Legislator Case Law & Legislation
42/2021 AI generated

Bank appeal dismissed; court ruled bank lacked standing as successor to claims not transferred in bankruptcy liquidation.

Case Number 42/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National Bank of Piraeus's appeal against the First Instance Court's judgment in a debt dispute. The bank argued it succeeded to the claims of the Agricultural Bank, but the court found the disputed claim remained with the insolvent bank under Article 68 of Law 3601/2007. Consequently, the bank lacked legal standing to sue as a successor, and the case was remanded for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 68 Law 3601/2007; Art. 68 of the Code of Civil Procedure: A bank acting as a special successor in a bankruptcy liquidation acquires standing to sue only regarding claims and assets explicitly transferred to it, excluding those remaining with the insolvent entity.

Keywords

AI generated
bankruptcy liquidation special successor standing to sue bankruptcy law transfer of claims insolvency proceedings legal standing

Cited Legislation

AI generated
Art. 68 of Law 3601/2007
Art. 68 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 179 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 42 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 42/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Β. του Η., 2) Ε. Γ. του Χ., 3) Α. Γ. του Π., 4) Μ. Λ. του Ο., 5) Ε. Μ. του Χ., 6) Ν. Μ. του Ν., 7) Χ. Μ. του Γ., 8) Σ. Μ. του Χ., 9) Χ. Π. του Ν., 10) Σ. Σ. του Π., 11) Χ. Σ. του Κ., 12) Β. Σ. του Ι., 13) Γ. Χ. του Κ., 14) Μ. Χ. του Ε., 15) Π. Χ. του Α., 16) Α. Κ. του Α., 17) Γ. Π. του Τ., 18) Α. Α. του Δ., 19) Γ. Ζ. του Ε., 20) Μ. Γ. του Γ., 21) Ε. Ε. του Α., 22) Ε. Μ. του Ι., 23) Μ. Π. του Σ., 24) Ε. Π. του Θ., 25) Α. Π. του Θ., 26) Ε. Π. του Ι., 27) Μ. Π. του Ι., 28) Ε. Χ. συζύγου Ν., 29) Μ. Μ. του Ν., 30) Σ. Γ. του Β., 31) Μ. Μ. του Κ., 32) Ε. Π. του Κ., 33) Χ. Τ. του Γ., 34) Α. Κ. του Π., 35) Ε. Τ. του Κ., 36) Β. Α. του Θ., 37) Ε. Γ. του Α., 38) Ί. Γ. του Χ., 39) Ι. Γ. του Α., 40) Α. Κ. - Φ. του Α., 41) Σ. Μ. του Χ., 42) Σ. Σ. του Σ., 43) Σ. Τ. του Μ., 44) Α. Τ. του Σ., 45) Α. Τ. του Β., 46) Μ. Τ. του Γ. και 47) Χ. Ν. του Ι., απάντων κατοίκων … . Ο 19ος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιορδάνη Χατζηαντωνιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, ενώ άπαντες οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 08-02-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 118/2011 του ίδιου Δικαστηρίου, 151/2015 και 86/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Την αναίρεση της υπ' αριθμ. 86/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας και της υπ' αριθμ. 151/2015 προδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-5-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Α] Aπό την με αρ. …/29-11-2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Έδεσσας Μαρίας Μίλτση την οποία προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείουσα προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 21-05-2019 αιτήσεως για αναίρεση της με αρ. 86/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας και της συμπροσβαλλομένης με αρ. 151/2015 μη οριστικής αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου, με τις συνημμένες σ' αυτή πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου, με κλήση για συζήτηση της υποθέσεως κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων Ιορδάνη Χατζηαντωνιάδη. Πλήν όμως οι τελευταίοι εκτός από τον 19ο εξ αυτών (Γ. Ζ. που εκπροσωπήθηκε από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο), δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν δι' αυτού ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ως άνω δικάσιμο κατά την οποίαν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της εκ του πινακίου. Ως εκ τούτου η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

[Β] Κατά τη διάταξη του άρθρου. 560 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005), κατά δε τον αρ.6 του ίδιου ως άνω άρθρου, (αναίρεση επιτρέπεται) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Περαιτέρω η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι οι προϋπόθεση αυτή ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 (ΟλΑΠ 25/2008). Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση. Δηλαδή για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ` αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής. Η έλλειψη, άλλωστε, νομιμοποίησης εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης. Ενόψει της ανωτέρω φύσεως της νομιμοποίησης, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος αποδείξεως, με συνέπεια, και σε περίπτωση που δεν αποδείξει τον περί νομιμοποιήσεως του ισχυρισμό, την απόρριψη της αγωγής για έλλειψη (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποιήσεως (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 59/2017, ΑΠ 649/2017).

Με τον νόμο 4021/2011 αναμορφώθηκε το δίκαιο εξυγίανσης και εκκαθάρισης των πιστωτικών ιδρυμάτων (άρθρα 62 έως 63Ζ και 68 ν. 3601/2007). Στα άρθρα αυτά, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 3458/2006 για την "Εξυγίανση και εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες διατάξεις", προβλέπονται, εκτός των άλλων, τα μέτρα εξυγίανσης που μπορούν να ληφθούν με σκοπό την αναδιάρθρωση του πιστωτικού συστήματος.

Τα μέτρα εξυγίανσης, όπως απαριθμούνται στο άρθρο 3 του ν. 3458/2006, είναι μεταξύ άλλων: « […], δ) η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων πιστωτικού ιδρύματος σε εφαρμογή του άρθρου 63Δ του ν. 3601/2007». Με τα μέτρα αυτά σκοπείται η μεταβιβαστική εξυγίανση ενός τμήματος της περιουσίας ενός πιστωτικού ιδρύματος, με τα σχετικά δικαιώματα, υποχρεώσεις και συμβατικές σχέσεις να μεταφέρονται σε υγιή φορέα (είτε σε ήδη υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα ή είτε σε μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται για τον σκοπό αυτό κατ` άρθρο 63 Ε του ίδιου νόμου), ενώ το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα λαμβάνει αντίστοιχο αντάλλαγμα.

Η διαδικασία του άρθρου 63Δ δεν οδηγεί σε πτώχευση της τράπεζας. Πρόκειται για εξυγίανση, που εφαρμόζεται πριν η τράπεζα φτάσει σε παύση πληρωμών. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 63Δ, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται με απόφαση της να υποχρεώσει πιστωτικό ίδρυμα στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του προς άλλο υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα ή προς μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται για το σκοπό αυτόν σύμφωνα με το άρθρο 63Ε ή προς άλλο πρόσωπο.

Τα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία προσδιορίζονται στην απόφαση αυτή (της Τράπεζας της Ελλάδος) και μπορούν να είναι δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις (§1). Με τη σύμβαση μεταβίβασης των συγκεκριμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού μεταξύ του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος και του αποκτώντος, συμμεταβιβάζεται και το σύνολο των παρακολουθηματικών εννόμων σχέσεων, δηλαδή εγγυήσεις, εξασφαλίσεις (458 ΑΚ), εκχωρήσεις και το σύνολο των δικών, των ήδη εκκρεμών, ή αυτών που θα καταστούν εκκρεμείς στο μέλλον και αφορούν τις προαναφερθείσες έννομες σχέσεις.

Η δε υπό εξυγίανση τραπεζική επιχείρηση μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί, ως προς το αντικείμενο που συνίσταται στα περιουσιακά στοιχεία που δεν έχουν μεταβιβαστεί, άλλως συνεχίζει να υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, εφόσον ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της και τίθεται σε ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 68 ν. 3601/2007).

Περαιτέρω, με την μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων κατ` άρθρο 63Δ του ν. 3601/2007, ως μέτρο εξυγίανσης του πιστωτικού συστήματος, το πιστωτικό ίδρυμα που αποκτά, επέχει θέση ειδικού διαδόχου.

Ωστόσο, το αποκτών πιστωτικό ίδρυμα δεν είναι ειδικός διάδοχος του νομικού προσώπου του μεταβιβάζοντος ως σύνολο, ο οποίος (μεταβιβάζων) εξακολουθεί να υφίσταται ως ξεχωριστό νομικό πρόσωπο, αλλά ειδικός διάδοχος αυτού, αποκλειστικά και μόνο ως προς τις συγκεκριμένες έννομες σχέσεις, δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις που μεταβιβάστηκαν και ρητά αναφέρονται στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος και στη σύμβαση μεταβίβασης.

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 63Δ, για το κύρος της μεταβίβασης και το αντιτάξιμό της έναντι τρίτων, οι οποίοι είναι υποκείμενα δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή συμβατικών σχέσεων που μεταφέρονται στο προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, δεν απαιτείται αναγγελία προς αυτούς ή συναίνεσή τους.

Οι δε εκκρεμείς δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, συνεχίζονται από εκείνο προς το οποίο έγινε η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, χωρίς διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψη τους, επέρχεται δηλαδή ex lege υποκατάσταση του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του αρχικού υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος ως προς τις έννομες σχέσεις που μεταβιβάστηκαν σ` αυτό και συνακόλουθα ex lege μετατόπιση της νομιμοποίησής του, υπεισερχόμενο, έτσι, στη δικονομική θέση του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος ως προς τις δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία (ΑΠ 2005/2014, ΑΠ 507/2018).

[Γ] Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την ένδικη αγωγή τους ενώπιον του ειρηνοδικείου Έδεσσας ισχυρίσθηκαν ότι με την 39/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης κατ' άρθρο 46 του ν.1892/1990 η εταιρεία "... ΑΕ" της οποίας ήσαν εργαζόμενοι η δε εναγομένη διορίστηκε ειδική εκκαθαρίστρια. Ότι αυτοί ( ενάγοντες) ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους (ημερομίσθια και αποζημίωση απόλυσης) και η εναγομένη τους κατέταξε "τυχαία και προνομιακά" για το σύνολο των αναγγελθέντων ποσών, μειωμένο κατά ποσοστό 10,36% λόγω ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος. Ότι με τις 304/2003 και 53/2005 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας που δέχθηκαν εν μέρει τις αγωγές τους προς επιδίκαση των εν λόγω απαιτήσεών τους απορρίπτοντας τα κονδύλια της αποζημίωσης απόλυσης (και έχουν καταστεί τελεσίδικες), οι απαιτήσεις τους διαμορφώθηκαν στο ποσό των δεδουλευμένων (ημερομισθίων) αφαιρουμένου του ως άνω ποσοστού λόγω ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος.

Ότι κατόπιν ασκήσεως ανακοπών από τους μνημονευόμενους στην αγωγή συνεταιρισμούς κατά του παραπάνω πίνακος κατάταξης με παράπονο περί μη νομίμου κατατάξεως των εναγόντων σ' αυτόν όσον αφορά τις απαιτήσεις τους από την αποζημίωση απόλυσης, εκδόθηκε η 5513/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που μεταρρύθμισε τον εν λόγω πίνακα, αποβάλλοντας τους ενάγοντες από τα ποσά αποζημίωσης απόλυσης και κατέταξε σ' αυτά τους ανακόπτοντες συνεταιρισμούς.

Ότι ενώ ο πίνακας κατάταξης είχε τελεσιδίκως μεταρρυθμιστεί και η εναγομένη ως ειδική εκκαθαρίστρια ώφειλε να τους αποδώσει (στους ενάγοντες) το ποσό που προέκυπτε από την απαίτησή τους για τα δεδουλευμένα ημερομίσθια αφαιρουμένου του άνω ποσοστού ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος, διαμόρφωσε, κατά παράβαση της χορηγηθείσας σ' αυτήν εντολής και της απόφασης διορισμού της ως ειδικής εκκαθαρίστριας από υπαιτιότητα της λόγω εσφαλμένου υπολογισμού (λογιστικής αταξίας), κατά τα περιγραφόμενα στην αγωγή περιστατικά, τον από 14-02-2006 διανεμητικό λογαριασμό, με συνέπεια τα προς απόδοση σ' αυτούς (ενάγοντες) ποσά να είναι μικρότερα των πράγματι οφειλομένων.

Ισχυριζόμενοι δε ότι με την 360/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η ανακοπή τους κατά άνω λογαριασμού διανομής απορρίφθηκε, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη, να αποκαταστήσει τη ζημία που από υπαιτιότητά της προξένησε σε έκαστο των εναγόντων καταβάλει στον καθένα ως αποζημίωση τα μνημονευόμενα στην αγωγή ποσά άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Υπό τα επικαλούμενα ως άνω περιστατικά η ένδικη αξίωση συνιστά αξίωση προς αποζημίωση τρίτων κατά της Αγροτικής τράπεζας εξ αδικοπραξίας που γεννήθηκε από υπαιτιότητά της (αμέλεια) κατά τη σύνταξη εκ μέρους της ως ειδικής εκκαθαρίστριας του πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος στους πιστωτές (μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες) της υπό εκκαθάριση εταιρείας "... ΑΕ" μετά την δια πλειοδοτικού διαγωνισμού κατάρτιση της σύμβασης μεταβίβασης του ενεργητικού της σε πλειοδότρια εταιρεία και την τελεσιδικία του συνταχθέντος από αυτήν (Αγροτική τράπεζα) και μεταρρυθμισθέντος πίνακα κατάταξης. Συνιστά εντεύθεν υποχρέωση (βάρος) που συγκαταλέγεται στα περιουσιακά στοιχεία (παθητικό) του νομικού πρόσώπου του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Έδεσσας) δέχθηκε με την 118/2011 απόφασή του την άνω αγωγή εν μέρει κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη άσκησε την από 10-02-2012 έφεση. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας (δικάζοντας ως Εφετείο) κρίνοντας ότι υφίσταται έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως ως προς την εκκαλούσα-εναγομένη (ΑΓΡΟΤΙΚΗ τράπεζα) διότι μεταγενεστέρως (από 27-07-2012) τέθηκε υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, μεταξύ δε των συμβατικών σχέσεων, δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, κάθε είδους βαρών και περιουσιακών στοιχείων της τελευταίας που μεταβιβάστηκαν στην τράπεζα Πειραιώς με την από 27-07-2012 απόφαση της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος συμπεριλαμβάνονται και οι επίδικες απαιτήσεις (εκ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των οργάνων της υπό την προμνησθείσα ιδιότητά της), κήρυξε με την 151/2015 απόφασή του απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης, προκειμένου να κλητευθεί η νομιμοποιούμενη του λοιπού ενεργητικά ως ειδική διάδοχος αυτής, Τράπεζα Πειραιώς.

Η υπόθεση ήχθη προς συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο με την από 16-06-2015 κλήση των εναγόντων-εφεσιβλήτων στρεφομένη κατά της Τράπεζας Πειραιώς υπό την ως άνω ιδιότητά της. Το τελευταίο, με την 86/2019 απόφασή του έκρινε ότι η υπό κρίση αγωγή είναι κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν βάσιμη και απορρίπτοντας την έφεση επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε όμοια. Κατά της αποφάσεως αυτής αλλά και της με αριθμό 151/2015 μη οριστικής αποφάσεως (ΑΠ 687/2007) που συμπροσβάλλεται εφόσον υφίσταται κατ' αυτής λόγος αναίρεσης ( ΑΠ 2148/2007) άσκησε η ανωτέρω τράπεζα (υπό την προσδοθείσα ιδιότητά της) την υπό κρίση αναίρεση με τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή λόγους.

Tο Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα:

«Με την υπ' αριθμ. 39/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης τέθηκε υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46 του ν.1892/1990 η "... Α.Ε- ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", ειδική εκκαθαρίστρια αυτής δε διορίστηκε η εναγομένη. Με τη δημοσίευση της αποφάσεως αυτής λύθηκαν αυτοδικαίως όλες οι υφιστάμενες σχέσεις εργασίας των εργαζομένων στην υπό εκκαθάριση εταιρεία.

Η εναγομένη εκκαθαρίστρια, μετά τη λεπτομερή καταγραφή του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση εταιρείας, προέβη στην εκποίηση αυτής με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό, στον οποίον πλειοδότις αναδείχθηκε η εδρεύουσα στο Κορωπί Αττικής ανώνυμη εταιρεία "..." αντί τιμήματος 1.335.616,29 ευρώ και συνετάγη από τη συμβολαιογράφο Έδεσσας Χριστίνα Δόλγερα, η .../8-11-2003 σύμβαση μεταβίβασης (που) μετεγράφη νομίμως.

Έναντι του τιμήματος αυτού η πλειοδότρια κατέβαλε το ποσό των 293.470 ευρώ και το υπόλοιπο συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε έξι ετήσιες δόσεις, της πρώτης καταβλητέας την 08-11-2003 και της τελευταίας την 08-11-2008. Στη συνέχεια η εκκαθαρίστρια δημοσίευσε πρόσκληση προς αναγγελία των απαιτήσεων των δανειστών της υπό εκκαθάριση εταιρείας και με βάση τις γενόμενες αναγγελίες συνέταξε τον από 28-02-2003 πίνακα κατάταξης των δανειστών για διανομή του ποσού των 1.283.347,43 ευρώ, το οποίο αποτελείτο από το προαναφερθέν τίμημα των 1.335.616,29 ευρώ, στο οποίο προστέθηκε το ποσό των 59.871,92 ευρώ, που εισπράχθηκε από μισθώματα από ενοικίαση μηχανημάτων και εγκαταστάσεων (και προστέθηκε) το ποσό των 11.738,33 ευρώ από επιστροφή εγγυήσεως από τη ΔΕΗ και (από το οποίο) αφαιρέθηκαν τα έξοδα της ειδικής εκκαθάρισης ύψους 92.358,56 ευρώ και η αμοιβή της εκκαθαρίστριας εταιρείας ύψους 31.520,55 ευρώ και συνολικού ύψους 123.879, 11 ευρώ.

Μεταξύ των αναγγελθέντων δανειστών στον ανωτέρω πίνακα ήταν και οι ενάγοντες ως εργαζόμενοι στην υπό εκκαθάριση εταιρεία (και) είχαν απαιτήσεις κατ' αυτής η εναγομένη (τους) κατέταξε "τυχαία και προνομιακά για όλο το ποσό (που) αναγγέλθηκαν στο οποίο περιλαμβάνονταν απαιτήσεις από "δεδουλευμένα" (μισθούς και άλλες αποδοχές) καθώς και από αποζημίωση απόλυσης, μειωμένο (το αναγγελθέν ποσό) κατά ποσοστό 10,36% λόγω ανεπάρκειας του εκπλειστηριάσματος.

Οι ενάγοντες άσκησαν αγωγές, εξεδόθησαν οι 304/2003 και 156/2003 αποφάσεις, οι οποίες (τις) έκαναν εν μέρει δεκτές, απορρίπτοντας τα κονδύλια της αποζημίωσης απόλυσης, με συνέπεια, μετά την τελεσιδικία (τους), να καταστεί οριστική στον πίνακα η κατάταξη των εναγόντων στις αναγγελθείσες απαιτήσεις τους, που αφορούν δεδουλευμένα ημερομίσθια, οι οποίες διαμορφώνονται στο ποσό που προκύπτει από την αφαίρεση του άνω ποσοστού ανεπάρκειας του εκπλειστηριάσματος (10,36%) από τα "δεδουλευμένα".

Επί ανακοπής κατά του ως άνω πίνακα κατάταξης, ασκηθείσας από τον Αγροτικό Συνεταιρισμό Άρνισσας και Γεωργικό Πιστωτικό Συνεταιρισμό Κορυφής Αλμωπίας, λόγω του ότι μη νομίμως κατέταξε η εκκαθαρίστρια, μεταξύ άλλων τους ενάγοντες και για τις απαιτήσεις τους για καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, εξεδόθη η 5513/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε το σχετικό λόγο και μεταρρύθμισε τον πίνακα κατάταξης, αποβάλλοντας τον καθένα από τους ενάγοντες από το ποσό αποζημίωσης απόλυσης (Παρατίθενται αναλυτικά τα χρηματικά ποσά για τα οποία αποβλήθηκε καθένας των 47 εναγόντων από τον οικείο πίνακα κατάταξης), στα οποία ποσά κατέταξε τους ανακόπτοντες συνεταιρισμούς.

Ενώ ο πίνακας κατάταξης είχε τελεσιδίκως μεταρρυθμιστεί και η εναγομένη με την ιδιότητα της εντολοδόχου ειδικής εκκαθαρίστριας, όφειλε να τους αποδώσει, όπως προαναφέρθηκε, το ποσό που θα προέκυπτε από την αφαίρεση του ποσοστού ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος (10,36%) από τα "δεδουλευμένα", αυτή συνέταξε πλημμελώς τον διανεμητικό της λογαριασμό, καθώς από υπαιτιότητά της και κατά παράβαση της δοθείσας σ' αυτή εντολής με την 39/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διορίσθηκε ως ειδική εκκαθαρίστρια, αφαίρεσε από τους ενάγοντες το ποσό της αποζημίωσης απόλυσης όχι από τα αναγγελθέντα ποσά, στα οποία συμπεριλαμβάνονταν και από τα οποία έπρεπε να αφαιρεθεί, αλλά από τα "δεδουλευμένα" στα οποία δεν συμπεριλαμβάνονταν, με συνέπεια να αφαιρέσει το ποσό αυτό (της αποζημίωσης απόλυσης) δύο φορές, ήτοι μία από τα αναγγελθέντα ποσά και μία από τα "δεδουλευμένα"-επιδικασθέντα ποσά, χωρίς όμως να αφαιρέσει το ποσοστό (10,36%) ανεπάρκειας του εκπλειστηριάσματος ( στους 16 ενάγοντες...και κάποιους των υπολοίπων), σε άλλους δε να αφαιρέσει το ποσό της αποζημίωσης απόλυσης όχι από τα αναγγελθέντα ποσά, στα οποία συμπεριλαμβάνονταν και από τα οποία έπρεπε να αφαιρεθεί, αλλά από το ποσό που προέκυπτε μετά την αποζημίωση απόλυσης από το αναγγελθέν ποσό, χωρίς ...να αφαιρέσει το ποσοστό (10,36%) ανεπάρκειας του εκπλειστηριάσματος (23,34,38,42 των εναγόντων).

Έτσι εξ αιτίας του παραπάνω πλημμελή τρόπου σύνταξης του από 14-02-2006 διανεμητικού της λογαριασμού η εναγομένη κατέβαλε (παρατίθενται για ένα έκαστο των εναγόντων το μικρότερο χρηματικό ποσό που έλαβε με τον εσφαλμένο τρόπο υπολογισμού και το μεγαλύτερο ποσό που έπρεπε να εισπράξει κατά τον ορθό τρόπο υπολογισμού)».

Αναφορικά με τη νομιμοποίηση της εκκαλούσας εναγόμενης το Μονομελές Πρωτοδικείο (ως Εφετείο) δέχθηκε ότι στη θέση της αρχικής εναγόμενης Αγροτικής τράπεζας που άσκησε την από 10-02-2012 έφεση ενώπιόν του, υπεισήλθε ως ειδική διάδοχος η Τράπεζα Πειραιώς, με τις ακόλουθες παραδοχές:

« [...] η άδεια λειτουργίας της Αγροτικής τράπεζας ανακλήθηκε με την 46/27-7-2012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος [...] (και τέθηκε) σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης[...]. Με την 4/27-7-2012 απόφαση της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος [...] αποφασίστηκε η υποχρέωση του ειδικού εκκαθαριστή του σε ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε" (για) την παραχρήμα μεταβίβαση των αναφερομένων στο Παράρτημα της αυτής (εν.απόφασης) περιουσιακών στοιχείων του στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε". Ειδικότερα:

1. Στο πιστωτικό ίδρυμα "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε" μεταβιβάζονται όλες οι συμβατικές σχέσεις του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε" με τρίτους στις οποίες υποκαθίσταται πλέον πλήρως η "Πειραιώς", καθώς και το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της "Αγροτική" (δικαιώματα, αξιώσεις, υποχρεώσεις και βάρη κάθε είδους), εκτός από τις συμβατικές σχέσεις και τα περιουσιακά στοιχεία που περιγράφονται στη συνέχεια στον αριθμό 2 υπό στοιχεία α' έως και ιστ'), που αναφέρονται εφεξής συνολικά ως "μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία". Στα περιουσιακά στοιχεία (συμβατικές σχέσεις, ενεργητικό και παθητικό) που θα μεταβιβασθούν στην "Πειραιώς" συγκαταλέγονται, εκτός αν περιλαμβάνονται στα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία, ιδίως τα ακόλουθα: α)...β)...γ)... δ)...ε)...στ)...ζ)...η)...θ)...ι)...ια)...ιβ)...ιγ)... ιδ)...ιε)...ιστ...ιζ)...ιη) ... ιθ)...κ)...κα) οι αξιώσεις της "Αγροτική" για αποζημίωση, ανεξαρτήτως αιτίας και θεμελίωσης (ενδοσυμβατική ή άλλη) συμπεριλαμβανομένων και αξιώσεών της για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ανεξαρτήτως αιτίας, καθώς και αξιώσεις αδικαιολόγητου πλουτισμού. Από τη μεταβίβαση εξαιρούνται αξιώσεις που συνδέονται με μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία. κβ) [...].

2. Δεν μεταβιβάζονται στην "Πειραιώς" τα περιουσιακά στοιχεία (ενεργητικό, παθητικό και έννομες σχέσεις από συμβάσεις) που περιγράφονται αμέσως παρακάτω υπό στοιχεία α' έως και ιστ' (μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία). Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία διατηρούνται υπό τη δικαιοκτησία (ενεργητικό) της "Αγροτική" ή συνεχίζουν να βαρύνουν (παθητικό) την "Αγροτική". Εφόσον στα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία περιλαμβάνονται συμβατικές σχέσεις, σ' αυτές συμβαλλόμενη παραμένει η "Αγροτική". Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία είναι τα ακόλουθα: α)...β)...γ)... δ)...ε)...στ)...ζ) Όλες οι αξιώσεις και υποχρεώσεις της "Αγροτική" έναντι τρίτων, περιλαμβανομένων και των υπαλλήλων της "Αγροτική", για καταβολή αποζημίωσης από οποιαδήποτε (συμβατική ή εξωσυμβατική) αιτία, για καταβολή χρηματικής ικανοπόίησης λόγω ηθικής βλάβης καθώς και για απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού εφόσον συνδέονται με τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία,)... θ)...ι)...ια)...ιβ)...ιγ)...ιδ)...i)...ii)... iii)... iv)... ιε)... ιστ)[...].

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι οι ενοχικές υποχρεώσεις της Αγροτικής Τράπεζας που πηγάζουν από αδικοπραξία μεταβιβάζονται στην Τράπεζα Πειραιώς, εφόσον οι υποχρεώσεις αυτές δεν συνδέονται με τα μη μεταβιβαζόμενα (στην τράπεζα Πειραιώς) στοιχεία σύμφωνα με το στοιχείο 2 του παραρτήματος της αμέσως προαναφερόμενης απόφασης.

Εν προκειμένω η αξίωση που φέρεται προς διάγνωση με την έφεση πηγάζει από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων της Αγροτικής τράπεζας της Ελλάδος υπό την ιδιότητά της ως ειδικής εκκαθαρίστριας της εδρεύουσας στη Σκύδρα Πέλλας εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε-ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.1892/1990.

Η συγκεκριμένη υποχρέωση μεταβιβάστηκε, μετά τη θέση της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης με την προαναφερόμενη .../27-7-2012 απόφαση στην Τράπεζα Πειραιώς και όχι στην υπό ειδική εκκαθάριση Αγροτική τράπεζα δεδομένου ότι η υποχρέωση αυτή δεν εμπίμπτει σε καμία των εξαιρέσεων της παραγρ.2 του παραρτήματος της άνω απόφασης.

Επομένως, η καθής η κλήση τράπεζα Πειραιώς Α.Ε ως εκ του νόμου ειδική διάδοχος της Αγροτικής τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε από και δια της δημοσιεύσεως της ως άνω υπ' αρ. …/27-7-2012 απόφασης στην εφημερίδα της Κυβέρνησης (27-7-2012) νομιμοποιείται ενεργητικώς ή παθητικώς για τις εκκρεμείς έως τότε δίκες που είχαν ανοιχτεί με διάδικο την Αγροτική τράπεζα και όχι η υπό ειδική εκκαθάριση Αγροτική Τράπεζα, άρα ορθώς η 151/2015 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου διαπίστωσε έλλειψη διαδικαστικής προϋποθέσεως της δίκης κατά το χρόνο συζητήσεως της εφέσεως (ανυπαρξία ενεργητικής νομιμοποίησης της υπό ειδική εκκαθάριση Αγροτικής τράπεζας) η οποία βέβαια υπήρχε κατά το χρόνο άσκησης της έφεσης και ορθώς κήρυξε τη συζήτηση της τελευταίας απαράδεκτη προκειμένου να κλητευθεί η ήδη κλητευθείσα ενεργητικά νομιμοποιούμενη Τράπεζα Πειραιώς, εφόσον η παρούσα εκκρεμής δίκη συνεχίζεται από την τελευταία, δηλαδή χωρίς βίαιη διακοπή της δίκης […]».

Ακολούθως, έκρινε ότι η αγωγή, ως προς τους: 2ο, 3ο, 8ο, 10ο, 12ο, 14ο, 16ο, 17ο, 18ο, 20ο, 23ο έως 30ο, 34ο, 35ο, 38ο, 39ο, 41ο, 43ο, 44ο, 46ο, 47ο και κατά ένα μέρος ως προς τους 1ο, 4ο, 5ο, 6ο, 7ο, 9ο, 11ο, 13ο, 15ο, 19ο, 21ο, 22ο, 31ο, 32ο, 33ο, 36ο, 37ο, 40ο, 42ο, 45ο, ήταν βάσιμη και ότι η Τράπεζα Πειραιώς ήταν ειδική διάδοχος της αρχικής εναγομένης Αγροτικής Τράπεζας και τέλος απέρριψε την έφεση της εναγομένης επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δηλαδή με το να δεχθεί ότι η επίδικη (εξ αδικοπραξίας) αξίωση των εναγόντων έναντι της Αγροτικής τράπεζας συγκαταλέγεται μεταξύ των εννόμων σχέσεων και περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Πειραιώς με την από 27-07-2012 σύμβαση κατ' εφαρμογή της με ίδια ημερομηνία απόφασης της τράπεζας της Ελλάδος και ότι μετά ταύτα η Τράπεζα Πειραιώς υπεισελθούσα ως ειδική διάδοχος στη θέση της (Αγροτικής Τράπεζας) νομιμοποιείται εφεξής στις εκκρεμείς δίκες όπως η παρούσα, τόσο ενεργητικά (ως εκκαλούσα) όσο και παθητικά ως υπόχρεος στη θέση της αρχικής ως άνω εναγομένης, παρότι από τις παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει ότι στην τελευταία (Τράπεζα Πειραιώς) μεταβιβάστηκαν (μεταξύ άλλων) οι αξιώσεις της Αγροτικής από αδικοπραξία κατά τρίτων, και όχι οι αξιώσεις των τρίτων από την εν λόγω αιτία σε βάρος της Αγροτικής, όπως η επίδικη, που εμπίπτει στις μη μεταβιβασθείσες σχέσεις και στοιχεία της παρ.2ζ του παραρτήματος της ως άνω αποφάσεως της ΤτΕ, οι οποίες παραμένουν στην υπό εκκαθάριση Αγροτική τράπεζα (εκπροσωπούμενη από τον ορισθέντα ειδικό εκκαθαριστή της), εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 63Δ, 68 του ν.3601/2007 (σε συνδυασμό με το άρθρο 68 ΚΠολΔ) υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 560ΚΠολΔ.

Συνεπώς ο αντίστοιχος πρώτος αναιρετικός λόγος (όπως ορθά εκτιμάται) περί ελλείψεως νομιμοποιήσεως της αναιρεσείουσας τράπεζας Πειραιώς, διότι δεν κατέστη φορέας της αντίστοιχης υποχρέωσης ώστε να αποκτήσει την εξουσία διεξαγωγής της προκείμενης δίκης ως προς αυτή, αφού η τελευταία (επίδικη αξίωση) δεν συγκαταλέγεται στα στοιχεία που μεταβιβάστηκαν από την Αγροτική στην αναιρεσείουσα, ώστε να υπεισέλθει ως ειδική διάδοχός της, αλλά παρέμεινε ως παθητικό στην υπό ειδική εκκαθάριση τελούσα Αγροτική τράπεζα, η οποία και νομιμοποιείται παθητικά, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και η συμπροσβαλλόμενη μη οριστική κατά παραδοχή του προαναφερομένου λόγου αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του ετέρου αναιρετικού λόγου αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας δικάζον ως Εφετείο), συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων λόγω του δυσερμηνεύτου του κανόνα που εφαρμόσθηκε (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 86/2019 και την συμπροσβαλλομένη 151/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί όμως από Πρωτοδίκη άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων στο σύνολό τους.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ