Legislator Case Law & Legislation
42/2018 AI generated

42/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 42/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

42/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου, η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα. Τέλος, στο αναιρεσείον, που ηττάται, πρέπει να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του αιτήματός της, μειωμένη, όμως (άρθρ. 176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/57, ως ισχύει), συμφώνως προς το διατακτικό.

Keywords

AI generated
property ownership allocation of family home public domain household allowance common property exclusive economic zone
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 42 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 42/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Στελιανή Κουστουμπάρδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., Της αναιρεσίβλητης: Π. συζ. Ε. Ψ., το γένος Δ. Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Καράμπαμπα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:20/2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, και 77/2014 του Εφετείου Λαμίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον, με την από 6-10-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 26-10-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατ’ άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ...". Ο από τον εν λόγω αριθμό λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθεται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Επίσης, κατ’ άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", μη θεμελιουμένου λόγου αναιρέσεως λόγω παραλείψεως του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει την βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Περαιτέρω, κατ’ άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

ΙΙ. Με τους λόγους αναιρέσεως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο καταλογίζει στο Τριμελές Εφετείο Λαμίας, ότι με την 77/2014 προσβαλλομένη απόφασή του, υπέπεσε στις πλημμέλειες και δη: Με τον πρώτο λόγο ότι παραβίασε ερμηνευτικώς και από πλευράς εφαρμογής τις ουσιαστικές διατάξεις του ΒΡ δικαίου περί έκτακτης χρησικτησίας (ν. 8 § 1 Κωδ. (7-39), ν. 9 § 1 Πανδ. (50-14), ν. 2 § 20 Πανδ. (41-4), ν. 6 Πανδ. (44-3), ν. 76 § 1 Πανδ. (18-1), 7 § 3 Πανδ. (23-3), ν. 20 § 12 Πανδ. (5-8), 27 Πανδ. (18-1), 15 § 3, 48 Πανδ. (41-3) 5 § 5, 1 Πανδ. (41-10) και 109 Πανδ. (50-16), άρθρ. 18,21 του ν.

ΔΞΗ/1912 και τα βάσει αυτού εκδοθέντα διατάγματα περί δικαιοστασίου, καθώς και άρθρ. 21 του ν.δ. της 22/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της αεροπορικής αμύνης", υπό την έννοια ότι δέχθηκε την συνδρομή των προσόντων της έκτακτης χρησικτησίας (30ετή καλόπιστη νομή συμπληρωθείσα στις 11-9-1915) στο πρόσωπο του απωτάτου δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, Μ.

Π. κι έτσι "διολίσθησε" στο κατ’ άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ατόπημα. Ωσαύτως, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται η κατ’ αρ. 10 άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ως εκ της φερομένης ως αναπόδεικτης παραδοχής περί την συνδρομή των ανωτέρω προσόντων κτήσεως κυριότητος στο πρόσωπο του προμνησθέντος Μ. Π.. Προσέτι, με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως καταλογίζεται στο Εφετείο, ότι υπέπεσε στο κατ’ άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ατόπημα και συγκεκριμένα ότι η απόφαση πλήττεται εν σχέσει προς το προαναφερόμενο ζήτημα από έλλειψη νομίμου βάσεως υπό την έννοια της ανεπάρκειας και αντιφατικότητος των αντιστοίχων αιτιολογιών.

ΙΙΙ. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης έχουν ως εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας (το εναγόμενο δεν εξέτασε μάρτυρα), στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που περιέχεται στα ταυτάριθμα, με την εκκαλούμενη απόφαση, πρακτικά συνεδριάσεως, τις υπ’ αριθμ. ...14-9-2012 ένορκες βεβαιώσεις των Ε.

Ψ. και Δ. Ι., που δόθηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λαμίας, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου της (βλ. υπ. αριθμ .../7-9-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Ρ.) και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Το επίδικο ακίνητο έχει εμβαδόν 4.107,365 τ.μ. και βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... του .... Αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, συνολικού εμβαδού 7.371,608 τ.μ., στο οποίο έχουν δοθεί κατά την αρχική εγγραφή στο Κτηματολόγιο τρία ΚΑΕΚ για τρία επιμέρους ακίνητα, το ..., εμβαδού 615,158 τ.μ., το ..., εμβαδού 649,085 τ.μ.

και το ... του επιδίκου. Σύμφωνα με την έκθεση φωτοερμηνείας της δασολόγου Μ. Σ. σε αεροφωτογραφίες από το έτος 1945 και μεταγενέστερα όλη η έκταση έχει μορφή αγρού καλλιεργημένη με αγρωστώδη (βλ. Δ.Υ./20-1-2009 έγγραφο του ...). Ομοίως και στις αεροφωτογραφίες προ του έτους 1945 τα άλλα δύο τεμάχια δεν έχουν δασική μορφή και το επίδικο έχει (βλ. .../26-1-2009 έγγραφο του Διευθυντή Δασών Φθιώτιδας) και γι’ αυτό το λόγο ενεγράφη στο Κτηματολόγιο, ότι ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο.

Το επίδικο, όπως και τα άλλα δύο συνεχόμενα αγροτεμάχια της ενάγουσας συνορεύουν με αγροτικούς δρόμους και αγροτεμάχια άλλων ιδιωτών. Βρίσκεται σε περιοχή, που δεν εμπίπτει στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και δεν έχει κηρυχθεί αναδασωτέο, ούτε είναι κοινόχρηστη ή εποικιστική έκταση. Περιήλθε στην ενάγουσα με το υπ.

αριθμ....16-6-1986 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στο τόμο … με αριθμό …των βιβλίων Μεταγραφών του ..., με το οποίο η μητέρα της ενάγουσας Γ. Π. της μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, ένα αγρό, κατά τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο, έκτασης 7,5 περίπου στρεμμάτων, πραγματικής όμως έκτασης, κατά την καταμέτρησή του, 7.371,608 τ.μ.

Στη δικαιοπάροχο μητέρα της το εν λόγω ακίνητο περιήλθε από εξ αδιαθέτου κληρονομιά του πατέρα αυτής και παππού της ενάγουσας Μ. Π., ο οποίος απεβίωσε, το έτος 1923. Βέβαια τότε η μητέρα της ήταν μόλις τεσσάρων ετών (είχε γεννηθεί το έτος 1919) και δεν ασκούσε πράξεις νομής αλλά αυτό το έκανε αργότερα, όταν είχε τέτοια δυνατότητα, καλλιεργώντας το συνεχώς με διάφορα ψυχανθή.

Ο Μ. Π., που νεμόταν το επίδικο έως το θάνατο του, είχε αποκτήσει όλη την έκταση από διανομή από το συνεταιρισμό κτηνοτρόφων ..., που έγινε, το έτος 1880 και αρχικά προοριζόταν και χρησίμευε για βοσκή, χωρίς όμως να αποτελεί λιβάδι ή βοσκότοπο κατά την έννοια του Β.Δ. από 3/15.12.1833. Με αυτό τον τρόπο απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να ενοχληθεί από κάποιον και ιδιαίτερα από το εναγόμενο, το οποίο ουδέποτε άσκησε διακατοχικές πράξεις, όπως ισχυρίσθηκε.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι όταν άρχισε η διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής, δύο τμήματα του ακινήτου, που προαναφέρονται, ενεγράφησαν με δικαιούχο πλήρους επ’ αυτού κυριότητας την ενάγουσα και ένα, εκείνο των 4.107,365 τ.μ., με δικαιούχο κατά ποσοστό 100% το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Όμως, η πιο πάνω εγγραφή είναι ανακριβής και προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας.

Επομένως, συντρέχει νόμιμος λόγος (άρθρ. 6 και 7 Α του Ν. 2664/1998) να αναγνωριστεί η ενάγουσα δικαιούχος κύριος του επιδίκου άνω τμήματος κατά το χρόνο καταχώρισης των αρχικών εγγραφών και να διαταχθεί η διόρθωση της ως άνω ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο οικείο Κτηματολογικό βιβλίο".

IV. Η επισκόπηση των παραδοχών θέτει εκποδών τις προειπωθείσες καταλογιζόμενες πλημμέλειες, οι οποίες δεν βρίσκουν έρεισμα στο πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Οι σχετικές παραδοχές με ειρμό επάρκειας και αλληλουχίας επικεντρώνονται στην στήριξη της δικανικής κρίσεως περί την συνδρομή στο πρόσωπο του Μ. Π. των προσόντων της έκτακτης χρησικτησίας, επί τη βάσει της οποίας θεμελιώθηκε η ιδιοκτησιακή κατοχύρωση του επιδίκου ακινήτου, η επί του οποίου σκυτάλη με συμβόλαιο γονικής παροχής, κατά τα ως άνω, περιήλθε στην αναιρεσίβλητη. Γιαυτό και ενέχουν αβασιμότητα οι τρεις λόγοι αναιρέσεως, παρά τα αντίθετα, (αδοκίμως) υποστηριζόμενα υπό του αναιρεσείοντος κατά τα άνω εκτιθέμενα, εδώ αναφερομένου, ότι, εφόσον τα λαμβανόμενα υπόψιν αποδεικτικά μέσα μνημονεύονται στην προμετωπίδα του αποδεικτικού πορίσματος, εν συνεχεία, κατά την ανάπτυξη και δομή του ιστού του εν λόγω πορίσματος, η μη επαναληπτική μνεία και αναφορά σε αυτά, δεν προσδίδει στην πληττομένη απόφαση την ευαλωτότητα του αναποδείκτου των παραδοχών, συμφώνως προς την μείζονα σκέψη.

V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου, η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα. Τέλος, στο αναιρεσείον, που ηττάται, πρέπει να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του αιτήματός της, μειωμένη, όμως (άρθρ. 176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/57, ως ισχύει), συμφώνως προς το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-10-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 77/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.

Και

Επιβάλλει στο αναιρεσείον την δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, το ποσόν της οποίας ορίζει στα τριακόσια ευρώ (300€).

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ