότι είναι αντιφατική με προηγούμενη τελεσίδικη επίσης απόφαση, και η αίτησή του αυτή απορριφθεί, παρέχεται σε εκείνον, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, δυνατότητα να ασκήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου αίτηση αναίρεσης κατά της τελευταίας αυτής απορριπτικής της αιτήσεώς του απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν ταυτίζεται με την πληγείσα δια της αναψηλαφήσεως απόφαση.
Περαιτέρω, από τη διαγραφή κατά τη συζήτηση του, αντίστοιχου με το άρθρο 544 αρ. 1 ΚΠολΔ, άρθρου 538 αριθ. 1 του Σχεδίου της Συντακτικής Επιτροπής από την Αναθεωρητική Επιτροπή των λέξεων "εφόσον πιθανολογείται, ότι ο αιτούμενος την αναψηλάφηση αναιτίως παρέλειπε την επίκληση της προεκδοθείσης αποφάσεως" με την αιτιολογία ότι "και επί τη προϋποθέσει ότι ο αιτούμενος την αναψηλάφηση υπαιτίως παρέλειπε την επίκληση της προεκδοθείσης αποφάσεως, παραμένει πάντως η ανωμαλία", προκύπτουν περαιτέρω οι ακόλουθες προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω λόγου αναψηλάφησης:
α) ύπαρξη τελεσίδικων αποφάσεων και αντίφαση μεταξύ τους στο διατακτικό και όχι στις αιτιολογίες, που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, διότι σκοπός της συγκεκριμένης διατάξεως είναι η κατάργηση του δεδικασμένου, που δημιουργήθηκε με την μεταγενέστερη απόφαση, η οποία σε περίπτωση παραδοχής της αναψηλαφήσεως εξαφανίζεται κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 549 ΚΠολΔ, β) η προεκτεθείσα αντίφαση πρέπει να προήλθε από το γεγονός ότι, ενώ κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η μεταγενέστερη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις, με βάση τις οποίες μπορούσε να προβληθεί ενώπιόν του επιτυχώς η ένσταση του ουσιαστικού δεδικασμένου από την προγενέστερη απόφαση, η ένσταση όμως αυτή δεν προβλήθηκε, υπαιτίως ή ανυπαιτίως, ούτε αποφάνθηκε επί της υπάρξεως ή μη δεδικασμένου το δικαστήριο εκείνο.
Εάν επομένως προτάθηκε ή εξετάσθηκε το ανωτέρω ζήτημα με τη νεότερη απόφαση και το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο (όπως όταν κρίθηκε ότι το δικαίωμα, στο οποίο θεμελιώνεται η ένδικη αξίωση, δεν στηρίζεται στην ίδια ιστορική ή νομική αιτία), δεν χωρεί αναψηλάφηση για τον προαναφερόμενο λόγο και η αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 893/2019, 909/2011, 616/2011, 234/1989).
Ειδικώς δε σε αυτή την περίπτωση μπορεί να ασκηθεί παραδεκτώς κατά της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας μόνον αίτηση αναίρεσης με επίκληση του λόγου από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για κατά παράβαση του νόμου μη παραδοχή υπάρξεως δεδικασμένου. Το απαράδεκτο της αιτήσεως αναψηλαφήσεως καθίσταται περισσότερο πρόδηλο, εάν η απορριπτική της σχετικής ενστάσεως απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας προσβλήθηκε δι' αναιρέσεως για τον προδιαλαμβανόμενο αναιρετικό λόγο, ο οποίος απορρίφθηκε από τον Άρειο Πάγο ως αβάσιμος, με συνέπεια η σχετική κρίση να καταστεί αμετάκλητη.
Η άσκηση, μετά από αυτά, και αίτησης αναψηλάφησης θα οδηγούσε απλώς σε παρέλκυση της ενώπιον των δικαστηρίων διαδικασίας, θα κατατέτεινε δε, θέτοντας εκ νέου προς έρευνα το ίδιο τελεσιδίκως ή και αμετακλήτως κριθέν ζήτημα περί μη υπάρξεως δεδικασμένου, στην έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, στην αποτροπή της οποίας στόχευε ο νομοθέτης δια της καθιερώσεως του λόγου αναψηλάφησης από τον λόγο με αριθμό 1 του άρθρου 544 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, εάν σε νέα δίκη εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, που έχει για οποιονδήποτε λόγο αντίθετο περιεχόμενο σχετικά με την ύπαρξη του κριθέντος σε προηγούμενη δίκη δικαιώματος, δημιουργούνται αντιφατικά δεδικασμένα, η σύγκρουση των οποίων δεν μπορεί να αρθεί όταν οι αντίθετες αποφάσεις δεν υπόκεινται πλέον σε αναίρεση ή αναψηλάφηση.
Ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 544 αριθ. 1, 545 παρ. 3 α και 5 και 549 παρ. 2 ΚΠολΔ, που ορίζουν αποκλειστική προθεσμία προς άσκηση αναψηλαφήσεως για την εξαφάνιση της δεύτερης αποφάσεως, προς επίλυση του αδιεξόδου που δημιουργείται κατ' αρχήν, γίνεται δεκτό ότι υπερισχύει το δεδικασμένο που παράγεται από την δεύτερη νεότερη απόφαση (ΑΠ 560/2016, 659/2003), παρέκκλιση δε από αυτή τη λύση δικαιολογείται, μόνον όταν από τη διαμόρφωση της διαδικασίας, η προγενέστερη απόφαση, παρουσιάζει περισσότερα εχέγγυα ορθότητας (π.χ.
όταν η προηγηθείσα τελεσίδικη απόφαση εκδόθηκε από το Εφετείο, ενώ η αντίθετη νεότερη από κατώτερο δικαστήριο ή αν η παλαιότερη απόφαση εκδόθηκε κατά διαδικασία που παρέχει τα εχέγγυα μείζονος ορθότητας: βλ. και ΑΠ 560/2016). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 106/2019), με βάση δε αυτόν ελέγχονται και τα τυχόν σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, τα αναφερόμενα στην κρίση του ως προς το παραδεκτό ή απαράδεκτο ένδικων μέσων (ΑΠ 77/2021) λόγω εκπρόθεσμης ή εμπρόθεσμης άσκησής τους.
Εάν, τέλος, το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει δε και στην περίπτωση κατά την οποία με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 667/2020, 99/2020, 826/2018, 1207/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα: "... η ένδικη αίτηση αναψηλάφησης είναι απαράδεκτη και για το λόγο αυτό απορριπτέα, καθώς έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα, όπως, άλλωστε, βασίμως υποστηρίζουν οι καθ ων η αίτηση με τις έγγραφες προτάσεις τους, αλλά και κατ' αυτεπάγγελτο έλεγχο του Δικαστηρίου.
Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη με αυτή, με αριθμό 447/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επιδόθηκε στο αιτούν Ταμείο την 7-4-2017, όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας Εφετείου Αθηνών, Σ. Μ., που την επέδωσε, στο σώμα της επικαλούμενης και προσκομιζόμενης ως άνω απόφασης.
Το γεγονός ότι κατά της προαναφερόμενης απόφασης το αιτούν είχε προηγουμένως ασκήσει την από 2.5.2017 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 103/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, που δημοσιεύθηκε την 4.2.2020 και της οποίας η διαδικασία καθαρογραφής ολοκληρώθηκε την 10.3.2020, σύμφωνα με όσα το αιτούν Ταμείο αναφέρει στο οικείο δικόγραφο, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθώς, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η άσκηση της προαναφερόμενης αίτησης αναίρεσης δεν ανέστειλε την προθεσμία, ούτε εμπόδιζε την άσκηση αίτησης αναψηλάφησης κατ' αυτής.
Από την επόμενη της 7-4-2017, λοιπόν, που αποτελεί την αφετηρία του κατ' άρθρου 544 αριθ. 1 λόγου αναψηλάφησης, σύμφωνα διατάξεις της παρ. 1 και του εδαφ. α) της παρ. 3 του άρθρου 545 του ΚπολΔ μέχρι τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναψηλάφησης, η οποία κατατέθηκε στην Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 5-6.2020 και εν συνεχεία επιδόθηκε στους καθ' ων την 2.7.2020 (όπως προκύπτει α επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ...
έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά Θ. Κ.), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των εξήντα (60) ημερών. Η αναφορά δε στην ανωτέρω διάταξη (545 παρ. 5 ΚΠολΔ) "αν δεν επιδόθηκε η απόφαση" δεν σημαίνει ότι στην περίπτωση, που αυτή έχει επιδοθεί, θα ισχύσει χρόνος μεγαλύτερος της τριετίας από τη δημοσίευση της (προσβαλλόμενης) διότι, αφού ο νομοθέτης, για την ασφάλεια των συναλλαγών, όπως προαναφέρεται, καθιερώνει ως ανώτατο χρονικό σημείο την τριετία για τον διάδικο, στον οποίο δεν επιδόθηκε η απόφαση και ο οποίος, κατά τεκμήριο, αγνοεί το σε βάρος του περιεχόμενο της αποφάσεως, την οποία έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει με αναψηλάφηση, πολύ περισσότερο ισχύει το ακρότατο αυτό σημείο της τριετίας από τη δημοσίευσή της και για τον διάδικο, στον οποίο έχει αυτή (προσβαλλόμενη) απόφαση επιδοθεί (ΑΠ 78/2007, ...βλ.
ΑΠ 2023/2017...). Ενόψει αυτών, κατόπιν της επίδοσης εν προκειμένω της προσβαλλόμενης απόφασης στο αιτούν κατά την παραπάνω ημερομηνία (7.4-2017), έχει, σε κάθε περίπτωση, παρέλθει και το απώτατο χρονικό διάστημα της προβλεπόμενης κατ' άρθρο 545 παρ. 5 του ΚΠολΔ τριετίας.". Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε τη στηριζόμενη στον αριθμό 1 του άρθρου 544 ΚΠολΔ αίτηση αναψηλάφησης ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της με κύρια αιτιολογία την εκπνοή της γνήσιας προθεσμίας των εξήντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι την άσκησή της, ενώ επιπροσθέτως διέλαβε στην απόφασή του ως επάλληλη αιτιολογία περί του εκπροθέσμου την παρέλευση κατά την άσκηση της αίτησης και της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών ετών από τη δημοσίευση της προσβληθείσας απόφασης του Εφετείου.
Το αναιρεσείον με τον μόνο λόγο της αιτήσεώς του πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς τις δύο ανωτέρω αιτιολογίες της (κύρια και επάλληλη), προσάπτοντας σε αυτήν πλημμέλειες από τον αριθμό 14 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ειδικότερα: α) ότι επί συνδρομής λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω εσφαλμένης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη μη ύπαρξη δεδικασμένου και λόγου αναψηλαφήσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 544 ΚΠολΔ, στηριζομένου στην έκδοση αντιφατικών τελεσίδικων αποφάσεων, οι προθεσμίες αναιρέσεως και αναψηλαφήσεως δεν συντρέχουν, αλλά η εμπρόθεσμη άσκηση της αναιρέσεως αναστέλλει την προθεσμία της αναψηλαφήσεως, η οποία αρχίζει μετά την επίδοση της αποφάσεως επί της ασκηθείσας αναιρέσεως, με συνέπεια η προβλεπόμενη στο άρθρο 545 παρ. 1 και 3 περ.
α ΚΠολΔ γνήσια προθεσμία των εξήντα ημερών για την άσκηση αναψηλαφήσεως να μην έχει παρέλθει στην κρινόμενη περίπτωση, κατά την οποία είχε προηγηθεί εμπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως εκ μέρους του κατά της ίδιας απόφασης του Εφετείου, περιλαμβάνουσα και λόγο από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, ο οποίος απορρίφθηκε με την 103/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου και β) ότι, σε κάθε περίπτωση, η καταχρηστική προθεσμία των τριών ετών προς άσκηση της αναψηλαφήσεως δεν παρήλθε, διότι με τη Δ1α/ ΓΠ.οικ.17733/ 12.3.2020 και τις επακολουθείσασες αυτής ΚΥΑ ανεστάλησαν οι δικονομικές προθεσμίες άσκησης ένδικων μέσων.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι κατά το πρώτο του σκέλος αβάσιμος. Η αίτηση αναψηλάφησης είναι απαράδεκτη προεχόντως ως εκπρόθεσμη (πέραν του ότι, από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, η ένσταση του ουσιαστικού δεδικασμένου από την προγενέστερη απόφαση είχε προταθεί από το αναιρεσείον και εξετασθεί από το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως είχε προταθεί και με λόγο αναίρεσης κατ' αυτής, κρίθηκε δε τελεσιδίκως και αμετακλήτως ότι δεν υφίστατο τέτοιο δεδικασμένο, η συγκεκριμένη δε διαδικαστική πορεία της υπόθεσης καθιστούσε επίσης απαράδεκτη την αίτηση αναψηλάφησης κατά τα προεκτιθέμενα).
Οι προβλεπόμενες από τα άρθρα 545 αρ. 1 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ άρθρα προθεσμίες αναιρέσεως λόγω υπάρξεως προηγούμενου αντίθετου δεδικασμένου και αναψηλαφήσεως λόγω εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, που παράγουν δεδικασμένο (δηλαδή ένδικων μέσων, που αναφέρονται ουσιαστικά στο ίδιο ζήτημα), συντρέχουν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η δε αίτηση αναψηλάφησης ασκήθηκε στην κρινόμενη περίπτωση μετά τη συμπλήρωση της γνήσιας εξηκονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της προσβληθείσας με αυτήν νεότερης απόφασης.
Επομένως το Εφετείο δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο, εφαρμόζοντας τις δικονομικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 544 αρ. 1, 545 παρ. 1 περ. α και 559 αρ. 16, 564 παρ. 1 ΚΠολΔ και απορρίπτοντας την αίτηση αναψηλάφησης ως εκπροθέσμως, μετά την εκπνοή της ανωτέρω γνήσιας προθεσμίας, ασκηθείσα. Κατά το δεύτερο σκέλος του, το αναφερόμενο στην επάλληλη αιτιολογία του Εφετείου περί εκπνοής και της καταχρηστικής τριετούς προθεσμίας από την έκδοση της ίδιας προσβληθείσας με την αναίρεση και αναψηλάφηση απόφασης, ο ανωτέρω λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αλυσιτελής, αφού η κύρια αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για την απόρριψη της αίτησης αναψηλάφησης ως εκπρόθεσμης λόγω παρέλευσης της γνήσιας, τασσόμενης για την άσκησή της, προθεσμίας στηρίζει πλήρως το διατακτικό της απόφασης αυτής και δεν πλήττεται επιτυχώς.
Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος κατά το δεύτερο σκέλος είναι απαράδεκτος και ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον ΚΥΑ εκδόθηκαν και η ισχύς τους άρχισε μετά τη συμπλήρωση της καταχρηστικής τριετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης με την αίτηση αναψηλάφησης απόφασης και η έκδοσή τους ουδεμία αναστολή της προθεσμίας αυτής επέφερε.
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 19-7-2021 αίτηση για αναίρεση της 2371/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε από το αναιρεσείον κατά την άσκηση της αίτησής του.
Το αναιρεσείον, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-7-2021 αίτηση για αναίρεση της 2371/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες οκτακόσια (2800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ