Legislator Case Law & Legislation
42/2019 AI generated

42/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 42/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:, Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

42/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Keywords

AI generated
ownerless property deprivation of existing use established right original appropriation previous legal status unlawful abstraction of energy
AI generated
43/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.
6/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:, Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.
41/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.
2245/2009
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-1999 αγωγή, την από 5-10-1999 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης και συνεκδικάσθηκαν με την από 14-9-1999 δια των προτάσεων ανταγωγή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/484/ΜΤ/35/2000 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 103/2002 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Μαρτίου 2005 αίτησή τους και τους από 5 Φεβρουαρίου 2007 προσθέτους αυτής λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 1713/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 30-11-2008 κλήση τους.
927/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Παρασκευή Καλαϊτζή Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 42 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 42/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:, Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Σεπτεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. συζ. Κ. Γ. το γένος Δ. Ζ., κατοίκου ..., 2. α) Ε. χας Ι. Ζ., το γένος Α. Σ., β) Τ. Ζ. του Ι., γ) Μ. Ζ. του Ι., κατοίκων ..., 3. Ν. Ζ. του Δ., κατοίκου ... και ήδη ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Χριστίνα Κυρπόγλου.

Των αναιρεσίβλητων: 1. α) Ε. χήρας Α. Ν., β) Μ. Ν. του Α., γ) Ν. Ν. του Α. και δ) Μ. Ν. του Α., κατοίκων ..., 2.Ν. Π. του Μ., κατοίκου ..., 3.α) Μ. χήρας Ρ. Ν.,β) Δ. Ν. του Ρ., γ) Ε. Ν. του Ρ., κατοίκων ..., 4 α) Π. χήρας Ν. Ν., το γένος Ρ. Μ., β) Μ. Ν. του Ν. και γ) Ε. Ν. του Ν., κατοίκων ..., 5.Φ. Ν. του Ε., κατοίκου ..., 6.Γ. Ν. του Ε., κατοίκου ..., 7. Ν. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 8. Φ. Δ. του Ν., κατοίκου Άργους, 9. Δ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 10.Π. Γ. του Κ. κατοίκου ...,11.Μ. χήρας Κ. Γ., κατοίκου .... Οι 1α,1β,1γ,1δ και 2ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Οι 3α,3β, 3γ, 4α,4β, 4γ, 5ος και 6ος παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κατρά, ο οποίος δήλωσε ότι ο 7ος απεβίωσε στις 22-4-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α.Α. χήρα Ν. Δ., το γένος Λ. Λ., κάτοικος ..., β.Ν. Δ. του Ν., κάτοικος ..., γ.Μ. Δ. του Ν., κάτοικος ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια οι α και γ και μετά ο β με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο. Οι 8ος 9ος 10ος και 11η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 25-7-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 204/2014 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-7-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των παρόντων αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση επ' αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος (Ολ.Α.Π. 27/1987), οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.Α.Π. 31/2009).

Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι ναι μεν η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής αποτελεί προϋπόθεση της επέλευσης της διακοπής της δίκης και είναι αναγκαία και για την επανάληψη αυτής, η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου της από τον υπέρ του οποίου η διακοπή της δίκης, δεν εμποδίζει τον αντίδικό του, που έλαβε γνώση, καθ' οιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και αφού θεώρησε τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291 ΚΠολΔ, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο "περί επανάληψης" της βιαίως διακοπείσας δίκης προς τον υπέρ του οποίου η διακοπή διάδικο.

Τέτοιο δικόγραφο μπορεί να είναι και η περιέχουσα πρόσκληση του τελευταίου (κληρονόμου) προς επανάληψη της δίκης κλήση προς συζήτηση της υποθέσεως, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ περί αποποιήσεως της κληρονομίας (Α.Π. 47/2018). Περαιτέρω, η ακυρότητα αυτή, ως αναγόμενη στην έλλειψη της κατά το άρθρο 62 εδ.

α' ΚΠολΔ διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (άρθρο 73 ΚΠολΔ.), εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής, δηλονότι o προηγηθείς της άσκησης της αναίρεσης θάνατος του αναιρεσιβλήτου και η κατά την άσκηση αυτής γνώση του γεγονότος τούτου από τον αναιρεσείοντα.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (Α.Π.234/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής : Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, εκπροσωπήθηκαν οι μεν αναιρεσείοντες από την πληρεξούσια δικηγόρο Χριστίνα Κυρπόγλου, οι οι δε με στοιχ. 3α, 3β, 3γ, 4α, 4β, 4γ, 5ος και 6ος των αναιρεσίβλητων, με τον ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτηθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κατρά, ο οποίος δήλωσε επίσης ότι ο 7ος από τους αναιρεσίβλητους Ν.

Δ. του Ν. απεβίωσε στις 22-4-2014, δηλαδή μετά τη συζήτηση στο Εφετείο της προσβαλλόμενης απόφασης και πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και ότι τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Α. χήρα Ν. Δ., Ν. Δ. του Ν. και Μ. Δ. του Ν., τους οποίους και εκπροσωπεί νομίμως. Ο θάνατος του ως άνω αναιρεσίβλητου και η ιδιότητα των τελευταίων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποδεικνύεται από το απόσπασμα της ληξιαρχικής πράξης θανάτου αυτού και τα οικεία πιστοποιητικά του αρμόδιου γραμματέα περί πλησιέστερων συγγενών και αποδοχής κληρονομίας, περιστατικά, τα οποία άλλωστε δεν αμφισβητούνται από τους αναιρεσείοντες (άρθρ.261 ΚΠολΔ).

Δεν προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι οι τελευταίοι γνώριζαν κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης το θάνατο του προαναφερόμενου αντίδικου τους, οι δε κληρονόμοι αυτού (άρθρ. 1710, 1813, 1820 και 1846 ΑΚ) νομίμως παρίστανται κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο στη θέση του κληρονομηθέντος διαδίκου, εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο νομοτύπως διορισμένο και δηλώνουν ότι συνεχίζουν τη δίκη, προβάλλοντας υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, χωρίς να δημιουργείται απ' αυτό απαράδεκτο της συζήτησης αυτής.

Εξάλλου, από τις υπ' αριθμ. …3/16-5-2018, …0/16-5-2018, ….2/12-6-2018, …5/16-5-2018, …3/16-5-2018, ..8/11-6-2018 και …5/5-6-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κ. Ν. Π. και τα φύλλα των ημερήσιων εφημερίδων των … …16/13-6-2018 ''...'' και …3/13-6-2018 ''...'', που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδεουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 25-7-2017 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 204/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την κάτω από αυτές πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς τους υπό στοιχ. 1α, 1β, 1γ, 1δ, δεύτερο, ένατο και δέκατο εκ των αναιρεσίβλητων για να παραστούν κατά τη συζήτησή της για την παρούσα δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους τελευταίους (άρθρ.126 παρ.1 εδ.α', 127 παρ. 1, 128 παρ.1 και 135 ΚΠολΔ).

Όμως, οι προαναφερόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των κλητευθέντων ως άνω αναιρεσίβλητων (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.

α' και γ' ΚΠολΔ.). Τέλος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ο όγδοος και η ενδέκατη των αναιρεσίβλητων, Φ. Δ. του Ν. και Μ. χήρα Κ. Γ., δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Οι επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες με τις προτάσεις ισχυρίζονται ότι οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι απεβίωσαν μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και κληρονομήθηκαν ο μεν όγδοος (Φ. Δ. του Ν.) από τα τέκνα του Ν. Δ., Κ. Δ. και Ε. Δ. και, η δε ενδέκατη (Μ. χήρα Κ. Γ.) από τον υιό της Π. Κ. Γ. και ότι έχουν καλέσει προς συζήτηση της υποθέσεως με την επίδοση σχετικής κλήσεως που αναγράφονταν κάτω από το επίσης επιδοθέν δικόγραφο της αναίρεσης τους φερόμενους ως κληρονόμους των εν λόγω αναιρεσίβλητων.

Μάλιστα οι αναιρεσείοντες προσκομίζουν μετ' επικλήσεως και τις υπ' αριθμ....8/15-6-2018, ...4/15-6-1018 και ...2/15-6-2018 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ναυπλίου Ε. Λ.-Ρ. όσον αφορά τους κληρονόμους του όγδοου αναιρεσίβλητου και την υπ' αριθμ…..28/5-6-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κ.

Ν. Π. όσον αφορά τον κληρονόμο της ενδέκατης αναιρεσίβλητης. Πλην όμως οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται και δεν προσκομίζεουν, αλλά ούτε και υπάρχουν στη δικογραφία, τις οικείες ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, ώστε να επέλθει βίαιη διακοπή της δίκης και τα σχετικά δημόσια έγγραφα (πιστοποιητικά πλησιέστερων συγγενών των θανόντων, πιστοποιητικά του γραμματέα περί υπάρξεως ή μη διαθήκης αυτών και μη αποποίησης της κληρονομίας τους) από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα των ως άνω κληθέντων ως κληρονόμων των αποβιωσάντων αναιρεσίβλητων.

Επομένως, πρέπει, κατά τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις και δεδομένου ότι οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι συνδέονται με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρ. 74 παρ.1 ΚΠολΔ), καθόσον η ένδικη διαφορά αφορά σε αναγνωριστική κυριότητας αγωγή, να χωρισθεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη ως προς αυτούς (όγδοο και εν δέκατη των αναιρεσίβλητων), να προχωρήσει αυτή (συζήτηση) ως προς τους λοιπούς νομίμως παριστάμενους διαδίκους.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 12 πανδ. (28.7), 14 παρ. 8 πανδ. (11.7) και 69 πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, οι οποίες έχουν εφαρμογή όταν ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρ.92 ΕισΝΑΚ), οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους ανήκαν η σύζυγος καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομία με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομία).

Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμειξη σ' αυτήν και απόκτησή της. Περαιτέρω, κατά την αρχή που συνάγεται τόσο από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου (ν.3 κωδ. 734, ν.42 Παν.412, ν.7 παρ.5 Πανδ.10.3 και ν.28 Πανδ. 10.3), όσο και από τις διατάξεις του ΑΚ (άρθρα 249, 787, 974, 980, 981, 982, 983, 984, 994, 1041, 1045, 1113, 1879 και 1884), που ισχύουν για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στα κληρονομιαία ακίνητα, ο συγκληρονόμος, ως συγκοινωνός, εάν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και για λογαριασμό των λοιπών κληρονόμων, στους οποίους αυτοδικαίως και χωρίς να ενεργήσουν υλικές πράξεις σε αυτό περιέρχεται η συννομή του, μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, που είχε τη νομή του και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, προτού καταστήσει σ' αυτούς γνωστό ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό κληρονομιαίο πράγμα αποκλειστικά στο όνομά του δι' ίδιο σκοπό και από τη γνωστοποίηση αυτή παρέλθει η απαιτούμενη για τη χρησικτησία εικοσαετία.

Κατά δε τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο προκείμενος λόγος σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

Α.Π. 9/2016, 15/2006, 1/1999, 12/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Φ.

Φ., απώτατος δικαιοπάροχος των διαδίκων, απεβίωσε στις 4-1-1942, καταλείποντας μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους τα τέκνα του : 1) Ν. Φ., 2) Ε. Φ., 3) Τ. συζ. Δ. Ζ., 4) Ε. συζ. Ν. Δ., 5) Δ. χα Ε. Ν., 6) Μ. Φ. και 7) Γ. Γ. του Κ.. Στην κληρονομία του άνω αποβιώσαντος εχώρησε η εξ αδιαθέτου διαδοχή και έτσι κληρονομήθηκε αυτός από τα τέκνα του, οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομία αυτή δ' αναμείξεως κατά τους κανόνες του ισχύοντος τότε δικαίου.

Στην κληρονομιαία περιουσία του Φ. Φ. περιλαμβάνοντο τα παρακάτω ακίνητα: : 1) ένα αγροτεμάχιο, το οποίο βρίσκεται στην περιφέρεια της νήσου ..., επί τριών δημοτικών δρόμων, το οποίο εμφανίζεται στο από Μαρτίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Θ. Π. με τα στοιχεία Α.Β.Γ.Δ.Α, εμβαδού 2018 τ.μ., συνορευόμενο ανατολικά με δημοτική οδό, δυτικά με δημοτική οδό, βόρεια με δημοτική οδό και νότια με ρέμα και ιδιοκτησία I.

Π., 2)ένα οικόπεδο, στον Δήμο ..., επιφάνειας 300.10 τ.μ., συνορευόμενο ανατολικά με ιδιοκτησία Μ. Κ. (πρώην ΕΦΤΑ) και εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Μ. (πρώην ΕΦΤΑ), δυτικά με δημοτική οδό, βόρεια με δημοτική πάροδο και νότια εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Μ. (πρώην ΕΦΤΑ) και εν μέρει με δημοτική οδό, 3)ένα οικόπεδο στο Δήμο ..., εμβαδού 184,20 τ.μ., συνορευόμενο ανατολικά με δημοτική οδό, δυτικά με εκκλησία ..., βόρεια με ιδιοκτησία Κ.

Θ. (πρώην ΕΦΤΑ) και νότια με δημοτική οδό, 4) ένα οικόπεδο στο Δήμο ... εμβαδού 557 τ.μ. συνορευόμενο ανατολικά εν μέρει με δημοτική οδό και εν μέρει με εκκλησία ..., δυτικά με δημοτική οδό, βόρεια με δημοτική οδό και νότια εν μέρει με δημοτική οδό και εν μέρει με εκκλησία ..., 5) ένα οικόπεδο στο Δήμο ..., εμβαδού 654,20 τ.μ.

συνορευόμενο ανατολικά με δημοτική οδό, δυτικά με οικία Μ. Κ. (πρώην ΕΦΤΑ), βόρεια με δημοτική πάροδο και νότια με ιδιοκτησία Δήμου, 6) ένα οικόπεδο στο Δήμο ..., εμβαδού 1024 τ.μ. συνορευόμενο ανατολικά με δημοτική οδό, δυτικά με ιδιοκτησίες του Δήμου, Α. Δ., I Ν. και Π., βόρεια με δημοτική οδό και νότια με ρέμα, 7)μία διώροφη οικία, αποτελούμενη από υπόγειο επιφάνειας 26 τ.μ., ισόγειο επιφάνειας 38,25 τ.μ.

και πρώτο όροφο επιφάνειας 55 τ.μ. στο Δήμο ..., επί οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 179,50 τ.μ. συνορευόμενο ανατολικά με ιδιοκτησίες Ι. Π. και Μ. Β., με ιδιοκτησία Ν. Π., με ιδιοκτησία Ε. Π.-Χ. και με έτερη ιδιοκτησία Ε. Π.-Χ., δυτικά με δημοτική οδό πέρα αιγιαλού, βόρεια με κλιμακωτή δημοτική οδό και νότια εν μέρει με δημοτική οδό πέρα αιγιαλού επί πλευράς ΕΖ 1,20 τ.μ.

και ΗΘ μήκους 1,20 μ. με δημοτική οδό πέρα αιγιαλού, όπως τα ακίνητα αυτά εμφανίζονται στο από Μαρτίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Θ. Π.. Με την υπεισέλευσή τους στην άνω κληρονομία οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι κατέστησαν συγκύριοι των προπεριγραφομένων ακινήτων κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου έκαστος.

Στις 22-4-1957 απεβίωσε η Μ. Φ. καταλείποντας ως κληρονόμους της τους 1) Ν. Φ., 2) Ε. Φ., 3) Τ. συζ. Δ. Ζ., 4) Ε. συζ. Ν. Δ., 5) Δ. χα Ε. Ν., 6) Γ. Γ. του Κ., σε ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου. Στις 10-4-1971 απεβίωσε η Ε. συζ. Ν. Δ. καταλείποντας ως κληρονόμους της τους 1) Μ. Ν. Δ., 2) Ν. Ν. Δ., 3) Φ. Ν. Δ., 4) Π. Κ. Γ., 6) Μ. χήρα Κ. Γ. κατά ποσοστό 1/5 ή 4/20 εξ αδιαιρέτου στους τέσσερις πρώτους εξ αυτών, 3/20 ο 5ος και 1/20 η 6η.

Στις 20-3-1990 απεβίωσε η Δ. συζ. Ε. Ν., καταλείποντας ως κληρονόμους της τους 1) Α. Ν. του Ε., 2) Ι. Ν. του Ε., 3) Ρ. Ν. του Ε., 4) Ν. Ν. του Ε., 5) Φ. Ν. του Ε., 6) Γ. Ν. του Ε. και 7) Ι. Π. του Μ. σε ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου για τον καθένα. Σχετικά δε εκδόθηκαν τα με αριθμ. …/29-2-1996, ….3/8-12-1998 και ….1/16-6-1998 κληρονομητήρια, τα οποία μεταγράφηκαν, στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τ.

….1 και αριθμό ..2 το πρώτο, στον τ. ..3 με αριθμό ….42 το δεύτερο και στον τ. ..3 με αύξ. αριθμό ….1 το τρίτο και έτσι οι εναγόμενοι κατέστησαν συγκύριοι των ακινήτων αυτών κατά ποσοστό 40/1.440 έκαστος ο πρώτος έως και έκτος αυτών, κατά ποσοστό 48/1.440 έκαστος ο έβδομος, όγδοος και ένατος, κατά ποσοστό 45/1.440 ο δέκατος κατά ποσοστό 3/1.440 η ενδέκατη αυτών.

Με το ….85/1974 συμβόλαιο, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Χ. Κ. και μεταγράφηκε νόμιμα, η άνω Ε. Φ., επικαλούμενη ότι κατέστη αποκλειστική κυρία των προπεριγραφομένων ακινήτων από κληρονομία της από τριακονταπενταετίας αποβιωσάσης μητέρας της και του πατέρα της, τα οποία αυτοί, προ του θανάτου τους, της είχαν παραδώσει δια ατύπων νεμήσεων, δώρισε στους ενάγοντες, μεταξύ άλλων, τα κατωτέρω ακίνητα, κείμενα στην …. :

Στην πρώτη, το εκτάσεως 250 μ. περίπου, νοτιοανατολικό τριγωνικού σχήματος τμήμα του εκ συνολικής έκτασης 9 στρεμμάτων, βοσκότοπου στη θέση ... συνορευόμενο ανατολικά με οικία Γ. Σ. και την μεταξύ της οικίας αυτής και της τοιαύτης της Μ. Π. οδό, από την οποία είχε προσπέλαση, Νοτιοδυτικά με οικία Π. Β., Ι. Κ. και Γ.

Μ., Βόρεια με υπόλοιπη έκταση αυτού, στη δεύτερη, την πεπαλαιωμένη οικία, κτισμένη επί οικοπέδου έκτασης 221 τ.μ., πλησίον των ανεμόμυλων, συνορευόμενη με σιδηρουργείο Ε. Ν., οικία Ι. Μ., Δημόσιο Δρόμο στους τρίτο και τέταρτο των εναγόντων, το 1/2 εξ αδιαιρέτου, της υπόλοιπης έκτασης του προαναφερόμενου 9 στρεμμάτων βοσκότοπου στη θέση ....

Επίσης στον 4° των εναγόντων δώρισε το εκτάσεως 110,50 τ.μ. οικόπεδο, με την ερειπωμένη και κατεδαφιστέα εντός αυτού καλύβα, συνορευόμενο με σιδηρουργείο Ε. Ν.., δημόσιο δρόμο. Τα ακίνητα αυτά, όπως αναγράφεται στο συμβόλαιο αυτό, είχαν περιέλθει στη δωρήτρια από κληρονομία της από τριακονταπενταετίας αποβιωσάσης μητέρας της και του πατέρα της, τα οποία αυτοί, προ του θανάτου τους, της είχαν παραδώσει δια ατύπων νεμήσεων.

Όμως ουδόλως αποδείχθηκε, ότι η άνω μεταβιβάσασα Ε. Φ. ήταν κυρία ολοκλήρων των μεταβιβασθέντων ακινήτων, αλλά είχε καταστεί κυρία αυτών μόνο κατά το άνω εξ 1/7 εξ αδιαιρέτου ποσοστό από την κληρονομία του πατέρα της. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η δικαιοπάροχός τους Ε. Φ. είχε αποκτήσει τα επίδικα ακίνητα από τον αρχικό κοινό, απώτερο δικαιοπάροχο, των διαδίκων δια ατύπου δωρεάς, ασκώντας επ' αυτών, πράξεις νομής που αρμόζουν σε κύριο, καθιστάμενη με τον τρόπο αυτό αποκλειστική κυρία αυτών, διά εκτάκτου χρησικτησίας.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι αόριστος και απορριπτέος, καθώς δεν αναφέρεται, ο χρόνος παραδόσεως της νομής των ακινήτων σ' αυτήν από τον επικαλούμενο δικαιοπάροχο πατέρα της, προκειμένου να κριθεί εάν τα επίδικα κατέστησαν ή όχι κληρονομιαία. Είναι βέβαια αληθές ότι από το χρόνο θανάτου του απώτερου δικαιοπαρόχου των διαδίκων, Φ.

Φ., το έτος 1942, στην, μεταξύ άλλων, επίδικη οικία κατοικούσαν οι τρεις κόρες του, Ε., Μ. και Τ., μετά δε το θάνατο της Μ., το έτος 1957, οι έτερες δύο. Η δε Ε. είχε παραμείνει ανύπαντρη, ενώ η Τ., κατοικούσε στην οικία μετά του συζύγου της, Δ. Ζ. και των τεσσάρων τέκνων τους και ότι ακόμη περί τα έτη 1972-1977 η δικαιοπάροχος των εναγόντων επενέβη στην άνω οικία και προχώρησε στην ανακατασκευή αυτού, στην οποία βοήθησε και ο έκτος των εναγομένων Γ.

Ν., ουδέποτε όμως γνωστοποίησε στους λοιπούς συγκυρίους της, ότι νέμεται το ακίνητο αυτό αποκλειστικά για λογαριασμό της ούτε οι τελευταίοι αποξενώθηκαν από την νομή αυτού. Οι ενέργειες αυτές της δικαιοπαρόχου των εναγόντων έγιναν στα πλαίσια της μεταξύ τους κοινωνίας και οι σχετικές δαπάνες αναλήφθηκαν από την τελευταία γιατί αυτή ζούσε εγγύτερα προς τα κληρονομιαία και συγκατοικούσε με την αδελφή της Τ.

και την οικογένειά της. Η μητέρα των εναγομένων έβλεπε τις επεμβάσεις και ως συγκληρονόμος τις ενέκρινε, αφήνοντας κατά βάση στην αδελφή της την εκμετάλλευση της κληρονομιαίας περιουσίας για την οικονομική της ενίσχυση. Ενεργώντας λοιπόν η δικαιοπάροχος των εναγόντων τα ανωτέρω, ουδόλως εκδήλωσε ρητά ή έστω σιωπηρά αλλά πάντως με έκδηλο τρόπο την πρόθεσή της να νέμεται το σύνολο των κληρονομιαίων ως αποκλειστική κυρία και νομέας αυτών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Δ. Φ., δικαιοπάροχος των έξι πρώτων εναγομένων, η οποία κατοικούσε και αυτή στην …. μετά το θάνατο της Μ., το έτος 1957, ενοχλούσε την Ε., σχετικά με τη διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων, χωρίς όμως να λάβει απάντηση. Όμως, οι σχέσεις των δύο αδελφών ψυχράνθηκαν το 1987, όταν η δικαιοπάροχος των εναγομένων Δ.

Φ. έλαβε γνώση της ανωτέρω γενομένης από την Ε. Φ. δωρεάς στους ενάγοντες και η αντίδρασή της υπήρξε άμεση με την από 26-10-1987 αγωγή της, στρεφόμενη κατά της Ε. Φ. και των ήδη, στην παρούσα αγωγή, εναγόντων, με την οποία ζητούσε, την αναγνώριση του κληρονομικού της δικαιώματος επί των ήδη επίδικων ακινήτων. Από την αγωγή δε αυτή παραιτήθηκε.

Κατόπιν, η Ε. Φ., επικαλούμενη ότι κατέστη αποκλειστική κυρία με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας των επιδίκων ακινήτων δια ατύπου παραχωρήσεως παρά του πατρός της Φ. Φ. και εν ζωή αυτού με το με αριθμό ….1/1990 συμβόλαιο του Συμβ/φου Β. Χ., αφ' ενός σύστησε διηρημένη ιδιοκτησία επί της διωρόφου οικίας, που αναφέρεται στην αγωγή, αφ' ετέρου πώλησε στους ενάγοντες τα επίδικα ακίνητα, και ειδικότερα, στην πρώτη των εναγόντων το δεύτερο αυτών, προς τη δεύτερη την πρώτη από τις συσταθείσες κάθετες ιδιοκτησίες, συνολικού εμβαδού 179,50 τ.μ., στον τέταρτο αυτών τη δεύτερη συσταθείσα, επί της επίδικης οικίας, κάθετη ιδιοκτησία, καθώς και εξ αδιαιρέτου με τον τρίτο των εναγομένων το πρώτο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο από τα επίδικα ακίνητα.

Από το προαναφερθέν όμως αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε άτυπη εκ μέρους του κληρονομουμένου Φ. Φ. μεταβίβαση των κληρονομιαίων στη δικαιοπάροχο των εναγόντων, πριν από το θάνατο αυτού [κληρονομουμένου].Ό μάρτυρας απόδειξης Ε. Α., εξάδερφος, ουδέν περιστατικό κατέθεσε σχετικό ότι τα επίδικα δεν έγιναν κληρονομιαία, ούτε ότι ο κληρονομούμενος Φ.

Φ. με άτυπη σύμβαση μεταβίβασε εν ζωή τα επίδικα στη δικαιοπάροχο των εναγόντων Ε. Φ.. Ισχυρίστηκε ο εν λόγω μάρτυρας ότι όλοι οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι του Φ. Φ. συμφώνησαν, μετά τον θάνατο αυτού, τα ακίνητα αυτά να δοθούν στην Ε., δικαιοπάροχο των εναγόντων. Όμως, από το προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ούτε η επικαλούμενη άτυπη μεταβίβαση των μεριδίων στην κληρονομία από τους δικαιοπαρόχους των εναγομένων στη δικαιοπάροχο των εναγόντων ούτε η άσκηση πράξεων νομής επί των επιδίκων εκ μέρους της δικαιοπαρόχου των εναγόντων αποκλειστικά για λογαριασμό της.

Οι ενάγοντες δεν ισχυρίστηκαν ότι έλαβε χώρα ποτέ παραχώρηση της νομής των ιδανικών μεριδίων των εναγομένων επί των επιδίκων, ούτε ο μάρτυρας απόδειξης Ε. Α. ανέφερε ότι η δικαιοπάροχος των εναγόντων κατέστησε στους δικαιοπαρόχους των εναγομένων γνωστό την πρόθεσή της να κατέχει και να νέμεται και τα ιδανικά μερίδια των εναγομένων επί των επιδίκων αποκλειστικά στο όνομά της και για λογαριασμό της.

Ισχυρίζονται, περαιτέρω, οι ενάγοντες ότι η αξίωση των εναγομένων, η οποία αφορά η κρινόμενη αγωγή, έχει υποπέσει σε παραγραφή, λόγω της παρόδου χρονικού διαστήματος μεγαλυτέρου της εικοσαετίας από το χρόνο γνωστοποίησης προς αυτούς. Ωστόσο, και ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από το 1987, που έλαβε χώρα η ανωτέρω γνωστοποίηση της προθέσεως της αδελφής της δικαιοπαρόχου να νέμεται στο εξής τα ανωτέρω κληρονομιαία ακίνητα για αποκλειστικά δικό της λογαριασμό, μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (κατάθεση αγωγής: 30-8-2004, επίδοση αγωγής: 8.11.2004) δεν συμπληρώνεται ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας, ούτε ο χρόνος παραγραφής των εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους.

Επομένως, με βάση τα προαναφερόμενα περιστατικά, η δικαιοπάροχος των εναγόντων ουδέποτε κατέλυσε με έκτακτη χρησικτησία την κυριότητα της συγκληρονόμου αδελφής της και κατ' επέκταση ούτε των εναγομένων ως ειδικών διαδόχων αυτής επί των ανωτέρω κληρονομιαίων πραγμάτων. Επίσης, ουδέποτε παραγράφησαν τα εμπράγματα δικαιώματα αυτών.

Έτσι, οι εναγόμενοι, αφού πραγματοποίησαν την ανωτέρω αποδοχή και την αντίστοιχη μεταγραφή, απόκτησαν, με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων και κατά ποσοστό 40/1.440 έκαστος ο πρώτος έως και έκτος αυτών, κατά ποσοστό 48/1.440 έκαστος ο έβδομος, όγδοος και ένατος, κατά ποσοστό 45/1.440 ο δέκατος, κατά ποσοστό 3/1.440 η ενδέκατη αυτών.

Συνεπώς οι ενάγοντες με την μεταγραφή του άνω συμβολαίου δεν κατέστησαν συγκύριοι ολοκλήρων των επιδίκων ακινήτων, όπως ισχυρίζονται, αλλά μόνο του 1/7 εξ αδιαιρέτου αυτού, κατά το οποίο ήταν κυρία η δικαιοπάροχος αυτών Ε. Φ. και ως εκ τούτου, η αγωγή των εναγόντων είναι ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη και κατ' ουσία την έφεση των ήδη αναιρεσίβλητων κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, και, αφού εξαφάνισε αυτήν (εκκαλούμενη απόφαση), κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσία, και απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων αγωγή των αναιρεσειόντων και της ομόδικης τους Μ.

συζ. Δ. Τ. ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας ότι αυτοί δεν απέκτησαν την κυριότητα των επίδικων ακινήτων με τους επικαλούμενους στην αγωγή τρόπους. Με βάση αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με την προσβαλλόμενη απόφασή του τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου καθώς και εκείνες των άρθρων 249, 787, 974, 980, 981, 982, 983, 984, 994, 1041, 1045, 1113, 1871, 1879 και 1884 Α.Κ., που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε παραβίασε, δια της παραλείψεως εφαρμογής τους, τις ουσιαστικές διατάξεις των νόμων 2 εις. (2-19), 3 εις. (3-1) και 14 Πανδ. (38,16), που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες με βάση τις παραδοχές του, και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων και συγκεκριμένα ως προς τα ουσιώδη ζητήματα ότι δεν αποδείχθηκε άτυπη εκ μέρους του κληρονομουμένου Φ.

Φ. (η κυριότητα του οποίου δεν αμφισβητήθηκε από τους διαδίκους) μεταβίβαση με δωρεά της κυριότητας των επίδικων ακινήτων στην άμεση δικαιοπάροχο των εναγόντων Ε. Φ. πριν από το θάνατο αυτού, ότι οι προαναφερόμενοι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού (Φ. Φ.), αμέσως μετά το θάνατό του, ανέλαβαν τη νομή και κατοχή των κληρονομιαίων ακινήτων κατά τα αναφερόμενα στον καθένα απ' αυτούς εξ αδιαιρέτου ποσοστά και υπεισήλθαν στην κληρονομία αυτή δι' αναμείξεως κατά τους κανόνες του ισχύοντος τότε βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, ότι η πιο πάνω δικαιοπάροχος των εναγόντων ουδέποτε γνωστοποίησε στους λοιπούς συγκυρίους ότι νέμεται τα επίδικα ακίνητα αποκλειστικά για λογαριασμό της, ώστε να συντρέξουν οι προϋποθέσεις της χρησικτησίας, ότι οι λοιποί συγκύριοι μέχρι τον Οκτώβριο 1987 δεν αποξενώθηκαν από τη νομή αυτών ώστε να συντρέξουν οι προϋποθέσεις της παραγραφής των αξιώσεών τους και ότι, εφόσον η άμεση δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Ε.

Φ. δεν έγινε κυρία των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, δεν κατέστησαν αποκλειστικά κύριοι αυτών ούτε οι αναιρεσείοντες, στους οποίους η Ε. Φ. με το υπ' αριθμ….85/1974 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χ. Κ. και με το υπ' αριθμ. …1/1990 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Β. Χ. μεταβίβασε τα επίδικα ακίνητα, δηλαδή με παράγωγο τρόπο, αλλά ούτε και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), με αποτέλεσμα να μη καταστούν αποκλειστικοί κύριοι των επιδίκων, αλλά μόνο του πιο πάνω εξ αδιαιρέτου ποσοστού αυτών, κατά το οποίο ήταν κυρία η ως άνω δικαιοπάροχος αυτών κατά τους χρόνους της δωρεάς και της πώλησης των επιδίκων.

Επομένως, οι πρώτος, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος, τρίτος, κατά το πρώτο μέρος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ., με τους οποίους υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι ίδιοι λόγοι κατά το υπόλοιπο μέρος αυτών, στο οποίο διαλαμβάνονται αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, που δεν υπόκεινται στον αναιρετικό έλεγχο, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρων 524 παρ. 1 και 270 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ., όπως το άρθρο 270 ίσχυε από 1.1.2002 μετά την αντικατάσταση της παρ. 2 με άρθρο 12 του ν. 2915/2001 και πριν την κατάργησή του με άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 ν. 4335/2015, προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη που διεξάγεται, όταν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον απόφασης ειρηνοδικείου, μονομελούς και πολυμελούς πρωτοδικείου, λαμβάνονται κατά το άρθρο 270 παρ. 2α ΚΠολΔ υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ., δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα.

Περαιτέρω, οι υπεύθυνες δηλώσεις τρίτων, κατά το άρθρο 8 του ν. 1599/1986, που αποτελούν μαρτυρίες αυτών, δεν αποτελούν επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο, αν συντάχθηκαν, προκειμένου, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, να χρησιμοποιηθούν σε συγκεκριμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη (Ολ.Α.Π. 8/1987). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους συναφείς πρώτο, κατά το τρίτο μέρος του, δεύτερο και τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, αντίστοιχα, λόγους αναίρεσης και υπό την επίκληση του αριθμού 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο κατά την κατάστρωση του νομικού του συλλογισμού, ως προς τους ασκούντες έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, περί της γνωστοποίησης της δι' ίδιον λογαριασμό και εξ ολοκλήρου ασκούμενης νομής από τη δικαιοπάροχό τους Ε.

Φ. προς τους συγκληρονόμους και περί της γνώσης των τελευταίων για την κατοχή και νέμηση των επίδικων ακινήτων απ' αυτήν από το έτος 1942 και κατόπιν από τους αναιρεσείοντες από το 1990 και μετά επί πολλά έτη, αφού η παραδοχή του κατατείνει στη βασιμότητα της δεύτερης επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής περί ιδίας κυριότητας των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων επ' αυτών με έκτακτη χρησικτησία, δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα 1) και τα αναφερόμενα στους πρώτο, τρίτο μέρος, και τρίτο, δεύτερο μέρος, λόγους της αναίρεσης έγγραφα, ήτοι την από 26-10-1987 και με αριθμ.

κατάθ. …69/24-11-1987 αγωγή της Δ. Φ., απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω, την από 19-2-1988 εξώδικη ανακοίνωση-πρόσκληση της ίδιας προς τους αναιρεσείοντες και τη δικαιοπάροχό τους Ε. Φ., την εξώδικη δήλωση του Γ. Γ. του Κ., την εξώδικη δήλωση της Μ. συζ. Δ. Α., το γένος Ν. Φ., την από 15-11-1969 δήλωση του Δήμου ... προς Δ.

Ζ., την από 6-9-1984 δήλωση του Δήμου ... προς Ν. και Γ. Ζ., τη δήλωση του Ι. Π. με ημερομηνία 17-1-1996 , τις με αριθ. πρωτ. …7/18-2-1988 και …64/13-5-1987 βεβαιώσεις του Δημάρχου ... καθώς και τον αναφερόμενο στον τρίτο λόγο της αναίρεσης λογαριασμό Δ.Ε.Η. στο όνομα της Ε. Φ. και 2) για τη συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου τις νομίμως προσκομισθείσες απ' αυτούς ως εφεσίβλητους στο Δικαστήριο (πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο) με επίκληση, με τις προτάσεις τους, διαλαμβανόμενες στο δεύτερο λόγο της αναίρεσης, υπεύθυνες δηλώσεις τρίτων προσώπων, ήτοι των:

Π. Ο., Γ. Γ., Μ. Κ., Μ. Π., Ι. Κ., Ι. Μ., Ρ. Π. και Μ. χήρας Δ. Α., που αποτελούν μαρτυρία αυτών, του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (αντίστοιχα του άρθρου 1 του ν. 105/1969), με την αιτιολογία ότι αυτές αποτελούν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο. Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι: α) ως προς μεν τις υπεύθυνες δηλώσεις των πιο πάνω οκτώ τρίτων προσώπων, που συντάχθηκαν κατά τον τύπο του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, καθότι για τη μη λήψη υπόψη των εν λόγω υπεύθυνων δηλώσεων το Εφετείο δεν όφειλε να διαλάβει στο σκεπτικό του ότι αυτές μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως μαρτυρίες τρίτων, εφόσον δεν συντάχθηκαν επίτηδες με σκοπό να χρησιμοποιηθούν στην προκειμένη δίκη, καθότι οι υπεύθυνες αυτές δηλώσεις, ως μαρτυρία τρίτων, δεν αποτελούν επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο (Ολ.Α.Π.8/1987) και μόνο στην περίπτωση που το Εφετείο δεχόταν ότι αυτές δεν συντάχθηκαν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη πολιτική δίκη και κατά συνέπεια ελάμβανε αυτές υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, έπρεπε να διαλάβει τούτο στο σκεπτικό του και β) ως προς τα υπόλοιπα έγγραφα, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησης του καθενός από αυτά και να καθορίσει τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Παρεκτός του ότι σχετικά με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των από 10-2-2014 προτάσεων των ήδη αναιρεσειόντων, ως διαδικαστικού εγγράφου για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, τις οποίες κατέθεσαν στο δικαστήριο της ουσίας, ως εφεσίβλητοι, προκύπτει ότι αυτοί επικαλέστηκαν, κατά λέξη, ότι προσκομίζουν ''υπεύθυνες δηλώσεις …..

περί της ιδιοκτησίας των ακινήτων''. Όμως, η επίκληση των εγγράφων αυτών είναι αόριστη, καθόσον δεν γίνεται αναφορά στις προτάσεις των στοιχείων της ταυτότητας των φερομένων σ' αυτές ως δηλούντων γνωστά σ' αυτούς γεγονότα, που αφορούν την ένδικη διαφορά. Τέλος, η αιτίαση, που εμπεριέχεται στον τρίτο, δεύτερο μέρος, λόγο ότι το Εφετείο δεν απέδωσε στα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι αυτά έχουν, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον, με την επίκληση αυτή, πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση αυτών.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που προκαλεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, ήτοι εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση της αγωγής, ανταγωγής κλπ (Ολ.Α.Π.25/2003). Εξάλλου, οι λόγοι αναίρεσης που είναι αντιφατικοί μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι (Α.Π.435/2016). Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του αφενός άφησε αδίκαστη την αίτηση των εναγόντων με την οποία ζητούσαν επικουρικά την αναγνώριση της κυριότητάς τους επί των επίδικων ακινήτων με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ και αφετέρου για έλλειψη νόμιμης βάσης αυτής, λόγω μη παράθεσης επαρκούς αιτιολογίας ως προς την απορριπτική κρίση επί της ανωτέρω αιτήσεως, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται σωρευτικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την πρώτη επικουρική βάση της από 25-7-2004 και με αριθμ. καταθ.1646/ΤΠ164 αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων, τη στηριζόμενη στην τακτική χρησικτησία, οι πλημμέλειες, χωρίς διατύπωση επικουρικότητας, αφενός από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ., δηλαδή ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την πιο πάνω αίτηση των εναγόντων και αφετέρου από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, της έλλειψης νόμιμης βάσης, δηλαδή λόγω μη παράθεσης επαρκούς αιτιολογίας ως προς την απορριπτική κρίση της ίδιας αίτησης, είναι απαράδεκτος ως αντιφατικός, αφού δεν νοείται το Εφετείο να άφησε αδίκαστη τη βάση αυτή και συγχρόνως να την απέρριψε κατ' ουσία με ελλιπή αιτιολόγηση.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.

Α.Π. 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Εξάλλου, ο προβαλλόμενος από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης προϋποθέτει τη μη λήψη υπόψη πραγμάτων με την προαναφερθείσα έννοια, που έχουν προταθεί από εκείνον ο οποίος ζητεί την αναίρεση της απόφασης, ο οποίος πρέπει να έχει το απαιτούμενο για την άσκησή της έννομο συμφέρον.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1, 8 περ. β', 9 περ. α' και 14 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε από τους ήδη αναιρεσείοντες με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, σχετικά με τη νομιμοποίηση προς συνέχιση της έκκλητης δίκης των κληρονόμων α)του αρχικώς εκ των διαδίκων Ι.

Ζ. του Δ. (τρίτου ενάγοντος-εφεσίβλητου), β) του αρχικώς εκ των διαδίκων Ι. Ν. του Ε. (δεύτερου εναγόμενου-εκκαλούντος) και γ) του αρχικώς εκ των διαδίκων Ρ. Ν. του Ε. (τρίτου εναγόμενου-εκκαλούντος), που απεβίωσαν στις 26-6-2012 ο πρώτος, στις 30-6-2009 ο δεύτερος και στις 11-1-2014 ο τρίτος, ήτοι μετά την άσκηση της από 3-10-2007 (αρ.

εκθ. κατ. 40/4-10-2007) εφέσεως των εναγόμενων - εκκαλούντων και πριν την κατά την 12-2-2014 συζήτηση αυτής, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, με την εσφαλμένη αναγνώριση και των απολειπομένων ως συγκυρίων των επίδικων ακινήτων, παραβιάζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 ΑΚ και σε κάθε περίπτωση δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο ή ακυρότητα.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλλεια ότι παραβιάστηκαν οι προαναφερόμενοι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού, είναι αόριστος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός που προβάλλεται για τη θεμελίωσή του δεν αφορά "πράγμα", με την έννοια της ως άνω διάταξης, δηλαδή αυτοτελή ισχυρισμό.

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το έτερον, εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ., αυτού μέρος, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν διασαφηνίζεται περί ποιας αιτήσεως πρόκειται. Παρεκτός του ότι ο ίδιος λόγος, καθώς και όσα εκτίθενται στο τελευταίο μέρος αυτού προς θεμελίωση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ., υπό την επίκληση των ίδιων περιστατικών, είναι απαράδεκτος για έλλειψη έννομου συμφέροντος των αναιρεσειόντων στην άσκηση του λόγου τούτου αναίρεσης, εφόσον η απόφαση λόγω της επικαλούμενης πλημμέλειας δεν περιέλαβε διάταξη που τους βλάπτει, η δε ύπαρξη αυτού ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρ.577 παρ.2 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ., παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Χωρίζει την υπόθεση ως προς τους απολιπόμενους όγδοο και ενδέκατη των αναιρεσίβλητων Φ. Δ. του Ν. και Μ. χήρα Κ. Γ..-

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς.-

Απορρίπτει την από 25-7-2017 αίτηση των Μ. συζ. Κ. Γ., το γένος Δ. Ζ. κλπ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 204/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.-

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ